Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής

Του Αντώνη Γκόλτσου

Συντονιστή της Λέσχης Αστυνομικής Λογοτεχνίας του «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ»

Jean Patrick Manchette

(1942-1995)

“Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής” (ΑΓΡΑ) – (1976)

“Le Petit Bleu de la Côte Ouest”

Κλασικά: Η αρχή, με τον Ζωρζ Ζερφώ να τρέχει στον περιφερειακό του Παρισιού, “…είναι δύο και μισή το πρωί,  ίσως τρεις και τέταρτο”, και “…έχει πιει πέντε μπέρμπον 4 Roses. Επίσης, πριν από τρεις ώρες περίπου, ήπιε δύο χάπια ισχυρού βαρβιτουρικού. Το ότι τα ανακάτεψε δεν τον νύσταξε, αντίθετα του προκάλεσε μια τεταμένη ευφορία που κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να μετατραπεί σε οργή ή σε ένα είδος μελαγχολίας, κατά κάποιο τρόπο τσεχοφικής και κυρίως πικρής, που είναι ένα συναίσθημα ούτε πολύ ανδρείο ούτε ενδιαφέρον…” (Σελ. 7), συν “…το γεγονός ότι ο Ζωρζ σκότωσε τουλάχιστον δύο ανθρώπους στη διάρκεια του έτους δεν έχει να κάνει”. Εδώ, λοιπόν, αγαπητέ αναγνώστη, έχεις το κομμάτι το οποίο κάθε εραστής του νεο-πολάρ που σέβεται τον εαυτό του, οφείλει να το ξέρει απ’ έξω. Και πρέπει να το αποτυπώσει στο μυαλό του, γιατί ο Manchette, ναι, αυτός ο αριστεριστής κύριος με τις έμμονες ιδέες, θα επανέλθει. Και γιατί “Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής” είναι ένα σπιράλ που επιστρέφει, ο σκύλος που κυνηγάει την ουρά του, και γιατί δεν ξέρεις αν είσαι στην αρχή του τέλους ή στο τέλος της αρχής.

Κι έπειτα μαθαίνουμε τον ορισμό της αποσύνθεσης, εννοώ τα του κυρίου Έμεριχ υ Έμεριχ, δραπέτη της Δομινικανής ιστορίας Τρουχίλλιο, που προσγειώνεται, υπό καθεστώς διάλυσης, στην εξωτική Γαλλία του Μανιύ-αν-Βεξέν, για να ταμπουρωθεί σε μια αγροικία, στη μέση “χωραφιών που δεν καλλιεργούνταν”, με ένα “Colt Officers Target διαμετρήματος 38 χιλιοστών” πάντα σε απόσταση επαφής, όπως εξάλλου και “…μερικά τεύχη του άσεμνου περιοδικού Playboy”, κοιτάζοντας για χιλιοστή φορά, “…αν όλα τα παράθυρα ήταν καλά κλεισμένα”, που “Πάντα ήταν”, ακολουθούμενος από τη θηλυκή μπουλ-μαστίφ Ελίζαμπεθ, “Την Ελίζαμπεθ”, που ”…ο Ζωρζ Ζερφώ τη σκότωσε κι’ αυτή(Σελ. 19). Κλείσιμο του ματιού για το τέλος του Έμεριχ υ Έμεριχ; Το πράγμα παίρνει αριστερές στροφές, Παρίσι-περιφερειακός-Δομινικανή Δημοκρατία-οι μήνες της εγκατάλειψης στο δάσος, στοιχεία κραυγαλέα άσχετα μεταξύ τους, κλασικός Taibo, …πριν ακόμα ο μεγάλος Μεξικανός αρχίσει να γράφει…

Ο Manchette και η προσοχή στη λεπτομέρεια, γιατί αν οι φράσεις είναι ό,τι το λακωνικότερο και ο λόγος δωρικά ευθύς, δεν σημαίνει ότι όλα είναι στο πιάτο και ότι ο αναγνώστης δεν προσφέρεται στο να παραδοθεί στους μαιάνδρους του Manchette που δείχνουν στον κύκλο, που τείνουν να τον κλείσουν, ή να ξεκινήσουν τον επόμενο, αφού τίποτε δεν εγγυάται ότι ο Ζερφώ, οι Ζερφώ, δεν θα ξανάρχιζε/αν τα ίδια, αν οι συνθήκες το επέτρεπαν, ή το επέβαλλαν, ή το προέτρεπαν, ή το εισηγούνταν, ή, ή, ή…

Κι αν στη “Πρηνή στάση του σκοπευτή”, ο Τερριέ είναι ο επαγγελματίας των συμβολαίων θανάτου, ο Ζερφώ της “Δυτικής Ακτής” είναι ένας όσο-δεν-γίνεται-πιο-μπανάλ υπάλληλος ιδιωτικής εταιρίας “στο μυαλό του οποίου υπάρχει σκοτάδι και σύγχυση, ασαφώς μπορούμε να διακρίνουμε κάποιες αριστερές ιδέες(Σελ. 8). Αλλά, “μπαναλιτέ”, κατά Manchette, δεν σημαίνει, υποχρεωτικά και “συμβιβασμός”. Η σκηνή του τέλους της “Δυτικής Ακτής” θα βρει τον Ζερφώ στον περιφερειακό. Στον περιφερειακό της σκηνής της αρχής. Ο Manchette προς στιγμή καταδικάζει τον Ζερφώ αφού “το μόνο που βρήκε να κάνει είναι να επιστρέψει στο μαντρί(Σελ. 188). Όμως, αμέσως πιο κάτω, το αμφιλεγόμενο: “Και τώρα, κλεισμένος στο μαντρί, περιμένει”. Περιμένει τι; κάτι που να μοιάζει με επανάληψη; κάποια ευκαιρία να ανταλλάξει το μαντρί; και να το ανταλλάξει με τι;

Η υπόθεση απλή. Ο Ζωρζ Ζερφώ οδηγεί στον περιφερειακό του Παρισιού, στο κασετόφωνο μπλουζ της Δυτικής Ακτής (ο Manchette και η ειδωλολατρία του αμερικάνικου νουάρ). Είναι το μοναχικό χόμπι του Ζερφώ. Ένα ατύχημα και ο Ζερφώ σπεύδει (ή, περίπου) να βοηθήσει το θύμα. Θα το οδηγήσει στο νοσοκομείο, από όπου ο ίδιος θα εξαφανιστεί χωρίς να δώσει τα στοιχεία του. Το θύμα θα πεθάνει από τα τραύματά του. Λεπτομέρεια: Τα τραύματα είχαν προκληθεί από …σφαίρες. Ο Ζερφώ θα μπει στο στόχαστρο επαγγελματιών δολοφόνων και θα αποδειχθεί, αυτός ο αδιάφορος οικογενειάρχης και ανώνυμος πωλητής, δύσκολος στόχος, λίγο από τύχη, λίγο από ανικανότητα των διωκτών του. Κι’ έπειτα, έτσι, χωρίς προφανή λόγο (η σφραγίδα Manchette): ”Γύρω στις 20.25 είπε πως θα πήγαινε να πάρει τσιγάρα, και βόλταρε στο Σαιν-Ζωρζ. Νύχτωνε. Ήθελε σχεδόν να εμφανιστούν ξανά οι δύο άντρες και να του επιτεθούν, για να δώσουν έτσι ένα τέλος στην αβεβαιότητά του. Ξαναβρέθηκε στην παραλία. Ένα πούλμαν που πήγαινε στη Ρουαγιάν πέρασε. Ο Ζερφώ το πήρε. Στη Ρουαγιάν βόλταρε κι’ άλλο. Στις 22.00 η ώρα, στο σταθμό της Ρουαγιάν, πήρε το τρένο για το Παρίσι ” (Σελ. 61). Έτσι απλά. Και ο Ζερφώ εξαφανίζεται. Από την οικογένειά του. Και τη δουλειά του. Περίεργος τύπος ο Ζερφώ. Λίγο από όλα. Περισσότερο εραστής από σύζυγος, πατέρας κατά συνθήκη, σίγουρα παθιασμένος των μπλουζ, τρωκτικό εφημερίδων (τα πρωτοσέλιδα, αυστηρά) και περιοδικών, κάποιες ματιές και στον Καστοριάδη (το ισότιμο της λατρείας του “Σκοπευτή” Τερριέ προς την Κάλλας;), πωλητής έναντι μισθού και προμηθείας, αλλά και συγκυριακός εκτελεστής εν ψυχρώ, θα εξαφανιστεί βγαίνοντας για τσιγάρα, για να επιστρέψει, δέκα μήνες μετά, με ένα μονολεκτικό: “Γύρισα(Σελ. 182).

Ο βασικός ήρωας του Manchette ζει στο δικό του κώδωνα. Είναι είτε μόνος με μηδενικό περίγυρο (όρα Τερριέ στον “Σκοπευτή”), είτε μόνος παρότι μέλος ομάδας (μιας οικογένειας, στη περίπτωση του Ζερφώ). Είναι γιατί ο μέγας αγοράφοβος Manchette διαχειρίζεται συγγραφικά τη μοναξιά καλύτερα, αφού την ξέρει καλύτερα; Στο τέλος της “Δυτικής Ακτής”, ο Ζερφώ θα κάνει μία ακόμα επίδειξη κοινωνικής αυτάρκειας: “…Παρ’ όλα αυτά, τα βράδια, του συμβαίνει καμιά φορά να πίνει βαρβιτουρικά, που αντί να τον κοιμίσουν, τον φέρνουν σε μια κατάσταση στενάχωρης διέγερσης και μελαγχολίας. Αυτό το βράδυ, για παράδειγμα, αφού έκανε έρωτα με τη Μπεά, μέτρια, έμεινε ξύπνιος, ενώ εκείνη κοιμήθηκε, και έκατσε στο σαλόνι να ακούσει Λέννι Νίχαουζ και Μπρου Μουρ και Χάμπτον Χόουζ και να πιει κι άλλο 4 Roses. Στην ατζέντα του έγραψε ότι θα μπορούσε να ήταν καλλιτέχνης, ή μάλλον άνθρωπος της δράσης, τυχοδιώκτης, πολεμιστής, κονκισταδόρ, επαναστάτης κι άλλα πράγματα. Μετά ξαναφόρεσε το σακάκι του και κατέβηκε με το ασανσέρ στο γκαράζ του υπογείου. Μπήκε στη Μερσεντές του… και στον εξωτερικό περιφερειακό στο Πορτ ντ’ Ιβρύ. Αυτή τη στιγμή η ώρα είναι 2.30 ή ίσως 3.15 το πρωί και ο Ζερφώ γυρνάει  γύρω από το Παρίσι με 145 χιλιόμετρα την ώρα ακούγοντας μουσική West Coast, κυρίως μπλουζ, από το κασετόφωνο (Σελ. 188). Ο Ζερφώ θα μπορούσε, θα “έπρεπε”, να είναι ένας ήρωας. Εξάλλου τα καταφέρνει με τους επαγγελματίες δολοφόνους και, επί πλέον, εκτελεί ένα βδέλυγμα. Για ένα “μεσαίο στέλεχος σε μια εταιρία” και παροπλισμένο αριστεριστή είναι ήδη πολλά. Όμως, η περιγραφή που του επιφυλάσσει ο Manchette, “ειρωνική, απόμακρη, ξερή, αντικατοπτρισμός των Αμερικανών μαιτρ των ετών ’20 και ‘30” απομυθοποιεί τον κάθε άθλο, ισοπεδώνει τον ήρωα, βάζει την περιπέτεια που βίωσε στον ίδιο κοινότοπο παρονομαστή με τη ζωή του πωλητή-συζύγου-πατέρα. Κάποιοι αναλυτές του Manchette φθάνουν να εισηγούνται ότι ο Ζερφώ τρέχοντας στον περιφερειακό -αίμα έμπλεο βαρβιτουρικών και αλκοόλ- πιθανόν και να φαντάζεται ό,τι προηγήθηκε… Η σύντομη, περίεργη φράση του τέλους… “…Κάποτε, υπό ασαφείς περιστάσεις, έζησε μια έντονη και αιματηρή περιπέτεια…” (Σελ. 188).

Αλλά ο Manchette επιμελείται ιδιαίτερα και τους δευτερεύοντες χαρακτήρες του: “Μπεά: Μπεατρίς Ζερφώ, το γένος Σαγκαρνιέ, από το Μπορντώ και την Αλσατία, ρίζες καθολικές και προτεσταντικές, αστικές και αστικές… Γυναίκα-άλογο, επιβλητική και τρομακτική, κορμοστασιά σαγηνευτική και ψηλή…(Σελ. 27), οι προδιαγραφές για έναν πρωταγωνιστικό ρόλο. Όμως ο Manchette, κατά πάγια νουάρ μισογυνική πρακτική, θα περιορίσει τη Μπεά -ίσως όχι στο βαθμό που ο Hammett επιφυλάσσει στις γυναίκες του- σε ρόλο διακοσμητικό και κατά κανόνα παθητικό. Εδώ, σε αναντιστοιχία με τις εκρηκτικές γυναίκες του “Σκοπευτή”, που, όμως, μοιράζονται, όπως και η Μπεά, δευτεραγωνιστικούς  ρόλους. Έτσι και με τους επίδοξους δολοφόνους του Ζερφώ. Εδώ, δεν έχουμε τις οπερετικές φιγούρες του δον Ιμπραήμ, του Ποτρ και της Νίνια, στο “Αίνιγμα της Σεβίλλης” του Reverte. Το δίδυμο Κάρλο-Μπαστιάν διαθέτει ένα βιογραφικό μακράς διαδρομής στο αντικείμενο, το οπλοστάσιό τους θα ήταν ικανό να σταματήσει ένα τάγμα (η αείδια οπλολαγνεία του Manchette) και ο τρόπος εφαρμογής των εντολών που έχουν δείχνει τον αποτελεσματικό σαδιστή που κρύβουν. Ένα ζευγάρι που παντρεύει τη ζωώδη δύναμη και την αμορφωσιά με την όσμωση εν όπλοις. Από τις κορυφαίες στιγμές της “Δυτικής Ακτής”, ο ενταφιασμός των ”αναμνηστικών” του Μπαστιάν και ο συνακόλουθος επικήδειος: “Αφού δεν μπορούσε να θάψει τον ίδιο τον Μπαστιάν, όπως θα ήθελε, είχε βγάλει τα προσωπικά του αντικείμενα από το μεταλλικό του κιβώτιο και τα έθαψε, το νάιλον νήμα, το νεσεσέρ, τα ρούχα. Η θέα της αλλαξιάς του Μπαστιάν, το χακί σλιπ, τον συγκίνησε τόσο που έβαλε τα κλάματα…Μετά έψαξε να βρει τα λόγια που θα έλεγε σαν επιτάφιο, πάνω από τον ψευτοτάφο. Δεν θυμόταν άλλη προσευχή από το Πάτερ ημών. Στο πίσω κάθισμα βρήκε ένα τεύχος του Spiderman, του ανθρώπου-αράχνη…Γύρισε στο μνήμα, άνοιξε το περιοδικό και άρχισε να διαβάζει με κατάνυξη το κείμενο του εσωφύλλου που είναι πάντα το ίδιο και υπάρχει στην αρχή σε όλες τις περιπέτειες του Σπάιντερμαν(Σελ. 105). Ο Manchette και η αίσθηση του παράδοξου στην κομψότερη εκδοχή της…

“Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής” είναι ο πρόλογος του “Σκοπευτή” και προετοιμάζει για μία γραφή όλο και περισσότερο “γυμνή”. Με οδηγό τον Manchette, θα πήγαινες, σίγουρα, από τον συντομότερο δρόμο, κι αν τα τετραγωνικά του το επέτρεπαν, θα έκοβε δρόμο και από την κουζίνα… (δείγμα, η “σκηνή” του “έρωτα” (Σελ. 32), προκλητική επιτομή της αφαίρεσης…). Όμως η θέση του Manchette είναι σαφής και έντιμη: “…Αντίθετα, παρατηρώ ένα άλλο φαινόμενο που μου φαίνεται πως είναι ενδιαφέρον, παρ’ όλο που δεν με διεγείρει. Μιλάω για τη στιλιστική «μόλυνση» του αστυνομικού από τη «σοβαρή» λογοτεχνία, την εισαγωγή του ενός μέσα στο άλλο. Για παράδειγμα, ο Vautrin …όποτε χρειαστεί, γράφει σαν τον Céline… Δεν είναι το στυλ μου, αλλά είναι ενδιαφέρον… (Σελ. 193 – Απόσπασμα από μία συνέντευξη του J. P. Manchette στο περιοδικό “Polar)”.

Στην επιλογή μεταξύ του “έντεχνου” και της χωρίς ωραιοποίηση απεικόνισης του “κοινωνικού”, η προτίμηση του Manchette είναι επίσης προφανής. Και αυτή έρχεται σε στιγμές ανύποπτες. Ο λόγος για τους Πορτογάλους ξυλοκόπους: “Βρίσκονταν παράνομα στη Γαλλία, δεν είχαν κανενός είδους κοινωνική ασφάλιση και έπαιρναν κάτι παραπάνω από το μισό του βασικού για μια δουλειά εξήντα με εβδομήντα ώρες την εβδομάδα (Σελ. 110). Αν άλλαξε κάτι, τριάντα τόσα χρόνια μετά τις στιγμές που πρωτογράφονταν οι γραμμές αυτές, δεν είναι παρά η εθνικότητα των δούλων… Ένα κοινωνικό μήνυμα δεν είναι το τελευταίο που θα περίμενες από τον Manchette. Η “δομινικανός” του περίπλους (Σελ. 9-15) δεν θα είχε λόγο να έχει αυτήν την έκταση, αν δεν ήταν για το “μήνυμα”.

Συμπαγές ”Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής”. Φαντάζεται κανείς τον Manchette, να χτυπάει τα πλήκτρα της γραφομηχανής του, λευκό νέφος καπνού μόνιμο σκέπαστρο, να υπόσχεται στον εαυτό του ότι με το τέλος αυτής της παραγράφου, άντε της επόμενης, άντε την μεθεπόμενης σελίδας, θα έβγαινε μέχρι τη γωνία του δρόμου, άντε μέχρι το πλατύσκαλο (*). Το μόνο βέβαιο είναι, ότι κάποια είκοσι χρόνια μετά, ήταν δεν ήταν πενήντα τριών, κάποιος Ζερφώ πέρασε και τον πήρε μαζί του στον περιφερειακό…

(*) Είναι γνωστό ότι στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο J. P. Manchette έπασχε, για μεγάλα διαστήματα, από σοβαρές κρίσεις αγοραφοβίας, και ότι ο ίδιος ανήγγελλε στους φίλους του, σαν μείζον γεγονός, τις σπάνιες εξόδους από το διαμέρισμά του.

~ από Nina C στο 13/03/2010.

3 Σχόλια to “Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής”

  1. Εξαιρετικός ο κος Manchette! Θυμάμαι ένα 3ήμερο στο Νησί που επιδόθηκα συστηματικά στο διάβασμά του!😉

  2. Το διάβασα ένα καλοκαίρι δίπλα στο κύμα!
    Το συνιστώ ανεπιφύλακτα!

  3. ωραιο κειμενο, συγχαρητηρια.
    δυο επισημανσεις μονο:
    α. δεν ξερω τι ακριβως ηταν ο manchette, ούτε και ο ίδιος, με το δικό του, γεμάτο αντιφάσεις ίσως, τρόπο, πολέμησε για τον κομμουνισμό και την επανάσταση, πάντως αριστεριστής, έτσι γενικα και αόριστα όπως αναφέρεται στο άρθρο, δεν ήταν. όπως π.χ. δε θα μπορούσες να πεις στον b.traven αριστεριστή, έτσι κ δε μπορείς να πεις τον manchette.
    b. θα διαφωνήσω επίσης με το «μισογυνισμό» της γραφής του. να θυμίσω ότι στα 2 απο τα τελευταία του, (μοιραία και πριγκήισσα του αίματος) τα κεντρικά πρόσωπα είναι γυναίκες, αλλά και στο ότι στο σύνολο του έργου του, σκύβει σχεδόν πάντα με μεγαλύτερη συμπάθεια πάνω απο τις γυναίκες παρά απο τους άνδρες, τους οποίους η κυνική και αποστασιοποιημένη γραφή του τους παρουσιάζει συχνά ως άχρηστους και ανίκανους φαντασιόπληκτους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: