Η πολιτική των νουάρ

Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ

Ποιος είναι ο δολοφόνος; Η εποχή που το αστυνομικό μυθιστόρημα καθοριζόταν αποκλειστικά απ’ το… θεμελιώδες αυτό ερώτημα μοιάζει πια πολύ μακρινή. Το ίδιο κι εκείνη όπου όσο περισσότερο γοήτευαν οι ιστορίες μυστηρίου τις μάζες άλλο τόσο περιφρονούνταν ως δείγματα λαϊκής και εύπεπτης γραφής.

Σήμερα, λάτρεις του είδους και μη, αναγνωρίζουν πως το αστυνομικό μυθιστόρημα έχει εξελιχθεί σ’ έναν ιδιότυπο κοινωνικό σεισμογράφο που, αντί να προσφέρει ταξίδια απόδρασης, μπορεί να κεντρίσει συνειδήσεις. Οι σημερινοί επίγονοι του Σέρλοκ Χολμς παίρνουν σάρκα και οστά από συγγραφείς που κουβαλάνε εμπειρίες όχι μόνο από τη Βρετανία ή τις ΗΠΑ αλλά κι από την Αλγερία, την Τουρκία, το Μεξικό. Άλλοτε σκληροτράχηλοι κι άλλοτε ρομαντικοί, επαγγελματίες ή ερασιτέχνες, οι σύγχρονοι ντετέκτιβ κινούνται στους λαβυρίνθους της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας, βιώνουν στο πετσί τους τους άγραφους νόμους της πολυπλόκαμης διαφθοράς και αναδεικνύουν τα χάσματα του παγκοσμιοποιημένου πλανήτη τοποθετώντας έναν μεγεθυντικό φακό πάνω σε εγκλήματα είτε ατομικά είτε συλλογικά.

*«Ένα λεξικό της διαφθοράς στο Μεξικό σήμερα». Να πώς χαρακτήρισε ο μεξικανός συγγραφέας και ανανεωτής του αστυνομικού μυθιστορήματος Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, το βιβλίο που έγραψε από κοινού με τον υποδιοικητή Μάρκος «Ανήσυχοι νεκροί». Δημοσιευμένο αρχικά σε δώδεκα συνέχειες, από τον Δεκέμβριο του 2004 έως τον Φεβρουάριο του 2005, στην αριστερή εφημερίδα της πατρίδας τους «La Jornada», το αποτέλεσμα αυτής της πρωτότυπης σύμπραξης ενός από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς του ισπανόφωνου κόσμου, που πρόσφατα υπέγραψε και την ογκώδη βιογραφία του Τσε, κι ενός κοινωνικού αγωνιστή ταυτισμένου με την εξέγερση των ιθαγενών στην Τσιάπας, που περισσότερο απ’ τα όπλα εμπιστεύεται τις λέξεις, κυκλοφορεί τώρα και στα ελληνικά χάρη σε μια άλλη σύμπραξη, εκδοτική, της «Αγρας» και του «Κέδρου» (μετ. Β. Κνήτου-Κ. Ηλιόπουλος).
Εγχείρημα βασισμένο σε μια ιδέα του Μανουέλ Βάσκεθ Μονταλμπάν -ο θάνατος του οποίου περιόρισε χωρίς να απαλείψει εντελώς τη συμμετοχή του σ’ αυτό- πραγματοποιήθηκε κάτω από τις πιο αλλόκοτες συνθήκες, με τον Μάρκος και τον Τάιμπο να επικοινωνούν μέσω Διαδικτύου, εξαφανίζοντας τα ηλεκτρονικά τους ίχνη διαρκώς. Τα κεφάλαια με μονό αριθμό αντιστοιχούν στον πρώτο, εκείνα με ζυγό στον δεύτερο. Εν ονόματι του κοινού τους στόχου -την αποτύπωση της σύγχρονης ιστορίας του Μεξικού-, ο Μάρκος επινοεί έναν ερευνητή των Ζαπατίστας, τον Ελίας Κοντρέρας, ο Τάιμπο επαναφέρει στη ζωή έναν παλιό μυθιστορηματικό του ήρωα, τον ανεξάρτητο ντετέκτιβ Εκτορ Μπελασκοαράν Σάιν, και τους «αναθέτουν» τον εντοπισμό ενός κάποιου Μοράλες, κεντρικού προσώπου σε αναρίθμητα εγκλήματα του σκοτεινού κρατικού μηχανισμού…

*Από το Μεξικό καταφθάνει και το μυθιστόρημα του Γκιγέρμο Αριάγα «Μια γλυκιά μυρωδιά θανάτου» (μετ. Κ. Ρούφου, εκδ. «Κέδρος»). Όμως εδώ, ούτε για τον κόσμο που ονειρεύονται οι Ζαπατίστας γίνεται λόγος, ούτε για συνωμοσίες παραστρατιωτικών ομάδων ή για εκτελεστές μαζικών σφαγών. Γνωστός στους κινηματογραφικούς κύκλους από τα σενάριά του για ταινίες όπως οι «Χαμένες αγάπες», «21 γραμμάρια» και «Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα» (βραβείο σεναρίου στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών), ο 48χρονος πανεπιστημιακός και δημοσιογράφος μας μεταφέρει στο Μεξικό των αρχών του 20ού αιώνα -το σημαδεμένο από το έθιμο της αυτοδικίας και το λαθρεμπόριο αλκοόλ και ναρκωτικών- για να παραθέσει το χρονικό ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος, με ηθικούς αυτουργούς τους κατοίκους ενός χωριού.
Όλοι γνωρίζουν πως η πανέμορφη Αδέλα, που ακόμα και το πτώμα της ανέδιδε μια «γλυκιά μυρωδιά από φτηνό λουλουδάτο άρωμα», δεν σχετιζόταν με τον έφηβο που τώρα καλείται να εκδικηθεί για τον χαμό της. Όπως επίσης γνωρίζουν ότι ο Τσιγγάνος που κατηγορείται για τον φόνο δεν έχει σχέση μ’ αυτόν. Όμως η αλήθεια δεν βολεύει κανέναν. Με γρήγορες, κινηματογραφικές εικόνες, η λιτή γραφή του Αριάγα ζωντανεύει μια μικρή, σχεδόν απομονωμένη απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, κοινότητα που λειτουργεί σαν παγίδα θανάτου, πνίγοντας μέσα στις φήμες, τις φαντασιώσεις και τα κουτσομπολιά της το μέλλον των παιδιών της.

*Στο μυθιστόρημα πάντως της Γιασμίνα Χάντρα «Το μερίδιο του νεκρού» (μετ. Γ. Στρίγκος, εκδ. «Καστανιώτης»), που απέσπασε το βραβείο καλύτερου αστυνομικού μυθιστορήματος στη Γαλλία το 2004, η πολιτική και η ιστορία επιστρέφουν δριμύτερες. Είναι πια κοινό μυστικό ότι πίσω από το γυναικείο αυτό ψευδώνυμο βρίσκεται ο αλγερινής καταγωγής και πρώην στρατιωτικός Μοχάμεντ Μουλεσεχούλ, που εγκατέλειψε πατρίδα και καριέρα για ν’ αφοσιωθεί, ελεύθερος, στη συγγραφή.
Η δράση στο «Μερίδιο του νεκρού» τοποθετείται στα 1988, λίγο πριν από το ξέσπασμα του αιματηρού πολέμου που δίχασε τη χώρα και την άνοδο στην εξουσία των φανατικών ισλαμιστών. Αυτή τη φορά, ο οικείος στους αναγνώστες της Χάντρα οξύθυμος αστυνόμος (και συγγραφέας) Μπραΐμ Λομπ αναλαμβάνει εις πείσμα πολλών ισχυρών να εξερευνήσει την πραγματική ταυτότητα ενός κατά συρροήν δολοφόνου που παραδόξως καρπώθηκε προεδρική χάρη, προσπαθώντας παράλληλα ν’ ανακαλύψει τον υπαίτιο του φόνου που έχει άδικα χρεωθεί στον επιπόλαιο νεαρό βοηθό του. Δυό φαινομενικά άσχετες υποθέσεις, που θα φέρουν τον Λομπ αντιμέτωπο με αλλοτινούς πρωταγωνιστές του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα ενάντια στην γαλλική αποικιοκρατία, αγωνιστές που έχουν πια μετεξελιχθεί σε γρανάζια ή πυλώνες ενός διεφθαρμένου και άπληστου συστήματος…

*Αν η Χάντρα επιχειρεί να δείξει κάτω από ποιες συνθήκες παραδόθηκε η Αλγερία στη βία, τον εμφύλιο και τον θρησκευτικό εξτρεμισμό, διαψεύδοντας έτσι τα όνειρα που έθρεφε κάποτε κι ο ίδιος, ο Τζορτζ Πελεκάνος από την Ουάσιγκτον, με ελληνικές ρίζες, στήνει τον καμβά της «Φλεγόμενης πόλης» (μετ. Ν. Ρούσσος, εκδ. «Οξύ»), παίρνοντας επίσης αφορμή από ένα ιστορικό γεγονός: τη δολοφονία του μετριοπαθούς ηγέτη των μαύρων Αμερικανών Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στο Μέμφις, τον Απρίλιο του 1968, και τις ταραχές που ξέσπασαν αμέσως μετά και στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ, ανάμεσα στους εξεγερμένους μαύρους και την αστυνομία.
Ήδη καταξιωμένος μάστορας του νουάρ με κοινωνικό προβληματισμό, ο Πελεκάνος έχει στη «Φλεγόμενη πόλη» για πρωταγωνιστή έναν έγχρωμο αστυνομικό, τον Ντέρεκ Στρέιντζ, έναν άνθρωπο που λειτουργεί ως υπόδειγμα για τους φιλήσυχους κι ως εν δυνάμει εχθρός για τους ασφυκτιώντες ομοφύλους του στα γκέτο, ενώ κι οι λευκοί γύρω του αρνούνται να συμφιλιωθούν με την εξουσία που υποδηλώνει το σήμα του. Ο ελληνοαμερικανός συγγραφέας ζωντανεύει την τεταμένη ατμόσφαιρα εκείνων των ημερών και τις βαρβαρότητες που προέκυψαν ένθεν και ένθεν, καταφέρνοντας ν’ αποφύγει την παγίδα του μανιχαΐσμού. Οι καλοί και οι κακοί δεν ορίζονται από το χρώμα τους αλλά από τις συνθήκες της ζωής τους. Η εγκληματικότητα που προκαλούν ο ρατσισμός, οι οικονομικές ανισότητες ή η διάλυση του οικογενειακού ιστού, λέει με τον τρόπο του ο Πελεκάνος, είναι μια πληγή που απειλεί τους πάντες.

*Το κλίμα που επικρατεί στο «Ξενοδοχείο Βόσπορος» της Εσμαχάν Αϊκόλ από την Τουρκία (μετ. Θ. Ζαράγκαλης, εκδ. «Κριτική»), είναι πιο ανάλαφρο. Αφηγήτρια εδώ είναι μια μοντέρνα σαραντάχρονη Γερμανοεβραία, εγκατεστημένη από επιλογή στην Κωνσταντινούπολη -την πόλη όπου είχαν καταφύγει και οι δικοί της για να γλιτώσουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Χίτλερ- που έχει τα μάτια μονίμως ανοιχτά μήπως και συναντηθεί με τον άντρα της ζωής της και βιοπορίζεται ως ιδιοκτήτρια βιβλιοπωλείου ειδικευμένου στην αστυνομική λογοτεχνία. Μια ηρωίδα που δεν θέλει και πολύ για να υποδυθεί την ντετέκτιβ όταν μια παλιά της συμμαθήτρια και διάσημη τώρα ηθοποιός θεωρείται ύποπτη για τη δολοφονία ενός ατάλαντου, αλλά αναμεμειγμένου με την τούρκικη μαφία, σκηνοθέτη.
Χάρη στη στακάτη και χιουμοριστική της πένα, η Αϊκόλ αποδεικνύεται τόσο ευχάριστη ξεναγός στα σοκάκια της Πόλης, στα παρασκήνια της τοπικής σόου-μπιζ ή στους κύκλους των νεόπλουτων αστών γειτόνων μας, και τόσο διασκεδαστική όταν καταπιάνεται με τα στερεότυπα συμπεριφορών που αναλογούν σε Γερμανούς και Τούρκους, ώστε της συγχωρεί κανείς την αδύναμη πλοκή που στήνει γύρω από ένα έγκλημα ειδεχθές μεν, αλλά που το μυστήριό του έχει από νωρίς πάψει ν’ απασχολεί τον αναγνώστη.

*Οσοι αναζητούν μια γερά σφυρηλατημένη πλοκή, φρενήρη ταχύτητα και απανωτές ανατροπές μπορούν να ποντάρουν στον Καλιφορνέζο Μάικλ Κόνελι. Τον πολυβραβευμένο συγγραφέα έργων όπως «Η σκοτεινή ηχώ» («Κέδρος»), ο «Ποιητής» («Λιβάνης») και μιας ντουζίνας ακόμη, που στα πρόσφατα «Αναπάντητα μηνύματα» (μετ. Γ. Αρβανίτη, εκδ. «Bell») διερευνά, μεταξύ άλλων, τις σχέσεις της επιστήμης με την οικονομία και παραθέτει πραγματολογικό υλικό γύρω από τη νέα γενιά υπολογιστών.

Κι όσοι επιμένουν σε κάτι πιο κλασικό δεν έχουν παρά να προμηθευτούν τα «Απαντα του Σέρλοκ Χολμς» διά χειρός Αρθουρ Κόναν Ντόιλ (μετ. Ε. Μπαρτζινόπουλος, εκδ. «Σύγχρονοι Ορίζοντες»).

Από κει, άλλωστε, ξεκίνησαν όλα.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

7 – 12/02/2006

~ από Nina C στο 20/12/2008.

2 Σχόλια to “Η πολιτική των νουάρ”

  1. μπρρρρ.. ρηγώ αλλά μ’αρέσει το μαύρο τούτο ιστολόγιο..:):)
    χρόνια πολλά καλή χρονιάααα:):)
    (συνεχιστε να μας ανατριάζετε:):))

  2. Του Μάικλ Κόνελι διάβασα τα άπαντά του και με εξαίρεση το The Overlook -που μάλλον γράφτηκε βιαστικά και πρόχειρα- μου άρεσαν όλα. Κόναν Ντόυλ διάβασα αρκετό. Κλασικός, τι άλλο να πει κανείς; Από τους αμερικανούς μου αρέσει ακόμη ο Τζέφρι Ντίβερ και ο Ντέιβιντ Μπαλτάτσι. Τον Πελεκάνο υπολογίζω ν’ αρχίσω να τον διαβάζω μόλις «ξεμπερδέψω» με τους γιαπωνέζους συγγραφείς. Μέρα καλή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: