Ποιός είναι ο Franz von Liszt

της Δέσποινας Κανελλοπούλου,
Δικηγόρου LL.M., υπ.Διδ. Παν/μίου Μονάχου

Ο Franz von Liszt γεννήθηκε στη Βιέννη στις 2 Μαρτίου 1851 και ήταν εξάδελφος του συνονόματού του συνθέτη, Franz Liszt. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, του Göttingen και της Χαϊδελβέργης και, αφού δίδαξε στα Πανεπιστήμια Graz, Giessen, Marburg και Halle, εκλήθη στο Βερολίνο, στη μεγαλύτερη νομική σχολή της εποχής. Εκτός από το ποινικό δίκαιο και την εγκληματολογία, διέπρεψε και στον τομέα του δημοσίου διεθνούς δικαίου. Ταυτοχρόνως δε με τα παραπάνω, ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική. Ένας αυθεντικός εκπρόσωπος του τύπου του «πολιτικού καθηγητή», έχει επανειλημμένως χαρακτηριστεί ως ο μεγαλύτερος γερμανός νομικός της εποχής του.

Το κλασικό, πλέον, σύγγραμμά του «Εγχειρίδιο του γερμανικού ποινικού δικαίου» („Lehrbuch des Deutschen Strafrechts“) κυκλοφόρησε σε 32 εκδόσεις από το 1871 μέχρι το 1932, ενώ ήταν συνιδρυτής ενός από τα σημαντικότερα μέχρι σήμερα περιοδικά ποινικού δικαίου, του „Zeitschrift für die Gesamte Strafrechtswissenschaft“ (ZStW). Το 1888 ίδρυσε μαζί με τους Prins και van Hamel την Διεθνή Εγκληματολογική Ένωση („Internationale Kriminalistische Vereinigung“), η οποία αφιερώθηκε στη μελέτη του εγκλήματος ως κοινωνικού φαινομένου και την προώθηση μίας θεωρίας της ποινής ως μέσου πρόληψης.

Η θεωρία της ειδικής πρόληψης και το «Μαρβούργειο Πρόγραμμα»

Η πιο ουσιώδης συμβολή του von Liszt στη νομική επιστήμη ήταν αναμφίβολα η θεωρία του περί ειδικής πρόληψης ως σκοπού της ποινής. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, κρατούσες ήταν οι λεγόμενες «ανταποδοτικές» θεωρίες περί ποινής, οι οποίες, βασιζόμενες στη φιλοσοφία του Kant και του Hegel, αντιμετώπιζαν την ποινή ως ανταπόδοση, ή έστω επανόρθωση, του κακού που ο εγκληματίας με την πράξη του είχε προκαλέσει, εισάγοντας έτσι μία μεταφυσική διάσταση στην έννοιά της.

Ο von Liszt, εκπρόσωπος της «κοινωνιολογικής σχολής» του ποινικού δικαίου ή άλλως της «γερμανικής κοινωνιολογικής θετικής σχολής», απεκδύοντας την ποινή από κάθε μεταφύσικό στοιχειο, όρισε ως αντικείμενο της όχι το έγκλημα, αλλά τον εγκληματία. Η θεωρία του διέπεται πλήρως από την έννοια του σκοπού, όπως ξεκάθαρα δηλώνει και ο τίτλος του έργου του “Der Zweckgedanke im Strafrecht“ (ZStW 3, 1883, «Η έννοια του σκοπού στο ποινικό δίκαιο»), ενός έργου που έμεινε γνωστό ως „Marburger Programm“ («Μαρβούργειο Πρόγραμμα») και αποτέλεσε την ακρογωνιαία λίθο της θεωρίας περί ειδικής πρόληψης.

Σύμφωνα με αυτήν, σκοπός της ποινής είναι η αποτροπή του εγκληματία από την τέλεση περαιτέρω αξιόποινων πράξεων και όχι η ανταπόδοση, όπως ισχυρίζονταν οι μέχρι τότε κρατούσες θεωρίες. Η ποινή θα πρέπει, συνεπώς, να τελεί μία από τις παρακάτω τρεις λειτουργίες:

α. Να εξασφαλίζει την κοινωνία μέσω της απομόνωσης του δράστη,

β. Να αποτρέπει τον δράστη από την τέλεση αξιόποινων πράξεων στο μέλλον και

γ. Να βελτιώνει τον δράστη, προστατεύοντας τον από πιθανή υποτροπή.

Κριτήριο για την επιβολή αυστηρότερης ή ηπιότερης ποινής θα πρέπει να είναι η προσωπικότητα του εγκληματία, συγκεκριμένα δε ο βαθμός επικινδυνότητας του όσον αφορά στη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, ο von Liszt κατέληξε στην παρακάτω τριχοτόμηση των τύπων εγκληματία, προτείνοντας ταυτοχρόνως και διαφορετική ποινική αντιμετώπισή τους:

α. «Περιστασιακοί» εγκληματίες: Η κατηγορία αυτή οδηγείται στην τέλεση της πράξης από εξωτερικές περιστάσεις. Κάτω από την επιρροή εξωτερικών παραγόντων, το άτομο προβαίνει σε μία πράξη που δεν συνδέεται με στοιχεία του χαρακτήρα του και για την οποία έπειτα μετανοεί. Η ποινή εδώ θα πρέπει να έχει καθαρά αποτρεπτική λειτουργία για το μέλλον. Ενδείκνυται συνεπώς μία μικρή ποινή κράτησης.

β. «Χρόνιοι» καθ’ έξην εγκληματίες: Η τέλεση αξιόποινων πράξεων στην περίπτωσή τους συνδέεται με βαθύτερα στοιχεία του χαρακτήρα τους, τα οποία μπορεί να συνδέονται με περιβαλλοντικούς παράγοντες, ή όχι. Η κατηγορία αυτή δεν υπόκειται σε αναμόρφωση, ως αβελτίωτη, και άρα για τον συγκεκριμένο τύπο δράστη ενδείκνυται απομόνωση από την κοινωνία υπό τη μορφή κάθειρξης.

γ. «Βελτιώσιμοι» εγκληματίες: Πρόκειται για «δυνάμει» χρόνιους εγκληματίες, στους οποίους όμως τα στοιχεία εκείνα του χαρακτήρα τους που τους ωθούν στην τέλεση αξιόποινων πράξεων δεν έχουν ακόμα κατασταλάξει. Στην περίπτωσή τους η ποινή θα πρέπει να δρα ως αναμορφωτικό μέσο και άρα συνιστάται μία στερητική της ελευθερίας ποινή, συνοδευόμενη από αναμορφωτικά μέτρα, η οποία θα συντείνει στην «επανακοινωνικοποίηση» („Resozialisierung“) ή κοινωνική επανένταξη του δράστη.

Η θεωρία της ειδικής πρόληψης, και πιο συγκεκριμένα η έννοια της Resozialisierung, βρήκε εφαρμογή στην μεταπολεμική μεταρρύθμιση του γερμανικού δικαίου το 1969. Στο άρθρο 46 παρ. 1 εδ. β΄ του γερμανικού Ποινικού Κώδικα φαίνεται ο αντίκτυπός της μέχρι σήμερα: «Θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’όψιν (κατά την επιμέτρηση της ποινής) οι συνέπειες που αναμένεται να έχει η ποινή για την μελλοντική ζωή του δράστη στην κοινωνία.» („Die Wirkungen, die von der Strafe für das künftige Leben des Täters in der Gesellschaft zu erwarten sind, sind zu berücksichtigen“). Το ίδιο αίτημα προκύπτει και από άλλα νομοθετήματα πέραν του Ποινικού Κώδικα, όπως για παράδειγμα το άρθρο 2 StVollzG, στο οποίο ορίζεται ότι «κατά την εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής θα πρέπει να γεννάται για τον κρατούμενο η δυνατότητα να ζήσει στο μέλλον κοινωνικώς υπεύθυνα, απέχοντας από αξιόποινες πράξεις.» („Im Vollzug der Freiheitsstrafe soll der Gefangene fähig werden, künftig in sozialer Verantwortung ein Leben ohne Straftaten zu führen“). Η μεταρρυθμιστική αυτή τάση, που έθεσε στο επίκεντρό της την κοινωνική επανένταξη του δράστη, επηρέασε προς την ίδια κατεύθυνση και την γερμανική νομολογία, με αποτέλεσμα ένα σύστημα ποινικής μεταχείρισης, που βρίσκεται σε αρμονία με την αρχή του κράτους δικαίου και αφήνει πίσω του στείρα σχήματα, όπως εκείνο της αρχής της ανταποδοτικότητας της ποινής.

Το πείραμα του 1901 και η συμβολή του von Liszt στη μελέτη της αξιοπιστίας των αυτοπτών μαρτύρων ως αποδεικτικού μέσου.

Στις 4 Δεκεμβρίου 1901, την ώρα της παράδοσης στο Εγκληματολογικό Σεμινάριο του Βερολίνου, δύο φοιτητές λογομαχούν. Ο πρώτος απειλεί τον άλλο ότι θα τον χτυπήσει, ενώ ο δεύτερος βγάζει ένα περίστροφο από την τσέπη του και σημαδεύει τον συμφοιτητή του στο μέτωπο. Ο καθηγητής von Liszt σπεύδει και χτυπά το χέρι που κρατά το περίστροφο· στο ύψος της καρδιάς, αυτό εκπυρσοκροτεί.

Εκείνη τη στιγμή, οι φοιτητές κατάλαβαν ότι η λογομαχία και όσα ακολούθησαν ήταν σκηνοθετημένα. Επρόκειτο για ένα πείραμα του καθηγητή τους, που σκοπό του είχε να μελετήσει τα προβλήματα που συνδέονται με τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων. Έτσι, 15 από τους φοιτητές κλήθηκαν να καταθέσουν γραπτά ή προφορικά τι ακριβώς είχαν δει εκείνο το πρωι στο αμφιθέατρο, σε απόσταση όχι μεγαλύτερη από μερικά μέτρα· τρεις από αυτούς το ίδιο βράδυ ή την επόμενη μέρα, εννέα μία εβδομάδα μετά και άλλοι τρεις μετά από πέντε εβδομάδες. Κανείς από τους 15 δεν μπόρεσε να θυμηθεί όλες τις λεπτομέρειες, ενώ το ποσοστό λάθους κυμάνθηκε μεταξύ 27 και 80 τοις εκατό. Στους πρωταγωνιστές του επεισοδίου αποδόθηκαν πράξεις και λόγια εξ ολοκλήρου φανταστικά, ενώ παρελείφθησαν ουσιώδη στοιχεία του περιστατικού. Το συμπέρασμα ήταν ότι η ανάσυρση πληροφοριών από τη μνήμη των μαρτύρων παρουσιάζει συχνά αναντιστοιχία προς την πραγματικότητα.

Όπως ήταν λογικό, η απόδειξη της αναξιοπιστίας των μαρτυρικών καταθέσεων οδήγησε σε θυελλώδεις συζητήσεις μεταξύ των νομικών. «Τι απομένει στο σύστημα της ποινικής προστασίας μας, όταν το πιο βέβαιο θεμέλιό της, οι καταθέσεις ουδέτερων αυτοπτών μαρτύρων, καταρρέει κάτω από την επιστημονική έρευνα, όταν υποδαυλίζεται η εμπιστοσύνη στο πιο πολύτιμο αποδεικτικό μας μέσο;», αναρωτήθηκε ο ίδιος ο von Liszt εγκαινιάζοντας έτσι με το πείραμά του έναν ολόκληρο αιώνα συνεχών ερευνών με θέμα την αξιοπιστία των αυτοπτών μαρτύρων.

Επίλογος

Ο αντίκτυπος των απόψεων του von Liszt υπήρξε τεράστιος. Οι εγκληματολογικές του θέσεις επηρέασαν τα ποινικά συστήματα του 20ού αιώνα, με αποτέλεσμα θεσμοί άγνωστοι μέχρι τότε, όπως η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, τα μέτρα ασφαλείας, η έμφαση στην κοινωνική επανένταξη του δράστη και τα ιδιαίτερα μέτρα για τους έφηβους εγκληματίες, να αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα των σύγχρονων νομοθετημάτων. Η πρωτοποριακή του σκέψη άφησε το στίγμα της τόσο στην εποχή του, όσο και στις δεκαετίες που ακολούθησαν, σε ένα κύμα νομοθετικών μεταρρυθμίσεων, που έδωσε στο ποινικό δίκαιο τη μορφή που σήμερα πλέον θεωρείται δεδομένη.

Έργα του:
• Der Zweckgedanke im Strafrecht, Berlin 1882/83
• Das deutsche Reichsstrafrecht, Berlin 1881
• Das Strafrecht der Staaten Europas, Berlin 1884
• Lehrbuch des deutschen Strafrechts, 22. A.,
Berlin 1919
• Das Völkerrecht. Systematisch dargestellt, 11. A., Berlin 1918
• Das Wesen des völkerrechtlichen Staatenverbandes und der Internationale Prisenhof, in: Festgabe der Berliner juristischen Fakultät für Otto von Gierke zum Doktorjubiläum 21. August 1910, Bd. 3,
Breslau 1910 (ND Frankfurt am Main 1969), S. 21 ff.
• Ein mitteleuropäischer Staatenverband als nächstes Ziel der deutschen auswärtigen Politik,
Leipzig 1914
• Nibelungentreue, in: Österreichische Rundschau 42 (1915), S. 87 ff.
• The Reconstruction of International Law, in:
Pennsylvania Law Review 64 (1916), S. 765 ff.
• Vom Staatenverband zur Völkergemeinschaft. Ein Beitrag zur Neuorientierung der Staatenpolitik und des Völkerrechts, München u.
Berlin 1917
• Gewaltfrieden oder Völkerbund. Ein Mahnwort in letzter Stunde, in: NZZ Nr. 1428 v. 27.10.1918, S. 1


Πηγές:
– Albrecht, A., Professor Franz Von Liszt, Journal of the American Institute of Criminal Law and Criminology, vol. 2. No. 2, 1911, pp. 168-170
Ανδρουλάκης
, Ν., Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος Ι, Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2006
– Landecker, W., Criminology in Germany, Journal of Criminal Law and Criminology, vol. 31, No. 5, 1941, pp. 551-575
– Roxin, C., Strafrecht, Allgemeiner Teil, Band I, C.H. Beck, München, 1997
– Schehr, R. C./ Sears, J., Innocence Commissions: Due Process Remedies and Protection for the Innocent, Critical Criminology, vol. 13, 2005, pp. 181-209
– Schmidt-Recla, A./ Steinberg, H., „Da wir köpfen und hängen nicht wollen und deportieren nicht können…“- Über Emil Kraepelins Einfluss auf Franz von Liszt., Der Nervenarzt, 3/2008, pp. 295-304
– Schneider, R., Das Experiment- Mordversuch im Hörsaal, Neue Zürcher Zeitung Folio, 2/2007.
http://www.kriminologie.uni-hamburg.de/wiki/index.php/Franz_v._Liszt
http://www.florian-herrmann.de/voelkerrecht/liszt.html
– NZZ Folio 07/02: Das Experiment – Mordversuch im Hörsaal, von Reto U. Schneider
http://www.nzzfolio.ch/www/d80bd71b-b264-4db4-afd0-277884b93470/showarticle/1a3357d1-b252-458a-9667-1d73d7f890b3.aspx

Αναδημοσίευση από το Όγδοο Τεύχος του The Art Of Crime

~ από Nina C στο 18/10/2008.

3 Σχόλια to “Ποιός είναι ο Franz von Liszt”

  1. Σπουδαίο το έργο του πραγματικά.
    Ιδιοφυές το πείραμα!

  2. @A noble child, ευχαριστώ για την επίσκεψη. Όντως, ο von Listz υπήρξε από τους σημαντικότατους νομικούς/εγκληματολόγους.

  3. Ένας από τους λόγους που πρέπει να υπερηφανευόμαστε για τις ευρωπαϊκές παραδόσεις: η αντιμετώπιση του εγκληματία με σκοπό την αναμόρφωσή του και όχι την κρατική εκδίκηση. Όχι, βέβαια, ότι πάντοτε οι εφαρμοστές του νόμου στα μέρη μας έχουν την ίδια άποψη με τον von Listz.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: