Αδελφοί Χριστοφιλέα: Μπόνι και Κλάιντ α λα ελληνικά I

του Γιάννη Ράγκου

Η δράση των αδελφών Ανδρέα και Κούλας Χριστοφιλέα και της συμμορίας τους (η πολύκροτη «σπείρα Ροκαμβόλ»), τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1920, ίσως σήμερα -80 χρόνια μετά- φαντάζει κάπως «αφελής» και «απλοϊκή». Εντούτοις, εκείνη την εποχή αποτέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα το φόβητρο για τους κατοίκους της Αθήνας και των γύρω περιοχών, αλλά και τον μεγαλύτερο «πονοκέφαλο» των διωκτικών αρχών της πρωτεύουσας, που τους χαρακτήριζαν ως τους Μπόνι και Κλάιντ της Ελλάδας.

Ο Ανδρέας Χριστοφιλέας γεννήθηκε το 1905 στη Μάνη της Πελοποννήσου και η Κούλα το 1912 στην Αθήνα. Ο πατέρας τους Νίκος διατηρούσε μικρό εστιατόριο (καπηλειό) με την επωνυμία «Δροσιά» στην περιοχή των Αμπελοκήπων της Αθήνας (αρχές λεωφόρου Μεσογείων), στο οποίο σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής «εσύχναζον μόνον κακοποιά στοιχεία και γυναίκες της κατωτάτης υποστάθμης», Μετά το θάνατο της γυναίκας του (πέθανε αλκοολική στο νοσοκομείο), ο Ν. Χριστοφιλέας εγκατέλειψε τα παιδιά και συζούσε με μια γυναίκα επί σειρά ετών. Ο Ανδρέας μεγάλωσε στο σπίτι της, παλιάς γνώριμης της οικογένειας, Στέλλας Δημητρίου, ενώ η Κούλα έως τα εφηβικά της χρόνια έζησε σε διάφορα σπίτια ως οικότροφος.

hris1.jpg

Η Κούλα και ο Ανδρέας Χριστοφιλέας (φωτογραφία: αρχείο πρακτορείου «Ηνωμένοι Φωτορεπόρτερ»)

Ενδιαφέροντα στοιχεία για τη ζωή τους, έδωσε η Κούλα στην απολογία της ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πειραιά: «(…) Όταν απέθανε η μάνα μου, εγώ έμεινα με την αδελφή μου. Αυτή με έβαλε να σπουδάσω μοδιστρική. Σ’ ένα χρόνο πέθανε η αδελφή μου και έμεινα με τον πατέρα μου. Όλη την ημέρα ήμουνα στο μοδιστράδικο και το βράδυ επήγαινα εις το μαγαζί του πατέρα μου που ήταν και παλιογυναίκες. Τον αδελφό μου τον Ανδρέα που τον εσπούδαζε η Δημητρίου είχα να τον δω πέντε χρόνια. Όταν, όμως, ο Ανδρέας εσπούδασεν οδοντοτεχνίτης με επήρε από τον πατέρα μου, μ’ έβαλεν οικότροφο σ’ ένα σπίτι και πλήρωνε 1.500 δραχμάς τον μήνα. Ύστερα πήγε στα Τρίκαλα και εξακολουθούσε να στέλνει λεπτά και γράμματα σε μένα, με πήρε δε αργότερα στα Τρίκαλα και με κράτησε κοντά του δύο μήνες. Εγύρισα, όμως, από κει για να εξακολουθήσω να μάθω περισσότερα. Ο Ανδρέας ήλθε πάλι στην Αθήνα και ύστερα έφυγε για την Χαλκίδα και πάλι ξαναγύρισε. Εμέναμε οικότροφοι στης Παρασκευής [Μασουρίδου] (…). Ο Ανδρέας ερχόταν τακτικά και μ’ έπαιρνε περίπατο (…)».

«Ροκαμβόλ»

Το 1926, ο Ανδρέας επηρεασμένος «από τους συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων και τις αστυνομικές ταινίες», όπως είπε αργότερα ο ίδιος, άρχισε να στέλνει με την υπογραφή «Ροκαμβόλ» (το όνομα ήρωα αστυνομικών μυθιστορημάτων περιπέτειας του Γάλλου συγγραφέα PonsonduTerrail, που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή το δεύτερο μισό του 19ου και στις αρχές του 20ου αι.), εκβιαστικές επιστολές προς διαφόρους παραλήπτες, απαιτώντας από αυτούς χρήματα. Γλαφυρή αν και κάπως υπερβολική περιγραφή της δράσης αυτής του Ανδρέα, δίνει σε ενδιαφέρον ρεπορτάζ της η εφημερίδα «Εμπρός» στις 3 Νοεμβρίου 1929: «Το 1926 διέμενεν εις την επί της οδού Ζήνωνος 22 οικίαν της (…) Στέλλας Δημητρίου. Εις την ίδιαν οικίαν διέμενον επίσης έχοντες επινοικιάσει δωμάτια παρά της Δημητρίου οι κ.κ. Παναγ. Φλώρος, βουλευτής, Παναγιώτης Σκαμπής και Παν. Σταυρόπουλος. Εις τον πρώτον ο Χριστοφιλέας είχεν αποστείλει εκβιαστικήν επιστολήν δια της οποίας τον διέτασσεν να του αποστείλη 15 χιλιάδας δραχμάς επί απειλή δολοφονίας. Εις δε τους ετέρους δύο Σκαμπήν και Σταυρόπουλον απέστειλεν επιστολάς δια των οποίων τους διέτασσε αφ’ ενός μεν να του αποστείλουν χρήματα και αφ’ ετέρου να δίδουν ελεημοσύνην εις όλους τους επαίτας τους οποίους θα συνήντων καθ΄ οδόν και να δωρήσουν εις τον Αγ. Κωνσταντίνον όσον ηδύναντο μεγαλύτερα ποσά υπέρ των πτωχών της ενορίας. Τας επιστολάς ταύτας οι ανωτέρω παρέδωσαν εις τον τότε διοικητήν του Γ’ Τμήματος κ. Ντρενάν όστις και ενήργησε σχετική προανάκριση. Αι ανακρίσεις τότε απέβησαν επί ματαίω διότι ο κ. Ντρενάς δεν ηδύνατο ποτέ να υποψιασθή ότι ο ως ‘Ροκαμβόλ’ παρουσιαζόμενος ήτο ο μικρός τότε (…) Ανδρέας Χριστοφιλέας. Την κατάδοσιν εις τας αρχάς πληροφορηθείς ο Ανδρέας (…) και θέλων να τρομοκρατήση τους καταδότας του, εκρύβη μίαν νύχτα εις τινα εκεί πάροδον και ήρχισε να ρίπτη λίθους εις τα παράθυρα των δωματίων του Φλώρου, Σκαμπή και Σταυρόπουλου. Ο Χριστοφιλέας αποφασισμένος όπως παντί σθένει επιτύχη την εκπλήρωσιν των απαιτήσεών του εκ μέρους των ανωτέρω περιέβρεξεν με νέφτι τρία τεμάχια και αφού τα ήναψε τα έριψε εις τον κάτωθεν μέρος της κλίμακος της οικίας Δημητρίου και χωρίς να γίνη από κανένα αντιληπτός εισήλθεν εις το δωμάτιόν του και προσεποιήθη τον κοιμώμενον. Όταν δε προσέτρεξε ο κόσμος και η αστυνομία προς κατάσβεσιν του πυρός ηγέρθη και αυτός δια να βοηθήση τους πυροσβέστας. Το τελευταίον τούτο γεγονός ως ήτο επόμενον προκάλεσε την προσοχήν της αστυνομίας η οποία δεν ήργησε να συλλάβη τον Ανδρέαν ως ύποπτον (…) Παρ’ όλα όμως τα προκύψαντα κατά την προανάκρισιν επιβαρυντικά δια τον Ανδρέαν στοιχεία ούτως ηρνείτο την ενοχήν του. (…) Τέλος, μετά πολύωρον ανάκρισιν ηναγκάσθη να ομολογήση απαγγελθείσης κατ’ αυτού κατηγορίας επί αποπείρα εκβιάσεως και εμπρησμού. Μετά μηνιαίαν προφυλάκισίν του κατώρθωσε να αποφυλακισθή επί εγγυήσει (…)».

hris2.jpg

Ο Ροκαμβόλ (Rocambole) ήρωας του PonsonduTerrail και του… Ανδρέα Χριστοφιλέα

Λίγο καιρό αργότερα, με τον παλιό οικογενειακό γνώριμο Θανάση Ντούνη και την ερωμένη του δεύτερου Άννα οργάνωσαν ένα καινούργιο σχέδιο: η Άννα, η Μασουρίδου και η Κούλα εμφανίζονταν σε διάφορα σπίτια ως υπηρέτριες, χρησιμοποιώντας ψεύτικα ονόματα και μετά από λίγο καιρό, όταν πια είχαν αποκτήσει την εμπιστοσύνη της οικογένειας, έκλεβαν από το σπίτι χρήματα και τιμαλφή και εξαφανίζονταν.

Όμως, το σχέδιο αυτό δεν ικανοποιούσε απολύτως τις φιλοδοξίες του Ανδρέα. «Θα ηχμαλώτιζα τον Γιαννέτσο και με το αυτοκίνητο θα τον μετέφερα μακριά. Από κει θα έστελνα γράμματα στην γυναίκα του και θα της ζητούσα χρήματα», εξομολογήθηκε αργότερα ο ίδιος (εφημερίδα «Πρωία» – 31 Οκτωβρίου 1929). Ο Κ. Γιαννέτσος ήταν ένας πλούσιος επιχειρηματίας που διατηρούσε βουστάσια στην περιοχή των Αμπελοκήπων, απ’ όπου είναι πιθανόν να τον γνώριζε ο Ανδρέας. Με τα χρήματα που θα αποκόμιζε από την απαγωγή του επιχειρηματία, ο Ανδρέας «είχε σκοπόν να αγοράση ένα αυτοκίνητον (…)και να ληστεύη τους επιβάτας του διευθύνων ο ίδιος τούτο και εργαζόμενος εις την πιάτσαν. Επίσης (…) είχεν σκοπόν να διαπράττη με την συμμορίαν του ληστείας, σταματών εις τους δρόμους εκτός των Αθηνών τα διερχόμενα αυτοκίνητα» (εφημερίδα «Πρωία» – 1 Νοεμβρίου 1929).

hris3.jpg

Σκίτσο του Αν. Χριστοφιλέα, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εμπρός» στις 9 Νοεμβρίου 1929

Έτσι, καθώς οι κλοπές σε διάφορα σπίτια συνεχίζονταν, άρχισαν να οργανώνονται και επιθέσεις σε βάρος οδηγών αυτοκινήτων, οι οποίες είχαν ως σκοπό να εξασφαλίσουν αυτοκίνητο για τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Ανδρέα.

Ένα βράδυ του Νοεμβρίου του 1928, η ομάδα Χριστοφιλέα επιβιβάστηκε στο ταξί του «σωφέρ Μπουρνιλάκη (…) έξωθι του κινηματογράφου ‘Αττικού’. Τον διέταξαν να τους μεταφέρη εις τα Σπάτα και όταν έφθασαν έξωθι του χωρίου τούτου τον διέταξαν να τους αφήση το αυτοκίνητο και να απέλθη. Επειδή ο Μπουρνιλάκης έφερεν αντιρρήσεις του επετέθησαν και τον ηνάγκασαν να απομακρυνθή, αφού του εκράτησαν το σακάκι, εις τα θυλάκια του οποίου περιείχοντο 15 δραχμές και του έδωσαν την υπόσχεσιν ότι το αυτοκίνητόν του θα το άφηναν την επόμενην ημέραν εις μίαν ωρισμένην συνοικίαν των Αθηνών. Ο Μπουρνιλάκης εύρε πράγματι την επομένην το αυτοκίνητόν του εγκαταλελειμμένον και άθικτον εις το ορισθέν μέρος. Την ώρα καθ’ ήν του επήραν το αυτοκίνητον και το σακάκι ο Μπουρνιλάκης έφερε μεθ’ εαυτού 150 δραχμάς, τας οποίας δεν του αφήρεσαν» (εφημερίδα «Πρωία» – 2 Νοεμβρίου 1929).

Η δολοφονία του οδηγού

hris4.jpg

Σκίτσο της Κούλας Χριστοφιλέα (εφημερίδα «Πρωία» – 16 Μαΐου 1931)

Το βράδυ της 11ης Ιουλίου 1929, ο Ανδρέας, η Κούλα και ο Φώτης Αναγνωστόπουλος, ο οποίος εμφανιζόταν ως εραστής της δεύτερης, επιβιβάστηκαν στο ταξί του Σταμ. Τσάγκα για να τους πάει σε κάποιο παραλιακό κέντρο, στην περιοχή της Βουλας. Όταν έφτασαν στην παραλία, ο Ανδρέας διέταξε τον Σταμ. Τσάγκα να βγει από το αυτοκίνητο και να απομακρυνθεί, αφήνοντας το αυτοκίνητο σε αυτούς. Ο οδηγός αντέδρασε και προσπάθησε να αμυνθεί βγάζοντας ένα μικρό περίστροφο που είχε μαζί του, όμως ο Ανδρέας πρόλαβε να τον πυροβολήσει πρώτος. Μαζί με τον Φώτη έβγαλαν το πτώμα από το αυτοκίνητο και το έσυραν ως τη θάλασσα. Φοβήθηκαν, ωστόσο, ότι θα γίνονταν αντιληπτοί από τους θαμώνες του κέντρου και το άφησαν στην ακροθαλασσιά, αφαιρώντας προηγουμένως το όπλο του θύματος και 17.000 δρχ. Μετά, με το αυτοκίνητο πήραν τον δρόμο προς το Χαρβάτι (σημερινή Παλλήνη), όπου το εγκατέλειψαν, όταν τελείωσε η βενζίνη. Λίγη ώρα αργότερα «ο συνταγματάρχης κ. Ντόζης, ο Διευθυντής της Εταιρείας ‘Ιφανέτ’ κ. Δασκαλάκης και ο σωφέρ Διπλάρης (…) παρέλαβον από το μέρος όπου ευρέθη εγκαταλελειμμένον το αυτοκίνητον του φονευθέντος και μετέφερον μέχρι της Αγίας Παρασκευής με την υπ’ αριθμόν 690 κάντιλλακ του τρεις επιβάτας -δύο κυρίους και μίαν δεσποινίδα- του μοιραίου εκείνου αυτοκινήτου (…) οι οποίοι ασφαλώς είναι οι δράσται του στυγερού εγκλήματος. (…)» (εφημερίδα «Πρωία» – 17 Ιουλίου 1929).

hris5.jpg

Χαρακτηριστικός τίτλος για τη δολοφονία του Σταμ. Τσάγκα στην εφημερίδα «Πρωία» (14 Ιουλίου 1929)

Μετά την επίθεση αυτή, η φήμη τους μεγάλωσε. Με βάση τις καταθέσεις του Μπουρνιλάκη και κάποιων μαρτύρων στη δολοφονία του Σταμ. Τσάγκα, η Κούλα περιγραφόταν στα ρεπορτάζ των εφημερίδων ως μια «νέα γυναίκα με κόκκινο καπέλο που σκοτώνει», ενώ ταυτόχρονα η δράση της ομάδας παραλληλίστηκε από τον ελληνικό Τύπο (με μια δόση υπερβολής, ασφαλώς) με αυτή των φημισμένων, τότε, Μπόνι Πάρκερ (BonnieParker) και Κλάϊντ Μπάροου (ClydeBarrow), που δρούσαν, την ίδια περίοδο, στις Η.Π.Α.

Περίπου τρεις μήνες αργότερα, η ομάδα Χριστοφιλέα πραγματοποίησε το τελευταίο της κτύπημα. Το απόγευμα της 20ης Οκτωβρίου, ο Ανδρέας, ο Θ. Ντούνης και η Κούλα επιβιβάστηκαν σε ένα ταξί επί της οδού Ακαδημίας στην Αθήνα και ζήτησαν από τον οδηγό Κ. Νικηταρά να τους μεταφέρει στην περιοχή του Αγίου Ανδρέα. Λίγο πριν το αυτοκίνητο φτάσει στον προορισμό του, ο Θ. Ντούνης κτύπησε με ένα λοστό, που έφεραν μαζί τους οι δράστες, τον ανυποψίαστο οδηγό με αποτέλεσμα αυτός να χάσει τις αισθήσεις του, το αυτοκίνητο να παρεκκλίνει της πορείας του και να πέσει σε ένα δέντρο. Από το τράνταγμα ο Κ. Νικηταράς συνήλθε και είδε την Κούλα να τον σημαδεύει με ένα περίστροφο, το οποίο όμως έπαθε αφλογιστία και δεν εκπυρσοκρότησε. Ο Κ. Νικηταράς βρήκε την ευκαιρία να βγει από το αυτοκίνητο και τρέχοντας να απομακρυνθεί. Οι δράστες επιχείρησαν να τον πυροβολήσουν από απόσταση, αλλά ο οδηγός είχε προλάβει να χαθεί στο σκοτάδι. Μετά «ο Νικηταράς κατέφυγεν εις τον Άγιον Ανδρέαν και ανέφερε τα διατρέξαντα στους εκεί ευρισκομένους, οι οποίοι και του επέδεσαν 3 θλαστικά τραύματα τα οποία φέρει ούτος εις το ινιακόν μέρος και εις την βρεγματικήν χώραν. Ακολούθως, ο παθών, συνοδευόμενος υπό δύο φυλάκων, επανήλθεν εις το μέρος που είχεν υποστεί την επίθεσιν και εύρεν το αυτοκίνητό του εγκαταλελειμένον. Τη βοηθεία των φυλάκων το έβγαλε από τον χάνδακα και δι αυτού επέστρεψεν αμέσως εις τας Αθήνας» (εφημερίδα «Πρωία» – 22 Οκτωβρίου 1929).

hris6.gif
O Αθανάσιος Ντούνης

Συνεχίζεται

Advertisements

~ από Nina C στο 26/05/2007.

Ένα Σχόλιο to “Αδελφοί Χριστοφιλέα: Μπόνι και Κλάιντ α λα ελληνικά I”

  1. Απ΄ό,τι διαβάζουμε είχαμε ήδη γίνει Σικάγο στις αρχές του αιώνα, δλδ! 😉 Μπράβο στον κο Ράγκο !

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: