Εγκληματική προσέγγιση του φύλου – Ο δράστης Ι

Της Αλεξάνδρας Ορφανίδου

Δικηγόρου-ΠΜΣ Ποινικών και εγκληματολογικών επιστημών ΔΠΘ

1.Εισαγωγή- Το φύλο ως κοινωνική κατασκευή(1)

Καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών η ζωή των ατόμων επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το φύλο τους. Ωστόσο η διαφοροποίηση μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν διαμορφώνεται τόσο βάση των βιολογικών τους ιδιαιτεροτήτων (σωματική διάπλαση, ορμόνες, γεννητικά όργανα κλπ) αλλά από την εκάστοτε κοινωνική κατασκευή του φύλου τους. Με τον όρο αυτό νοείται η τάση της in concreto κοινωνικής ομάδας να προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό, αν όχι ολοκληρωτικά, το ρόλο, τα δικαιώματα και της υποχρεώσεις κάθε μέλους της ανάλογα με το βιολογικό του φύλο.(2)

Πρωτοπόρος στη μελέτη του λεγόμενου κοινωνικού φύλου (gender, σε αντιδιαστολή με το βιολογικό φύλο- sex), υπήρξε η κοινωνική ανθρωπολόγος Margaret Mead, η οποία, μόλις το 1928, εξετάζοντας τρεις φυλές της Νέας Γουινέας, απέδειξε πως, σε αντίθεση με ό,τι θεωρείται ακόμη και σήμερα ως καθολικά ισχύον δεδομένο, η «ανδρική» ή η «γυναικεία» προσωπικότητα δεν εξαρτάται τόσο από τα βιολογικά χαρακτηριστικά του φύλου του κάθε ατόμου όσο από το πολιτισμικό πρότυπο της ομάδας στην οποία ανήκει.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη μελέτη της Mead, οι δυο πρώτες φυλές, οι Arapesh κι οι Mundugomor, δεν εφαρμόζουν έμφυλο διαχωρισμό ως προς την εκπαίδευση, διαμορφώνοντας μια ενιαία, «άφυλη» προσωπικότητα για όλα τα μέλη των κοινωνιών τους, άνδρες και γυναίκες. Ωστόσο οι Arapesh (όπως και η φυλή Κικούγιου(3) της Κένυας) δίνουν έμφαση στις αρετές της ευγένειας και της πραότητας, ενώ οι Mundugomor, ακολουθώντας πρακτικές παρόμοιες με αυτές της αρχαίας Σπάρτης, στοχεύουν στη δημιουργία επιθετικών και ατρόμητων πολεμιστών. Τέλος η τρίτη φυλή, οι Chambuli, θεωρούν ότι η ανδρική και η γυναικεία προσωπικότητα διαφέρουν και ως εκ τούτου χρήζουν διαφοροποιημένης μεταχείρισης. Συγκεκριμένα, πιστεύουν ότι η γυναίκα είναι δυνατή, τολμηρή κι εξωστρεφής και ότι ρόλος της είναι η καθοδήγηση και η προστασία της οικογένειας και κατ’ επέκτασιν της φυλής ενώ ο άνδρας είναι πιο ευαίσθητος, επιφυλακτικός και κρυψίνους και πρέπει να επιφορτίζεται με τη φροντίδα του νοικοκυριού και με τελετουργικές-αισθητικές δραστηριότητες(4).

Τα συμπεράσματα της έρευνας της Mead αποδείχθηκαν αληθή, καθώς πολυάριθμες μεταγενέστερες μελέτες(5) κατέδειξαν διαφοροποίηση της αντιμετώπισης των δύο φύλων στο χώρο και το χρόνο. Για παράδειγμα η Ernestine Friedl στο βιβλίο της Women and Men(6) παρατηρεί ότι στις πρωτόγονες τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες, όπου απουσιάζει η χρήση βίας στους μηχανισμούς επιβίωσης, «ισχυρό» φύλο θεωρείται το γυναικείο, ενώ η μητριαρχία σταδιακά εξαλείφεται όσο η κοινωνία τείνει να μετατραπεί σε βίαιη-θηρευτική. Η κατά Friedl ταύτιση της βίας με την επικράτηση του ανδρικού φύλου υποστηρίχθηκε και από άλλους μελετητές(7), ωστόσο δεν πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι στα δυο κλασικότερα παραδείγματα μητριαρχικών κοινωνιών, ήτοι στην φυλή των Αμαζόνων και το αφρικανικό Βασίλειο της Δαχομέης, η γυναίκα έχει το ρόλο του ηγέτη- προστάτη- πολέμαρχου, ενώ οι άνδρες θεωρούνται, εν πολλοίς, απλά όργανα αναπαραγωγής.(8 ) Ενδιαφέρον (και έκπληξη) παρουσιάζει τέλος η μελέτη του Gilbert Herdt για την φυλή των Sambia της Νέας Γουινέας, καθώς απαραίτητη προϋπόθεση για να θεωρηθούν τα αγόρια αυτής της φυλής «ώριμοι» άνδρες και, κατά συνέπειαν, να τους δοθεί άδεια να πολεμήσουν και να παντρευτούν, είναι η μύησή τους σε μια πρακτική τελετουργικής ομοφυλοφιλίας που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την πεολειχία και την κατάποση του σπέρματος των μεγαλύτερων ανδρών της φυλής. Μια διαδικασία, καταλήγει ο Herdt, που στις δυτικές κοινωνίες θα αντιμετωπιζόταν με αποστροφή , είναι κατά τους Sambia κάτι συνηθισμένο και καθ’ όλα αποδεκτό, μια «φυσιολογική» μετάβαση από την παιδικότητα στην ενηλικίωση. Επομένως αποδεικνύεται (πάντα κατά τον Herdt) ότι ο ανδρισμός δεν είναι κάτι ομοιόμορφο και δεδομένο, αλλα εξαρτάται από την κοινωνική ομάδα όπως διαμορφώνεται με βάση το χώρο και το χρόνο.(9)

Μολαταύτα, στις περισσότερες σύγχρονες κοινωνίες, είτε «ανεπτυγμένες» είτε «βάρβαρες», το πρότυπο του κοινωνικού φύλου έχει πλέον παγιωθεί. Σύμφωνα με αυτό, ο άνδρας είναι «εκ φύσεως» δυνατός, βίαιος, επιθετικός, εύστροφος, ανεξάρτητος και ικανός για πολύπλοκες εργασίες που απαιτούν λήψη πρωτοβουλιών και ευθυνών. Αντίθετα, η γυναίκα είναι «εκ γενετής» ντροπαλή, αδύναμη, υπάκουη, ευγενική, ελαφρώς αφελής, «γεννημένη» νοικοκυρά και ικανή μόνο για το τρίπτυχο των ρόλων σύζυγος- μητέρα- ερωμένη.(10) Η «θέση» του κάθε φύλου αποτυπώνεται στο άτομο εξ απαλών ονύχων τόσο από την οικογένεια(11), με τη διαφοροποιημένη αντιμετώπιση των παιδιών από τους γονείς ανάλογα με το φύλο τους, όσο και από το εκπαιδευτικό σύστημα. Χαρακτηριστική για το ρόλο του τελευταίου είναι η μελέτη του Φώτη Πολίτη Οι «ανδρικές» ταυτότητες στο σχολείο(12),στην οποία αναλύονται τα συμπεράσματα έρευνας που πραγματοποίησε ο συγγραφέας σε δημοτικό σχολείο της Νότιας Ελλάδας. Από την έρευνα αυτή καταδεικνύεται η πλήρης, και εν πολλοίς άκριτη, αποδοχή από τους μαθητές των «κατάλληλων» για το φύλο τους χαρακτηριστικών, καθώς και η σημαντική συμβολή της συμπεριφοράς των εκπαιδευτικών στην καλλιέργεια στερεοτύπων όπως η «ανδρική υπεροχή», ο μισογυνισμός και η ομοφυλοφοβία.

Τα άτομα που παρεκκλίνουν από το «ρόλο» τους, όπως οι παρενδυτικοί (transvestites), οι διάφυλοι (transsexuals) και οι ομοφυλόφιλοι θεωρούνται παρίες, «αφύσικοι», «ανώμαλοι» και εξοστρακίζονται από τους κόλπους της κοινωνίας όπου ανήκουν, συνήθως ψυχικά (περιφρόνηση, κοροϊδία, ύβρεις κλπ(13)) αλλά σε μερικές περιπτώσεις και σωματικά. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η περίπτωση των διάφυλων «Ανθρώπων-Σκιών» στην Ινδία(14) οι οποίοι ζουν αποκομμένοι από τη «φυσιολογική» κοινωνία (που τους αντιμετωπίζει με αηδία ανάμικτη με φόβο)σε ξεχωριστές γειτονιές τύπου ghetto ενώ, αδυνατώντας να εργαστούν, (θεωρείται μεγάλη ντροπή για έναν εργοδότη να δώσει δουλειά σε μια «Σκιά») επιβιώνουν επιδιδόμενοι σε κλοπές, επαιτεία και «μαγεία».

Τα στερεότυπα που συνοδεύουν το κοινωνικό φύλο αποτυπώνονται και στην καταγραφή της (εμφανούς τουλάχιστον) εγκληματικότητας, καθώς παρατηρούνται ποσοτικές και ποιοτικές διαφοροποιήσεις όσον αφορά στην εγκληματική δραστηριότητα των δύο φύλων. Χαρακτηριστικά, στην Ελλάδα το 2004 επί συνόλου 74188 καταδικών μόλις οι 9123 (ποσοστό 12,3%) αφορούσαν σε γυναίκες(15) ενώ τα περιστατικά γυναικείας εγκληματικότητας επικεντρώνονται ως επί το πλείστον σε συγκεκριμένες κατηγορίες πράξεων όπως οι κλοπές ευτελούς αξίας (ιδίως από καταστήματα), οι εξυβρίσεις και οι παραβάσεις του ΚΟΚ και του νόμου περί εκδιδομένων προσώπων. Παρόμοια ποσοστά προκύπτουν και από στατιστικές άλλων κρατών όπως η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες(16), από τις οποίες προκύπτει ότι η εγκληματική δραστηριότητα των γυναικών, πέρα από τη μικρή της έκταση, σπανίως σχετίζεται με χαρακτηριστικά που απάδουν της θεωρούμενης «γυναικείας» προσωπικότητας, όπως η χρήση βίας, το οργανωμένο σχέδιο δράσης και η σεξουαλική επιθετικότητα.

Στο επόμενο κεφάλαιο της παρούσας θα γίνει μια απόπειρα ερμηνείας του παραπάνω φαινομένου με βάση τις κατά καιρούς διατυπωθείσες θεωρίες (βιολογικές, κοινωνιολογικές, φεμινιστικές)

2. Εγκληματικότητα και φύλο(17)

Ο, όπως προαναφέρθηκε, χαμηλός δείκτης της γυναικείας εγκληματικότητας οδήγησε στο χαρακτηρισμό του φαινομένου αυτού(18 ) ως «ασήμαντου» και στην κατ’ επέκταση περιορισμένη προσπάθεια μελέτης και ερμηνείας του. Πράγματι, μέχρι τη δεκαετία του 1960 (χρονικό σημείο ακμής του φεμινιστικού κινήματος) η ενασχόληση ακόμη και κορυφαίων εγκληματολόγων (Sutherland, Bowker,Cloward και Ohlin κλπ) με τη γυναίκα δράστη είναι σποραδική αν όχι ανύπαρκτη, ενώ οι όποιες απόπειρες αιτιολόγησης του «χάσματος» μεταξύ ανδρικής και γυναικείας εγκληματικής συμπεριφοράς είναι σαφώς επηρεασμένες από τα κατά καιρούς ισχύοντα στερεότυπα.

Η όλη προσπάθεια διερεύνησης και εξήγησης της έμφυλης διάστασης της εγκληματικότητας μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις βασικές κατηγορίες: την βιολογική, την κοινωνιολογική και την φεμινιστική προσέγγιση, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η sui generis θεωρία που διατυπώθηκε από τον Otto Pollak στο Criminality of Women (η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως «Θεωρία της Μαύρης Χήρας»).

2α. Η βιολογική προσέγγιση

2αα. Η κλασική βιολογική θεωρία: Lombroso και Ferrero(19)

To 1895, 19 χρόνια μετά την έκδοση του, κλασικού για τη θετικιστική εγκληματολογία, Luomo delinquente (Ο εγκληματίας άνθρωπος), ο Cesare Lombroso, με τη σύμπραξη του γαμπρού του Giuglielmo Ferrero, κάνει την πρώτη απόπειρα ερμηνείας του φαινομένου της γυναικείας εγκληματικότητας με το βιβλίο La donna delinquente, la prostituta e la donna normale (H γυναίκα εγκληματίας, η πόρνη κι η φυσιολογική γυναίκα). Στο έργο του αυτό ο Lombroso εμμένει στη θεωρία του, που συνδέει την εγκληματογένεση με τον αταβισμό, και υποστηρίζει :

Ø Ότι τα μικρά ποσοστά της γυναικείας εγκληματικότητας οφείλονται εν πολλοίς στη βιολογική «κατωτερότητα» των γυναικών. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι οι γυναίκες έχουν εκ φύσεως λιγότερες και χαμηλότερου επιπέδου πνευματικές ικανότητες από τους άνδρες, καθώς και συμπεριφορά περισσότερο παθητική, χωρίς δυναμισμό. Παράλληλα, ο ρόλος για τον οποίο είναι «γεννημένη» (κατά Lombroso) η γυναίκα, ήτοι αυτός της μητέρας, την προικίζει με χαρακτήρα τρυφερό κι ευαίσθητο(20), γεγονός που την καθιστά λιγότερο ικανή να διαπράξει έγκλημα από έναν άνδρα.

Ø Ότι για το γυναικείο φύλο η μόνη «φυσιολογική» παραβατική συμπεριφορά είναι η πορνεία, η οποία αποτελεί, κατά τους συγγραφείς του βιβλίου, δείγμα ανώμαλης εξέλιξης της γυναικείας προσωπικότητας, χωρίς ωστόσο η πόρνη να αποβάλλει (σε αντίθεση με την «εγκληματία», όπως θα αναλυθεί πιο κάτω) τη θηλυκότητά της.

Ø Ότι οι γυναίκες που διαπράττουν «πραγματικά» (εκτός πορνείας) εγκλήματα παρουσιάζουν, με βάση ανθρωπομετρικές εξετάσεις, ανδροπρεπή χαρακτηριστικά, τόσο σωματικά (πχ έντονη τριχοφυΐα στο πρόσωπο και το σώμα, μικρά μάτια, προτεταμένα μογγολοειδή ζυγωματικά και στενό μέτωπο), όσο και ψυχολογικά (έλλειψη συμπόνιας, αναισθησία, εκδικητικότητα). Σε γενικές γραμμές λοιπόν, η «εγκληματίας γυναίκα», είναι ένα λάθος της φύσης, ένα πλάσμα που έχει απεμπολήσει τη θηλυκότητά του κι έχει υιοθετήσει χαρακτηριστικά παράξενα και αφύσικα για το φύλο του

Η θεωρία των Lombroso και Ferrero, κατεξοχήν ρατσιστική και σεξιστική, έχει τύχει οξύτατης κριτικής (όπως και εν γένει η ανθρωπομετρική-βιολογική προσέγγιση της εγκληματικότητας) και σήμερα θεωρείται, επισήμως τουλάχιστον, ξεπερασμένη. Ωστόσο έχει αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στη θεώρηση της γυναικείας εγκληματικότητας. Όπως εύστοχα παρατηρεί η Allison Morris(21), « ο δρόμος από τον Lombroso ως σήμερα είναι μια εκπληκτική ευθεία».

2αβ. Οι νέο-βιολογικές θεωρίες

2αβi. Cowie, Cowie και Slater: Η γυναικεία εφηβική εγκληματικότητα

Το 1968, περίπου 70 χρόνια μετά τον Lombroso, οι John και Valerie Cowie και ο Elliot Slater, μελετώντας, στο βιβλίο Delinquency in Girls, την γυναικεία εφηβική εγκληματικότητα στη Μεγάλη Βρετανία διατύπωσαν μια θεωρία με προσανατολισμό προδήλως βιολογικό. Σύμφωνα με αυτήν η τάση εγκληματικότητας στα κορίτσια εφηβικής ηλικίας συνδέεται με μια σειρά βιολογικών παραγόντων όπως:

Ø Η διανοητική κατάσταση των γονέων(22)

Ø Ο αριθμός των αδελφών(23) (Σύμφωνα με την έρευνα, οι περισσότερες κοπέλες με τάση παραβατικότητας ήταν τα τελευταία-ή προτελευταία-παιδιά πολύτεκνων οικογενειών)

Ø Η ύπαρξη άλλου παραβατικού ατόμου στην οικογένεια(24)

Ø Η πρώιμη- εκτός γάμου- σεξουαλική δραστηριότητα (κατά τους συγγραφείς η συντριπτική πλειοψηφία των εφήβων παραβάτιδων είναι από πολύ μικρή ηλικία σεξουαλικά ενεργές(25))

Τα αποτελέσματα της έρευνας δεν είναι απόλυτα αξιόπιστα, καθώς παρουσιάζεται μια σειρά τρωτών σημείων:

Ø Η έρευνα διεξήχθη μόνο μεταξύ των εγκλείστων στα διαβόητα(26) Magdalen Houses –ιδρύματα που αποτελούσαν κάτι μεταξύ πτωχοκομείων, κέντρων προστασίας ανηλίκων και σωφρονιστικών καταστημάτων υπό την αιγίδα του καθολικού Τάγματος της Αγίας Μαγδαληνής(27), στα οποία οδηγούνταν έφηβες όχι μόνο όταν διέπρατταν εγκλήματα αλλά και προληπτικά, για να μην εγκληματήσουν, ιδίως όταν ήταν παιδιά παραμελημένα, από φτωχές ή πολύτεκνες οικογένειες ή όταν κάποιο μέλος της οικογένειάς τους είχε ήδη παραβεί τον νόμο. Η πιθανή (σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ανάλογα με την περίπτωση) τέλεση κάποιας εγκληματικής πράξης από τις συγκεκριμένες κοπέλες «βαφτίζεται» από τους συγγραφείς ως «βεβαιωμένη ροπή τους προς το έγκλημα». Η απλοϊκότητα της συγκεκριμένης άποψης είναι προφανής.

Ø Πρέπει επιπλέον να συνεκτιμηθεί ότι την εποχή που δημοσιεύτηκε το βιβλίο (τέλη δεκαετίας του 1960), μεταξύ των συμπεριφορών των ανηλίκων που αντιμετωπίζονταν ποινικά ήταν το σκασιαρχείο από το σχολείο και η «σεξουαλικώς ελευθεριάζουσα συμπεριφορά» (promiscuity(28 ) στην οποία συμπεριλαμβανόταν μια ευρύτατη γκάμα περιπτώσεων, από τις ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις μέχρι και (sic)την τάση για φλερτ. Ωστόσο, όσο «ενοχλητικές» και να είναι οι συγκεκριμένες καταστάσεις, δεν αποτελούν εγκλήματα και η αντιμετώπισή τους ως τέτοια οφείλεται στον πατερναλιστικό χαρακτήρα της θέασης των ανηλίκων από το δίκαιο, καθώς και στην φοβική στάση της κοινωνίας της εποχής απέναντι στη γυναικεία, ιδίως, σεξουαλικότητα.

2αβii. Εμμηνορρυσία κι εγκληματογένεση- Η θεωρία της K. Dalton(29)

Την ίδια περίπου χρονική περίοδο με την θεωρία των Cowie, Cowie και Slater, η Katherina Dalton ξεκίνησε τη διαμόρφωση της δικής της θεωρίας, η οποία συνδέει την έμμηνο ρύση (και το πριν από αυτήν χρονικό διάστημα) με την παρουσία ψυχολογικών και νοητικών διαταραχών και, κατ’ επέκτασιν, με την εκδήλωση εγκληματικής δραστηριότητας. Αφορμή στάθηκε η έρευνα που πραγματοποίησε η συγγραφέας στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 μεταξύ μαθητριών βρετανικών οικοτροφείων, σύμφωνα με την οποία τόσο η συμπεριφορά όσο και οι βαθμοί του 25% των κοριτσιών χειροτέρευαν αισθητά κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσεως ενώ σε ένα ακόμα 25% το ίδιο φαινόμενο παρατηρούνταν την εβδομάδα πριν την εμμηνορρυσία. Την ίδια χρονική περίοδο η Dalton πραγματοποίησε δεύτερη έρευνα, μεταξύ γυναικών καταδίκων αυτή τη φορά, από την οποία προέκυψε ότι συνολικό ποσοστό 48,7% των γυναικών διέπραξε έγκλημα είτε κατά τη διάρκεια της εμμηνορρυσίας τους (ποσοστό 26,3%) είτε πριν από αυτήν.(22,4%)(30) Τέλος, το 1977, η διατύπωση της θεωρίας ολοκληρώθηκε με την παρατήρηση ότι πάνω από το 50% των τροφίμων των ψυχιατρικών κλινικών του Λονδίνου παρουσίαζαν επιδείνωση της συμπεριφορά τους είτε στην αρχή είτε στο τέλος του κύκλου τους.

Η θεωρία της Dalton βρήκε μεγάλη απήχηση και επηρέασε σημαντικά ιδίως την αμερικανική νομολογία, καθώς από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 σε αρκετές περιπτώσεις γυναίκες δράστιδες βίαιων εγκλημάτων αντιμετωπίζονται ευνοϊκότερα, επικαλούμενες διαταραχές της προσωπικότητας λόγω προ- εμμηνορρυσιακής εντάσεως (PMT: Promenstrual tension)(31) ή εμμήνου ρύσεως .Χαρακτηριστικές είναι οι ακόλουθες περιπτώσεις:

Α. Το 1978 η Nicola Owen, κατηγορούμενη για θανατηφόρο εμπρησμό, επικαλέστηκε PMT και αφέθηκε ελεύθερη με αναστολή

Β. Την ίδια αντιμετώπιση είχε το 1980 και η Sandra Craddock, κατηγορούμενη για ανθρωποκτονία με άμεσο δόλο α’ βαθμού (murder). Η κατηγορία μετατράπηκε σε ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο (manslaughter) και η Craddock αφέθηκε ελεύθερη με αναστολή, υπό τον όρο να ακολουθήσει θεραπεία χορήγησης προγεστερόνης (ορμόνης που μειώνει την επιθετικότητα)

Γ. Η πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση ήταν αυτή της Christine English, η οποία το 1982 σκότωσε τον σύντροφό της χτυπώντας τον με το αυτοκίνητό της, Η κατηγορουμένη, μέσω της διαδικασίας του pleabargaining, δήλωσε ένοχη για ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο και επικαλέστηκε ΡΜΤ. Το δικαστήριο έκρινε ότι το έγκλημα διεπράχθη «υπό ιδιάζουσες συνθήκες όσον αφορά στην ψυχική κατάσταση της κατηγορουμένης». Ως αποτέλεσμα, η English απαλλάχθηκε από την κατηγορία και απλά της αφαιρέθηκε το δίπλωμα οδήγησης για δώδεκα μήνες.

Η αλήθεια είναι ότι όντως η έμμηνος ρύση και το προ-εμμηνορρυσιακό σύνδρομο προκαλούν συναισθηματικές και ψυχολογικές αναταραχές μεταξύ των οποίων μπορεί να συμπεριληφθεί η νευρικότητα ή η επιθετική συμπεριφορά. Ωστόσο αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στην ολοκληρωτική αποδοχή της θεωρίας της Dalton για τους ακόλουθους λόγους:

Ø Τα, ούτως ή άλλως, πολυάριθμα συμπτώματα του εμμηνορρυσιακού ή προ-εμμηνορρυσιακού συνδρόμου ποικίλλουν, όχι μόνο από γυναίκα σε γυναίκα, αλλά και από κύκλο σε κύκλο της ίδιας γυναίκας και οι αντίστοιχες μεταβολές της συμπεριφοράς δεν είναι σχεδόν ποτέ ομοιόμορφες (άλλοτε παρατηρείται επιθετικότητα, άλλοτε ραθυμία, άλλοτε ψευδοκατάθλιψη κλπ)

Ø Το γεγονός ότι ένα μεγάλο ποσοστό, τουλάχιστον σύμφωνα με τις έρευνες της Dalton(32), των γυναικών που τελούν εγκλήματα βρίσκονται σε συγκεκριμένη φάση του κύκλου τους, δεν σημαίνει και ότι όλες γενικά οι γυναίκες σε αυτή τη φάση είναι εν δυνάμει εγκληματίες. Εξάλλου, ολόκληρος ο γυναικείος πληθυσμός βιώνει αυτήν την κατάσταση περίπου στη μισή διάρκεια της ζωής του.

Ø Η Dalton, τέλος, διαπράττει ένα σοβαρό σφάλμα θεωρώντας ως δεδομένο ότι ο κύκλος των γυναικών είναι σταθερής διάρκειας 28 ημερών (κάτι που, όπως έχει αποδειχθεί, σπανίως συμβαίνει) και ορίζει αυθαίρετα ως περίοδο εμφάνισης του προ-εμμηνορρυσιακού συνδρόμου τις 4 ημέρες πριν την έναρξη της εμμήνου ρύσεως, γεγονός που επηρεάζει σημαντικά την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων της έρευνάς της.

2αβiii. Οι διαφορές στην εγκληματικότητα των φύλων ως συνισταμένη των ορμονικών διαφορών τους: η θεωρία των Wilson και Hernstein(33)

Το 1985 οι Wilson και Hernstein έκαναν με το βιβλίο Crime and Human Nature την τελευταία ίσως σημαντική απόπειρα αναβίωσης των βιολογικών θεωριών υποστηρίζοντας ότι οι διαφορές στην εγκληματικότητα των δύο φύλων δεν οφείλονται τόσο σε κοινωνικούς ή περιβαλλοντικούς παράγοντες αλλά στην διαφορετικής έντασης επιθετικότητα ανδρών και γυναικών. Η τελευταία, κατά τους συγγραφείς, είναι συνισταμένη των ορμονικών διαφορών των δύο φύλων. Οι άνδρες, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, είναι πιο επιθετικοί και εγκληματούν περισσότερο από τις γυναίκες λόγω της ύπαρξης υψηλών ποσοστών τεστοστερόνης στον οργανισμό τους. Αντίθετα οι γυναίκες, των οποίων τα ποσοστά τεστοστερόνης είναι χαμηλά, είναι λιγότερο επιθετικές και ως εκ τούτου εκδηλώνουν σπανιότερα και σε μικρότερη ένταση εγκληματική συμπεριφορά

Πέραν της πρόδηλης απλοϊκότητας τους, οι απόψεις των Wilson και Hernstein παρουσιάζουν μια σειρά τρωτών σημείων που θα πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη της θεωρίας τους. Συγκεκριμένα:

Ø Όπως προαναφέρθηκε(34), η επιθετικότητα του ενός ή του άλλου φύλου δεν είναι τόσο θέμα ορμονικών διαφορών όσο κυρίως αποτέλεσμα διαδικασίας κοινωνικής ενσωμάτωσης. Με άλλα λόγια, από μικρή ηλικία το αγόρι ή το κορίτσι «μαθαίνει» αν πρέπει να είναι επιθετικό ή όχι, ανάλογα με τις αντιλήψεις της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκει

Ø Τα ποσοστά τεστοστερόνης ποικίλλουν από άνθρωπο σε άνθρωπο, ενώ ακόμα και στον ίδιο οργανισμό μεταβάλλονται διαρκώς, εξαιτίας παραγόντων όπως το άγχος και η υπερένταση

Ø Δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο αν τα αυξημένα ποσοστά τεστοστερόνης είναι το αίτιο ή το αποτέλεσμα της επιθετικότητας, καθώς υπάρχουν αξιόλογες βιολογικές μελέτες που υποστηρίζουν και τις δύο απόψεις

—————–

1. Ενδεικτική βιβλιογραφία: Αποσπόρη, «Εγκληματολογική προσέγγιση του φύλου» στο Κουράκη (επιμ), Έμφυλη Εγκληματικότητα-Ποινική και Εγκληματολογική προσέγγιση του φύλου, Α. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, σελ 30-37, Μπακαλάκη, Ανθρωπολογία, Γυναίκες και φύλο, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1994, Νικολαϊδης, Γυναίκα, Έγκλημα και Κοινωνία στην Κύπρο, ΠΟΙΝΙΚΑ, Α. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, Πολίτης, Οι «ανδρικές» ταυτότητες στο σχολείο, Επίκεντρο, Θεσσαλονικη 2006, Connell, Το κοινωνικό φύλο, μετάφραση Έλενας Κοτσιφού, Επίκεντρο, Θεσσαλονικη 2006, Friedl, Women and Men, New York: Holt, Rinehart and Winston, 1975

2. Αποσπόρη, ως άνω, σελ 31

3. Πηγή: http:// www.focusmag.gr

4. Αποσπόρη, ως άνω, σελ 32-33

5. Μπακαλάκη, ως άνω, σελ 50επ

6. ιδίως σελ 12-32

7. ενδεικτικά Μπακαλάκη, ως άνω, σελ 80-89

8. Νικολαϊδης, ως άνω, σελ 9-10

9. Πολίτης, ως άνω, σελ 82-83

10. Χαρακτηριστικό το «παραμύθι των ροζ και των μπλε μωρών» στον Connell, ως άνω, σελ 185-187

11. Ενδεικτικά Νικολαϊδης, σελ 87-91και Connell, σελ 188-193

12. ιδίως σελ 158επ

13. Ενδεικτικό μόνο το γεγονός ότι συγκεκριμένη, τουρκικής προέλευσης, λέξη που δηλώνει τον ομοφυλόφιλο αποτελεί την βαρύτερη προσβολή που μπορεί να στραφεί κατά άνδρα, ιδίως νεαρού

14. Πηγή: Εκπομπή Ripley’s Believe it or not, προβολή 25.10.2005, TV ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

15. Πηγή: http://www.statistics.gr

16. Yotopoulos-Marangopoulos, The Peculiarities of Female Criminality and their Cases-A Human Rights Perspective, Esperia Publ Co, London, 1992, σελ 39επ

17. ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Αποσπόρη, ως άνω, σελ 38επ, Νικολαϊδης, ως άνω, ΝόβαΚαλτσούνη, «Η εγκληματική δραστηριότητα της γυναίκας», ΕΕΕ, τ.3-4, 1989, σελ 170-186, ΦιδάνηΧατζηγεωργίου, Παιδοκτονία, Δημοσιεύματα Εταιρείας Προστασίας Αποφυλακιζομένων Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονικη, 1965, Yotopoulos-Marangopoulos, ως άνω, Beirne & Messerschmidt, Criminology, Westview, London, 2000, Chesney-Lind & Pasko, The Female Offender: Girls, Women and Crime, London, Sage Publ, 2003, Cowie, Cowie & Slater, Delinquency in girls, Cambridge Studies in Criminology, The Heineman Library of Criminology and Penal Reform, 1971, Daly, Gender, Crime and Punishment, Yale University Press, New Haven and London, 1994, Heidensohn, “Gender and Crime” στο Maguire-Morgan-Reiner, The Oxford Handbook of Criminology, 1994, σελ 997-1039, Morris, Women, Crime and Criminal Justice, Blackwell, London, 1987, Pollak, The Criminality of Women (μέσω της ιστοσελίδας http://www.questia.com), Ramsland, “ Bad Girls-Women who Kill” (μέσω της ιστοσελίδας http://www.crimelibrary.com) , Rosenbaum, “Female Crime and Delinquency” στο Brown-Esbensen-Geis, Criminology, explaining crime and its context, Cincinatti, Ohio, Anderson, 1991

18. από τον Manheim στο Comparative Criminology-αναφέρεται, μεταξύ άλλων, από την Νόβα-Καλτσούνη, ως άνω, σελ 171

19. Αποσπόρη, ως άνω, σελ 39-40, Νόβα-Καλτσούνη, ως άνω, σελ 173, Morris, ως άνω, σελ 41επ, Rosenbaum, ως άνω, σελ 505-507, YotopoulosMarangopoulos,, ως άνω, σελ 82-83

20. Τη θεωρία αυτή φαίνεται να ασπάζεται (70 χρόνια μετά) εν μέρει και η Φιδάνη-Χατζηγεωργίου (Παιδοκτονία, ως άνω, σελ 15 επ) καθώς χαρακτηρίζει τις παιδοκτόνους μητέρες ως ενεργούσες ενάντια στη φύση τους

21. ως άνω, σελ 40

22. ως άνω, σελ 91

23. ως άνω, σελ 117

24. ως άνω, σελ 120

25. ως άνω, σελ 127

26. Κατά καιρούς έχουν γίνει καταγγελίες για πλύση εγκεφάλου, εξευτελισμούς και άσκηση σωματικής βίας κατά των εγκλείστων, κάποιες από τις οποίες μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο από τον Peter Mullan στην βραβευμένη ταινία The Magdalen Sisters του 2003

27. Σημειωτέον ότι ο ,εκ των συγγραφέων, John Cowie, διετέλεσε και διευθυντής ενός τέτοιου ιδρύματος

28. εξαιτίας της οποίας βρέθηκαν έγκλειστες οι περισσότερες από τις κοπέλες- βλ ως άνω, σελ 191 και Morris, ως άνω, σελ 57επ

29. Morris, ως άνω, σελ 46-51

30. Παρόμοια ήταν τα συμπεράσματα της έρευνας των Ellis και Austin στις φυλακές της Βόρειας Καρολίνας το 1971

31. Η ίδια η Dalton, μαζί με τον R. Taylor, σχολίασε θετικά την επίκληση του ισχυρισμού περί ΡΜΤ σε άρθρο που δημοσιεύτηκε το 1983

32. Σε αντίθετη έρευνα του Epps το 1962 στις φυλακές Holloway του Λονδίνου, το ποσοστό ήταν μόλις 14%

33. Αποσπόρη, ως άνω, σελ 43 και Morris, ως άνω, σελ 43-46

34. βλ την παρουσίαση της έρευνας της Margaret Mead στο πρώτο κεφάλαιο της παρούσας

———

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Advertisements

~ από Nina C στο 20/09/2008.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: