Η γυναίκα ντετέκτιβ: από την λογοτεχνία στον κινηματογράφο και την τηλεόραση – I

•18/10/2014 • Γράψτε ένα σχόλιο

01

Της Νίνας Κουλετάκη

Όταν μιλάμε για αστυνομικό μυθιστόρημα και, ιδιαίτερα, για τον χαρακτήρα του ερευνητή του εγκλήματος, ο νους μας σχηματίζει την εικόνα ενός σκληροτράχηλου, λίγο αγροίκου αστυνομικού, ιδιωτικού ή μη, έξυπνου και –ενίοτε- παραβατικού. Κι αυτό είναι σωστό, τουλάχιστον για την πλειοψηφία των έργων της αστυνομικής λογοτεχνίας. Η γυναίκα σ’ αυτά μπορεί να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, συνήθως όμως θα είναι η βοηθός, η μοιραία γυναίκα ή το θύμα. Κι όμως: ήδη από την εμφάνιση του είδους στη λογοτεχνία, είχαμε γυναίκες-ερευνήτριες του εγκλήματος. Και γι αυτές θα μιλήσουμε απόψε εδώ και συγκεκριμένα γι αυτές που μεταφέρθηκαν με –περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία – στον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Όπως ισχύει και για τους άνδρες συναδέλφους τους, οι γυναίκες ντετέκτιβ ανήκουν σε τέσσερις αρχετυπικές κατηγορίες, με κάμποσες υποδιαιρέσεις. Έχουμε την ερασιτέχνιδα ντετέκτιβ, την ιδιωτική αστυνομικό, την αξιωματικό της αστυνομίας και την ιατροδικαστή ή αναλύτρια αποδεικτικών στοιχείων. Κι ακόμα έχουμε γυναίκες ντετέκτιβς που ανήκουν στον κλήρο, ή είναι κυβερνητικοί πράκτορες ή ακόμα αυτές που παίζουν το ρόλο του ερευνητή στα μεσαιωνικά αστυνομικά μυθιστορήματα.

02Αν και οι γυναίκες συγγραφείς κυριάρχησαν επί μακρόν στο είδος της αστυνομικής λογοτεχνίας, οι περισσότερες από αυτές επέλεξαν –κατά κανόνα- άντρα για το ρόλο του ντετέκτιβ στα βιβλία τους: η Agatha Christie τον Hercule Poirot, η Dorothy Seyers τον Λόρδο Peter Wimsey, η Ruth Rendell τον Επιθεωρητή Wexford, η Ngaio Marsh τον Sir Roderick Alleyn.

Όταν η C.A. Barnett έκανε έρευνα για τη συγγραφή του έργου της Mystery Women: An Encyclopedia Of leading Women Characters In Mystery Fiction, καταχώρισε σχεδόν 400 κείμενα, διηγήματα και νουβέλες, γραμμένα από το 1860 μέχρι το 1979, στα οποία ο βασικός ερευνητής ήταν γυναίκα. Μόνο 11 από αυτά είχαν γραφεί πριν το 1900.

03Από την έρευνα αυτή προέκυψε ότι η πρώτη γυναίκα ντετέκτιβ στην ιστορία του είδους, ήταν η Mrs G, η οποία εμφανίστηκε το 1864, στο διήγημα του Andrew Forrester Jr, The Female Detective. Καθώς επρόκειτο για ρηχό και επιφανειακό χαρακτήρα, για τον οποίο ο συγγραφέας δεν έδινε σχεδόν κανένα στοιχείο, παρέμεινε μια μάλλον ανώνυμη φιγούρα, γεγονός που μας οδηγεί να θεωρούμε άλλον ως δημιουργό της πρώτης γυναίκας ντετέκτιβ.

Ο Wilkie Collins, αν και δεν ήταν ο πρώτος που έγραψε αστυνομική νουβέλα, ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε γυναίκα στο ρόλο του ντετέκτιβ ή, έστω, στο ρόλο του ατόμου που ερευνά και εξιχνιάζει το έγκλημα, σκιαγραφώντας ολοκληρωμένο χαρακτήρα. Πρόκειται για τη Valeria Brinton, ηρωίδα της νουβέλας του Colins The law and the lady (1875). Η πλοκή του έργου έχει να κάνει με τον γάμο της Valeria και τις υποψίες της για το παρελθόν του συζύγου της. Μέσα από τις έρευνές της, ανακαλύπτει ότι ο σύζυγός της είχε δικαστεί για τη δολοφονία της πρώτης του συζύγου με δηλητήριο και απαλλάχτηκε μόνο λόγω μη ισχυρών αποδείξεων. Μέσα από μια σειρά γεγονότων η Valeria θα αποκτήσει τη συζυγική ευτυχία, καθώς θα καταφέρει να αποδείξει την αθωότητα του άνδρα της.

Αν και η νουβέλα αυτή του Collins είχε στόχο να καυτηριάσει το δικονομικό σύστημα της Σκωτίας, την απαλλαγή με την ετυμηγορία της μη απόδειξης και την καταστροφή που αυτό επέφερε στις ζωές των ανθρώπων λόγω της υποψίας που βάραινε επάνω τους και τους ακολουθούσε μέχρι τέλους, εντούτοις κατάφερε κάτι πρωτοποριακό για την εποχή της. Μιλάμε για τη βικτωριανή Αγγλία, όπου η γυναίκα αντιμετωπίζεται ως ένα αδύναμο, εύθραυστο πλάσμα, χρήζον προστασίας και ανίκανο να πάρει πρωτοβουλίες. O Collins, ίσως και λόγω των αντισυμβατικών προσωπικών του σχέσεων, μπορούσε να διακρίνει τη δύναμη και την αποφασιστικότητα μιας γυναίκας και να εκτιμήσει το κοφτερό της μυαλό.

04To 1878, η Anna Katherine Green, με τη δημοσίευση του The Leavenworth Case, γίνεται η πρώτη γυναίκα που συγγράφει αστυνομικό μυθιστόρημα και, μάλιστα, με γυναίκα ερευνήτρια, την Amelia Butterworth.

Μια, ακόμη, πρωτοπόρος γυναίκα ντετέκτιβ, ήταν η Loveday Brooke, χαρακτήρας που δημιούργησε η Catherine Louisa Pirkis, και οι περιπέτειες της οποίας ξεκίνησαν το 1894, μέσα από δημοσιεύσεις στο περιοδικό της εποχής Ludgate Magazine.

Ταυτόχρονα με την εκδήλωση του πρώτου κύματος του Κινήματος για την Απελευθέρωση των Γυναικών (τέλη 18ου αιώνα μέχρι το 1920), αυξάνει και ο αριθμός των θηλυκών ντετέκτιβ. Ανατρέχοντας στην εγκυκλοπαίδεια της Barnett, διαπιστώνουμε ότι οι περισσότερες ερευνήτριες του εγκλήματος είναι εργαζόμενες και, μάλιστα, σε επαγγέλματα απαιτητικά που προϋποθέτουν σπουδές: γραμματείς, νοσοκόμες, δασκάλες, ακόμα και αρχαιολόγοι ή δημοσιογράφοι. Στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 εμφανίζεται μια νέα γενιά γυναικών ντετέκτιβ: μοντέρνες και ζωηρές, συχνά βρίσκουν τη λύση του εγκλήματος με τη βοήθεια των συζύγων ή των εραστών τους. Ενδεικτικά αναφέρω το δημοφιλές ζευγάρι των Nick και Nora Charles, από την πένα του Dashiell Hammett και τους Tommy και Tuppence Beresford της Agatha Christie.

Με την πάροδο του χρόνου η γυναίκα ντετέκτιβ συναντάται όλο και συχνότερα στην αστυνομική λογοτεχνία. Είναι ίση με τον άντρα και –ενίοτε- σκληρότερη από αυτόν. Επίσης είναι σέξυ και έχει λάβει αξιόλογη μόρφωση. Είναι ερασιτέχνις, επαγγελματίας αστυνομικός (ιδιωτική ή μη), επιστήμων.

Ας δούμε, πιο αναλυτικά, μερικούς τύπους γυναικών ντετέκτιβ.

05Η ερασιτέχνις ντετέκτιβ

Το πρώτο όνομα που μας έρχεται στο νου σ’ αυτή την κατηγορία είναι, φυσικά της Miss Jane Marple, της ηρωίδας της Κυρίας του Εγκλήματος, Agatha Christie. Πρόκειται για μια ηλικιωμένη ανύπαντρη, γλυκιά κυρία που ζει στο ειδυλλιακό χωριό του St Mary Mead. Εκ πρώτης όψεως δεν είναι παρά το στερεότυπο της περίεργης, κουτσομπόλας, αγγλίδας γεροντοκόρης όμως, καθώς το μυστήριο προχωρά, ο αναγνώστης ανακαλύπτει την οξυδέρκειά της και τη βαθειά της γνώση της «ανθρώπινης φύσης». Καθώς δεν αποτελεί επικίνδυνη ή απειλητική φιγούρα, ο δολοφόνος δεν την λαμβάνει υπόψη, θα λέγαμε πως –τις περισσότερες φορές- δεν την βλέπει καν. Εκείνη όμως, περνώντας ουσιαστικά απαρατήρητη, καταφέρνει να συνθέτει με επιτυχία τα κομμάτια του παζλ και να λύνει το γρίφο. Η Miss Marple πρωταγωνιστεί σε 12 μυθιστορήματα της Agatha Christie ενώ εμφανίζεται και σε διάφορες συλλογές διηγημάτων. Πρώτη της εμφάνιση ήταν το 1927, στη συλλογή διηγημάτων της Agatha Christie Η Λέσχη της Τρίτης (The Tuesday Night Club).

Οι υποθέσεις της Miss Marple έχουν μεταφερθεί με επιτυχία τόσο στον κινηματογράφο, όσο και στην τηλεόραση. Την παρατηρητική ηλικιωμένη δεσποινίδα έχουν ερμηνεύσει η Margaret Rutherford και η Angela Lansbury στον κινηματογράφο, ενώ οι Joan Hickson, Geraldin McEwan και Julia McKenzie στις τηλεοπτικές μεταφορές των βιβλίων.

Από την πένα της Agatha Christie ξεπήδησαν άλλες δύο γυναικείες φιγούρες ερευνητριών του εγκλήματος που, όμως, δεν είχαν την εμβέλεια της Miss Marple. Σε επτά μυθιστορήματα με κεντρικό ήρωα τον Ηρακλή Πουαρώ, εμφανίζεται η πρώτη από αυτές, η Ariadne Oliver, φίλη του Πουαρώ και συγγραφέας ιστοριών μυστηρίου, επίμονη και συχνά ακολουθώντας λάθος δρόμο, καταλήγει να βοηθά τον Πουαρώ στην επίλυση του μυστηρίου. Η Ariadne Oliver εμφανίστηκε σε κάμποσα επεισόδια της μακρόβιας τηλεοπτικής σειράς «Πουαρώ».

Η δεύτερη είναι αυτή που αναφέραμε και πιο πάνω, η Tuppence Beresford η οποία, μαζί με τον σύζυγό της Tommy επιλύουν μυστήρια, σε μια σειρά μυθιστορημάτων και διηγημάτων. Η πρώτη της εμφάνιση έγινε το 1922 στο βιβλίο Thesecretadversary, ενώ το 1929 εμφανίστηκε στην κινηματογραφική του μεταφορά σε βωβή ταινία. Η ηθοποιός Francesca Annis υποδύθηκε την Tuppence στην σειρά Partners in Crime (1983-1984).

Μια άλλη ερασιτέχνις ερευνήτρια δημιουργήθηκε από την πένα του μεγάλου συγγραφέα του είδους Dashiell Hammett. Πρόκειται για την Nora Charles, σύζυγο του συνταξιούχου ντετέκτιβ τoυ Πρακτορίου Πίνκερτον, Nick Charles. H Νora εμφανίζεται στο βιβλίο του Hammett The thin man, το οποίο έγινε ταινία με την Myrna Loy στον ρόλο της Nora. Ακολούθησαν άλλες πέντε ταινίες και μια τηλεοπτική σειρά. Ένα remake της πρώτης ταινίας αναμένεται μέσα στο 2015.

Θα ολοκληρώσουμε την πρώτη κατηγορία με την Jemima Shore, δημιούργημα της συγγραφέως Antonia Fraser που πρωταγωνιστεί σε δέκα μυθιστορήματα. Η Jemima είναι δημοσιογράφος και ερασιτέχνις ντετέκτιβ. Τα μυθιστορήματα της Fraser έγιναν δύο τηλεοπτικές σειρές, με την Maria Aitken στον ρόλο της Jemima στην πρώτη από αυτές (Quiet as a nun – 1978) και την Patricia Hodge στην δεύτερη (Jemima Shore Investigates – 1983).

 

06Η ιδιωτική ντετέκτιβ

Στον αντίποδα της Miss Marple βρίσκεται η Phryne Fisher, πλούσια κληρονόμος, η οποία εγκαταλείπει την υψηλή κοινωνία του Λονδίνου για να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής της, την Μελβούρνη της Αυστραλίας, όπου ξεδιαλύνει κλασικά whodunit μυστήρια, υποθέσεις με εμπόριο κοκαΐνης αλλά και πολιτικά εγκλήματα, στα τέλη της δεκαετίας του ‘30. Εμφανίστηκε το 1989, στο μυθιστόρημα Death by Misadventure της αυστραλέζας Kerry Greenwood και δεν έχει καμία σχέση με την αγγλίδα «συνάδελφό» της. Είναι νέα, όμορφη, σέξυ, χωρίς αναστολές και με αγάπη στο αλκοόλ. Ταυτόχρονα είναι έξυπνη και δυναμική, ριψοκίνδυνη, γρήγορη και αποτελεσματική, βρίσκεται πάντα δυο βήματα μπροστά από την αστυνομία. Ξέρει να πιλοτάρει αεροπλάνο, οδηγεί αυτοκίνητο, καπνίζει, φορά συχνά παντελόνια κι αλλάζει εραστές με τη συχνότητα που αλλάζει καπέλλα. Η μεγαλύτερη διαφορά της, όμως, από τη Miss Marple είναι στον τρόπο με τον οποίο φτάνει στη λύση του εγκλήματος. Ενώ η Miss Marple παρατηρεί και συχνά συνεργάζεται με τους συγχωριανούς της, η Phryne επιλύει το πρόβλημα δια της μεθόδου «όταν απορρίψεις όλες τις πιθανότητες, αυτό που μένει είναι η αλήθεια». Τα βιβλία της Greenwood έγιναν τηλεοπτική σειρά με τίτλο Miss Fisher’s Murder Mysteries, με την Essie Davis να υποδύεται υποδειγματικά την Phryne Fisher.

Η P. D. James μας έχει δώσει δυο εξαιρετικούς χαρακτήρες, στο χώρο των ερευνητών: τον επιθεωρητή της αστυνομίας Adam Dalgliesh και την Cordelia Gray, ιδιωτική αστυνομικό. Η James είναι η πρώτη συγγραφέας σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος, στο οποίο ο ντετέκτιβ είναι γυναίκα. Επειδή, όμως, η Cordelia Gray εμφανίζεται μόνο σε δύο μυθιστορήματα (An Unsuitable Job For A Woman – 1972, The Skull Beneath The Skin – 1982), η πρωτιά αυτή δεν έχει αναγνωριστεί ευρέως στην James.

Όπως συμβαίνει και με τους πρωταγωνιστές των Hammett, Chandler και Spillane, η Cordelia είναι ξεκομμένη από την κοινωνία και ο ρόλος της ως ντετέκτιβ αμφισβητείται συχνά. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, όταν ο συνεταίρος της αυτοκτονεί, αφήνοντάς την μοναδική κάτοχο του γραφείου ερευνών που διατηρούσαν, οι αστυνομικοί -κατά τη διεξαγωγή της έρευνας για την αυτοκτονία του- παίρνουν ως δεδομένο ότι η Cordelia ήταν η γραμματέας του. Ακόμα και οι γυναικείοι χαρακτήρες του έργου διατηρούν επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα της Cordelia και για την ικανότητά της να επιτύχει σ’ αυτό το επάγγελμα. Και όταν τα καταφέρνει εκπλήσσει τους πάντες.

Το βιβλίο έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τις φεμινίστριες , οι οποίες χρειάστηκε να περιμένουν δέκα χρόνια για να δουν την Cordelia σε νέες περιπέτειες. Το δεύτερο αυτό βιβλίο τις απογοήτευσε οικτρά, καθώς η Cordelia εμφανίζεται εντελώς ακατάλληλη για τη δουλειά του ντετέκτιβ. Μάλιστα, αυτό γίνεται απόλυτα κατανοητό στο τέλος του βιβλίου, όπου η υπόθεση που την περιμένει είναι η εύρεση μιας χαμένης γάτας! Ο Nicola Nixon, μελετητής του έργου της P.D. James, υποστηρίζει ότι η απαξίωση της Cordelia από τη δημιουργό της, οφείλεται στις αποστάσεις που κρατούσε η ίδια η James από το φεμινιστικό κίνημα.

Οι ιστορίες της Cordelia Grayέγιναν τηλεοπτική σειρά το 1997, με την Helen Baxendale στον ομώνυμο ρόλο.

Μια άλλη, ιδιαίτερα γνωστή και επιτυχημένη λογοτεχνική ιδιωτική ερευνήτρια (τουλάχιστον σε όλον τον κόσμο πλην, της πατρίδας της, της Botswana!), είναι η Precious Ramotswe, δημιούργημα του Alexander McCall Smith, που απέχει περισσότερο από κάθε άλλη ηρωίδα οποιουδήποτε συγγραφέα, από το πρότυπο της γυναίκας-ντετέκτιβ. Η Precious είναι μια εύσωμη, λίγο κωμική, ευχάριστη κυρία, η οποία διατηρεί ένα ιδιωτικό γραφείο ερευνών στην πόλη Gaborone της Botswana. Παρά το παρουσιαστικό της που αποπροσανατολίζει, έχει κρυφά χαρίσματα: είναι ιδιαίτερα έξυπνη, εξαιρετικός κριτής χαρακτήρων, μια φωτεινή πηγή θετικής ενέργειας μέσα σε ένα μάλλον καταθλιπτικό περιβάλλον. Η Precious, μια θεία που όλοι θα θέλαμε να είχαμε, λύνει μυστήρια και φόνους, εντοπίζει εξαφανισμένα πρόσωπα και κλεμμένα αντικείμενα με έναν τρόπο αποτελεσματικό, γοητευτικό και αξιολάτρευτο. Αγαπά τη Βασίλισσα και τον Nelson Mandela καθώς και τον πολιτικό Seretse Khama, ο γιος του οποίου είναι ο σημερινός Πρόεδρος της Botswana.

Η τηλεοπτική σειρά του BBC The No 1 Ladies’ DetectiveAgency (2008-2009) αποτελεί την τηλεοπτική μεταφορά των βιβλίων του McCall Smith, με την Jill Scott στον ρόλο της Precious.

To 2004, σε ηλικία 50 ετών, πεθαίνει ένας Σουηδός συγγραφέας και δημοσιογράφος, παγκοσμίως άγνωστος. Θα γίνει ακριβώς το αντίθετο όταν, μετά τον θάνατό του, δημοσιευτούν τρία μυθιστορήματα που αποτελούν την Τριλογία Millenium. Μιλώ, φυσικά, για τον Stieg Larsson, τη νιφάδα που οδήγησε στην χιονοστιβάδα των σκανδιναβών συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας, την τελευταία δεκαετία.

Ηρωίδα και των τριών μυθιστορημάτων που απαρτίζουν την τριλογία του (Το κορίτσι με το τατουάζ, Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά και Το κορίτσι στη φωλιά της σφήκας) είναι η φυσική κοκκινομάλα Lisbeth Salander που, όμως, βάφει τα μαλλιά της μαύρα. Χλωμή και υπερβολικά αδύνατη, με τρυπημένη μύτη και φρύδια, με πολλά τατουάζ και χάκερ ολκής. Με προβληματική παιδική ηλικία, είναι μοναχική, με προβλήματα επικοινωνίας και αντικοινωνική. Ο ίδιος ο Larsson είχε πει πως είναι η ενήλικη Πίπη Φακιδομύτη. Έχει μια προβληματική σχέση με έναν ερευνητή/δημοσιογράφο και σε όλο το έργο επικρατεί η άποψή του ότι η Liesbeth πάσχει από το σύνδρομο Asperger. Συνωμοσίες, κατασκοπία, δράση είναι τα χαρακτηριστικά των τριών μυθιστορημάτων, που έγιναν αντίστοιχες κινηματογραφικές ταινίες. Την Lisbeth Salander υποδύθηκε πειστικά η Noomi Rapace. To trailer που ακολουθεί είναι από την τρίτη και τελευταία ταινία.

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρω και την V. I. Warshawski, ιδιωτική ντετέκτιβ από το Σικάγο, ηρωίδα της Sara Paretsky. Η Warshawski είναι κόρη αστυνομικού, διπλωματούχος νομικός (εργάστηκε για ένα διάστημα στην εισαγγελία του Σικάγο), διαζευγμένη, χωρίς παιδιά.

Η Warshawski ασχολείται συνήθως με υποθέσεις δολοφονίας υψηλόβαθμων στελεχών. Είναι μια ψηλή, αθλητική καστανή γυναίκα, που τρέχει για να κρατιέται σε φόρμα, ξέρει καράτε και συχνά εμπλέκεται σε –σώμα με σώμα- μάχες με τους αντιπάλους της. Έχει πάντα επάνω της το ενιάσφαιρο, ημιαυτόματο Smith & Wesson της. Είναι οξύθυμη, σαρκαστική και με μεγάλη αυτοπεποίθηση. Προτιμά να ντύνεται με αθλητικά φανελάκια, τζην και αθλητικά παπούτσια αλλά αισθάνεται το ίδιο καλά με ακριβό ντύσιμο και ψηλά τακούνια, όταν το καλούν οι περιστάσεις. Κοιμάται γυμνή. Αγαπά την Όπερα και την κλασική μουσική και όταν έχει στρες παίζει πιάνο και τραγουδά άριες. Διατηρεί τη γραμμή της παρά τα λουκούλλεια γεύματα που καταναλώνει, συνοδεύοντάς τα με καλό κρασί.

Είναι ηρωίδα 13 μυθιστορημάτων και αρκετών διηγημάτων. Στον κινηματογράφο την ενσάρκωσε η Kathleen Turner, στην ταινία V. I. Warshawski του 1991.

Συνεχίζεται

crime_and_punishment22

 

Υπόθεση Καβαφάκη: Μια ανεξιχνίαστη πολιτική δολοφονία – ΙΙΙ

•11/10/2014 • 1 σχόλιο

Προηγούμενο

του Γιάννη Ράγκου

Νέα στοιχεία

Ταυτόχρονα, εκείνη την περίοδο, ο ανακριτής Βλαστός -που είχε αντικαταστήσει τον συνάδελφό του Φιλιππίδη- ξεκίνησε νέα έρευνα για την υπόθεση. Στο πλαίσιο αυτό, επισκέφθηκε πολλές φορές τον Μαστραντώνη στις φυλακές του Παλαιού Στρατώνα για να τον εξετάσει. Κατά τη διάρκεια αυτών των ανακρίσεων, ο Μαστραντώνης άλλαξε στάση, παρουσιάζοντας μια εντελώς διαφορετική εκδοχή για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε η δολοφονία.

Συγκεκριμένα, κατά την πολυήμερη κατάθεσή του, ο Μαστραντώνης ανέφερε πως ένα μήνα προ του φόνου συνάντησε τυχαία τον δημοσιογράφο και εκδότη της εφημερίδας «Ατρόμητος» Ν. Πανόπουλο, μέσω του οποίου γνώρισε στα γραφεία της «Ενώσεως Πολιτικών Συλλόγων» τον πρόεδρό της Φωτιάδη, τον δικηγόρο Ι. Τζίβα, τον συμβολαιογράφο Σκιαδαρέση, τον δικηγόρο Α. Μάτεση, τον δημόσιο υπάλληλο Π. Μπένο, τον Σουρέα (που είχε επιτεθεί στον Καβαφάκη τον Αύγουστο του 1921), έναν ανθυπασπιστή του πεζικού, έναν λοχία του ιππικού και μερικούς ακόμη άντρες. Στο διάστημα που ακολούθησε ο Μαστραντώνης άκουσε πολλές φορές τα προαναφερόμενα μέλη του Πολιτικού Συλλόγου να καταφέρονται εναντίον του Καβαφάκη, λέγοντας πως «θέλει σκότωμα δια να εκλείψη, διότι με το ξύλο που έφαγε δεν σιωπά».

Σύμφωνα με την αφήγηση του Μαστραντώνη, την παραμονή του φόνου συνάντησε τον Σκαιδαρέση στο συμβολαιογραφείο του δεύτερου. Εκεί, ο Σκιαδαρέσης του έδωσε ένα πιστόλι, χωρίς να του εξηγήσει τον λόγο, όμως ο Μαστραντώνης αρνήθηκε να το παραλάβει και έφυγε. Το απόγευμα της επομένης (21 Φεβρουαρίου), συναντήθηκε με τον Μπένο, με τον οποίο κατέληξαν σε διάφορα κέντρα, όπου κατανάλωσαν μεγάλες ποσότητες κρασιού και μπύρας. Κατόπιν, ο Μπένος με εύσχημο τρόπο τον οδήγησε στην οδό Τροίας. «Εκεί συνηντήσαμεν άλλα τρία πρόσωπα, εξ ων ο μεν εις ήτο ο λοχίας […], ο άλλος μου εφάνη από το ανάστημά του και το όλον του ότι ήτο ο Σκιαδαρέσης, το δε τρίτον πρόσωπον δεν το εγνώρισα, υποψιάζομαι όμως […] ότι ήτο ο Σουρέας» είπε ο Μαστραντώνης και συνέχισε: «Μόλις τους συνηντήσημεν, ο Μπένος επλησίασεν τον Σουρέαν, εγώ δε εισήλθον εις την οδόν Τροίας και επειδή εις ένα αδιέξοδον στενάκι ήτο σκότος, ούρησα και […] έκαμα εμετόν. Ενώ δε έβγαινον έξω από το στενόν, ήκουσα κρότον αμάξης στρεφομένης να φύγη προς την οδόν Πατησίων και ταυτοχρόνως ήκουσα ριφθέντας 4-5 πυροβολισμούς, τους οποίους αντελήφθην ότι τους έρριψεν ο λοχίας και ο Μπένος εναντίον του ανθρώπου, όστις αμέσως έπεσεν χάμω. Μετά τους πυροβολισμούς όλοι διεσκορπίσθησαν, εγώ δ’ ετράπην προς τα άνω, τρέχων. […] Όταν δ’ έφτασα εις την οδόν Κυψέλης, έπεσα χάμω. […] Αφού με συνέλαβον εις ένα χανδάκι, όπου έπεσα, λόγω του σκότους και της μέθης μου, με οδήγησαν εις την Διεύθυνσιν της Αστυνομίας […]».

Εκεί, ο αστυνομικός διευθυντής Γάσπαρης επέδειξε τον Μαστραντώνη ένα πιστόλι και ένα μαχαίρι, λέγοντας πως βρέθηκαν πάνω του. Όταν Μαστραντώνης αρνήθηκε κάθε σχέση με το γεγονός, λέγοντας πως το περίστροφο άφησαν δίπλα του οι πραγματικοί δράστες για να τον ενοχοποιήσουν, ο Γάσπαρης τον καθησύχασε ότι «αύριον θα είσαι έξω, ο φονεύς δεν απεκαλύφθη». Το ίδιο βράδυ, τον Μαστραντώνη επισκέφθηκε στο κρατητήριο ένας γιατρός που βεβαίωσε πως «αυτός είναι ελεεινός στο μεθύσι και δεν είνε εις θέσιν να κάμη φόνον» και την επομένη ο Τζίβας, που κατά τον Μαστραντώνη είχε ειδοποιηθεί από τον ίδιο τον Γάσπαρη. Ο Τζίβας είπε στον συλληφθέντα να αναλάβει την ευθύνη του φόνου, τον διαβεβαίωσε πως ο ίδιος και η «οργάνωση» θα φροντίσουν να «πέσει στα μαλακά» και του υποσχέθηκε χρηματικό ποσό 100.000 δρχ. Τέλος, ο Μαστραντώνης σημείωσε πως κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του, τον επισκέφθηκαν αρκετές φορές ο Τζίβας και άλλα μέλη του Συλλόγου προσφέροντάς του κάποια μικροποσά.

Άποψη της Αθήνας (πλατεία Συντάγματος), στις αρχές της δεκαετίας του 1920.

Άποψη της Αθήνας (πλατεία Συντάγματος), στις αρχές της δεκαετίας του 1920.

Με τα νέα στοιχεία που είχαν προκύψει, ο Βλαστός κάλεσε για εξέταση τον Φωτιάδη κατά μόνας και κατ’ αντιπαράσταση με τον Μαστραντώνη, χωρίς πάντως να προκύψουν στοιχεία ενοχής σε βάρος του πρώτου. Έτσι, ο Φωτιάδης αφέθηκε ελεύθερος, όμως λίγες μέρες μετά προφυλακίστηκε εκ νέου με ένταλμα του προέδρου της ανακριτικής επιτροπής που ερευνούσε την εν γένει δράση των Πολιτικών Συλλόγων για να αποφυλακιστεί οριστικά λίγο καιρό αργότερα, με το διάταγμα περί αμνηστίας που εξέδωσε η επαναστατική κυβέρνηση Πλαστήρα. Παράλληλα, ο ανακριτής εξέδωσε ένταλμα σύλληψης και εναντίον του λοχία που είχε κατονομάσει ο Μαστραντώνης ως έναν από τους φυσικούς αυτουργούς του εγκλήματος. Τον Μάρτιο του 1923, ο λοχίας εντοπίστηκε στην Μεσσηνία και μεταφέρθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση. Σύντομα, ο λοχίας όπως και τα άλλα πρόσωπα που είχε κατονομάσει ο Μαστραντώνης και είχαν προφυλακιστεί, υπέβαλαν αίτηση να περιληφθούν στα ευεργετικά μέτρα της αμνηστίας, κάτι που πιθανότατα πέτυχαν (ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Ματραντώνης), παρά το γεγονός ότι όπως γράφτηκε στις εφημερίδες της 18ης Απριλίου 1923 «η στρατιωτική Δικαιοσύνη ζήτησε και ανέλαβε από τα πολιτικά δικαστήρια την υπόθεση Καβαφάκη, συνεχίζουσα τας ανακρίσεις».

Έτσι, η «υπόθεση Καβαφάκη» μπήκε οριστικά στο αρχείο, χωρίς ποτέ να διαλευκανθούν τα σκοτεινά της σημεία. Και ως σήμερα παραμένει ουσιαστικά άγνωστο ποιοι πραγματικά δολοφόνησαν τον δημοσιογράφο και ποιοι ήταν οι ηθικοί αυτουργοί του εγκλήματος.

Ο «Ελεύθερος Τύπος»

Μετά τη δολοφονία του Καβαφάκη, τη διεύθυνση του «Ελεύθερου Τύπου» ανέλαβε ο αδελφός του Διομήδης, ως το 1925, όταν ο διαδέχτηκε ο γιος του Ανδρέα Καβαφάκη, Χρήστος. Τον Μάιο του 1927, η έκδοση της εφημερίδας διακόπηκε, λόγω διαφωνίας του Χρήστου Καβαφάκη με τους άλλους συνιδιοκτήτες της. Τον Οκτώβριο του 1963 επανεκδόθηκε, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, με αποτέλεσμα να αναστείλει την κυκλοφορία της τον Ιανουάριο του επόμενου έτους. Το 1983, ο εκδότης Άρης Βουδούρης αγόρασε τον τίτλο και εξέδωσε εκ νέου την εφημερίδα, η οποία κυκλοφορεί ως σήμερα με άλλους ιδιοκτήτες.

Ο «Ελεύθερος Τύπος» επανεκδόθηκε τον Απρίλιο 1983 από τον επιχειρηματία Άρη Βουδούρη.

Ο «Ελεύθερος Τύπος» επανεκδόθηκε τον Απρίλιο 1983 από τον επιχειρηματία Άρη Βουδούρη.

Δολοφονίες δημοσιογράφων στην Ελλάδα

Η δολοφονία του Καβαφάκη «εγκαινίασε» ένας εντελώς «διακριτό» κεφάλαιο στην ιστορία των πολιτικών εγκλημάτων στην Ελλάδα: αυτό της δολοφονίας από πολιτικά κίνητρα εκπροσώπων του Τύπου (δημοσιογράφων, εκδοτών κ.λπ.). Είχε προηγηθεί ο θάνατος του βρετανού δημοσιογράφου Τσαρλς Ογλ (Charles Ogl), απεσταλμένου της εφημερίδας «Times» του Λονδίνου, ο οποίος είχε έρθει στην Ελλάδα προκειμένου να καταγράψει τα γεγονότα της επανάστασης του 1878 στην (οθωμανική, τότε) Θεσσαλία. Ο Ογλ σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια μάχης στην περιοχή της Μακρινίτσας Πηλίου (αρχές Φεβρουαρίου), αν και σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες δολοφονήθηκε με ιδιαίτερα βίαιο τρόπο από Τούρκους στρατιώτες αμέσως μετά τη λήξη της.

Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη δολοφονία της κατηγορίας αυτής διαπράχθηκε στις 13 Αυγούστου 1946. Θύμα της ήταν ο δημοσιογράφος του «Ριζοσπάστη» Κώστας Βιδάλης, 42 ετών, που βρισκόταν επίσης στη Θεσσαλία για τις ανάγκες ενός ρεπορτάζ σχετικά με τη δράση στην περιοχή της ένοπλης παρακρατικής ομάδας των αδελφών Γιώργου και Χρήστου Σούρλα, γνωστής και ως οι «Σούρληδες». Ο Βιδάλης απήχθη από μέλη της συμμορίας, βασανίστηκε και τελικά εκτελέστηκε στο νεκροταφείο του χωριού Μελία, της περιοχής Πλατύκαμπου Λάρισας. Για τη δολοφονία του Κ. Βιδάλη, διαβάστε επίσης: Λάζαρου Αρσενίου, Η δολοφονία του Κώστα Βιδάλη (εκδόσεις Αφών Τολίδη, 1982).

Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1948, κι ενώ ο Εμφύλιος Πόλεμος βρισκόταν σε πλήρη ένταση, δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη ο αμερικανός δημοσιογράφος του δικτύου CBS Τζορτζ Πολκ. Για την υπόθεση, διαβάστε επίσης στο «Έγκλημα και Τιμωρία»: Πάνου Ζέρβα, Υπόθεση Πολκ και Γιάννη Ράγκου, Ποιος δολοφόνησε τον Τζορτζ Πολκ;

Από αριστερά οι Τζ. Αθανασιάδης, Π. Μπακογιάννης, Τζ. Πολκ και Κ. Βιδάλης (από το pressingnewsgr.blogspot.gr).

Από αριστερά οι Τζ. Αθανασιάδης, Π. Μπακογιάννης, Τζ. Πολκ και Κ. Βιδάλης (από το pressingnewsgr.blogspot.gr).

Τέσσερις δεκαετίες μετά, στις 19 Μαρτίου 1983, δολοφονήθηκε στο γραφείο του στην οδό Πειραιώς, ο εκδότης της εφημερίδας «Η Βραδυνή» Τζώρτζης Αθανασιάδης. Την ευθύνη για την «ενέργεια» αυτή ανέλαβε η οργάνωση «Αντιστρατιωτική Πάλη», η οποία όμως λίγο αργότερα, με προκήρυξη που δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες «Αυγή» και «Ελευθεροτυπία», αρνήθηκε κάθε συμμετοχή της. Έως και σήμερα, τα κίνητρα της δολοφονίας παραμένουν αδιευκρίνιστα. Η δεκαετία του 1980 αποδείχθηκε η πλέον «πυκνή» σε παρόμοια γεγονότα, αφού στις 21 Φεβρουαρίου 1985 δολοφονήθηκε μαζί με τον οδηγό του Γ. Ρουσέτη στο Κολωνάκι (στη συμβολή των οδών Βουκουρεστίου και Τσακάλωφ), ο εκδότης της εφημερίδας «Απογευματινή» Νίκος Μομφεράτος, από μέλη της οργάνωσης «17 Νοέμβρη», ενώ στις 26 Σεπτεμβρίου 1989 ο δημοσιογράφος και βουλευτής της ΝΔ Παύλος Μπακογιάννης, στην είσοδο του γραφείου του επί της οδού Ομήρου 35 στην Αθήνα, επίσης από μέλη της «17 Νοέμβρη».

Τέλος, στις 19 Ιουλίου 2010 έξω από το σπίτι του στην Ηλιούπολη Αθήνας, πυροβολήθηκε ο δημοσιογράφος και διαχειριστής του blog Troktiko Σωκράτης Γκιόλιας. Την ευθύνη για τη δολοφονία ανέλαβε η οργάνωση «Σέχτα Επαναστατών».

ΠΗΓΕΣ
– Αρχείο εφημερίδας «Ελεύθερος Τύπος».
– Αρχείο εφημερίδων «Πατρίς», «Εμπρός», «Σκριπ», «Εστία» και «Καθημερινή».
– «Δημοσιογράφοι που έγιναν μάρτυρες της Δημοκρατίας: ο παρακράτος δολοφονεί τον Α. Καβαφάκη», εφημ. «Ελευθεροτυπία», 2 Φεβρουαρίου 1977.
– Τίτου Αθανασιάδη: «Πολιτικές δολοφονίες στην Ελλάδα – Η δολοφονία του Ι. Δραγούμη και του Ανδρέα Καβαφάκη», εφημ. «Η Βραδυνή», 11 Απριλίου 1983.
– Σπύρου Μαρκέτου: «Η εκτέλεση των Έξι και η στάση του Βενιζέλου», περ. «Ιστορικά» (Ελευθεροτυπίας), τευχ. 6, 25 Νοεμβρίου 1999.
– Κώστα Μάγερ: «Ιστορία του ελληνικού Τύπου», τ. Β’ «Αθηναϊκαί εφημερίδες 1901-1959», Αθήνα 1959.
– Συλλογικό: «Ιστορία του ελληνικού έθνους», τόμος ΙΕ’, «Εκδοτική Αθηνών», Αθήνα 1978.
– Κάρολου Ε. Μωραΐτη: «Ανδρέας Καβαφάκης – Η ζωή και η δολοφονία ενός μάρτυρα της μαχόμενης δημοσιογραφίας», εκδόσεις «Νέα Σύνορα» – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1993.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη», τχ. 506 (Αύγουστος 2010)

crime_and_punishment22

Υπόθεση Καβαφάκη: Μια ανεξιχνίαστη πολιτική δολοφονία – ΙΙ

•04/10/2014 • 3 σχόλια

Προηγούμενο

του Γιάννη Ράγκου

Το «Δημοκρατικό Μανιφέστο» και ο Λ. Τζωρτζ

Μετά την νίκη του φιλοβασιλικού «Λαϊκού Κόμματος» στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, και με τη μικρασιατική εκστρατεία σε πλήρη εξέλιξη, τα πράγματα άρχισαν να μεταβάλλονται. Σταδιακά και ιδιαίτερα μετά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού στον Σαγγάριο (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1921) και τη γενικευμένη κρίση που εκδηλώθηκε στο εσωτερικό της χώρας, πίσω από το επίσημο κράτος γιγαντώθηκε ένας παρακρατικός μηχανισμός με την ίδρυση φιλοβασιλικών «Πολιτικών Συλλόγων» και τη δράση παλιών επίστρατων που αποσκοπούσαν στην τρομοκράτηση των βενιζελικών οπαδών.

 Οι στρατιωτικές εξελίξεις στη Μικρά Ασία, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εσωτερική πολιτική σκηνή, κατά τους πρώτους μήνες του 1922.


Οι στρατιωτικές εξελίξεις στη Μικρά Ασία, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εσωτερική πολιτική σκηνή, κατά τους πρώτους μήνες του 1922.

Στις 17 Αυγούστου 1921, ο Καβαφάκης και ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Γ. Μελάς δέχτηκαν δολοφονική επίθεση στην πλατεία Κλαυθμώνος από κάποιον Δημ. Σουρέα, ο οποίος μετά τη σύλληψή του δικαιολόγησε την πράξη του, λέγοντας ότι «καθ΄ ον χρόνον η Πατρίς ημών διεξάγη υπέρτατον αγώνα εν τη Ανατολή, δεν ανέχομαι την τοιαύτην προδοτικήν στάσιν των καθαρμάτων, […] διαδίδοντα σκοπίμως ψευδείς φήμας, επιβλαβείς εις τον διεξαγόμενον αγώνα». Στις 9 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, πραγματοποιήθηκε (ανεπιτυχής) απόπειρα κατά της ζωής του ναυάρχου Κουντουριώτη, που και αυτή αποδόθηκε από την αντιπολίτευση σε ακραίους «φιλοβασιλικούς» κύκλους, καθώς οι ένοχοι παρέμειναν ασύλληπτοι.

Εντούτοις, σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές, στην τελική «προγραφή» του Καβαφάκη καθοριστικό ρόλο έπαιξαν δύο γεγονότα κατά τη διάρκεια του Φεβρουαρίου του 1922. Στις 12 εκείνου του μήνα κι ενώ το χάσμα ανάμεσα στη βενιζελική και αντιβενιζελική παράταξη είχε οριστικοποιηθεί, οι εφημερίδες «Ελεύθερος Τύπος» και «Πατρίς» δημοσίευσαν το τολμηρό για την εποχή «Δημοκρατικό Μανιφέστο», το οποίο υπέγραφαν ο Αλ. Παπαναστασίου και έξι συνεργάτες του. Επρόκειτο για την επίσημη διακήρυξη αρχών της αριστερής πτέρυγας του κόμματος των Φιλελευθέρων («Δημοκρατικοί Φιλελεύθεροι»), που από το Μάρτιο του 1921 είχαν θέσει τις βάσεις για τη δημιουργία του κόμματος της «Δημοκρατικής Ένωσης» και με την οποία, εκτός των άλλων, ζητούσαν αναδιαμόρφωση του δυναστικού καθεστώτος προκειμένου να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των συμμάχων. Παρά το γεγονός ότι το κείμενο είχε λογοκριθεί, οι επτά υπογράφοντες συνελήφθησαν και προφυλακίστηκαν με την κατηγορία της «εξυβρίσεως του Βασιλέως». Η δίκη για την υπόθεση πραγματοποιήθηκε από τις 20-22 Ιουνίου 1922 στη Λαμία και οι συντάκτες του κειμένου καταδικάστηκαν σε φυλάκιση τριών ετών, ενώ οι υπεύθυνοι των δύο εφημερίδων που το δημοσίευσαν απαλλάχτηκαν από τις κατηγορίες.

Η δημοσίευση του «Δημοκρατικού Μανιφέστου» δημιούργησε πληθώρα αντιδράσεων και έθεσε τον Ανδ. Καβαφάκη στο στόχαστρο των παρακρατικών οργανώσεων. Στη φωτογραφία, οι κατηγορούμενοι της «δίκης της Λαμίας». Δεύτερος από αριστερά στην πρώτη σειρά, εικονίζεται ο Αλ. Παπαναστασίου (πηγή: «Ιστορία του ελληνικού έθνους» - τόμος ΙΕ’).

Η δημοσίευση του «Δημοκρατικού Μανιφέστου» δημιούργησε πληθώρα αντιδράσεων και έθεσε τον Ανδ. Καβαφάκη στο στόχαστρο των παρακρατικών οργανώσεων. Στη φωτογραφία, οι κατηγορούμενοι της «δίκης της Λαμίας». Δεύτερος από αριστερά στην πρώτη σειρά, εικονίζεται ο Αλ. Παπαναστασίου (πηγή: «Ιστορία του ελληνικού έθνους» – τόμος ΙΕ’).

Λίγες μέρες μετά, ο «Ελεύθερος Τύπος» δημοσίευσε εκτενές ρεπορτάζ από συνάντηση που είχαν εκείνες τις μέρες ο Βρετανός πρωθυπουργός Λόυντ Τζωρτζ (David Lloyd George) με τον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Μελέτιο, στο Λονδίνο. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, κατά τη συνάντηση αυτή, ο Λ. Τζωρτζ είχε δηλώσει στον Πατριάρχη πως «ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος εξεμηδένισεν όλας τας συμπαθείας τας οποίας είχεν η Ελλάς. Η γενική κατάστασις είναι τώρα τοιαύτη, ώστε εμποδίζει τους φίλους της Ελλάδος να φανούν χρήσιμοι εις την χώραν σας. […] Ύστερα από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων η πτώσις του Βασιλέως και η επάνοδος του Κωνσταντίνου εις τον θρόνον, είναι το καταστρεπτικότερον γεγονός δια τον Ελληνισμόν. Εν όσω ευρίσκεται ο Κωνσταντίνος εις την Ελλάδα, είναι αδύνατον, εντελώς αδύνατον, να μείνετε εις την Μικρασίαν».

Η δημοσίευση των δηλώσεων του Βρετανού πρωθυπουργού, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και διαμαρτυριών από την πλευρά των «Πολιτικών Συλλόγων». Τα μέλη τους συνήλθαν εκτάκτως και αποφάσισαν πως έπρεπε να βάλουν τέρμα στη δράση του Καβαφάκη. Το σχέδιο δολοφονίας του εξυφάνθηκε εκείνες τις μέρες και εκτελέστηκε το βράδυ της 21ης Φεβρουαρίου.

Ο Λόυντ Τζορτζ (φωτό) διατέλεσε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας από τον Δεκέμβριο του 1916 ως τον Οκτώβριο του 1922.  Οι δηλώσεις του, τον Φεβρουάριο του 1922, για την ελληνική πολιτική κατάσταση, προκάλεσαν τη μήνι των κωνσταντινικών κύκλων.

Ο Λόυντ Τζορτζ (φωτό) διατέλεσε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας από τον Δεκέμβριο του 1916 ως τον Οκτώβριο του 1922. Οι δηλώσεις του, τον Φεβρουάριο του 1922, για την ελληνική πολιτική κατάσταση, προκάλεσαν τη μήνι των κωνσταντινικών κύκλων.

Ο Αντώνης Μαστραντώνης

Όπως προαναφέρθηκε, το βράδυ της δολοφονίας οι αξιωματικοί Ζέπος και Λειβαδάς κατάφεραν να συλλάβουν τον έναν από τους τρεις δράστες της δολοφονίας και να τον προσαγάγουν ενώπιον των αστυνομικών αρχών. Από τις πρώτες πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν διαπιστώθηκε πως ο συλληφθείς ονομαζόταν Αντώνης Μαστραντώνης, ήταν περίπου 30 ετών, διέμενε στην οδό Φυλής 29, διατηρούσε οπωροπωλείο και ήταν μέλος του 10ου τμήματος του «Λαϊκού Πολιτικού Συλλόγου». Πάνω του είχε βρεθεί ένα μαχαίρι και δίπλα του ένα περίστροφο από το οποίο έλειπαν τέσσερις σφαίρες. Ο ανακριτής Φιλιππίδης, που ανέλαβε την υπόθεση, ανέθεσε σε δύο αξιωματικούς να εξακριβώσουν αν οι σφαίρες που βρέθηκαν στο σώμα του Καβαφάκη προέρχονταν από το όπλο αυτό. Παράλληλα, ο ανακριτής κάλεσε για εξέταση τον αμαξηλάτη που είχε μεταφέρει τον Καβαφάκη στο σπίτι του, τον ποιητή και δημοσιογράφο Κλ. Παράσχο και τον Ν. Θεοδωρόπουλο οι οποίοι ήταν αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας και τον διαχειριστή του «Ελεύθερου Τύπου». Από τις καταθέσεις τους προέκυψε πως ο Καβαφάκης δεν είχε προσωπικές διαφορές ή ύποπτες δοσοληψίες, επομένως η δολοφονία είχε πιθανότατα πολιτικά κίνητρα, και πως λίγα λεπτά μετά τη ρίψη των πυροβολισμών δύο άτομα -εκ των οποίων το ένα κρατούσε περίστροφο- θεάθηκαν να τρέχουν προς το πάνω μέρος της οδού Τροίας, που οδηγούσε στους αγρούς.

Από την πλευρά του, ο Μαστραντώνης αρνήθηκε αρχικά κάθε σχέση με την υπόθεση, υποστηρίζοντας πως περνούσε από την οδό Τροίας κατευθυνόμενος προς το σπίτι του, ενώ για το περίστροφο που βρέθηκε δίπλα του πως το είχε μαζί του για λόγους ασφαλείας και ότι οι σφαίρες που έλειπαν είχαν ριφθεί παλιότερα. Ωστόσο, το απόγευμα τις 25ης Φεβρουαρίου και μετά από συνεχείς ανακρίσεις ομολόγησε πως αυτός ήταν ο δράστης της δολοφονίας, εντούτοις αρνήθηκε την ανάμειξη σ’ αυτήν άλλων προσώπων.

Ο Ανδ. Καβαφάκης υπήρξε σταθερός υποστηρικτής της πολιτικής του Ελευθέριου Βενιζέλου (φωτό), ως την τελευταία μέρα της ζωής του.

Ο Ανδ. Καβαφάκης υπήρξε σταθερός υποστηρικτής της πολιτικής του Ελευθέριου Βενιζέλου (φωτό), ως την τελευταία μέρα της ζωής του.

«Το βράδυ του εγκλήματος, είχα πάει από ενωρίς σε διάφορα ουζοπωλεία και ζυθοπωλεία και είχα πιει αρκετά, μέχρι σημείου μέθης. Στη συνέχεια κατευθύνθηκα προς την οδόν Τροίας, πηγαίνοντας σε κάποια θεία μου […]. Τότε συνάντησα τον Καβαφάκη, που κατέβαινε από μια άμαξα. Αμέσως τον ανεγνώρισα. Θυμήθηκα ότι η αρθρογραφία του ήταν επιζήμια για το σημερινό καθεστώς και βγάζοντας χωρίς δισταγμό το περίστροφό μου, τον πυροβόλησα» είπε στον ανακριτή και στους δικηγόρους του Δουκάκη και Μαντζουράνη. Δύο μέρες μετά, σε επιστολή που έστειλε στις εφημερίδες, επανέλαβε πως προέβη στην πράξη του λόγω της αντεθνικής στάσης του θύματος και του γεγονότος πως επιδίωκε μόνο την εξουσία των Φιλελευθέρων και συμπλήρωνε: «Μόλις πλησίασα τον Καβαφάκη του είπα: ‘Κύριε, κατά την αντίληψίν μου, είσθε δολοφόνος της πατρίδος και εγώ θα γίνω φονιάς για σας’. Και τον πυροβόλησα με όλο το μεθύσι που είχα».

H ομολογία του Μαστραντώνη παρουσίαζε σημαντικά κενά και αντιφάσεις σε σχέση με τα επιβεβαιωμένα γεγονότα: οι αυτόπτες μάρτυρες είχαν καταθέσει πως στον τόπο της δολοφονίας είχαν δει τουλάχιστον δύο άτομα, ενώ οι πραγματογνώμονες αξιωματικοί, στην έκθεσή τους, βεβαίωναν πως οι σφαίρες που βρέθηκαν στο σώμα του Καβαφάκη ανήκαν σε ομοειδή αλλά πάντως διαφορετικά όπλα.

Η δολοφονία του Ανδ. Καβαφάκη αποτέλεσε μία από τις μελανότερες σελίδες του δημόσιου βίου, κατά τη διάρκεια της τελευταίας πρωθυπουργικής θητείας του Δ. Γούναρη (φωτό).

Η δολοφονία του Ανδ. Καβαφάκη αποτέλεσε μία από τις μελανότερες σελίδες του δημόσιου βίου, κατά τη διάρκεια της τελευταίας πρωθυπουργικής θητείας του Δ. Γούναρη (φωτό).

Μετά την εξέλιξη αυτή, οι συνήγοροι του Μαστραντώνη υπέβαλαν προς τον ανακριτή αίτηση για ψυχιατρική εξέταση του πελάτη τους, αλλά η επιστημονική επιτροπή που καταρτίστηκε για το θέμα αποφάνθηκε πως «ούτος έχει σώας τας φρένας». Έτσι, και παρά τα ασαφή σημεία της υπόθεσης, τον Ιούλιο του ίδιου έτους οι ανακρίσεις τερματίστηκαν και ο φάκελος εστάλη στον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με το συμπέρασμα πως ο Μαστραντώνης ήταν ο δράστης του εγκλήματος, το οποίο τέλεσε μόνος του.

Οι επόμενοι μήνες μετά τη δολοφονία του Καβαφάκη χαρακτηρίστηκαν από δραματικές εξελίξεις που κορυφώθηκαν με την τραγωδία της μικρασιατικής καταστροφής (στα τέλη Αυγούστου) και την έκρηξη Επανάστασης υπό τους συνταγματάρχες Νικ. Πλαστήρα και Στ. Γονατά και τον αντιπλοίαρχο Δ. Φωκά (τον Σεπτέμβριο). Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αναγκάστηκε σε παραίτηση (τον αντικατέστησε ο Γεώργιος Β’) και η Επανάσταση σχημάτισε κυβέρνηση με τον Σ. Κροκιδά. Στην χαώδη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, οι κωνσταντινικοί επιχείρησαν να «κλείσουν» οριστικά την «υπόθεση Καβαφάκη». Έτσι, άνθρωποι του καταρρέοντος καθεστώτος (σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ανάμεσά τους και ο ιδιαίτερος γραμματέας του Γούναρη), οδήγησαν τον Μαστραντώνη στο νοσοκομείο «Αιγινήτειο» με το πρόσχημα ότι ήταν δήθεν παράφρων, αποσκοπώντας στη φυγάδευσή του στο εξωτερικό μόλις ηρεμούσε κάπως η κατάσταση. Τελικά, το σχέδιο ματαιώθηκε επειδή οι εμπνευστές του φοβήθηκαν πως θα διέρρεε και θα ξεσπούσε σκάνδαλο.

Συνεχίζεται

crime_and_punishment22

Υπόθεση Καβαφάκη: Μια ανεξιχνίαστη πολιτική δολοφονία – Ι

•27/09/2014 • 3 σχόλια

του Γιάννη Ράγκου

Τα χρόνια που ακολούθησαν τον Εθνικό Διχασμό (1914-1917) σημαδεύτηκαν από τα οξυμένα πολιτικά πάθη ανάμεσα στα στρατόπεδα των βενιζελικών και των βασιλικών και τη διόγκωση των παρακρατικών μηχανισμών οι οποίοι διαδραμάτισαν καίριο ρόλο στις εξελίξεις της εποχής. Ανάμεσα στα οδυνηρότερα γεγονότα της περιόδου αυτής, ήταν και η δολοφονία -τον Φεβρουάριο του 1922- του δημοσιογράφου και εκδότη Ανδρέα Καβαφάκη, υπόθεση που παραμένει ανεξιχνίαστη ως σήμερα…

«Το καθήκον εκείνων οίτινες εχειρήσθησαν τας τύχας της Ελλάδος με τα γνωστά αποτελέσματα, είνε να τας αποθέσωσι και πάλιν εις χείρας αυτού του κυρίαρχου λαού. Μόνον αυτός έχει το δικαίωμα να προβή εις τας υπερτάτας αποφάσεις οίτινες ενδείκνυνται. Μόνον αυτός έχει το δικαίωμα να προβή εις τας αποφασιστικάς λύσεις οίτινες επιβάλλονται. Ουδέποτε ήτο τόσον επιτακτική, τόσον επείγουσα η προσφυγή εις την λαϊκήν γνωμοδότησιν, ουδέποτε! Και η υψίστη υπηρεσία, ην δύναται να προσφέρη κατά την στιγμήν ταύτην ο κ. πρωθυπουργός, είνε να κατευθυνθή ομαλώς και ταχέως προς αυτήν, παραχωρών την θέσιν του εις κυβερνήτας ξένους προς κομματικά πάθη, απολαύοντες και της εμπιστοσύνης των Δυνάμεων και της εμπιστοσύνης του λαού και δυναμένους να συμβολίσωσι και την ανασυγκρότησιν της εκ τόσων μωριών ριγείσης εθνικής ενότητος και την αμερόληπτον σφυγμοκόπησιν της λαϊκής βουλήσεως».

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 1922. Λίγο πριν από τις 9 το βράδυ. Ο 52χρονος ιδρυτής και διευθυντής της φιλοβενιζελικής εφημερίδας «Ελεύθερος Τύπος» Ανδρέας Καβαφάκης ολοκληρώνει με τις παραπάνω φράσεις το κύριο άρθρο του και το παραδίδει στο τυπογραφείο για στοιχειοθεσία. Είναι ακόμα μια «συνηθισμένη» μέρα, αν και η χώρα βρίσκεται σε πολιτική καμπή λόγω των εξελίξεων στο μικρασιατικό μέτωπο και την οικονομική δυσπραγία που συνδέεται με αυτήν. Ο Καβαφάκης συνεννοείται με τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας Γ. Βραχηνό και τους συντάκτες της εφημερίδας σχετικά με τις τελευταίες λεπτομέρειες για το «κλείσιμο» της ύλης και μερικά λεπτά μετά αναχωρεί από τα γραφεία της εφημερίδας, στην οδό Εδουάρδου Λω 1. Στην οδό Σταδίου επιβιβάζεται σε μια άμαξα και μ’ αυτή σαράντα λεπτά αργότερα φτάνει έξω από το διώροφο σπίτι του, που βρίσκεται στην οδό Τροίας 3, στην Κυψέλη. Πληρώνει τον αμαξά και αποβιβάζεται προς την εξώπορτα. Βάζει τα κλειδιά στην κλειδαρότρυπα, αλλά κάτι τον εμποδίζει να ξεκλειδώσει. Για μερικά λεπτά καθυστερεί, στην προσπάθειά του να καταλάβει τι συμβαίνει. Από ένα μικρό, αδιέξοδο και σκοτεινό στενό πετάγονται τρεις άντρες, εκ των οποίων οι δύο φορούν στρατιωτική περιβολή και ο τρίτος πολιτική. Με γρήγορο βηματισμό, πλησιάζουν τον ανυποψίαστο Καβαφάκη, ο οποίος αιφνιδιάζεται και προτού προλάβει να αντιδράσει δέχεται από μικρή απόσταση έξι πυροβολισμούς. Αργότερα θα γίνει γνωστό πως οι δράστες είχαν τοποθετήσει στην κλειδαριά χαρτί και σπιρτόξυλα, προκειμένου να καθυστερήσουν την είσοδο του Καβαφάκη στο σπίτι του.

 Ο Ανδρέας Καβαφάκης, σε πίνακα του Γ. Ροϊλού (Λέσχη Φιλελευθέρων).


Ο Ανδρέας Καβαφάκης, σε πίνακα του Γ. Ροϊλού (Λέσχη Φιλελευθέρων).

Αμέσως, οι τρεις άντρες απομακρύνονται τρέχοντας. Δύο τυχαίως διερχόμενοι από την περιοχή αξιωματικοί, ο ενωματάρχης Ζέπος και ο λοχαγός Λειβαδάς, που έχουν ακούσει τους πυροβολισμούς σπεύδουν να τους ακολουθήσουν. Οι δύο από τους δράστες που φορούν στρατιωτική στολή προλαβαίνουν να εξαφανιστούν, ο τρίτος ωστόσο σκοντάφτει και πέφτει στο έδαφος κι έτσι οι δύο αξιωματικοί προλαβαίνουν να τον συλλάβουν.

Στο μεταξύ, ο Καβαφάκης κείτεται αιμόφυρτος στο πεζοδρόμιο, μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του. Κάποιοι γείτονες, που έχουν αντιληφθεί τι συμβαίνει και έχουν πλησιάσει στο σημείο, τον μεταφέρουν ημιθανή στο εσωτερικό, μπροστά στην αποσβολωμένη γυναίκα και τους γιους του θύματος. Η αδελφή της γυναίκας του Καβαφάκη, επιβιβάζεται αμέσως σε άμαξα για να αναγγείλει το γεγονός στους συντάκτες της εφημερίδας, ενώ παράλληλα στο σπίτι καταφθάνει ο χειρουργός και προσωπικός φίλος του Καβαφάκη, Π. Κορύλλος, ο οποίος ωστόσο δεν μπορεί να κάνει πολλά. Ο Καβαφάκης αφήνει την τελευταία του πνοή περίπου δέκα λεπτά μετά…

Οι αντιδράσεις και η κηδεία…

Η είδηση της δολοφονίας κυκλοφόρησε ταχύτατα στη -μικρή, τότε- Αθήνα, συγκλονίζοντας την κοινή γνώμη. Πολλοί κατευθύνθηκαν προς τα γραφεία της εφημερίδας και την οικία του Καβαφάκη για να πληροφορηθούν τις λεπτομέρειες του εγκλήματος. Ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης, που είχε μόλις επιστρέψει από πολύμηνο ταξίδι σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την εξεύρεση λύσης στο ζήτημα της Εγγύς Ανατολής και εκείνη την ώρα ενημέρωνε το υπουργικό συμβούλιο, διέκοψε τη συνεδρίαση και κάλεσε τους διευθυντές των εφημερίδων κάνοντας την παρακάτω δήλωση: «Όπως ήτο φυσικόν, η είδησις του εγκλήματος, το οποίον έσχεν ως θύμα τον διευθυντή του ‘Ελεύθερου Τύπου’, με κατελύπησε και με καταγανάκτησεν. Η οργή μου είνε απερίγραπτος δια το διαπραχθέν έγκλημα. Η Δικαιοσύνη θα επιληφθή δραστηρίως του έργου αυτής και θα καταδιώξη αμειλίκτως και θα τιμωρήση παραδειγματικώτατα τους ανακαλυφθησομένους δράστας του εγκλήματος, οιοιδήποτε και αν είνε».

Η είδηση της δολοφονίας του Ανδ. Καβαφάκη, στην πρώτη σελίδα του «Ελεύθερου Τύπου» στις 22 Φεβρουαρίου 1922.

Η είδηση της δολοφονίας του Ανδ. Καβαφάκη, στην πρώτη σελίδα του «Ελεύθερου Τύπου» στις 22 Φεβρουαρίου 1922.

Εξάλλου, όλες οι εφημερίδες, ανεξάρτητα από την ιδεολογική ή πολιτική τους απόχρωση, καταδίκασαν το έγκλημα και η Ένωση Συντακτών εξέδωσε σχετικό ψήφισμα. Από την πλευρά του, και ο Σύνδεσμος Αθηναϊκού Τύπου (ιδιοκτήτες) με ανακοίνωσή του επισήμανε πως «φυλακίσεις, καταστροφαί περιουσιών, εξορίαι, διωγμοί, φόνοι δημοσιογράφων, αποτελούν την ιστορίαν του Τύπου κατά την περίοδον ταύτην» που έχει «ως αποτέλεσμα να καταστήση αδύνατον την άσκησιν του δημοσιογραφικού καθήκοντος» και γνωστοποίησε την απόφασή του να μην εκδοθούν εφημερίδες στις 24 Φεβρουαρίου «εις ένδειξιν διαμαρτυρίας δια το φρικτόν έγκλημα». Η είδηση απασχόλησε, ακόμα, μεγάλες ευρωπαϊκές εφημερίδες, που τόνιζαν την ύπαρξη και δράση «παραστρατιωτικών οργανώσεων» και την εγκαθίδρυση κλίματος τρομοκρατίας εναντίον των αντιβασιλικών πολιτικών παραγόντων.

Η κηδεία του Καβαφάκη πραγματοποιήθηκε το μεσημέρι της 22ας Φεβρουαρίου. Από το πρωί, η σορός του δημοσιογράφου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο σπίτι του, όπου την οικογένειά του επισκέφθηκαν μεταξύ άλλων για να συλλυπηθούν ο στρατηγός Π. Δαγκλής, ο ναύαρχος Π. Κουντουριώτης και εκπρόσωποι των διπλωματικών αποστολών της Γαλλίας και των ΗΠΑ. Το μεσημέρι, η σορός μεταφέρθηκε στο ναό του Αγίου Γεωργίου Καρύτση (Καρύκη) για τη νεκρώσιμη ακολουθία, που τελέστηκε παρουσία εκπροσώπων του πολιτικού, στρατιωτικού και διπλωματικού κόσμου και πολλών δημοσιογράφων. Μέσα στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και καθώς το έγκλημα είχε αποδοθεί από τις πρώτες ώρες στην κυβερνώσα φιλοβασιλική παράταξη, η κηδεία μετατράπηκε σε αντικυβερνητικό συλλαλητήριο, με μερίδα του συγκεντρωμένου πλήθους να φωνάζει «Κάτω οι δολοφόνοι» και «Θάνατος στους δολοφόνους», ενώ το κλίμα των στιγμών οξύνθηκε περισσότερο όταν ο στρατηγός Δαγκλής, αποχαιρετώντας το νεκρό εκ μέρους του κόμματος των Φιλελευθέρων, τόνισε πως «αι σφαίραι των στυγερών δολοφόνων δεν έπληξαν μόνο το θύμα των, έπληξαν και πάσαν φιλελευθέραν καρδιάν. Το στυγερόν κακούργημα […] και τα άλλα κατά των Φιλελευθέρων εγκλήματα, αποτελεί μίαν επί πλέον αποτροπαίαν εκδήλωσιν τρομοκρατήσεως και δεινόν πλήγμα κατ΄ αυτών των ελευθεριών του Τύπου και του λαού».

Σκίτσο του Ανδ. Καβαφάκη (από τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Πυρσός», τόμος ΙΓ’).

Σκίτσο του Ανδ. Καβαφάκη (από τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Πυρσός», τόμος ΙΓ’).

Μετά την ολοκλήρωση της νεκρώσιμης ακολουθίας, η πομπή ξεκίνησε από τον Άγιο Γεώργιο και αφού πραγματοποίησε μια στάση μπροστά στα γραφεία του «Ελεύθερου Τύπου» (η είσοδος των οποίων είχε καλυφθεί με πένθιμο παραπέτασμα) κατέληξε στο Α’ Νεκροταφείο, ακολουθούμενη από χιλιάδες κόσμου, κάτι που σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες είχε να ζήσει η ελληνική πρωτεύουσα από την εποχή της κηδείας του Χαρ. Τρικούπη. Μόλις τελείωσαν οι νεκρώσιμες ευχές και ο κόσμος άρχισε να διαλύεται, η σορός του Καβαφάκη μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσι του νεκροταφείου, όπου οι ιατροδικαστές Ι. Γεωργιάδης και Γ. Τρουπάκης διεξήγαγαν τη νεκροψία, παρουσία των γιατρών Π. Κορύλλου και Αλ. Καββαδία και του εισαγγελέα Δεσποτόπουλου. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, από τους έξι πυροβολισμούς που ρίφθηκαν, μόνον οι δύο βρήκαν τον στόχο τους και συγκεκριμένα «ευρέθησαν τα εξής τραύματα: 1ον) Τραύμα διαμπερές της κοιλίας, με οπήν εισόδου κατά το αριστερόν ιλιακόν βάθρον, τρώσαν το μεσεντέριον, μεγάλα αγγεία και το ήπαρ και σφηνωθέν εντός των τοιχωμάτων του θώρακος, 2ον) Τραύμα του κρανίου, με οπήν εισόδου κατά τη δεξιάν κροταφικήν χώραν, θρυματίσαν το κρανίον. Το δεύτερο τραύμα του κρανίου δεν οφείλετο εις βλήμα, αλλά προεκλήθη εκ της πτώσεως […]. Αμφότερα τα τραύματα ήσαν θανατηφόρα. Το πρώτον επενεχθέν είνε το του κρανίου, του δευτέρου, της κοιλίας, γενομένου όταν το θύμα ήτο ξαπλωμένον κατά γης […]».

Ποιος ήταν ο Ανδρέας Καβαφάκης

Ο Ανδρέας Καβαφάκης είχε γεννηθεί στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1870. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια με ρίζες από την Κρήτη και είχε άλλα έξι αδέλφια (τρία αγόρια και τρία κορίτσια). Μετά την ολοκλήρωση των εγκύκλιων σπουδών του στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, ήρθε στην Ελλάδα για να παρακολουθήσει μαθήματα στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια πήγε στο Παρίσι, όπου πραγματοποίησε σπουδές στις πολιτικές επιστήμες, ενώ παράλληλα άρχισε να δημοσιογραφεί σε έγκριτα παρισινά φύλλα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1890 επέστρεψε στην Αθήνα και αποπειράθηκε ανεπιτυχώς να εκδώσει την εφημερίδα «Παναθήναιον». Κατόπιν, πήγε στο Κάιρο, όπου δημοσιογράφησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στις εκεί εκδιδόμενες ελληνόφωνες εφημερίδες και γνώρισε τη Ζωή Σταϊκοπούλου, με την οποία παντρεύτηκαν το 1898 και αργότερα απέκτησαν τέσσερα παιδιά (μία κόρη που πέθανε το 1917 από φυματίωση και τρία αγόρια).

Η σύζυγος του Ανδ. Καβαφάκη, Ζωή, με τα τέσσερα παιδιά τους (από αριστερά) Νικόλαο, Χαρίκλεια, Λέανδρο και Χρήστο.

Η σύζυγος του Ανδ. Καβαφάκη, Ζωή, με τα τέσσερα παιδιά τους (από αριστερά) Νικόλαο, Χαρίκλεια, Λέανδρο και Χρήστο.

Αναζητώντας καλύτερη τύχη, λίγα χρόνια μετά, μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη όπου εξέδωσε την εφημερίδα «Αμερόληπτος», της οποίας η μαχητική αρθρογραφία υπέρ των ελληνικών θέσεων και του υπόδουλου τμήματος του ελληνισμού, ξεσήκωσε την μήνι του Νεοτουρκικού «Κομιτάτου της Ενώσεως και της Προόδου» που εκείνη την εποχή βρισκόταν σε πλήρη ακμή. Μάλιστα, σε μυστική συνεδρίαση του, το Νεοτουρκικό Κομιτάτο αποφάσισε τη σύλληψη και την καταδίκη του, αλλά προτού αυτή εκτελεστεί, ο Καβαφάκης έφυγε εσπευσμένως για την Αθήνα, ειδοποιημένος σχετικά από έναν φίλο του, που υπηρετούσε στη πρεσβεία της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη, και με τη βοήθεια του Ίωνα Δραγούμη.

Όταν ο Καβαφάκης έφθασε στην Αθήνα, η ατμόσφαιρα του Εθνικού Διχασμού βρισκόταν σε πλήρη έξαρση και τα πάθη μεταξύ κωνσταντινικών και βενιζελικών είχαν κορυφωθεί. Εμφορούμενος από φιλελεύθερες αντιλήψεις και φανατικός οπαδός της «Αντάντ» τάχθηκε αμέσως στο πλευρό του Ελευθ. Βενιζέλου και πολύ σύντομα προσλήφθηκε ως αρθρογράφος στην εφημερίδα «Χρόνος» και αργότερα στις εφημερίδες «Εσπερινή» και «Πατρίς», ενώ παράλληλα συνεργαζόταν και με περιοδικά, καταγγέλλοντας τις ενέργειες των ανακτόρων.

Ωστόσο, η κύρια φιλοδοξία του ήταν να εκδώσει μια δική του εφημερίδα, κάτι που κατάφερε να υλοποιήσει στις 14 Μαΐου 1916, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Ελεύθερος Τύπος». Λίγους μήνες αργότερα, ο «Ελεύθερος Τύπος» έγινε το επίσημο όργανο στην Αθήνα της κυβέρνησης Εθνικής Αμύνης, που είχε συγκροτηθεί από τους Ελευθ. Βενιζέλο Π. Κουντουριώτη και Π. Δαγκλή στη Θεσσαλονίκη, ενώ ως το 1922 στήριξε σθεναρά την πολιτική του Ελευθέριου Βενιζέλου και των Φιλελευθέρων.

Συνεχίζεται

crime_and_punishment22

Alcatraz

•20/09/2014 • Γράψτε ένα σχόλιο

88854-yiraf00z«Αν παρακούσεις τους κανόνες της κοινωνίας, σε στέλνουν στην φυλακή.
Αν παρακούσεις τους κανόνες της φυλακής, σε στέλνουν εδώ.
Από σήμερα, ο κόσμος σας βρίσκεται εδώ μέσα…  
(από το «Απόδραση από το Αλκατράζ»)

alcatraz-13_lowΣτην εποχή της, ήταν η «φυλακή των φυλακών». Ακόμα και η σκέψη ότι κάποιος μπορεί να αποδράσει από εκεί ήταν αδιανόητη και όταν τρεις κρατούμενοι το κατάφεραν, η ιστορία τους έγινε ταινία. Το όνομά της θυμίζει μέχρι σήμερα την σκληρότερη πλευρά του σωφρονιστικού συστήματος: Αλκατράζ.

Η πρώτη γραπτή αναφορά του νησιού, που βρίσκεται στον Κόλπο του Σαν Φρανσίσκο, έγινε από τον Ισπανό εξερευνητή Juan Manuel de Ayala το 1775, ο οποίος το ονόμασε «νησί των πελεκάνων» (σ.σ: στα ισπανικά «La Isla de los Alcatraces»). Εκείνη την εποχή και τουλάχιστον για έναν αιώνα ακόμα, το νησί καλυπτόταν από έναν μεγάλο αριθμό των εν λόγω πτηνών. Η εγγλέζικη κατοχή και η εγκαθίδρυση της αγγλικής γλώσσας, μετέτρεψε το «Alcatraces» σε Αλκατράζ.

88854g-alcatraz3Στην αρχή της λειτουργίας του, το 1850, υπό τον πρόεδρο Millard Fillmore, το Αλκατράζ προοριζόταν μόνο για στρατιωτική χρήση. Ωστόσο, η ανακάλυψη του χρυσού στη Σιέρα Νεβάδα έφερε πλούτο και ανάπτυξη στο Σαν Φρανσίσκο, το οποίο απαίτησε προστασία, καθώς είχε πλημμυρίσει από κυνηγούς χρυσού. Ως απάντηση, ο στρατός των ΗΠΑ κατασκεύασε ένα φρούριο πάνω στο νησί. Το 1859, εγκατατέστησαν πάνω από 100 κανόνια, καθιστώντας πλέον το -πλήρως εξοπλισμένο- Αλκατράζ το πιο οπλισμένο μέρος σε όλη την δυτική ακτή της Αμερικής.

Χωρίς να συμμετάσχει ποτέ σε μάχη, το φρούριο Αλκατράζ γρήγορα εξελίχθηκε από ένα νησί άμυνας σε ένα νησί κράτησης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1860, όσοι συνελήφθησαν για εσχάτη προδοσία κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου κατέληξαν στο νησί. Από τότε και για τα επόμενα εκατό χρόνια, ο μέσος όρος των κρατούμενων στο νησί κυμαίνεται από 200 έως 300 άτομα.

88854g-alcatraz-40edit_lowΜετά τον καταστροφικό σεισμό του Σαν Φρανσίσκο, το 1906, κρατούμενοι από τις γύρω φυλακές μεταφέρθηκαν στο Αλκατράζ. Μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, οι φυλακισμένοι έφτιαξαν άλλο ένα χτίσμα, το οποίο λειτούργησε ως στρατιωτική φυλακή και έγινε ευρέως γνωστό με το όνομα «Βράχος».

Παρόλο που το Αλκατράζ επρόκειτο να γίνει μια φυλακή υψίστης ασφαλείας, μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Οι φυλακισμένοι περνούσαν τις ημέρες τους κάνοντας διάφορες εργασίες και μελετώντας. Είχαν χτίσει γήπεδο μπέιζμπολ για να παίζουν, με στολές που έφτιαχναν μόνοι τους. Κάθε Παρασκευή βράδυ, διοργανώνονταν αγώνες πυγμαχίας μεταξύ των κρατουμένων, οι οποίες ονομάζονταν «Μάχες του Αλκατράζ».

AlcatrazIsland1930s28x10Οι φυλακισμένοι άλλαξαν ολόκληρο το ξερό τοπίο του νησιού, φυτεύοντας τριανταφυλλιές, γκαζόν, παπαρούνες και κρίνα σε ολόκληρη την ανατολική του πλευρά. Σύμφωνα με τον αμερικανικό στρατό, το Αλκατράζ εκείνη την περίοδο ήταν ένα ίδρυμα ήπιας μεταχείρισης.

Τα πράγματα άλλαξαν την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης, την δεκαετία του 1930. Η εισαγωγή τροφίμων στο νησί ήταν πλέον πολύ ακριβή και ανάγκασε τον στρατό να φύγει από το νησί, ενώ οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν σε ιδρύματα του Κάνσας και του Νιου Τζέρσεϋ.

88854g-alcatraz_island_01_prison_signΗ «σκληρή» περίοδος του Αλκατράζ ξεκίνησε το 1934, όταν το ίδρυμα βρέθηκε στα χέρια του Ομοσπονδιακού Γραφείου Φυλακών. Το πρώην στρατιωτικό κέντρο κράτησης έγινε το πρώτο σωφρονιστικό ίδρυμα υψίστης  ασφαλείας σε όλη την Αμερική. Σχεδιάστηκε για να στεγάσει όσους θεωρούνταν στιγνοί εγκληματίες και όσους δημιουργούσαν φασαρίες σε άλλες ομοσπονδιακές φυλακές. Η απομονωμένη θέση του καθιστούσε το Αλκατράζ τόπο εξορίας και η καθημερινή αυστηρή ρουτίνα των φυλακών είχε στόχο να διδάξει πειθαρχία στους κρατουμένους.

Η Μεγάλη Ύφεση ήταν μια δύσκολη, σκληρή περίοδος για την σύγχρονη αμερικανική ιστορία. Από αυτήν την άποψη, η αυστηρότητα του Αλκατράζ ταιριάζει στην εποχή του. Έγινε το σπίτι του Αλ Καπόνε, οποίος καταδικάστηκε για φοροδιαφυγή και πέρασε πέντε χρόνια στο νησί και ίσως του πιο διάσημου κρατούμενου που πέρασε στις ΗΠΑ, του δολοφόνου Robert «Birdman» Stroud από την Αλάσκα, ο οποίος έμεινε στο Αλκατράζ για 17 ολόκληρα χρόνια.

Alcatraz_Island_(7016588975)Η καθημερινή ζωή στην Ομοσπονδιακή Φυλακή του Αλκατράζ ήταν πολύ δύσκολη. Στους φυλακισμένους δόθηκαν μόνο τέσσερα δικαιώματα: ιατρική περίθαλψη, στέγη, τροφή και ρουχισμός. Όλα τα υπόλοιπα, ψυχαγωγικές δραστηριότητες ή επισκεπτήρια έπρεπε να κερδιθούν με σκληρή δουλειά. Όταν οι κρατούμενοι είχαν κακή συμπεριφορά, τιμωρούνταν. Δούλευαν εξωφρενικά ωράρια, και τους έδεναν στο πόδι μια σιδερένια μπάλα, την οποία έσερναν όπου πήγαιναν. Καμιά φορά κρατούνταν σε απομόνωση, τρώγοντας μόνο ψωμί και νερό.

Στα χρόνια λειτουργίας του σύγχρονου Αλκατράζ, η πιο σοβαρή εξέγερση των κρατουμένων, που εξελίχθηκε σε διήμερη μάχη, έγινε στις 4 Μαΐου του 1946. Τελικά, κατεστάλη έπειτα από επέμβαση μονάδων του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού, με αποτέλεσμα 3 κρατούμενοι και 2 φύλακες να χάσουν τη ζωή τους και να τραυματιστούν περισσότερα από 15 άτομα. Ανά περιόδους, υπήρξαν 14 απόπειρες διαφυγής από περίπου 30 κρατούμενους. Οι περισσότεροι συνελήφθησαν, αρκετοί πυροβολήθηκαν από τους φρουρούς και οι υπόλοιποι πνίγηκαν στην προσπάθειά τους να φτάσουν στο Σαν Φρανσίσκο. Καμία απόπειρα δεν ήταν επιτυχής, εκτός από μία, το 1962, που έμεινε στην ιστορία.

1-alcatraz-prison-cell-david-cordnerΤρεις κρατούμενοι, ο Φρανκ Μόρις και οι αδελφοί Κλάρενς και Τζον Ανγκλιν, δούλευαν επί μήνες στο κελί τους, φτιάχνοντας ένα τούνελ χρησιμοποιώντας νυχοκόπτες, κουτάλια και το μοτέρ ενός ανεμιστήρα από το οποίο έφτιαξαν ένα αυτοσχέδιο τρυπάνι. Κατάφεραν να φτάσουν μέχρι το σύστημα εξαερισμού των φυλακών και, όταν βγήκαν από το κτίριο, επιβιβάστηκαν σε μία αυτοσχέδια βάρκα που έφτιαξαν από βαρέλια και αδιάβροχα. Από τότε, τα ίχνη τους χάθηκαν. Μερικοί πιστεύουν ότι οι τρεις δραπέτες έφτασαν ζωντανοί στην ξηρά, ενώ άλλοι θεωρούν ότι πνίγηκαν, όπως πολλοί άλλοι, στα νερά του κόλπου.

Η διαφυγή τους αποτυπώθηκε κινηματογραφικά το 1979 στην ταινία «Απόδραση από το Αλκατράζ», με πρωταγωνιστή τον Κλιντ Ίστγουντ.

Οι φυλακές του Αλκατράζ είχαν άδοξο τέλος. Ήταν ακριβές στην λειτουργία τους, καθώς οι προμήθειες έπρεπε να έρχονται μέσω πλοίου. Δεν είχε καμία πηγή γλυκού νερού και σχεδόν ένα εκατομμύριο γαλόνια αποστέλλονταν κάθε εβδομάδα. Άλλωστε, η οικοδόμηση μιας φυλακή υψίστης ασφαλείας σε κάποιο άλλο μέρος ήταν πλέον ευκολότερη για την κυβέρνηση. Κάπως έτσι, στις 21 Μαρτίου του 1963, το Αλκατράζ σταμάτησε να λειτουργεί.

alcatrazΤον Νοέμβριο του 1969, το νησί κατελήφθη για περισσότερο από 19 μήνες από μια ομάδα Ινδών του Σαν Φρανσίσκο, μέλη ενός ακτιβιστικού κινήματος, το οποίο ξεδιπλώθηκε στην Αμερική τη δεκαετία του ’70, μέσα από δημόσιες διαμαρτυρίες. Το 1972, το Αλκατράζ ξεκίνησε να λειτουργεί ως πάρκο και το 1986 χαρακτηρίστηκε Εθνικό Ιστορικό Ορόσημο των Ηνωμένων Πολιτειών. Σήμερα είναι ένας από τους σημαντικότερους τουριστικούς μαγνήτες στο Σαν Φρανσίσκο.

Στην Ελλάδα, αντίστοιχη τοπογραφική ομοιότητα με τις φυλακές Αλκατράζ είχαν οι πρώην ναυτικές φυλακές της Ψυτάλλειας, έναντι της εισόδου στο λιμάνι του Πειραιά.

Επιμέλεια: Μυρτώ Λιαλιούτη

Πηγή:  tvxs

crime_and_punishment22

Εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελβετία – III

•13/09/2014 • 2 σχόλια

Προηγούμενο

Της  MARIA CHRISTEN-KONSTANTINIDIS*

image002Η. ΕΡΝΣΤ ΝΤΟΪΜΠΕΛΜΠΑΪΣ – ΚΟΥΡΤ ΣΙΡΜΑΝ (ERNST DEUBELBEISS – KURT SCHÜRMANN)

Την νύχτα της 4ης Δεκεμβρίου του έτους 1951 ο μηχανικός Ερνστ Ντόιμπελμπαϊς και ο οικοδόμος Κουρτ Σίρμαν, το ποινικό παρελθόν των οποίων περιλαμβάνει ποινές για ληστείες, απαγάγουν έναν τραπεζίτη στην περιοχή Τσόλικον του καντονίου Ζυρίχης με σκοπό την ληστεία της τράπεζας που διοικεί, αλλά το σχέδιό τους αποτυγχάνει και τον δολοφονούν.

image001Την νύχτα της 25ης Ιανουαρίου του έτους 1952 οι Ντόιμπελμπαϊς και Σίρμαν, οι οποίοι χρησιμοποιούν στις επιχειρήσεις τους πυροβόλα όπλα και αυτοκίνητα που έχουν παράνομα στην κατοχή τους, εισβάλλουν στο ταχυδρομείο της περιοχής Ράιναχ του καντονίου Άαργκαου με σκοπό την ληστεία, η αστυνομία, όμως, τους αιφνιδιάζει, διαφεύγουν, συλλαμβάνονται ύστερα από έντονη και πολύμηνη αναζήτηση και καταδικάζονται σε ισόβια κάθειρξη.

Ο Σίρμαν αποφυλακίζεται το έτος 1970 και ο Ντόιμπελμπαϊς το έτος 1978.

image003ΕΤΟΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ – ΕΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ
Ερνστ Ντόιμπελμπαϊς: 1921 – 2005
Κουρτ Σίρμαν: 1924 – 2006

ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ – ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
Οι Ντόιμπελμπαϊς και Σίρμαν, αριστεροί και μέλη του Κόμματος Εργασίας Ελβετίας PdAS*, ισχυρίζονται ότι κλέβουν για ιδεολογικούς λόγους με σκοπό την ίδρυση ενός επαναστατικού κόμματος. Η ακραία ανταλλαγή πυροβολισμών ανάμεσα στον αστυνόμο και στον βοηθό του και στους Ντόιμπελμπαϊς και Σίρμαν κατά την απόπειρα ληστείας στην περιοχή Ράιναχ αποτελεί μοναδικό γεγονός στα εγκληματικά χρονικά της Ελβετίας: η αστυνομία συλλέγει 108 σφαίρες.

image004ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ – ΑΠΗΧΗΣΗ
Η έντονη και πολύμηνη αναζήτηση των Ντόιμπελμπαϊς και Σίρμαν, ειδικά σε κύκλους αριστερών, ταράζει την ήσυχη ζωή της Ελβετίας. Η αστυνομία ελέγχει δύο χιλιάδες εν δυνάμει υπόπτους. Η καχυποψία εξαπλώνεται ανάμεσα στους πολίτες κι ένα μέρος αυτών ασκεί αρνητική κριτική στην αστυνομία. Ο όρος “γκάνγκστερ” εισάγεται στην γλώσσα και στην πολιτική σκηνή της χώρας. Οι Ντόιμπελμπαϊς και Σίρμαν αποκτούν σχεδόν μυθικές διαστάσεις στο συλλογικό ασυνείδητο, oι ενήλικοι φοβερίζουν για παράδειγμα τα άτακτα παιδιά με τον “μπαμπούλα” Ντόιμπελμπαϊς**. Το έτος 2007 δημοσιεύεται ένα βιβλίο του Βίλι Βότρενγκ***, το οποίο αναφέρεται στην υπόθεση Ντόιμπελμπαϊς και Σίρμαν.

ΠΗΓΕΣ

http://www.beobachter.ch/archiv/artikel/ernst-deubelbeiss_und-er-aenderte-sich-doch/

http://www.semestra.ch/data/files/hysterie_deubelbeiss_und_schuerman.pdf

http://www.nzz.ch/aktuell/startseite/articleCNC7T-1.103956

http://www.nzz.ch/aktuell/startseite/articleF808K-1.368421

http://www.stadt-zuerich.ch/content/dam/stzh/kultur/Deutsch/Institutionen/Ausstellungen%20Stadthaus/Publikationen%20und%20Broschueren/KRIMINELL_Begleitbrosch_def_lowres.pdf

http://www.tagesanzeiger.ch/zuerich/Als-ein-Gangsterduo-die-heile-Schweiz-erschuetterte/story/16234793

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*PdAS:ParteiderArbeitderSchweiz.

**”Wenndunichtbravbist,kommtderDeubelbeiss.”(ΒλέπεΠΗΓΕΣ.)

***WilliWottreng:”Deubelbeiss&Co.WieeinGangsterduodieSchweizinSchreckenversetzte”,Orell-Füssli-Verlag.

ΚΑΡΟΛΙΝΕ Χ

ΚΑΡΟΛΙΝΕ Χ

Θ. ΚΑΡΟΛΙΝΕ Χ. (CAROLINE H.)

Τον Ιούνιο του έτους 1991 η εργάτρια οικοδομής Καρολίνε Χ. δολοφονεί με μαχαίρι μία γυναίκα σε ένα πάρκιγκ της Ζυρίχης και τον Ιούνιο του έτους 1997 δολοφονεί με τον ίδιο τρόπο μία δεύτερη γυναίκα σε έναν κήπο της πόλης. Η Χ., την οποία επιβαρύνουν επιπροσθέτως η απόπειρα δολοφονίας μίας τρίτης γυναίκας και σαράντα εμπρησμοί, ομολογεί τα εγκλήματά της και καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη

ΚΑΡΟΛΙΝΕ Χ

ΚΑΡΟΛΙΝΕ Χ

ΕΤΟΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ
1972 ή 1973

ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ – ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
Μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας, μειωμένη ικανότητα καταλογισμού. Η Χ. επιτίθεται βίαια σε άγνωστες γυναίκες και απολαμβάνει σαδιστικά τον τρόμο τους, αποτελεί, δηλαδή, ανατρεπτικό παράδειγμα του φύλου της, διότι τα κίνητρα των θηλυκών δολοφόνων συνδέονται, συνήθως, με συγκρούσεις προσωπικών σχέσεων.

ΤΟΠΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ 1

ΤΟΠΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ 1

Η Χ., “η δολοφόνος του πάρκιγκ”, “η πιο επικίνδυνη γυναίκα της Ελβετίας”, όπως την αποκαλούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, θεωρεί τις γυναίκες πλάσματα αδύναμα και αξιοκαταφρόνητα και εκτίει την ποινή της στην απομόνωση, σε κελί ασφαλείας.

ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ – ΑΠΗΧΗΣΗ
Το έτος 2008 προβάλλεται ένα ντοκιμαντέρ της Ελβίρα Στάντελμαν* με θέμα την υπόθεση Χ.

ΤΟΠΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ 2

ΤΟΠΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ 2

ΠΗΓΕΣ

http://www.srf.ch/player/tv/10vor10/video/prozess-parkhausmord?id=e1cb35da-4845-4110-9617-7125c1d9b36a

https://www.stadt-zuerich.ch/content/dam/stzh/kultur/Deutsch/Institutionen/Ausstellungen%20Stadthaus/Publikationen%20und%20Broschueren/KRIMINELL_Begleitbrosch_def_lowres.pdf

http://www.tagesanzeiger.ch/schweiz/standard/Die-gefaehrlichste-Frau-der-Schweiz/story/20341238

http://www.srf.ch/player/tv/schweiz-aktuell/video/parkhausmoerderin?id=0dcf7128-49c9-4358-b3b4-3df090bf950d

http://www.srf.ch/sendungen/dok-kriminalfaelle/kriminalfaelle-selection/die-

parkhausmoerderin
*Elvira Stadelmann, “Die Parkhausmörderin”.

*Mάστερ στις Πολιτισμικές Επικοινωνιακές Σπουδές (Zürcher Hochschule der Künste – ZHdK), Λέκτορας.

crime_and_punishment22

Το αστυνομικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα, από το 1995 μέχρι σήμερα.

•06/09/2014 • Γράψτε ένα σχόλιο

Toυ HENRI TONNET

Μετάφραση από τα Γαλλικά

ΝΙΝΑ ΚΟΥΛΕΤΑΚΗ

Από το 1995 ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο εκδηλώνεται στα ελληνικά γράμματα, η εμφάνιση ενός νέου αστυνομικού μυθιστορήματος, πλούσιου και ποικίλου.

Χρησιμοποιώ τον όρο Νέο Ελληνικό Αστυνομικό Μυθιστόρημα (ΝΕΑΜ), καθώς το είδος δεν απουσίαζε κατά τις προγενέστερες περιόδους (Χανός 1987, Tonnet 2006). Εμφανιζόταν, όμως, με διαφορετικές φόρμες, τυπικές και μη λογοτεχνικές. Με δυο λόγια, το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα, πριν από το 1995, δημοσιευόταν πρωτίστως σε περιοδικά (Χανός 1979) και, στη συνέχεια σε λαϊκές εκδόσεις. Από άποψη θεματολογίας, βρισκόταν κάτω από την άμεση επιρροή άγγλων συγγραφέων του είδους, όπως η Agatha Christie[i], ο Peter Cheney[ii] ή ο Yan Fleming[iii] ή του γαλλο-βέλγου Simenon[iv]. Από το τέλος της δεκαετίας του 30 μέχρι την πτώση της χούντας, με τα περιοδικά Μάσκα, Μυστήριον, τη συλλογή Αστυνομικά βιβλία τσέπης, και, αρκετά αργότερα, ο Ταχυδρόμος, οι πλέον γνωστοί συγγραφείς αστυνομικού μυθιστορήματος είναι οι Νίκος Μαράκης[v], Γιάννης Μαρής[vi] και Αθηνά Κακούρη[vii]. Δεν έχουν λογοτεχνικές φιλοδοξίες αλλά, γενικά, διαθέτουν φροντισμένη πλοκή. Η μίμηση του Peter Cheney από τον Μαράκη και η πλοκή των αστυνομικών διηγημάτων της Αθηνάς Κακούρη είναι καλά δομημένες. Ο Μαρής κυριαρχεί στο χώρο με την πληθώρα των έργων του (πενήντα, όχι μεγάλης έκτασης, εκδοθέντα μυθιστορήματα), καλής ποιότητας (που, όμως, δεν θα χαρακτηρίζαμε αριστουργήματα). Τα δύο είδη που κυριαρχούν εξίσου είναι οι ιστορίες κατασκοπίας με αισθηματικές προεκτάσεις και η αστυνομική έρευνα όπου αναζητάμε τον δολοφόνο. Οι ήρωες είναι τυποποιημένοι και μας δίνουν την αίσθηση του ήδη ιδωμένου. Ο Τζιμ Κάρβας του Μαράκη είναι ο έλληνας Lemmy Caution, η Τούλα της Αθηνάς Κακούρη μια κοσμική miss Marple στην Πάτρα, ο Μίλων Φιρίκης του Νίκου Τσιφόρου ένας James Bond α λα ελληνικά και ο αστυνόμος Μπέκας του Μαρή ο έλληνας Maigret. Όλη αυτή η παραγωγή σταματά λίγο μετά την επιβολή της δικτατορίας του 1967 (Tonnet, 2006, 121-122).

Η πρόθεσή μου δεν είναι να αναλύσω λεπτομερώς τα, πλέον των εκατό, μυθιστορήματα που αποτελούν, επί του παρόντος, το νέο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα, ούτε να ασχοληθώ ιδιαίτερα με αίτια της επανεμφάνισης του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα μετά το 1995.

Γιάννης Μαρής

Αθηνά Κακούρη

Θα ήθελα να κάνω μια σύντομη αξιολόγηση και να εξαγάγω κάποια γενικά συμπεράσματα. Μια συστηματική μελέτη των τριών μεγάλων σύγχρονων συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας, Ανδρέα Αποστολίδη, Πέτρου Μάρκαρη και Πέτρου Μαρτινίδη – τους αντιστοιχούν, ήδη, πάνω από 20 μυθιστορήματα – θα μπορούσε να αποτελέσει ένα καλό θέμα διατριβής.

Εάν συγκρίνουμε την έρευνα πάνω στο ΝΕΑΜ με τη δύσκολη εξερεύνηση της απαρχής του αστυνομικού είδους στην Ελλάδα, το έργο μας διευκολύνεται αφάνταστα από το γεγονός πως έχουμε πρόσβαση σε όλα τα κείμενα που εκδίδονται, καθώς τίποτα σημαντικό στον τομέα δεν δημοσιεύεται σήμερα σε περιοδικά.

Η πρώτη παρατήρησή μου θα ήταν πως δεν έχουμε να κάνουμε, ή τουλάχιστον δεν έχουμε να κάνουμε μόνο, με ένα σύνολο μεμονωμένων πρωτοβουλιών. Οι συγγραφείς του ΝΕΑΜ συμμετέχουν, περισσότερο ή λιγότερο ενσυνείδητα, σε ένα συλλογικό εγχείρημα. Η ύπαρξη αυτού του είδους Σχολής, γίνεται πιο εμφανής όταν, το καλοκαίρι του 2002, η εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ δημοσιεύει μια σειρά αστυνομικά διηγήματα τα οποία θα συγκεντρωθούν σε τόμο και θα κυκλοφορήσουν την ίδια χρονιά, από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ στην αστυνομική τους σειρά, με τον τίτλο «Αστυνομικές Ιστορίες». Καινοτομία αποτελεί το γεγονός ότι οι συγγραφείς που επιλέχθηκαν από ΤΑ ΝΕΑ, είναι ήδη γνωστοί ως συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων. Συναντάμε ξανά τα μεγάλα ονόματα του είδους, Αποστολίδη, Μάρκαρη, Μαρτινίδη, καθώς και δύο αστέρες ήσσονος λάμψης, τον Φίλιππο Φιλίππου και τη Νένη Ευθυμιάδη, με την τελευταία να κάνει μόνο ένα σύντομο πέρασμα από το είδος.

Θα ήταν άστοχο να πούμε πως ο εκδοτικός κόσμος δεν ενισχύει την αναγέννηση του ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος; Τα πράγματα, μάλλον, πρέπει να είναι πιο περίπλοκα. Μπορώ να κάνω την εξής υπόθεση με κάθε επιφύλαξη: ο εκδοτικός οίκος ΑΓΡΑ αποφάσισε, κατ’ αρχήν, να δημιουργήσει μια σειρά ξένης αστυνομικής λογοτεχνίας, σε νέες καλές μεταφράσεις. Ένας από τους μεταφραστές ήταν ο Ανδρέας Αποστολίδης. Ο ίδιος οίκος εξέδωσε στη συνέχεια, αρχής γενομένης το 1995, τρία αστυνομικά μυθιστορήματα του Αποστολίδη.

Έτσι λοιπόν, για να εξηγήσουμε την αναγέννηση του είδους στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε να πούμε «Εν αρχή ήσαν οι Εκδόσεις ΑΓΡΑ και ο Ανδρέας Αποστολίδης».

Όμως η εξήγηση αυτή φαντάζει απλοϊκή καθώς, την ίδια χρονιά, οι Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ εκδίδουν το πρωτόλειο του Πέτρου Μάρκαρη, Νυχτερινό Δελτίο. Ταυτόχρονη αναγέννηση ή μίμηση ενός εκδότη από έναν άλλο; Για την απάντηση θα πρέπει να απευθυνθούμε στους εμπλεκόμενους.

Το πρώτο χαρακτηριστικό που προξενεί εντύπωση, είναι η ύπαρξη δύο κατηγοριών συγγραφέων: οι σχεδόν ειδικοί και οι άλλοι. Για πάνω από μια δεκαετία ήδη, τρεις συγγραφείς παράγουν συστηματικά αστυνομικά έργα, με τον καθέναν από αυτούς να έχει τα δικά του χαρακτηριστικά, ενώ άλλοι δεν κάνουν παρά ένα πέρασμα από το αστυνομικό μυθιστόρημα ή το θρίλερ, ανοίγοντας ενδιαφέροντα μονοπάτια χωρίς, εντούτοις, να εξακολουθούν το εγχείρημα. Τελικά, βλέπουμε σήμερα να επαναλαμβάνεται η κατάσταση που επικρατούσε τις δεκαετίες του 50-60, όπου υπήρχε ο Μαρής και οι άλλοι. Τώρα έχουμε τρεις «επί κεφαλής» και έναν αρκετά μεγάλο αριθμό συγγραφέων που δεν έχουν εκδώσει παρά έναν μικρό αριθμό βιβλίων. Οι τρεις που προανέφερα δεν είναι άλλοι από τους Πέτρο Μάρκαρη (γεν. 1937), Πέτρο Mαρτινίδη (1948) και Ανδρέα Αποστολίδη (1953). Στους δευτερεύοντες συγγραφείς, χωρίς να εξαντλούμε τη λίστα, μπορούμε να καταχωρίσουμε τους ακόλουθους: Μαριλένα Πολιτοπούλου, Νάσο Χριστογιαννόπουλο, Τιτίνα Δανέλλη, Θανάση Μπαλοδήμα, Τόλη Νικηφόρου, Νίκο Βλαντή, Δημήτρη Μαμαλούκα, Παναγιώτη Αγαπητό, Γιώργο Λακόπουλο, Γιάννη Ράγκο, Σώτη Τριανταφύλλου, Τεύκρο Μιχαηλίδη και Μάιρα Παπαθανασοπούλου.

Πέτρος Μάρκαρης

Με τον Μάρκαρη να είναι ο μεγαλύτερος σε ηλικία από τους τρεις και ο πιο επιτυχημένος (είναι[viii] ο μόνος που έχει μεταφραστεί και έχει ήδη κάνει έναν απολογισμό της καριέρας του[ix]), δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι οι άλλοι κάνουν αναφορά, ενίοτε, στο έργο του. Έτσι στο Μοιραίοι Αντικατοπτρισμοί, [ΝΕΦΕΛΗ, 2003], ο Μαρτινίδης γράφει σε ένα σημείο ότι θα μπορούσαν να καλέσουν τον Κώστα Χαρίτο, τον αστυνόμο του Μάρκαρη:

Προσθέτει κάτι ακόμα για έναν αστυνόμο Κώστα Χαρίτο, που μόλις αναλάβει από καποια προβλήματα υγείας θα έρθει να αναλάβει τη συνέχεια της υπόθεσης, μα δε δίνω σημασία (σελ. 246)

Ο Ανδρέας Αποστολίδης πάει ακόμη πιο πίσω /θα έλεγα «πιο πέρα»/ στην παραπομπή στο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα, καθώς, στο Φάντασμα του μετρό, εμπλέκει ένα από τα πρόσωπα του Μαρή, τον δημοσιογράφο Μακρή. Επιπλέον, ο Αποστολίδης και ο Μάρκαρης ανταλλάσσουν κάποιες θεματικές, όπως θα δούμε πιο κάτω.

Ένα δεύτερο σημαντικό σημείο αφορά στους συγγραφείς. Πριν από τη δεκαετία του 90, η πλειοψηφία των ελλήνων συγγραφέων αστυνομικού μυθιστορήματος ήταν δημοσιογράφοι οι οποίοι, επαγγελματικά, έγραφαν ελαφρά άρθρα για το πλατύ κοινό. Η νέα γενιά είναι, συνολικά, λιγότερο επαγγελματίες αλλά κατά πολύ περισσότερο λογοτεχνικής αισθητικής. Η συγγραφή αστυνομικών μυθιστορημάτων αποτελεί, ενίοτε, χόμπυ για πανεπιστημιακούς δασκάλους. Ο Πέτρος Μαρτινίδης διδάσκει στο τμήμα αρχιτεκτονικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Ο Πέτρος Μάρκαρης είναι καθηγητής στο τμήμα θεάτρου του ιδίου πανεπιστημίου, ο Παναγιώτης Αγαπητός διδάσκει βυζαντινή ιστορία στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, η Μαρλένα Πολιτοπούλου διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι προφανές ότι αυτοί οι διανοούμενοι, που διαβάζουν και στοχάζονται, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι σε προβλήματα φόρμας, ύφους και ψυχολογικής και κοινωνικής αληθοφάνειας σε σύγκριση με τους προγενέστερους. Τα κείμενά τους κερδίζουν σε λεπτολογία και έκταση αυτό που, ενίοτε, χάνουν είναι σε αποτελεσματικότητα.

Πέτρος Μαρτινίδης

Ένα τρίτο χαρακτηριστικό του ΝΕΑΜ είναι ο πλούτος και η ποικιλία στη θεματολογία του. Μπορούμε να πούμε, χωρίς να υπερβάλουμε, ότι όλες οι κατηγορίες του παραδοσιακού μυθιστορήματος ενσωματώνουν εφεξής μια αστυνομική παραλλαγή. Υπάρχει το ιστορικό αστυνομικό, το ψυχολογικό αστυνομικό, το κοινωνικό αστυνομικό, το πολιτικό αστυνομικό και, ακόμη, το μαθηματικό αστυνομικό. Τα «λύτρα» γι αυτόν τον πλούτο, που είναι επίσης αισθητός στο αστυνομικό μυθιστόρημα και άλλων χωρών, είναι ότι αυτή καθεαυτή η έρευνα, το αίνιγμα και η λύση του, περνούν μάλλον σε δεύτερο πλάνο. Αυτή η εξέλιξη, η οποία κάνει το αστυνομικό να προσεγγίζει όλο και περισσότερο το παραδοσιακό λογοτεχνικό μυθιστόρημα, δεν είναι της απόλυτης προτίμησης του κοινού. Δεν είναι, αναμφίβολα, τυχαίο που, από την τριάδα, αυτός που σημειώνει τη μεγαλύτερη επιτυχία, κυρίως στο εξωτερικό, ο Πέτρος Μάρκαρης, είναι αυτός που παραμένει πιο κοντά στην αστυνομική παράδοση. Και είναι αξιοσημείωτο το ότι, για να παρουσιάσουν τον συλλογικό τόμο Αστυνομικές Ιστορίες του 2002 με τα πέντε διηγήματα, οι συγγραφείς δεν μιλούν για αινίγματα ούτε για αστυνομικούς:

Πέντε πολυδιαβασμένοι συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών αποκαλύπτουν τα ανομολόγητα πάθη, τις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης ψυχής και τις δολοπλοκίες που εξυφαίνονται στο περιθώριο της ελληνικής κοινωνίας.

Μια παρουσίαση που θα άρμοζε περισσότερο στο λαϊκό ρομαντικό μυθιστόρημα του τέλους του 19ου αιώνα, παρά στους διαδόχους του Γιάννη Μαρή.

Τέταρτο, το μάλλον αρνητικό αποτέλεσμα αυτής της νέας οικουμενικής αντίληψης του ΝΕΑΜ είναι η πληθώρα των παρεκβάσεων που συναντάμε και, κατά κανόνα, μία σχετική φλυαρία. Αυτό είναι προφανές αν συγκρίνουμε τις 200, κατά μέσο όρο, σελίδες ενός μυθιστορήματος του Μαρή ή του Μαράκη, τα βιβλία των οποίων –κυριολεκτικά- ήταν της τσέπης, με τον όγκο που επιβάλλουν στους αναγνώστες τους οι σύγχρονοι συγγραφείς. Το τελευταίο βιβλίο του Μάρκαρη έχει 430 σελίδες. Μόνο ο Αποστολίδης διατηρεί, σε γενικές γραμμές, το σχήμα βιβλίου τσέπης στην ΑΓΡΑ, καθώς και έναν σχετικά μικρό αριθμό σελίδων (172 σελ. στο Φάντασμα του μετρό). Αλλά στην ΩΚΕΑΝΙΔΑ φαίνεται να αποφάσισε για ένα αισθητά μεγαλύτερο βιβλίο. Το Διαταραχές στα Μετέωρα μετρά 364 σελίδες.

Ανδρέας Αποστολίδης

Πέμπτο, η εμφανής επιρροή του γαλλικού αστυνομικού μυθιστορήματος (polar) καθώς και του αγγλικού ή αμερικανικού είχε ως αποτέλεσμα έναν εις βάθος μετασχηματισμό της προσωπικότητας του ερευνητή που, πολύ συχνά γίνεται ο κύριος ήρωας του έργου. Στα βιβλία του Μαρή και της Κακούρη, ο ερευνητής, ένας αστυνομικός ή μια κυρία της υψηλής κοινωνίας της Πάτρας, δεν εμπλεκόταν πραγματικά στο μύθο του εγκλήματος· στην περίπτωση της Τούλας, της ερευνήτριας της Κακούρη, το έγκλημα αφορούσε σε φίλες της. Τα λίγα που γνωρίζαμε για την προσωπική ζωή του ερευνητή, απόλυτα κανονική και συνηθισμένη, έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τον κόσμο των παθών και των εγκλημάτων με τον οποίον ερχόταν σε αντιπαράθεση αλλά που δεν τον άγγιζε. Ή, ακόμη, ο ερευνητής κρατούσε μιαν απόσταση με εντελώς διαφορετικό τρόπο, καθώς ήταν ένας υπεράνθρωπος, όπως ο Τζιμ Κάρβας του Μαράκη ή ο Μίλων Φιρίκης του Τσιφόρου. Με το ΝΕΑΜ η κατάσταση αλλάζει. Ο ερευνητής χάνει τη γαλήνη του. Ο Κώστας Χαρίτος δεν παύει στιγμή να αντιδρά βίαια ή να καταθλίβεται από την ελληνική πραγματικότητα εν γένει. Η Σώτη Τριανταφύλλου δημιουργεί έναν καταθλιπτικό, αμερικανό επιθεωρητή, του οποίου το όνομα, Stuart Mallown θυμίζει τον ήρωα του Raymond Chandler. Πιο σοβαρά, ο Πέτρος Μαρτινίδης, ο οποίος ίσως ενθυμείται τον Ripley της Patricia Highsmith, χρησιμοποιεί ως ήρωες και ερευνητές πρόσωπα όχι ιδιαίτερα «καθαρά» τα οποία είτε επεξεργάζονται κάποιο αδίκημα ή έχουν ήδη διαπράξει κάποιο έγκλημα και οι ίδιοι, γεγονός που, εντούτοις, δεν τους καθιστά λιγότερο συμπαθητικούς.

Έκτο, το πιο χαρακτηριστικό σημείο αυτής της νέας παραγωγής είναι η σχεδόν πεισματική παρουσία της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας και της επικαιρότητας, αυτής με την οποία μας βομβαρδίζουν τα ΜΜΕ. Ο Μαρής ήταν αξιοσημείωτα διακριτικός προς αυτή την κατεύθυνση. Στις περιπέτειες του αστυνόμου Μπέκα δεν συναντάμε παρά φευγαλέες νύξεις αυτού που σήμερα αποκαλούμε επικαιρότητα των διασημοτήτων: Μιλάει για τη Σοφία Λόρεν, τη Μπριζίτ Μπαρντό ή τον Τζέημς Μποντ, αλλά αποφεύγει τον εμφύλιο πόλεμο ή τις διώξεις της αριστεράς από τη δεξιά κυβέρνηση (Tonnet, 2005, 333). Αντιθέτως, με έναν τρόπο περισσότερο ή λιγότερο έντονο, οι συγγραφείς της τριάδας του ΝΕΑΜ ασχολούνται με την ελληνική ιστορία, από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά.

Το έργο του Ανδρέα Αποστολίδη, τόσο τα μυθιστορήματα όσο και τα διηγήματα, βρίθει αναφορών στην πρόσφατη ελληνική ιστορία. Νομίζω πως το κύριο θέμα του Αποστολίδη είναι η ιστορία (η ιστορία της Ελλάδας και, παράλληλα, η ιστορία του αστυνομικού μυθιστορήματος). Οι χαρακτήρες του, πολύχρωμοι και πάντα λίγο υπερβολικοί, μοιάζει να είναι προϊόν διαφόρων πολιτικών καταστάσεων. Είναι χαρακτηριστικός ο τίτλος της συλλογής διηγημάτων του Αστυνομικές ιστορίες για πέντε δεκαετίες. Διηγείται, συχνά παρωδώντας την παλιά ελληνική αστυνομική λογοτεχνία, έξι ιστορίες, οι οποίες έχουν ως πλαίσιο τα δραματικά γεγονότα τα σχετικά με τον ψυχρό πόλεμο: Εφιάλτης (τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944), Το πέρασμα του Μίλλαρντ (ο εμφύλιος το 1948), Ο θάνατος του ιατροδικαστή (1953, η δεξιά στην εξουσία και η στρεβλή πολιτική του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος). Το τελευταίο διήγημα της συλλογής, Αναταραχή στον Νέο Κόσμο, που εκτυλίσσεται το 1986, παρουσιάζει τη βία ομάδων περισσότερο ή λιγότερο μυστικών, τόσο φανατικών αναρχικών όσο και φονταμενταλιστών χριστιανών ορθοδόξων.

Η συνταγή, που ορίζει σε κάθε αστυνομικό έργο να σκιαγραφείται μια στιγμή ή μια περίοδος της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, χρησιμοποιείται και στα μυθιστορήματα του ίδιου συγγραφέα. Το πρώτο, Το Χαμένο παιχνίδι (ΑΓΡΑ), εκτυλίσσεται σε μια πολυκατοικία στο Κολωνάκι (πιθανότατα αναφορά στο πρώτο μυθιστόρημα του Μαρή, του 1953) τον Απρίλιο του 1967, τη στιγμή της κατάληψης της εξουσίας από τους Συνταγματάρχες. Το δεύτερο, Το φάντασμα του μετρό, (ΑΓΡΑ,1996), στο οποίο ο χρόνος δράσης δεν καθορίζεται επακριβώς, εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια της κατασκευής του αθηναϊκού μετρό. Δεν πρόκειται πια εδώ για ιστορία με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, αλλά μάλλον για έναν ηθικό απολογισμό της ελληνικής κοινωνίας στα τέλη του 20ου αιώνα. Βλέπουμε τη συνεργία αστυνομίας και παρανόμων στη “διάρρηξη του αιώνα” στην τράπεζα “Προνοίας Επενδύσεων”. Συναντάμε “ιδιωτικούς” αστυνομικούς αρκετά βυθισμένους στο αλκοόλ, όπως ο Λέλος Λίβας, που έχει πολλά κοινά με τους συναδέλφους του του παραδοσιακού αμερικανικού νουάρ. Συνεχίζοντας εκ παραλλήλου την εξερεύνησή του στον μυθικό κόσμο του Γιάννη Μαρή, ο Αποστολίδης κάνει τον δημοσιογράφο Ιάσονα Μακρή της εφημερίδας Η Πρωϊνή, έναν από τους ερευνητές της ιστορίας. Με τα Εγκλήματα στην Πανσιόν Απόλλων (2000), η δράση τοποθετείται εκ νέου σε μια κομβική περίοδο της ελληνικής ιστορίας, αυτής της επανόδου της δημοκρατίας, τον Σεπτέμβριο του 1974. Σε μια πολυτελή πανσιόν κάποιας ελληνικής λουτρόπολης, όπου οι αντιτιθέμενοι στο καθεστώς των συνταγματαρχών συναντούν κάποιους από τους συνεργάτες τους που κρύβονται εκεί, λαμβάνουν χώρα δύο εγκλήματα. Η έρευνα διεξάγεται με τρόπους πολύ διαφορετικούς από έναν αξιωματικό της χωροφυλακής και τον δικηγόρο Ανδρέα Οικονόμου, ένα πρόσωπο που επανεμφανίζεται στον μυθιστορηματικό κόσμο του Αποστολίδη. Το μυθιστόρημα Λοβοτομή (2002) συνεχίζει την εξερεύνηση της κρυφής εξαχρείωσης της αθηναϊκής κοινωνίας. Εδώ, μέσα σε έναν στρόβιλο ίντριγκας, έχουμε να κάνουμε με εμπόριο ανθρωπίνων οργάνων, -θέμα με το οποίο ήδη έχει καταπιαστεί ο Μάρκαρης στο Νυχτερινό δελτίο, με ακροδεξιές ομάδες και σερβική μαφία- και που θα δούμε να εμφανίζεται εκ νέου στον Κύριο μέτοχο του Μάρκαρη, το 2006.

Το παράδοξο στα μυθιστορήματα του Αποστολίδη είναι η μίξη καλής ιστορικής τεκμηρίωσης, γεγονός που επιτρέπει να ορίζεται καλά το χρονικό πλαίσιο του μυθιστορήματος, και η παιγνιώδης χρήση της φαντασίας και της τεχνοτροπίας που παραπέμπει στην πλούσια παραφιλολογική κουλτούρα του συγγραφέα. Ο ίδιος έχει απόλυτα συνείδηση αυτού του συνδυασμού, τον οποίο ορίζει ως εξής, αναφορικά με τα διηγήματά του Αστυνομικές ιστορίες για πέντε δεκαετίες:

Τα διηγήματα παραπέμπουν συχνά σε γνωστά γεγονότα, αλλά είναι γραμμένα με τη φαντασία και την υπερβολή των λαϊκών περιοδικών και παίζουν με το ύφος των αστυνομικών ρεπορτάζ.

Ο κίνδυνος αυτής της ειρωνικής αποστασιοποίησης είναι ότι μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή της εντύπωσης του πραγματικού, που απαιτεί ο κοινός αναγνώστης κάθε μυθιστορήματος.

Εκ πρώτης όψεως τα μυθιστορήματα του Πέτρου Μάρκαρη βρίσκονται στον αντίποδα εκείνων του Ανδρέα Αποστολίδη. Το μυθιστόρημα του Μάρκαρη δεν παρουσιάζεται σαν λογοτεχνικό παιχνίδι, αλλά σαν μια πραγματική έρευνα. Και, χωρίς αμφιβολία, δεν είναι τυχαίο που τα πρώτα του μυθιστορήματα έφεραν ως υπότιτλο τον χαρακτηρισμό “αστυνομικό μυθιστόρημα”. Καμία ειρωνική αποστασιοποίηση (τουλάχιστον έκδηλη) από τον ερευνητή καθώς, από την αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, ο Μάρκαρης μας κάνει κατευθείαν κοινωνούς των στοχασμών του αστυνόμου Κώστα Χαρίτου.

Εντούτοις, με διαφορετικά μέσα, ο Μάρκαρης ανταποκρίνεται στην ίδια, διπλή, απαραίτητη προϋπόθεση του νέου ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος: εκμοντερνίζει τη θεματική του είδους, χωρίς να αποφεύγει να το τοποθετήσει μέσα στα πλαίσια του παραδοσιακού αστυνομικού, εκείνου της δεκαετίας του ’50 και του Γιάννη Μαρή.

Αντί, όπως ο Αποστολίδης, να κάνει απλές αναφορές στα μυθιστορήματα του Μαρή, ο Μάρκαρης επιτυγχάνει κάτι πιο λεπτό, την μετενσάρκωση του Μπέκα, του ερευνητή-φετίχ του Μαρή. Ο χαρακτήρας του Κώστα Χαρίτου συνεχίζει, αναπτύσσει και, κατά κάποιο τρόπο, δίνει μεγαλύτερο βάρος στις δυνατότητες του Μπέκα.

Και οι δύο άνδρες είναι παντρεμένοι με γυναίκες πιστές και αφοσιωμένες, καλές μητέρες και εξαίρετες μαγείρισσες. Έχουν από μια πολυαγαπημένη κόρη που κάνει καλές σπουδές αλλά που δεν φαίνεται να θέλει να παντρευτεί, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον. Και οι δύο άνδρες είναι λίγο παλιομοδίτες και καταδικάζουν τον -υποτίθεται- παράλογο και ανήθικο κόσμο της νεολαίας. Μιλούν λίγο, είναι δύστροποι, γκρινιάρηδες ολκής. Είναι αστυνομικοί πολύ ευσυνείδητοι με ανεπτυγμένη διαίσθηση.

Ο Χαρίτος υπερισχύει του Μπέκα σε όλα αυτά τα σημεία. Όπως ο επιθεωρητής Κολόμπο, ο Χαρίτος έχει ένα εντελώς ντεμοντέ αυτοκίνητο, ένα Μιραφιόρι που δεν ξεπερνά τα 60 χλμ την ώρα. Ξεπερασμένα “αρσενικός” δεν έχει δώσει στη γυναίκα του το δικαίωμα να κάνει αναλήψεις από τον τραπεζικό του λογαριασμό, καθώς είναι πεισμένος πως θα ξοδέψει αλόγιστα τα λίγα χρήματα που αυτός κερδίζει.

Η σύζυγος του Μπέκα, όπως κι εκείνη του Μαιγκρέ, δεν ανακατεύεται στα θέματα που ανήκουν στη δικαιοδοσία της αστυνομίας. Οι απλές αναφορές στη συζυγική ζωή των δύο χαρακτήρων, έχουν σκοπό να τονίσουν πως πρόκειται για χαρακτήρες απολύτως φυσιολογικούς και συνηθισμένους. Βέβαια, ο Χαρίτος ανήκει στις τάξεις των σοβαρών ερευνητών: δεν είναι ένας καρδιοκατακτητής σας τον Τζιμ Κάρβα ή τον Νέστορα Μπουρμά. Δεν διατηρεί παθιασμένες σχέσεις με κάποια ερωμένη, όπως ο Πέπε Καρβάλιο του Βάσκεθ Μονταλμπάν ή ο Σαλβατόρε Μονταλμπάνο του Αντρέα Καμιλλέρι. Εντούτοις, ο Κώστας και η γυναίκα του Ανδριανή, αν και ερωτευμένοι, δεν σταματούν να διαπληκτίζονται αφενός, αλλά και να τα βρίσκουν πάνω από ένα πιάτο με εξαιρετικά γεμιστά ή τα ψίχουλα ενός κέικ που “δεν τρώγεται” και, στη συνέχεια, στο κρεβάτι. Ο Μάρκαρης, με τρόπο που μοιάζει λίγο με αυτόν του Frédéric Dard, αλλά με ένα στυλ λιγότερο γκροτέσκο, δεν μας κρύβει τίποτα σε αυτόν τον τομέα. Ένας από τους λόγους των συγκρούσεων μεταξύ του Χαρίτου και της Ανδριανής, είναι η τυφλή εμπιστοσύνη εκείνης σε οτιδήποτε ακούσει και δει στην τηλεόραση, ιδίως σε θέματα αστυνομικής θεματολογίας:

« Ευτυχώς που υπάρχουν οι δημοσιογράφοι και φέρνουν στο φως κάποια πράγματα. Γιατί αν περιμέναμε από την αστυνομία…», ακούω την Ανδριανή να μου λέει με περιφρόνηση και βιδώνομαι διπλά. (σελ. 135)

Αν και ο Χαρίτος είναι ένας εξαίρετος αστυνομικός, είναι προφανές ότι οι μέθοδοί του είναι αρκετά λιγότερο συμβατικές από αυτές του Μπέκα. Ο ήρωας του Μαρή μπορούσε να κάνει τη δουλειά του χωρίς ν’ ανησυχεί για την πολιτική, καθώς βρισκόταν, προφανέστατα, σε αρμονία με την ιεραρχία του. Είχε λάβει μέρος στην Αντίσταση, γεγονός που του έδινε ένα “πιστοποιητικό πατριωτισμού”. Ο Χαρίτος βρίσκεται σε μια λιγότερο βολική κατάσταση. Οι περιπέτειές του διαδραματίζονται την εποχή της ανεξέλεγκτης κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ, με την διαφθορά να αναπτύσσεται ανάμεσα στους αριστερούς που έχουν γίνει επιχειρηματίες. Σ΄ αυτό έρχονται να προστεθούν δύο ανησυχητικά κοινωνικά φαινόμενα, η εισροή αλβανών μεταναστών, οι οποίοι κατηγορούνται για τα πάντα και ο θρίαμβος της τηλεόρασης πάνω στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Ο Χαρίτος, λοιπόν, όπως και ένα κομμάτι της ελληνικής αστυνομίας, είχε εμπλακεί στη “βρώμικη δουλειά” των Συνταγματαρχών. Δεν είναι εντελώς “πολιτικά ορθός”:

Αυτή την τακτική [της ανάκρισης] την είχα μάθει από τον αστυνόμο Κωσταρά, στη χούντα, που με είχαν αποσπάσει για ένα διάστημα στην Μπουμπουλίνας. [...] Εμένα, η δουλειά μου ήταν να κουβαλάω τους κρατούμενους για ανάκριση. Στεκόμουν όρθιος σε μια γωνιά, παρακολουθούσα τον Κωσταρά και θαύμαζα την τεχνική του. Τώρα πια ξέρω ότι όλα αυτά ήταν μαλακίες, δεν είχε από πού να κρατηθεί κι έριχνε άδεια για να πιάσει γεμάτα.[x]

Εντούτοις, Ο Χαρίτος διατηρεί αμφιλεγόμενες αλλά μάλλον φιλικές σχέσεις με έναν παλιό κομμουνιστή, τον Λάμπρο Ζήση, ο οποίος είχε βασανιστεί την περίοδο της χούντας και που του χρησιμεύει ως πληροφοριοδότης σε διάφορες περιστάσεις. Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτό; Η απάντηση φαίνεται να είναι η ακόλουθη. Αν ο Μπέκας δε βρισκόταν μέσα σε ιδεολογικές συγκρούσεις, ο Χαρίτος και ο “συνένοχός” του κομμουνιστής βρίσκονται πέρα από αυτές . Ο Χαρίτος δεν ακολουθεί το ιδεολογικό ρεύμα, όπως υποκριτικά κάνει ο ανώτερός του, ο υπερβολικά πολιτικοποιημένος Γκίκας. Αμφισβητεί, για παράδειγμα, την αυτόματη ενοχοποίηση των Αλβανών. Είναι ικανοποιημένος με το να κάνει σωστά τη δουλειά του του “μπάτσου”, όπως την έκανε και τον καιρό της χούντας. Δίπλα του, ο κομμουνιστής Λάμπρος Ζήσης, έχοντας απαλλαγεί από τις ψευδαισθήσεις του, έγινε -με τη σειρά του- κι αυτός “μπάτσος”: στοιχειοθετεί ενοχοποιητικούς φακέλους εναντίον των πρώην συντρόφων του της αριστεράς. Έτσι, τα δύο άκρα συναντήθηκαν:

« Όταν δεν σου μένει τίποτα άλλο να πιστέψεις, πιστεύεις στην αστυνομία», μου απαντάει [ο Λάμπρος] μ’ ένα χαμόγελο γεμάτο πίκρα. « Είστε [οι αστυνομικοί] ο πάτος. Εγώ πάτωσα και ανταμώσαμε. Αυτό είναι όλο».[xi]

Θα είχαμε πολλά να πούμε ακόμη για τον κόσμο του Μάρκαρη.

Κατά τη γνώμη μου, η γοητεία του Μάρκαρη, όπως εκείνη του Raymond Chandler, βρίσκεται στα πολλαπλά χιουμοριστικά του σχόλια, με ένα χιούμορ συχνά κυνικό, και στις γελοίες συγκρίσεις που αφθονούν στα κείμενά του. Ο Χαρίτος γογγύζει σε κάθε περίσταση, γεγονός που τον κάνει να αντιλαμβάνεται περισσότερο από τους άλλους, τον παραλογισμό και τις συγκρούσεις της καθημερινής ζωής. Σχετικά με τον ανελκυστήρα του κτηρίου της αστυνομίας:

Ο μέσος χρόνος αναμονής στο ασανσέρ είναι από πέντε ως δέκα λεπτά, ανάλογα με τη διάθεσή του να σε δουλέψει. Αν νευριάσεις κι αρχίσεις να πατάς συνέχεια το κουμπί, μπορεί να κάνει και τέταρτο. Το ακούς που είναι στον δεύτερο, λες νάτο, ανεβαίνει, και ξαφνικά αυτό μετανιώνει και παίρνει την κάθοδο. Ή το αντίθετο. Κατεβαίνει στον τέταρτο κι αντί να συνεχίσει, παίρνει πάλι την άνοδο. Καμιά φορά διαολίζομαι κι αρχίζω ν’ ανεβαίνω δυο-δυο τα σκαλιά, πιο πολύ για να ξεθυμάνω παρά που βιάζομαι. Άλλες φορές πάλι με πιάνει το πείσμα μου και λέω, αφού κανείς δε βιάζεται, τι θέλω εγώ και τρέχω, τρελός είμαι; Ακόμα και την αυτόματη πόρτα του τη ρύθμισαν έτσι που ν’ ανοίγει αργά, για να σου σπάει τα νεύρα[xii].

Ή σχετικά με τον ξυλοδαρμό ενός δημοσιογράφου :

Γιατί δεν τον αρχίζω στις φάπες; Γιατί δεν τον πλακώνω στα χαστούκια; Γιατί δε στήνω δυο καρέκλες, να τον δέσω ανάμεσά τους, να του βγάλω κάλτσες και παπούτσια και να τον περάσω από φάλαγγα; Ο αστυνομικός που έχει σταματήσει να δέρνει είναι σαν τον καπνιστή που έκοψε το τσιγάρο. Έστω κι αν λογικά λες ότι έκανες καλά που το ‘κοψες, μέσα σου πεθαίνεις να ρίξεις μερικές φάπες, όπως ο τέως καπνιστής, που ψοφάει για μια τζούρα[xiii].

Στο έργο του Μάρκαρη υπάρχουν, επίσης, απολαυστικές συγκρίσεις. Για παράδειγμα αναφορικά με το γραφείο του αστυνόμου, μετά την αναχώρηση του τηλεοπτικού συνεργείου:

Αρχίζουν να μαζεύουν τα συμπράγκαλά τους και το γραφείο μου επανέρχεται πάλι, σαν τον άρρωστο, που ξέφυγε τον κίνδυνο και τον αποσυνδέουν από τις συσκευές[xiv].

Ή η θεατρινίστικη οδύνη ενός δημοσιογράφου της τηλεόρασης:

Η λύπη στάζει από το πρόσωπο του παρουσιαστή, όπως η μύξα από το ρουθούνι[xv].

Ή ακόμη για μια γυναίκα που αισθάνθηκε αδιαθεσία:

Δυο γυναίκες προσπαθούσαν ακόμα να τη συνεφέρουν ραντίζοντάς την με νερό, όπως τα ψάρια για να δείχνουν φρέσκα[xvi].

Νομίζω πως, παρά την εναλλαγή των θεμάτων, το έργο του Μάρκαρη δεν ανανεώνεται πραγματικά, τουλάχιστον όχι περισσότερο από εκείνο του Μαρή, το οποίο έχει ως μοντέλο. Υπάρχει στο τελευταίο του βιβλίο, τον Βασικό μέτοχο (2006) μια υπερβολή αναφορικά με τις οικογενειακές περιπέτειες του Χαρίτου -η κόρη του Κατερίνα κρατείται ως όμηρος- που εμπλέκει πολύ τον αστυνόμο και του αφαιρεί την συμπαθητική πλευρά του απλού ερευνητή της αλήθειας.

Ο Πέτρος Μαρτινίδης ακολουθεί μια ακριβώς αντίθετη τροχιά. Μου φαίνεται πως βελτιώνεται καθώς «χτίζει» το έργο του. Ο Μαρτινίδης ενδιαφέρεται, πολύ περισσότερο από την πολιτική ιστορία της Ελλάδας, για τα διάφορα κοινωνικά φαινόμενα: στους πανεπιστημιακούς και καλλιτεχνικούς κύκλους που στηρίζονται στην απάτη, σε ορθόδοξες ομάδες της δεξιάς που κατασκευάζουν θαύματα, σε σκευωρίες στο ποδόσφαιρο κατά τη διάρκεια των αγώνων του Ευρωπαϊκού κυπέλου.

Από τα μέλη της τριάδας, ο Μαρτινίδης είναι αυτός που εμφανίζεται πιο αργά, το 1998, με το Κατά συρροή [ΝΕΦΕΛΗ]. Δεν διαθέτει τη γρήγορη γραφή του Αποστολίδη, ούτε τη σφριγηλότητα του Μάρκαρη. Τα πρόσωπα στα έργα του δεν είναι τυποποιημένα, ούτε καρικατούρες (τουλάχιστον τα κεντρικά). Ανήκουν συχνά, όπως και ο συγγραφέας, στον πανεπιστημιακό χώρο της Θεσσαλονίκης (φοιτητές -κυρίως φοιτήτριες- με προβλήματα, διδάκτορες έτοιμοι για όλα προκειμένου να εξασφαλίσουν μια έδρα, συμπεριλαμβανομένης και της αντιγραφής του συγγράμματος ενός άλλου). Τα μυθιστορήματά του και οι εξεζητημένες αναφορές που περιέχουν, τα προορίζουν να απευθύνονται σε ένα πιο καλλιεργημένο κοινό.

Αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο στον Μαρτινίδη είναι η απομάκρυνσή του από τα παραδοσιακά σχήματα του αστυνομικού μυθιστορήματος, ο αμφίσημος κόσμος των έργων του και ο καλά δομημένος χαρακτήρας των έργων του.

Στα έργα του Μαρτινίδη δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ του κόσμου του εγκλήματος και αυτού των ερευνητών του. Αυτοί που αναζητούν την αλήθεια βρίσκονται συχνά με το ένα πόδι στο χώρο της παραβατικότητας. Κάποιοι, όπως ο ερευνητής του στα Παιχνίδια μνήμης [ΝΕΦΕΛΗ, 2001], βρίσκονται ήδη στη φυλακή. Το αμφίσημο σύμπαν του Μαρτινίδη, βρίθει απατεώνων, πιασμένων στην παγίδα των ταυτοτήτων που έχουν οικειοποιηθεί. Έτσι ο “ήρωας” του Σε περίπτωση πυρκαϊάς [ΝΕΦΕΛΗ, 1999], απευθύνεται σε ένα αστυνομικό τμήμα για να εκδώσει ταυτότητα στο όνομα ενός από τους φίλους του, καθώς σκοπεύει να διαπράξει μια ληστεία και να διαφύγει χρησιμοποιώντας πλαστό όνομα. Όμως, στο αστυνομικό τμήμα, μια γοητευτική και μάλλον επικίνδυνη νέα γυναίκα, τον περνά για αστυνομικό και ζητά την προστασία του απέναντι στον σύζυγό της, ο οποίος την απειλεί. Με αυτόν τον τρόπο, ο ήρωας του Μαρτινίδη, θα εμπλακεί σε μιαν υπόθεση δολοφονίας. Εντέλει, με τους χαρακτήρες των έργων του να κυκλοφορούν στον ίδιο χώρο του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης και με την επανεμφάνιση, ορισμένων εξ αυτών, σε διάφορα μυθιστορήματά του, ο Μαρτινίδης συνθέτει ένα είδος αστυνομικής Ανθρώπινης Κωμωδίας, που διαδραματίζεται στη Θεσσαλονίκη και της οποίας τα τέσσερα πρώτα μυθιστορήματα αποτελούν την Τετραλογία Τέσσερις Πανεπιστημιακοί Φόνοι. Με το Μοιραίοι αντικατοπτρισμοί (2003) αρχίζει μια τριλογία, η οποία συμπεριλαμβάνει και τα Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία (2005) και Ο Θεός φυλάει τους άθεους (2006) και έχει τον τίτλο Θεατρικοί θάνατοι.

Τα άφθονα και πυκνά βιβλία του Μαρτινίδη δεν διαβάζονται τόσο εύκολα, όσο εκείνα του Μάρκαρη. Η αστυνομική τους ίντριγκα, κυρίως στα πρώτα από αυτά, είναι λίγο περίπλοκη. Αλλά οι χαρακτήρες του έχουν μεγαλύτερη υπόσταση από εκείνους αρκετών συναδέλφων του. Τέλος, ο Μαρτινίδης θα έπρεπε επίσης να μελετηθεί και ως ένας συγγραφέας μη αστυνομικής λογοτεχνίας.

Θα ήθελα, τελειώνοντας, να αφήσω την τριάδα Αποστολίδης-Μάρκαρης-Μαρτινίδης και να πω δυο λόγια για άλλους συγγραφείς. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η μη συστηματική πλευρά της “παραγωγής” τους. Εξαίρεση αποτελούν η Μαρλένα Πολιτοπούλου, με τις ψυχολογικές και λίγο θολές έρευνες του αστυνόμου Περικλή Γιατζόγλου σε τρία μυθιστορήματα [Ο κύριος Μάριος μετάνιωσε αργά (1999), Δώδεκα Θεοί τρεις φόνοι (2005) και Η μνήμη της πολαρόιντ(2008)], καθώς και ο Παναγιώτης Αγαπητός, τα βυζαντινά αστυνομικά μυθιστορήματα του οποίου αριθμούν, μέχρι στιγμής, τα τρία: Το εβένινο λαούτο (2003), Ο Χάλκινος οφθαλμός (2006) και Μέδουσα από σμάλτο (2009). Κεντρικός ήρωας των μυθιστορημάτων αυτών είναι ο πρωτοσπαθάριος Λέων. Πιθανόν, επειδή είναι δύσκολο να μιλάμε για “αστυνομικό” μυθιστόρημα τον 9ο αιώνα μ.Χ., ο Αγαπητός δίνει στα έργα του τον υπότιτλο “βυζαντινές ιστορίες μυστηρίου”. Παρόλο που η επίδραση του συγκεκριμένου είδους, που ξεκίνησε με τον Umberto Eco, και με το οποίο ασχολήθηκαν και άλλοι συγγραφείς, όπως η ιταλίδα Danila Comastri Montanari (οι έρευνες του Publius Aurélius) είναι εμφανής, ο Αγαπητός κάθε άλλο παρά ανασκευάζει το Όνομα του ρόδου. Ο συγγραφέας γνωρίζει σε βάθος τον βυζαντινό πολιτισμό, αλλά δεν μας βομβαρδίζει με λόγιες αναφορές. Βυθιζόμαστε στην ατμόσφαιρα της εποχής και ακολουθούμε την ιστορία με ενδιαφέρον. Είναι εμφανές ότι το έπος του πρωτοσπαθάριου Λέοντα θα έχει συνέχεια.

Κάποιοι συγγραφείς ανέπτυξαν στα ελληνικά το είδος του θρίλλερ, συχνά βίαιου. Θα ήθελα εδώ να αναφέρω την Απαγωγή του εκδότη [ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, 2005] του Δημήτρη Μαμαλούκα, έργο αγωνίας και βίαιο που σου κόβει την ανάσα, το οποίο διαδραματίζεται στην Ιταλία και που ολοκληρώνεται με μιαν εκατόμβη.[xvii] Στον αντίποδα το θρίλλερ του Νίκου Βλαντή, WWW. Tospitimas. Gr( ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, 2002), είναι υπερβολικό και δεν πείθει.

Πρέπει να κάνουμε ιδιαίτερη μνεία σε δύο βιβλία, λόγω της πρωτοτυπίας τους. Θέλω να μιλήσω για το Έγκλημα στο DaCapo (ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, 2006) του Γιώργου Λακόπουλου. Ο Λακόπουλος δημιουργεί εδώ μια εντελώς νέα κατηγορία στο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα, το πολιτικό αστυνομικό. Με μεγάλη οικονομία μέσων (το βιβλίο αποτελείται, σχεδόν εξ ολοκλήρου, από διαλόγους ανάμεσα στον ερευνητή, σύμβουλο του αρχηγού της αντιπολίτευσης και διάφορα πρόσωπα του πολιτικού χώρου και αυτού των ΜΜΕ, με αφορμή το θάνατο του υπουργού οικονομικών της κυβέρνησης), ο συγγραφέας κρατά τον αναγνώστη σε αγωνία μέχρι και την τελευταία από τις 300 σελίδες του βιβλίου. Ένας αναγνώστης ενήμερος για τα ελληνικά πολιτικά δρώμενα, θα δει την απόλαυσή του να αυξάνει, καθώς πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με “κλειδιά”.

Ένα μυθιστόρημα (που δεν θα χαρακτηρίζαμε αστυνομικό) της Σώτης Τριανταφύλλου, μας οδηγεί στους γεωγραφικούς αντίποδες του Λακόπουλου. Πρόκειται για το Κινέζικα κουτιά. Τέσσερις εποχές του ντετέκτιβ Μαλόουν [ΠΑΤΑΚΗΣ 2006]. Ο ντετέκτιβ Στιούαρτ Μαλόουν, ιδιωτικός αστυνομικός που υποφέρει από κατάθλιψη και αϋπνία, εγκαταλελειμμένος από τη σύντροφό του, προσπαθεί υποτονικά να λύσει το μυστήριο του θανάτου επτά ατόμων στην Κινέζικη Συνοικία, καθώς και εκείνον ενός νέου άνδρα, κυνηγού ελαφιών, στη Νεμπράσκα. Η βοηθός του θα πεθάνει και κανένα από τα μυστήρια δεν θα λυθεί. Αλλά αυτό δεν έχει καμιά σημασία, καθώς η Τριανταφύλλου μας κάνει να βιώσουμε την ατμόσφαιρα της Τσάινατάουν και να αγαπήσουμε τον Μαλόουν, τον ιρλανδό αντιήρωά της.

Παρά τη θεωρητική του προέλευση, το μαθηματικό αστυνομικό μυθιστόρημα του Τεύκρου Μιχαηλίδη, Πυθαγόρεια εγκλήματα (ΠΟΛΙΣ, 2006), τραβά λιγότερο την προσοχή, κυρίως γιατί τα μαθηματικά δεν αποτελούν το επίκεντρο της αστυνομικής ίντριγκας. Η εξέλιξη της σύγχρονης μαθηματικής επιστήμης, έτσι όπως αυτή διακρινόταν στις αρχές του 20ου αιώνα, στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι κυρίως εγκυκλοπαιδικής υφής.

*

Για να συνοψίσουμε αυτήν την πρώτη εκτίμηση του ΝΕΑΜ, μπορούμε να πούμε ότι αυτή η κατηγορία, ήδη σήμερα αρκετά μεγάλη, εμπλουτίζεται και διαφοροποιείται διαρκώς. Είναι αναμφισβήτητο ότι η τριάδα των Αποστολίδη-Μάρκαρη-Μαρτινίδη, έκαστος με τα δικά του χαρακτηριστικά, άνοιξε ένα κεφάλαιο στην νεοελληνική πεζογραφία που οι ιστορικοί της λογοτεχνίας ή της παραλογοτεχνίας, δεν θα έπρεπε να αγνοήσουν. Ο Αποστολίδης γράφει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα παροδικό και με αναφορές στη σύγχρονη ιστορία, ο Μαρτινίδης δημιουργεί στην Ελλάδα το αμφίσημο αστυνομικό και ο Μάρκαρης δωρίζει στην πινακοθήκη των λογοτεχνικών αστυνόμων έναν αξέχαστο έλληνα, τον Χαρίτο, έναν μπάτσο γκρινιάρη, αποτελεσματικό και με χιούμορ.

Εάν θέλαμε να καταδείξουμε σε τι διαφέρει το νέο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα από το παλιό, θα λέγαμε ότι δεν καλλιεργείται εξίσου συστηματικά από όλους τους συγγραφείς. Μερικοί, όπως η Νένη Ευθυμιάδη ή η Σώτη Τριανταφύλλου, κάνουν ένα γρήγορο “πέρασμα” από το είδος, άλλοι -όπως η τριάδα Αποστολίδης-Μάρκαρης-Μαρτινίδης-, δημιουργούν σταδιακά ένα αστυνομικό έπος, με συχνότητα περίπου ενός μυθιστορήματος το χρόνο, επικεντρώνοντας είτε σε έναν αστυνόμο-φετίχ, είτε στον πανεπιστημιακό χώρο της Θεσσαλονίκης ή, γενικώτερα, στην Ελλάδα, από τον Εμφύλιο μέχρι τις μέρες μας. Το νέο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα ενσωματώνει απολύτως τη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας.

Απομακρυνόμενο σαφέστατα από την παραλογοτεχνία, αναμιγνύει αναζητήσεις λογοτεχνικού τύπου, σκιαγραφεί επιδέξια τους χαρακτήρες, δανείζεται δημιουργικά εκφράσεις από τη λαϊκή γλώσσα και την αργκό. Δεν περιορίζεται πλέον στη θεματολογία του Μαρή, την έρευνα γύρω από ένα έγκλημα που έγινε στους κόλπους της ανώτερης αστικής τάξης της δεκαετίας του ’50, αλλά εξαπλώνεται όλο και περισσότερο σε θέματα, χώρους και χρόνο δράσης. Έχουμε ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στο μεσαίωνα, ελληνικό αστυνομικό χωρίς έλληνα αστυνομικό που εκτυλίσσεται στη Ν. Υόρκη ή στην Ιταλία, αστυνομικό αμιγώς πολιτικό. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο αφορά στον ερευνητή, ο οποίος εμπλέκεται όλο και περισσότερο στις υποθέσεις και αποδεικνύεται όλο και λιγότερο ηρωϊκός ή πολιτικά σωστός. Συναντάμε έναν πρώην συνεργάτη της χούντας, έναν καταθλιπτικό ερευνητή, μια πλειάδα παραβατικών αστυνομικών.

Ελπίζω ότι αυτή η σύντομη παρουσίαση μιας παραγωγής για την οποία δεν υπάρχουν εγχειρίδια, σας κίνησε την περιέργεια ώστε να θελήσετε να εξερευνήσετε από μόνοι σας αυτή την “άγνωστη γη” που λέγεται νέο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Με κίνδυνο να φανώ αντιφατικός, θα έλεγα ότι τα καλύτερα από αυτά τα βιβλία δεν προορίζονται να εντυπωσιάσουν την παγκόσμια κριτική, ακόμα κι αν αρχίσουν να την ενδιαφέρουν λίγο. Γράφτηκαν για να διαβαστούν. Και το επιτυγχάνουν θαυμάσια.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Χανός Δημήτρης, 1979, Το αστυνομικό μυθιστόρημα και ο περιοδικός τύπος, Hobby du livre.

Χανός Δημήτρης, 1987, Η λαϊκή λογοτεχνία (Το λαϊκό Μυθιστόρημα), Μάσκα.

Ιωακειμίδου Λητώ, 2005, «Αισθητικά κριτήρια (παρα)λογοτεχνικότητας στο έργο του Γιάννη Μαρή και του Ανδρέα Αποστολίδη: η άρση της αμφισημίας και ο αναγνώστης», Δια-κείμενα 7, Θεσσαλονίκη.

Μαρτινίδης Πέτρος, 1994, Συνηγορία της παραλογοτεχνίας, Υποδομή.

Φιλίππου Φίλιππος, 1998, «Έλληνες συγγραφείς. Συνολική αναφορά σε αυτούς που γοήτευσαν και δημιούργησαν μυθικούς αστυνομικούς και ντετέκτιβ» Αστυνομική λογοτεχνία. Καθημερινή, «Επτά ημέρες», 28 Ιουλίου.

Πρεβελάκη Μάρω, 1992, «Ο φίλος μας Γιάννης Μαρής», La Littérature de l’après-guerre: Thématiques et formes d’écriture, NALCO, σελ. 93-103.

Τonnet Henri, 2005, «Σκέψεις για την εξέλιξη του νεοελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος», Ο λόγος της παρουσίας. Τιμητικός τόμος για τον Παν. Μουλλά, ΣΟΚΟΛΗΣ

Tonnet, Henri 2006, « Réflexions sur l’évolution du roman policier grec » in Autour du roman grec moderne. Sept études, Mésogeios / Méditerranée, 29-30, 2006.

(Πρώτη δημοσίευση στα γαλλικά στο Revue des Études Néo-helléniques, Παρίσι-Αθήνα, N.S. 3, 2007, σελ. 127-145)

****

Σημειώσεις


[i] Η επιρροή της Agatha Christie είναι ιδιαίτερα αισθητή στα διηγήματα της Αθηνάς Κακούρη.

[ii] Από τον Peter Cheney έχει επηρεαστεί ο Νίκος Μαράκης (1904-1973).

[iii] Ο Νίκος Τσιφόρος (1909-1970) εξέδωσε (1979) μία παρωδία κατασκοπευτικού μυθιστορήματος, στο στυλ των περιπετειών του James Bond : Μίλων Φιρίκης. Το κείμενο είχε δημοσιευτεί σε συνέχειες, το 1965, στο περιοδικό Ταχυδρόμος.

[iv] Ο αστυνόμος Μπέκας του Γιάννη Μαρή είναι έκδηλα επηρεασμένος από τον Maigret του Simenon (Πρεβελάκη, 1992, Tonnet, 2006, 117-121).

[v] Ένα κορίτσι στο εδώλιο, χωρίς ημερομηνία έκδοσης, Πεχλιβανίδης.

[vi] Τα 50 μυθιστορήματα του Μαρή είναι πάντα διαθέσιμα (χωρίς ημερομηνία έκδοσης) από τις εκδόσεις «Ατλαντίς» του Πεχλιβανίδη. Από τα πιο χαρακτηριστικά, τα Έγκλημα στο Κολωνάκι (πιθανότατα του 1954), Έγκλημα στα παρασκήνια, Η εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη.

[vii] Τα διηγήματα της Αθηνάς Κακούρη, τα οποία αρχικά εμφανίστηκαν –κατά τη δεκαετία του 60- στο περιοδικό Ταχυδρόμος, είναι σήμερα διαθέσιμα από τις εκδόσεις Εστία: Αλάτι στα φυστίκια και άλλα αστυνομικά διηγήματα, 1974, Έγκλημα της μόδας, 2000, Οι κήποι του διαβόλου, 2001, Η κομμένη κεφαλή, 2001.

[viii] Αυτό δεν είναι πλέον αληθές. ΟΣέργιος Γκάκαςμεταφράστηκε στα γαλλικά, ο Πέτρος Μαρτινίδης στα ισπανικά και ετοιμάζονται μεταφράσεις του Ανδρέα Αποστολίδη και Πέτρου Μαρτινίδη στα γαλλικά (Απρίλιος 2010).

[ix] Όρα το αυτοβιογραφικό του έργο Κατ’ εξακολούθηση, [ΠΑΤΑΚΗΣ, 2005].

[x]Νυχτερινό Δελτίο, σελ. 107

[xi]Νυχτερινό Δελτίο, σελ. 279-280

[xii]Νυχτερινό Δελτίο, σελ. 16

[xiii] Νυχτερινό Δελτίο, σελ. 83.

[xiv] Νυχτερινό Δελτίο, σελ. 23.

[xv] Νυχτερινό Δελτίο, σελ. 132

[xvi] Νυχτερινό Δελτίο, σελ. 11

[xvii] Του ιδίου συγγραφέα και με το ίδιο αποτελεσματικό στυλ Ο μεγάλος θάνατος του Βοτανικού [ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, 2003]

Αναδημοσίευση από το blog της Ε.Λ.Σ.Α.Λ.

crime_and_punishment22

whodoneit1942dvd.jpg
 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 376 other followers

%d bloggers like this: