Αστυνομικό μυθιστόρημα VIIΙ: Νουάρ α λα Ελληνικά

Της Νίνας Κουλετάκη

Ο ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ ΜΠΕΚΑΣ ΖΕΙ. Ο ΜΑΡΗΣ ΕΧΕΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΑ.

«Όλοι είμαστε παιδιά του Γιάννη Μαρή». Αυτή η δήλωση ανήκει στο Φίλιππο Φιλίππου. Ένα από τα μέλη του «κουαρτέτου» που γράφει σύγχρονο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Οι άλλοι είναι ο Ανδρέας Αποστολίδης, ο Πέτρος Μάρκαρης και ο Πέτρος Μαρτινίδης.
· Ο αρχαιότερος και εμπορικότερος όλων είναι ο Πέτρος Μάρκαρης. Τα δύο μυθιστορήματά του, το «Νυχτερινό δελτίο» και η «Άμυνα ζώνης», βρίσκονται στην τέταρτη (10.000 αντίτυπα) και στη δεύτερη έκδοση αντίστοιχα (4.000 αντίτυπα, «ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ») και γνωρίζουν ήδη επιτυχία στο εξωτερικό: κυκλοφορούν σε Γαλλία – το πρώτο έχει «πιάσει» τις 15.000 αντίτυπα – και Γερμανία, ενώ δεν θ’ αργήσουν να τα υποδεχθούν οι Ιταλοί και Ισπανοί αναγνώστες.

Τα βιβλία των άλλων δεν εξαντλούν, συνήθως, την πρώτη έκδοση -περί τα 2.000 αντίτυπα. Ας δούμε, όμως, ποια έχουν εκδοθεί:
· Ανδρέας Αποστολίδης. «Το χαμένο παιχνίδι» (που, αποτελώντας εξαίρεση, κυκλοφορεί σε δεύτερη έκδοση, ήτοι 4.000 αντίτυπα), «Το φάντασμα του μετρό», «Αστυνομικές ιστορίες για πέντε δεκαετίες» (ΑΓΡΑ).
· Πέτρος Μαρτινίδης. «Κατά συρροήν» (ΝΕΦΕΛΗ).
· Φίλιππος Φιλίππου. «Κύκλος θανάτου», «Το χαμόγελο της Τζοκόντας» (ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ), «Το μαύρο γεράκι» και το υπό έκδοσιν «Αντίο Θεσσαλονίκη» (ΠΟΛΙΣ).

Πού βρίσκονται σε σύγκριση με την απήχηση των ξένων αστυνομικών μυθιστορημάτων; Οι εισηγητές του είδους, Κρίστι, Τσάντλερ, Χάμετ επανεκδίδονται τρεις και τέσσερις φορές (6.000-8.000 αντίτυπα), ενώ το όριο των νεότερων, Τζέιμς Ελρόι, Ρουθ Ρέντελ, Όλιβερ Μπανκς είναι οι δυο-τρεις εκδόσεις (4.000-6.000 αντίτυπα).

Τα θέματά τους

· Τα θέματα των Μάρκαρη, Αποστολίδη, Φιλίππου είναι εστιασμένα στη σημερινή Αθήνα, που όλοι γνωρίζουμε: της αστικής μοναξιάς, των μεταναστών, των ανέργων. Μοναδική εξαίρεση ο Πέτρος Μαρτινίδης, του οποίου το μοναδικό μυθιστόρημα έχει ως σκηνικό τη Θεσσαλονίκη.
· Η τρέλα της σημερινής Αθήνας, τα παρασκήνια της δημοσιογραφίας, οι καναλάρχες κι όλος αυτός ο κύκλος των παραγόντων της τηλεόρασης είναι τα θέματα του Πέτρου Μάρκαρη.
· Ο Ανδρέας Αποστολίδης ανιχνεύει το πρόσφατο παρελθόν (τα χρόνια της δικτατορίας στο «Χαμένο παιχνίδι») και ζωγραφίζει τις ιστορίες του με ελληνικό χρώμα. Κυρίαρχο είναι το οικονομικό έγκλημα (ληστεία μιας τράπεζας στο δεύτερο μυθιστόρημά του), το οποίο δεν τιμωρείται, καθώς, πάντα, υπάρχει ένας άτυπος συμβιβασμός νόμου και εγκλήματος.
· Ο Πέτρος Μαρτινίδης αντλεί τη θεματογραφία του από τον πανεπιστημιακό χώρο, στον οποίο άλλωστε διδάσκει, ενώ ο Φίλιππος Φιλίππου χρησιμοποιεί ως πρόσχημα την ιστορία μυστηρίου, για να μιλήσει για τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, τις σεξουαλικές σχέσεις.
· Οι περισσότεροι δεν κρύβουν ότι τους έχουν επηρεάσει τα ξένα πρότυπα του αστυνομικού μυθιστορήματος. Εκτίμηση του Πέτρου Μάρκαρη είναι ότι η ελληνική εκδοχή ακολουθεί τις διεθνείς τάσεις περισσότερο του αμερικανικού και λιγότερο του γαλλικού νουάρ, ενώ λιγοστή είναι η συνεισφορά της αγγλοσαξωνικής σχολής. «Δεν μας ενδιαφέρει το αστυνομικό σταυρόλεξο», λέει χαρακτηριστικά.
· Από την άλλη, ο Ανδρέας Αποστολίδης υποστηρίζει ότι δεν θα βρούμε έντονη επιρροή από τους ξένους: «είναι μια προσπάθεια δημιουργική με ελληνικά δεδομένα», είναι η θέση του.
· Ο Φίλιππος Φιλίππου θεωρεί ότι βρίσκεται εγγύτερα στην τυπολογία του «σκληρού μυθιστορήματος» των Τσάντλερ και Χάμετ. «Πρόθεσή μας δεν είναι να λύσουμε το μυστήριο. Οι ήρωές μας ριψοκινδυνεύουν και ρισκάρουν», επισημαίνει.
· Σύμφωνα με τον Σάμη Γαβριηλίδη, εκδότη του επιτυχημένου εμπορικά Πέτρου Μάρκαρη, «τα μυθιστορήματα των κλασικών μας λογοτεχνών, των Καραγάτση, Τερζάκη, Μυριβίλη, Αθανασιάδη, έχουν σπέρματα αστυνομικού μυθιστορήματος. Υπόδειγμα αστυνομικής πλοκής είναι ο «Κίτρινος φάκελλος» του Μ. Καραγάτση. Στο έργο του Γιάννη Μαρή (ΑΤΛΑΝΤΙΣ), που κατά τη γνώμη μου είναι μεγάλος συγγραφέας, αν αφαιρέσουμε την αστυνομική πλοκή, μαθαίνουμε πολλά για τη μεταπολεμική Ελλάδα. Έτσι, το αστικό μυθιστόρημα δημιουργείται μέσα από το αστυνομικό».

Καλά έργα

Πλάνη, λοιπόν, η πεποίθηση ότι το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα είναι περιθωριακό είδος;
«Απ’ ό,τι φαίνεται, τα τελευταία χρόνια, μια παράδοση, η οποία στο παρελθόν είχε ως διακεκριμένη αιχμή της τον Γιάννη Μαρή, συνεχίζεται με γόνιμους όρους», λέει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου. «Και είναι νομίζω αντιληπτό πλέον ότι η αστυνομική λογοτεχνία πόρρω απέχει από του να αποτελεί μια περιθωριακή «χαμηλή» ή έστω απλώς αδιάφορη γραφή. Όσοι έχουν παρακολουθήσει τα ελληνικά αστυνομικά μυθιστορήματα των τελευταίων ετών, διαβάζοντας παράλληλα αυτό που λέμε καλή λογοτεχνία, θα ξέρουν κιόλας ότι οι αστυνομικοί συγγραφείς δεν ενδιαφέρονται μόνο για την ίντριγκα, αλλά και για τον κόσμο, μέσα στον οποίο τοποθετούν τα πρόσωπα και τη δράση τους, όπως και για την εκφραστική μορφή, μέσω της οποίας τα αποδίδουν. Συναντάμε συχνά ολοκληρωμένους αφηγηματικούς χαρακτήρες και στέρεα ζυγισμένες ψυχολογικές καταστάσεις. Συναντάμε εξάλλου και προχωρημένους νεωτερισμούς, όπως ο συνδυασμός της αστυνομικής λογοτεχνίας με άλλα λογοτεχνικά είδη, όπως η βιογραφία, το κοινωνικό μυθιστόρημα ή το campus novel».

ΟΛΕΘΡΙΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ
Έχει επιγόνους ο Γιάννης Μαρής? Μπορεί να υπάρξει ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα? Ο Αργύρης Παυλιώτης και ο Γιάννης Γαϊτάνος δοκιμάζουν τις βεβαιότητές μας.

Το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού και κατ’ επέκταση των βιβλιοκριτικών και βιβλιοπαρουσιαστών για το ελληνικό αστυνομικό αφήγημα είναι λίαν περιορισμένο. Με δεδομένη λοιπόν την έλλειψη ανταπόκρισης, την καχυποψία και τις άλλες αντικειμενικές δυσκολίες, είναι παρήγορο που εξακολουθούν να γράφονται και κυρίως να εκδίδονται βιβλία με αστυνομική πλοκή, προσδοκώντας την προσοχή των εραστών του είδους, οι οποίοι συνήθως προτιμούν να καταφεύγουν στα έργα καταξιωμένων ξένων συγγραφέων.

Και όμως η ελληνική αστυνομική λογοτεχνία, που άνθισε τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 με εισηγητή και κυριότερο εκπρόσωπο τον Γιάννη Μαρή έχει αρκετά καλά δείγματα στο ενεργητικό της. Προφανέστατα οι σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς έχουν πολλά να προσφέρουν στο μέλλον και είναι ενθαρρυντικό φαινόμενο η αναγνώριση της δουλειάς τους στο εξωτερικό, αν σκεφτούμε ότι το «Νυχτερινό δελτίο» του Πέτρου Μάρκαρη έχει πουλήσει 15.000 αντίτυπα μέσα σε 6 μήνες (θα εκδοθεί και σε σχήμα τσέπης) και ετοιμάζεται η έκδοσή του στα γερμανικά.

Η σημερινή πραγματικότητα της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της επαρχίας, η ιστορία, η πολιτική, οι κοινωνικές αλλαγές, τα ήθη, οι ιδέες αποτελούν τη δεξαμενή από όπου αντλούν την έμπνευσή τους οι ολίγιστοι που καλλιεργούν το είδος. Έχουν πλέον ξεφύγει από τα παρωχημένα πρότυπα της αγγλικής σχολής, σύμφωνα με τα οποία ένα λαγωνικό -ικανός αστυνόμος ή προικισμένος ντετέκτιβ- προσπαθεί να εξιχνιάσει έναν ή περισσότερους φόνους και να παραδώσει το δράστη στη δικαιοσύνη. Επηρεασμένοι από την αμερικανική σχολή, όπως τη διαμόρφωσαν οι Χάμετ και Τσάντλερ, προσεγγίζουν το έγκλημα με διαφορετικούς τρόπους, κάνοντας αναφορές στο κοινωνικό γίγνεσθαι, θίγοντας ποικίλα προβλήματα και θέτοντας παντοειδή ερωτήματα.

Αργύρης Παυλιώτης
Ο «Αρμαγεδών»(ΠΑΤΑΚΗΣ)-(η ηλικία του συγγραφέα δεν αναφέρεται στο βιογραφικό του, μαθαίνουμε όμως πως γεννήθηκε στο Ακραίφνιο της Βοιωτίας και ότι εργάζεται ως καθηγητής Φυσικής), είναι το έβδομο βιβλίο του συγγραφέα. Αν στο προηγούμενο μυθιστόρημά του το «Έγκλημα στον Παρατηρητή» (1997), ο ποινικολόγος Ανδρέας Αναγνώστου αναλαμβάνει να εξιχνιάσει το φόνο του φιλολόγου και βιβλιοκριτικού Κίμωνα Καλυβωκά, εδώ ο ήρωας του Παυλιώτη επιχειρεί να διελευκάνει μια σειρά αλλεπάλληλους φόνους: ενός αρχιμανδρίτη, μιας σόουγούμαν, ενός προπονητή μπάσκετ, μιας τρανσέξουαλ και μερικών άλλων. Ενώ η αστυνομία τα έχει χαμένα, ο ποινικολόγος, ο αμείλικτος διώκτης των παρανόμων -το πεδίον δράσης του είναι πάντα η Θεσσαλονίκη- ξέρει τον άγνωστο δράστη: είναι ένας σίριαλ κίλλερ, ο άντρας που του τηλεφωνεί και τον ενημερώνει κάθε φορά που διαπράττει ένα έγκλημα.
Το μακάβριο παιχνίδι του δολοφόνου -σκοτώνει όχι μόνο για να συσσωρεύσει νεκρούς αλλά και να δημιουργήσει υπόπτους- με τον ποινικολόγο, συνδέεται με τις δέκα εντολές του Θεού προς τον Μωϋσή: τα θύματα τις έχουν παραβεί. Βαθμιαία το παιχνίδι γίνεται ανάμεσα στον συγγραφέα και στους αναγνώστες του καθώς ο Παυλιώτης χρησιμοποιεί πολλά από τα συστατικά στοιχεία της αστυνομικής λογοτεχνίας: αγωνία, ανατροπές, απρόοπτα, μυστήριο. Οι πολιτικές επισημάνσεις στη διάρκεια της αφήγησης είναι συχνές, ενώ στο φόντο του μυθιστορήματος υπάρχουν η αποστολή των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στα κρεματόρια και το Ολοκαύτωμα.

Ωστόσο η λύση που επιλέγει ο συγγραφέας για να εντυπωσιάσει τους αναγνώστες που προσπαθούν να ανακαλύψουν τον δολοφόνο είναι εξωπραγματική και δεν πείθει: σχετίζεται με την επιστημονική φαντασία και συγκεκριμένα με την κλωνοποίηση. Αυτό το στοιχείο επομένως αποτελεί και την αχίλλειο πτέρνα του βιβλίου, αφού ενδεχομένως να απογοητεύσει όλους εκείνους που γνωρίζουν πως η αστυνομική λογοτεχνία είναι απολύτως ρεαλιστική και ότι σ’ αυτήν δεν χωράνε γεγονότα που ανάγονται στη σφαίρα της φαντασίας.

Γιάννης Γαϊτάνος
(Καβάλα, 1946). Μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, σεναριογράφος ταινιών μικρού μήκους. Στο μυθιστόρημα «Στην καρδιά της σιωπής»(ΦΥΤΡΑΚΗΣ), πραγματεύεται ένα διεθνούς ενδιαφέροντος πολιτικό θέμα: την άνοδο του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στην κορυφή της ιεραρχίας της Ε.Σ.Σ.Δ. και την προσπάθεια ορισμένων κύκλων να εμποδίσουν αυτή την προοπτική. Επειδή το ζήτημα έχει συνδεθεί με τη Βουλγαρία, την Πολωνία, την Αλληλεγγύη και την απόπειρα δολοφονίας του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β’ από το μέλος της ακροδεξιάς οργάνωσης Γκρίζοι Λύκοι, Μεχμέτ Αλί Αγκτσά, ο συγγραφέας τοποθετεί τη δράση των ηρώων του στην Κωνσταντινούπολη, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν την Τουρκία κυβερνούσαν οι στρατιωτικοί.

Κεντρικός ήρωας είναι ο μοναχικός δημοσιογράφος, πρώην μέλος ελληνικής αριστερίστικης οργάνωσης από την οποία διεγράφη, Δημήτρης Καπράλος, που στέλνεται σε μια μυστική αποστολή: φαινομενικά για να διεξαγάγει μια έρευνα σχετική με την πολιτική κατάσταση της γείτονος χώρας, στην πραγματικότητα όμως για να παραλάβει ένα σημαντικό ντοκουμέντο σε μορφή μικροφίλμ. Περιπλανώμενος στους δρόμους της πόλης, σε μπαρ, ξενοδοχεία, στις πρώην ελληνικές συνοικίες, στις αποβάθρες, στις γέφυρες του Βοσπόρου, συναντάει ένα σωρό μυστηριώδη πρόσωπα, κυρίως πράκτορες: της CIA, της MIT, της βουλγαρικής ασφάλειας. Η ερωτική σχέση του με μια ωραία γυναίκα, μια πράκτορα με πολλαπλές δραστηριότητες, τον εμπλέκει σε άγνωστης έκβασης περιπέτειες και θέτει τη ζωή του σε κίνδυνο.

Το μυθιστόρημα είναι πολιτικό θρίλερ, είδος εν ανεπαρκεία στην Ελλάδα. Από αυτή την άποψη έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, δεδομένου ότι αναφέρεται σε γνωστά πολιτικά γεγονότα και ανθρώπους που σημάδεψαν τα τέλη του αιώνα. Εν τούτοις, μερικά επεισόδια είναι υπερβολικά και ορισμένες καταστάσεις ακραίες. Έτσι ο αναγνώστης, παρά τη συμπάθειά του προς τον ήρωα -είναι ένας αποτυχημένος της ζωής-, πιθανότατα να σκεφτεί ότι η δράση του ταιριάζει πιο καλά με τον επιτυχημένο πρίγκηπα Μάλκο, το δημιούργημα του Ζεράρ ντε Βιλιέ.

~ από Nina C στο 27/08/2006.

2 Σχόλια to “Αστυνομικό μυθιστόρημα VIIΙ: Νουάρ α λα Ελληνικά”

  1. Σου έχω πει ότι εκτιμώ ιδιαίτερα αυτό το blog;
    Μα να μην ξέρω το Γαϊτάνο…Ντροπή μου!

  2. Νομίζω ότι το προσπαθούν.
    Σε μια χώρα εξόχως μικροαστική, όπου το «ηθικοπλαστικό» μήνυμα μέσα από τη λογοτεχνία πρέπει να είναι προφανές, είναι φωτεινές εξαιρέσεις.
    Και βλέπω ότι γίνονται παραγωγικοί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: