Το έγκλημα πίσω από την… «Αναπαράσταση» – I

Του Γιάννη Ράγκου

Το 1970, η ταινία «Αναπαράσταση» του Θόδωρου Αγγελόπουλου -η πρώτη μεγάλου μήκους του σκηνοθέτη- σκάει σαν «βόμβα» στην εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή και χαράζει οριστικά τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον παλιό (του παραγωγού) και το νέο (του σκηνοθέτη-δημιουργού) ελληνικό κινηματογράφο. Η ταινία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, ένα έγκλημα που είχε διαπραχθεί δύο χρόνια νωρίτερα σε ένα ηπειρώτικο χωριό και είχε προκαλέσει αίσθηση. Το «Έγκλημα και Τιμωρία» φέρνει στη δημοσιότητα την υπόθεση αυτή, που πέρα από το «εγκληματολογικό» της ενδιαφέρον έμελλε να αλλάξει και τον ρου του… ελληνικού κινηματογράφου.

Απρίλιος 1968. Ένας χρόνος από την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας της «21ης Απριλίου». Πολυνέρι Θεσπρωτίας. Ένα μικρό ορεινό χωριό, μερικά χιλιόμετρα από τα παραθαλάσσιους οικισμούς Πλαταριά και Σύβοτα. Η περιοχή όπου βρίσκεται ο οικισμός του Πολυνερίου κατοικείται από τον 4ο αιώνα π.Χ. (πρόκειται για τον οχυρωμένο οικισμό Κούτσι) και σύμφωνα με τους αρχαιολόγους είναι το μοναδικό παράδειγμα αρχαίου οικισμού στη Θεσπρωτία που εξακολουθεί να κατοικείται έως σήμερα. Το χωριό έχει λιγοστά σπίτια, κάτοικους λιγότερους από 120, κυρίως γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους, καθώς οι περισσότεροι από τους νεότερους άνδρες, που βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία, έχουν μεταναστεύσει στις πόλεις ή στο εξωτερικό.

Άποψη από το κάστρο στο Πολυνέρι

Σ’ αυτό το σκηνικό, στις 15 Απριλίου (Κυριακή των Βαίων) του 1968, η 45χρονη Λαμπρινή Πάντου από το Πολυνέρι φτάνει με τα πόδια στον Σταθμό Χωροφυλακής Πλαταριάς (που απέχει, περίπου, 8 χλμ.) για να προβεί σε μια σοβαρή καταγγελία. Υποστηρίζει πως ο κουνιάδος της Χαρίσης Πάντος 45 ετών, πατέρας τεσσάρων παιδιών, έχει εξαφανιστεί από το χωριό μυστηριωδώς ήδη από τις 5 του μηνός, χωρίς να έχει δώσει σημεία ζωής. Προσθέτει, μάλιστα, πως αν και η γυναίκα του Αγγελική, 40 ετών, επαναλαμβάνει πως έχει αναχωρήσει για τη Γερμανία (όπου ο Χαρ. Πάντος είχε πάει παλιότερα ως μετανάστης), η ίδια δεν το πιστεύει και υποθέτει βάσιμα πως έχει πέσει θύμα δολοφονίας, αφού φημολογείται πως η Αγγελική έχει ερωτικό δεσμό με τον 40χρονο αγροφύλακα και κάτοικο Πολυνερίου, Κώστα Τζώρτζη, παντρεμένο και πατέρα τριών παιδιών.

Ο Χαρίσης Πάντος

Οι αστυνομικοί αρχίζουν αμέσως τις έρευνες. Διαπιστώνεται πως την ημέρα της «εξαφάνισής» του, ο Χαρίσης Πάντος είχε διαμείνει σ’ ένα ξενοδοχείο των Ιωαννίνων και είχε εκδώσει με το όνομά του ένα εισιτήριο υπεραστικού λεωφορείου για την Αθήνα. Επιπλέον, η Αγγελική Πάντου παρουσιάζει στους χωροφύλακες ένα γράμμα του άνδρα της, που είχε σταλεί σ’ αυτήν τις επίμαχες ημερομηνίες από τα Ιωάννινα. Στο γράμμα αυτό, ο Χαρ. Πάντος δήλωνε απερίφραστα πως αναχώρησε από το Πολυνέρι, προκειμένου να επιστρέψει στην Γερμανία.

Οι αξιωματικοί που συμμετέχουν στην έρευνα κλονίζονται˙ δεν έχουν στα χέρια τους κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο σε βάρος της Αγγελικής Πάντου και του Κώστα Τζώρτζη. Μάλιστα, όπως σημείωναν ρεπορτάζ των εφημερίδων, η Αγγελική έλεγε στην Λαμπρινή πως «τον είχες φίλο τον άντρα μου και σου κακοφάνηκε που έφυγε, γι αυτό με κατηγορείς πως τον σκότωσα. Αλλά εγώ θα σε στείλω στο στρατοδικείο που με κατηγορείς».

Η αποκάλυψη

Όμως, η Λαμπρινή επιμένει στις καταγγελίες της. «Ψάξτε, ψάξτε παντού, για όνομα του Θεού, η ψυχή μου το λέει πως τον χαλάσανε. Το έλεγα και στον μακαρίτη πως θα τον φάει η λυσσάρα η γυναίκα του» φέρεται να είπε στους χωροφύλακες, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ των εφημερίδων εκείνης της εποχής. Από τις νέες έρευνες που διενεργούνται προκύπτει πως πράγματι η Αγγ. Πάντου και ο Κ. Τζώρτζης είχαν από μακρού χρόνου ερωτικές σχέσεις, που γνώριζαν οι περισσότεροι κάτοικοι του Πολυνερίου και ίσως και ο ίδιος ο Χαρ. Πάντος!

Περαιτέρω, από τις έρευνες εξακριβώνεται πως:

– λίγες μέρες πριν, ο Χαρ. Πάντος είχε αποσύρει από τον τραπεζικό του λογαριασμό 15.000 δρχ. από τις οποίες τις 13.000 δρχ. είχε δώσει σε κάποιον συγχωριανό του, στον οποίο όφειλε το ποσό. Επομένως, είχε κρατήσει μόνον 2.000 δρχ. για ένα ταξίδι από το Πολυνέρι στην Ηγουμενίτσα και από εκεί στα Ιωάννινα, την Αθήνα και εν τέλει στην Γερμανία.

– από τις υπόλοιπες 30.000 δρχ. που ήταν κατατεθειμένες στην τράπεζα, δεν είχε αποσύρει -όπως συνήθιζε σε παρόμοιες περιπτώσεις- κάποιο επιπλέον ποσό για την οικογένειά του και την οικογένεια του αδελφού του (που είχε πεθάνει και φρόντιζε ο ίδιος), ειδικά αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι πλησίαζαν οι γιορτές του Πάσχα και τα έξοδα των οικογενειών θα ήταν αυξημένα.

– στο δελτίο διανυκτερεύσεων του ξενοδοχείου των Ιωαννίνων, ο Χαρ. Πάντος είχε εμφανιστεί με μια γυναίκα, δηλώνοντας πως ήταν η σύζυγός του. Όμως, στο δελτίο είχε αναφέρει πως αυτή ονομαζόταν Όλγα, αντί του ορθού Αγγελική. Όλγα ονομάζεται η σύζυγος του Κ. Τζώρτζη!

Ο Κώστας Τζώρτζης και η Αγγελική Πάντου

Με τα στοιχεία αυτά, στις 28 Απριλίου, η Αγγελική Πάντου καλείται να παρουσιαστεί στον Σταθμό Χωροφυλακής Πλαταριάς και ο Κ. Τζώρτζης στην Ηγουμενίτσα. Η Αγγελική αρνείται τα πάντα. «Τι να σας πω; Πήρα γράμμα από τα Γιάννενα πως έφυγε για την Γερμανία» ισχυρίζεται, ενώ ο Κων. Τζώρτζης επαναλαμβάνει σταθερά πως «δεν έχω τίποτε το συγκεκριμένο γι αυτή την εξαφάνιση».

Οι άνδρες της χωροφυλακής, όμως, είναι ήδη πεισμένοι για την ενοχή τους. Και αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν την κλασική μέθοδο της «μπλόφας»: ο ταγματάρχης Θεοδωρόπουλος και ο υπομοίραρχος Κοκολάκης επισκέπτονται την Αγγελική και της λένε ότι ο Κ. Τζώρτζης έχει ομολογήσει τα πάντα και μάλιστα κατονομάζει εκείνη ως δολοφόνο. Τότε, η Αγγελική ξεσπά: «Ψέματα! Μαζί τον σκοτώσαμε. Εκείνος τον κράταγε και εγώ τον έπνιξα». Ακολούθως, ανακοινώνουν τα νέα της ομολογίας στον Κ. Τζώρτζη, που δεν αργεί να παραδεχτεί τη συμμετοχή του στη δολοφονία. Ωστόσο, στην αρχή, και οι δύο ισχυρίζονται πως αναγκάστηκαν να σκοτώσουν τον Χαρ. Πάντο ευρισκόμενοι σε άμυνα, καθώς τους βρήκε στο σπίτι μαζί και τους επιτέθηκε με ένα μαχαίρι. Αργότερα, θα ανασκευάσουν αυτόν τον ισχυρισμό τους, αφού τα στοιχεία που προκύπτουν από την προανάκριση, την αυτοψία και την αναπαράσταση του εγκλήματος οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα πως επρόκειτο για προμελετημένο έγκλημα.

Το έγκλημα

Το έγκλημα διαπράχθηκε το απόγευμα της 5ης Απριλίου, στο σπίτι του θύματος. «Τον σκοτώσαμε μέσα στο υπνοδωμάτιο» υποστήριξε η Αγγελική στην απολογία της ενώπιον των αξιωματικών της Χωροφυλακής. «Ο Κώστας τον περίμενε πίσω από την πόρτα. Του έπιασε τα χέρια και εγώ του πέρασα την θηλιά του σκοινιού στον λαιμό του. Τράβηξα με δύναμη, πολύ απότομα, το σκοινί και κρακ έκανε ο λαιμός του και πέθανε. Έπεσε κάτω… Όχι, δεν σπαρτάρισε, τελείωσε αμέσως. Κράτησα λίγο ακόμη το σκοινί. Η ώρα ήταν 5 ή 6 το απόγευμα και εκείνη τη στιγμή ακούσαμε από μακριά τις φωνές των παιδιών μου που επέστρεφαν από το σχολείο. Ανοίξαμε, τότε, την καταπακτή του υπογείου, ρίξαμε μέσα το πτώμα και ξανακλείσαμε. Ο Κώστας έφυγε και εγώ έβαλα στα παιδιά να φάνε και να κοιμηθούν. Τα μεσάνυχτα ξαναγύρισε ο Κώστας, όπως είχαμε συμφωνήσει. Κατεβήκαμε στο υπόγειο, διπλώσαμε το πτώμα με ένα σεντόνι και το ρίξαμε στην αυλή σε ένα λάκκο που τον είχε σκάψει ο ίδιος ο μακαρίτης την προηγουμένη για να βάλουμε ασβέστη. Ο Κώστας κουβάλησε πέτρες και τον τάκωσε, γιατί όπως μου είπε φουσκώνουν καμιά φορά οι πεθαμένοι και το χώμα ανασηκώνεται και βγαίνει η μυρωδιά. Μετά από τις πέτρες ρίξαμε χώμα. Πρωί-πρωί κατέβηκα και εσκάλισα όλον τον κήπο. ‘Θα φυτέψω κρεμμυδάκια’ είπα στα παιδιά σαν ξυπνήσανε. Τους έδωσα ψωμί με λάδι να φάνε και τα έστειλα σχολείο. Φύτεψα εκτός από κρεμμυδάκια και μια κυδωνιά. Εκεί που είναι η κυδωνιά πηγαίνετε και σκάψτε. Από κάτω είναι το κεφάλι του».

Ο μεγαλύτερος γιος του ζεύγους Πάντου δείχνει στους δημοσιογράφους και τους φωτορεπόρτερ την καταπακτή του σπιτιού, όπου οι δράστες του φόνου έριξαν το θύμα

Τη δική του εκδοχή για το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα, έδωσε στην κατάθεσή του ο Κ. Τζώρτζης: «Κατά διαβολική σύμπτωση περνούσα εκείνο το μαύρο απόγευμα έξω από το σπίτι. Οδηγούσα κάτι αδέσποτα ζώα που τα έπιασα να κάνουν αγροζημιές. ‘Έλα στο σπίτι’ μου εφώναξε η Αγγελική και πήγα κοντά της σαν μαγεμένος. Εκείνη τη στιγμή φάνηκε να έρχεται ο Χαρίσης στο μονοπάτι, δίπλα στο παλιό τζαμί που είναι απέναντι από το απομονωμένο, στην άκρη του χωριού, σπίτι του. Τον περιμέναμε και έγινε το μεγάλο κακό. Εκείνη έδεσε την θηλιά και βούτηξε στο λάδι το σκοινί για να γλιστράει και να σφίξη αμέσως. Όταν ο Χαρίσης μπήκε στο δωμάτιο μου μίλησε φιλικά: ‘Εσύ εδώ, ρε Κώστα; Τι γίνεσαι;’ Είχαμε αγαθές σχέσεις με τον Χαρίση. Παίζαμε συχνά κοντσίνα. Εγώ δεν απάντησα. Του άρπαξα τα χέρια και η Αγγελική πήρε τη θηλιά, που είχε τοποθετημένη σ’ ένα καρφί, και την πέρασε στον λαιμό του άνδρα της. Μόλις τελείωσαν όλα, της είπα: ‘Μωρή παλιογυναίκα, πώς βάσταξε η ψυχή σου;’ Και τράβηξα το μαχαίρι μου να την σφάξω. Εκείνη έπεσε στα πόδια μου, μου είπε με κλάματα πως για την αγάπη μας εσκότωσε τον άντρα της και με διαβεβαίωσε ότι έχει τη δύναμη να ‘καθαρίσει’ και κανένας να μην πάρει μυρωδιά. Είχα, πια, μπλέξει σε μια δολοφονία, είχα κατρακυλήσει στον γκρεμό από μια γυναίκα και δεν μου απέμενε παρά να πάρω μέρος στην απόκρυψη του πτώματος. Εκείνη μου πρότεινε να το ρίξουμε σε ένα βάραθρο, σε μια ανεξερεύνητη σπηλιά, που βρίσκεται κοντά στο χωριό. Πήγα και πήρα τα μέτρα του ανοίγματος της σπηλιάς. Μέτρησα δυο πιθαμές και της είπα πως δεν χωράει (σ.σ.: κατ’ άλλες πληροφορίες, τις διαστάσεις της «εισόδου» της σπηλιάς μέτρησε η Αγγελική). Η Αγγελική πρότεινε να τον τεμαχίσουμε, αλλά εγώ αρνήθηκα και τον φυτέψαμε στην αυλή κάτω από τα κρεμμυδάκια και την κυδωνιά».

Πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της εφημερίδας «Η Βραδυνή» στις 30 Απριλίου 1968

Στη συνέχεια, επιχείρησαν να στήσουν το άλλοθί τους, κατασκευάζοντας ψευδή στοιχεία. Στην αρχή, άρχισαν να διαδίδουν στο Πολυνέρι πως ο Χαρ. Πάντος είχε φύγει για τα Ιωάννινα και την Αθήνα προκειμένου να τακτοποιήσει τα χαρτιά του και ακολούθως να μεταβεί εκ νέου στην Γερμανία. Όταν, όμως, κατάλαβαν πως αυτό δεν αρκούσε για να κάμψει τις υποψίες των συγχωριανών τους, πέρασαν στο επόμενο στάδιο του σχεδίου τους. Πήγαν στα Ιωάννινα, απ΄ όπου ταχυδρόμησαν στη διεύθυνση του σπιτιού του θύματος ένα παλιότερο γράμμα του, ώστε να δώσουν την εντύπωση πως είχε γραφτεί εκείνες τις ημέρες. Ο Κ. Τζώρτζης έβγαλε ένα εισιτήριο υπεραστικού λεωφορείου για την Αθήνα με το όνομα Πάντος, ενώ και οι δύο παρουσιάστηκαν σε ξενοδοχείο της πόλης, δηλώνοντας και πάλι το όνομα του θύματός τους (χρησιμοποίησαν το διαβατήριό του), προκειμένου να υπάρχουν ατράνταχτες αποδείξεις της παρουσίας του στην πόλη εκείνο το χρονικό διάστημα. Μόνο που Κ. Τζώρτζης εκ παραδρομής ανέφερε το όνομα της δικής του συζύγου στον ξενοδόχο, αντί γι αυτό της Αγγελικής. Ήταν το μοιραίο σφάλμα τους…

Με βάση τις περιγραφές των δραστών, οι άνδρες της χωροφυλακής εντόπισαν το πτώμα του Χαρ. Πάντου στον κήπο του σπιτιού, θαμμένο σε βάθος ενός μέτρου, κοντά στο παράθυρο του ισογείου υπνοδωματίου του ζευγαριού και των παιδιών. Γύρω από τον λαιμό του ήταν περασμένος ο βρόγχος και ο ιατροδικαστής που τον εξέτασε διαπίστωσε επάλειψη με λιπαρή ουσία, ίχνη της οποία υπήρχαν και στον λαιμό του θύματος.

Συνεχίζεται


Advertisements

~ από Nina C στο 27/02/2010.

7 Σχόλια to “Το έγκλημα πίσω από την… «Αναπαράσταση» – I”

  1. δε γνώριζα ούτε την υπόθεση, ούτε την ταινία του Αγγελόπουλου, αλλά όντως είναι πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία για ταινία. Απ’ αυτά που βλέπεις στο σινεμά και λες «ε δεν γίνονται αυτά! Θα το τράβηξε ο σεναριογράφος παραπάνω». Είμαι περίεργη να δω τι κρύβει η συνέχεια.

  2. «Τον έθαψε κρυφά και γλέντησε με τον εραστή της»: τελικά ορισμένα πράγματα στον Τύπο όλο αλλάζουνε και όλο τα ίδια μένουν

  3. Κι’ εγώ παρατήρησα αυτό που είπε ο προηγούμενος σχολιαστής.
    «… και γλέντησε με τον εραστή της»!
    Σάμπως και μιλάμε για καμιά περιβόητη εταίρα στην αρχαία Ρώμη! 🙂
    Ούτε εγώ τη γνώριζα την ιστορία…
    Πάντως, από χθες που ανακάλυψα το μπλογκ σου, έχω διαβάσει αρκετές από τις αληθινές ιστορίες που διηγείσαι.
    Οι λεπτομέρειες είναι πιστεύω αυτές που δείχνουν την ψυχρότητα του δολοφόνου και είναι και αυτές που δείχνουν ξεκάθαρα ότι δεν ήταν απλά μια «ατυχής στιγμή» στη ζωή του συγκεκριμένου ατόμου.
    Στην περίπτωση αυτή, αυτό που κάνει εντύπωση, είναι ότι σκέφτηκε να βουτήξει το σχοινί στο λάδι για να γλιστράει και να σφίξει πιο εύκολα! Ψυχρότητα και ψυχραιμία όχι μόνο στην πράξη αλλά και στη σκέψη.

  4. Πρωτα απ’ όλα συγχαρητήρια για την έρευνα και τα ρεπορταζ σας!
    Την υπόθεση την γνώριζα από παλιά αφού η καταγωγή μου είναι από
    το Πολυνερι και συγκεκριμένα η μητέρα μου ήταν συμμαθήτρια με κάποιο από τα παιδιά του θύματος.
    Εχω δει και την ταινία από ενδιαφέρον κυρίως για την υπόθεση.
    Αυτό που προκαλεί συχνά εντύπωση είναι ότι γίνονται τέτοια εγκλήματα σε χωριά ή γενικά σε μικρές και κλειστές κοινωνίες.
    Εκείνη την εποχή και παλιότερα οι ανθρωποι ήταν πιο σκληροί και εξοικιωμένοι με τον θάνατο.(σκότωναν μόνοι τους το φαί τους)Πολλά εγκλήματα επίσης γίνονταν με τη μορφή βεντέτας.
    Ανυπομονώ για τη συνέχεια!

  5. Συγκλονιστική υπόθεση.

    Εγώ πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις (ειδικά τις πιο πρόσφατες) αναρωτιέμαι γιατί δεν χωρίζουν να ζήσουν ό,τι θέλουν με τον εραστή/ερωμένη; Γιατί πρέπει να σκοτώσουν ένα άνθρωπο τον πατέρα ή τη μητέρα των παιδιών τους; Δεν μπορώ να το καταλάβω ειλικρινά.

    Ανυπομονώ να μάθω τι έγινε.

  6. […] Προηγούμενο […]

  7. […] Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: