Αδελφές Wardlaw: Οι κυρίες με τα μαύρα – I

Oceana -Ocey- Snead

Της Νίνας Κουλετάκη

Εισαγωγή

Το απομεσήμερο της 29ης Νοεμβρίου του 1909, στο East Orange της Κομητείας του Essex ήταν γλυκό, παρά το προχωρημένο της εποχής.  Το τηλέφωνο στο γραφείο του σερίφη Timothy Caniff χτύπησε και μια απαλή φωνή ηλικιωμένης γυναίκας ανέφερε ένα «ατύχημα», έδωσε τη διεύθυνση μιας κατοικίας και ζήτησε ιατροδικαστή.  Καθώς η Κομητεία δεν διέθετε τέτοια ειδικότητα, ο σερίφης κάλεσε ότι κοντινότερο υπήρχε σε αυτή: τον παθολόγο Dr. Herbert M. Simmons, το ιατρείο του οποίου απείχε μόλις τρία τετράγωνα από τη διεύθυνση του ατυχήματος.  Φτάνοντας εκεί –και πριν προλάβει να χτυπήσει την εξώπορτα- τον υποδέχτηκε μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα και με το πρόσωπο καλυμμένο από πυκνό βέλο.  Ο έκπληκτος γιατρός την άκουσε να του συστήνεται με προφορά των νότιων πολιτειών, ως Virginia Wardlaw.

Dr. Herbert M. Simmons

Την ακολούθησε στο εσωτερικό του σπιτιού και ανέβηκαν στον δεύτερο όροφο.  Ο γιατρός πρόλαβε να παρατηρήσει την παντελή έλλειψη επίπλων και τη χαρακτηριστική μυρωδιά που αναδύουν τα σπίτια που έχουν παραμείνει κλειστά για μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός που τον εξέπληξε.  Μπήκαν στο λουτρό, όπου και αντίκρισε τον λόγο για τον οποίο τον είχαν καλέσει.  Στη μπανιέρα βρισκόταν το γυμνό και άψυχο σώμα μιας νέας, όμορφης γυναίκας.  Τα ρούχα της, βρίσκονταν σε έναν σωρό στο πάτωμα, με ένα σημείωμα καρφιτσωμένο επάνω τους.  Έγραφε:

«Πέρυσι πέθανε η μικρή μου κόρη.  Πρόσωπα αγαπημένα μου είχαν χαθεί πριν από αυτή.  Ταλαιπωρούμαι από την αρρώστια για πολύ καιρό.  Όταν θα διαβάζετε αυτό το σημείωμα, θα έχω αυτοκτονήσει.  Μη με θρηνήσετε.  Ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ευλογημένη απαλλαγή από τον πόνο και τα δάκρυα, που είχαν γίνει αβάσταχτα για μένα. – O.W.M. Snead»

Η γυναίκα με τα μαύρα δήλωσε στον γιατρό πως το πτώμα ανήκε στην ανηψιά της Ocey Snead και επιβεβαίωσε όσα έγραφε το σημείωμα, προσθέτοντας πως η νεαρή γυναίκα είχε και ένα αγοράκι, ηλικίας μόλις τεσσάρων μηνών, το οποίο βρισκόταν σε νοσοκομείο του Μπρούκλυν, και είχε χηρέψει πριν από επτά μήνες.  Είπε ακόμη πως είχαν πρόσφατα μετακομίσει σε εκείνο το σπίτι, στο οποίο συγκατοικούσαν.

Οι υποψίες κατέκλυσαν τον γιατρό.  Η Ocey Snead είχε πεθάνει τουλάχιστον ένα 24ωρο πριν, και η θεία της δεν μπόρεσε να δώσει καμιά λογική και αληθοφανή εξήγηση γιατί δεν είχε ανακαλύψει το πτώμα της κοπέλας νωρίτερα.  Εξάλλου η όλη εμφάνιση του σπιτιού έδειχνε οίκημα στο οποίο δεν κατοικούσε κανείς.  Έτσι, έσπευσε να καταγγείλει το γεγονός στην αστυνομία, κίνηση που θα πυροδοτούσε μια σειρά αλυσιδωτών γεγονότων, τα οποία θα αποκάλυπταν μια από τις πιο περίεργες υποθέσεις στα εγκληματολογικά χρονικά του New Jersey.

Το σπίτι στον αρ. 89 της North 14th Street, όπου πέθανε η Ocey

Οι αδελφές Wardlaw

Η οικογένεια Wardlaw ήταν πάντα λίγο παράξενη.  Τουλάχιστον αυτό υποστήριζαν οι γείτονες.  Ήταν μια παλιά οικογένεια, πιστή στις παραδόσεις, με ρίζες που έφταναν μέχρι τους πρώτους αποίκους που δημιούργησαν τη σημερινή Αμερική και –σύμφωνα με κάποιες πηγές- πήγαιναν ακόμη πιο πίσω, στην κατοχή της Αγγλίας από τους Νορμανδούς, το 1066.  Πολλοί από την οικογένεια είχαν αναδειχτεί σε επιφανή μέλη της κοινωνίας: δικαστές, κυβερνήτες, κληρικοί και στρατιωτικοί.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο John B. Wardlaw, δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου της Νότιας Καρολίνας, και η σύζυγός του Martha Eliza με τα έξι παιδιά τους, ζούσαν στο Τενεσή.  Ήταν μια επιφανής οικογένεια του αμερικανικού νότου, και, ήταν εμφανές, πως είχαν γνωρίσει καλύτερες μέρες.  Οικονομικά η οικογένεια δεν είχε καταφέρει να ανακάμψει, μετά την ολοσχερή καταστροφή της κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, και την ψυχολογική της κατάρρευση που η απώλεια της περιουσίας είχε προκαλέσει.

Οι τρεις μεγαλύτερες κόρες της οικογένειας, η Mary, η Caroline και η Virginia, είχαν γεννηθεί λίγο πριν χαθεί για πάντα η οικογενειακή περιουσία και μεγάλωσαν με το όνειρο να καταφέρουν να ζήσουν τις ένδοξες μέρες του παρελθόντος. Και τα τρία κορίτσια έλαβαν εξαιρετική μόρφωση και έγιναν δασκάλες.  H Caroline δίδασκε σε ιδιωτικά και δημόσια σχολεία στη Νέα Υόρκη, καθώς και η Mary.  Η Virginia δίδασκε σε ένα ιδιωτικό σχολείο στο Τενεσή και απέκτησε φήμη για τις προοδευτικές της μεθόδους διδασκαλίας.  Η Caroline και η Mary παντρεύτηκαν και έκαναν οικογένειες, ενώ η Virginia έμεινε ανύπαντρη.

Caroline Wardlaw Martin

Με την πάροδο των χρόνων, περίεργοι θάνατοι άρχισαν να συμβαίνουν στις οικογένειες των τριών αδελφών.  Η Caroline Wardlaw παντρεύτηκε τον John Martin, και απόκτησαν δυο παιδιά,  τον John το νεώτερο και την Oceana (Ocey).  Ο γιος της Caroline έπεσε από τη σκάλα και σκοτώθηκε.  Καθώς ήταν ασφαλισμένος, η οικογένεια εισέπραξε το ποσό των 22.000 δολαρίων και μετακόμισε στο Μανχάταν.  Λίγο αργότερα και ο άντρας της Caroline έχασε τη ζωή του, κάτω από επίσης παράξενες συνθήκες.  Μετά από έναν εκκωφαντικό θόρυβο που ανησύχησε τους γείτονες, οι οποίοι και έσπευσαν να δουν τι είχε συμβεί, η Caroline βρέθηκε να είναι γονατισμένη πάνω από το άψυχο σώμα του άνδρα της, ενώ η μικρή Ocey κλαψούριζε σε μια γωνιά.  Καθώς το τρομοκρατημένο παιδί προσπάθησε να πει κάτι στους γείτονες, η μητέρα της την διέταξε να σωπάσει, ρίχνοντάς της ένα αυστηρό βλέμμα και λέγοντάς της μια και μοναδική λέξη: «Θυμήσου».

Η Caroline εισέπραξε την αποζημίωση για το θάνατο του συζύγου της από την ασφαλιστική και, μαζί με την Ocey, επέστρεψαν στο Τενεσή, όπου πήγαν να μείνουν μαζί με τη Virginia, που διηύθυνε ένα τοπικό σχολείο θηλέων, από το 1892.

Mary Wardlaw Snead

Η τρίτη αδελφή, η Mary, βρισκόταν ήδη εκεί και εργαζόταν στο ίδιο σχολείο.  Η Mary είχε κι εκείνη χηρέψει από τον Fletcher Tilman Snead, και είχε μείνει με τους δυο γιους της, Albert Wardlaw Snead και Fletcher Wardlaw Snead.  Το σχολείο των αδελφών Wardlaw θεωρούταν ένα από τα καλύτερα της περιοχής, με εξαιρετικό πρόγραμμα σπουδών και λαμπρά αποτελέσματα.  Ταυτόχρονα ήταν και μια ανθηρή, οικονομικά, επιχείρηση.

Albert Wardlaw Snead

Ριζικές αλλαγές

Η Caroline και η Ocey έφτασαν στο Τενεσή το 1901 και αμέσως η Caroline άρχισε να διδάσκει στο σχολείο.  Σιγά-σιγά ανέλαβε τη διοίκησή του, παραμερίζοντας τις δυο αδελφές της.  Άνθρωποι που γνώριζαν τις τρεις γυναίκες έλεγαν πως η Caroline ασκούσε μια –σχεδόν- υπνωτιστική εξουσία πάνω στις αδελφές της.  Ο αυταρχικός της χαρακτήρας, η περίεργη προσωπικότητά της και  η αυστηρότητα, ενίοτε και σκληράδα, που επιφύλασσε για τις μαθήτριές της, κατέστησαν το σχολείο λιγότερο δημοφιλές και, χρόνο με το χρόνο, οι εγγραφές μαθητριών μειώνονταν δραστικά.  Μαζί τους μειώνονταν και τα έσοδα, με αποτέλεσμα οι διάφοροι προμηθευτές του σχολείου να μένουν απλήρωτοι και οι λογαριασμοί σε εκκρεμότητα να συσσωρεύονται.

Ήταν την ίδια εποχή που οι τρεις αδελφές άρχισαν να ντύνονται με ολόμαυρα, ρούχα πένθους και να καλύπτουν τα πρόσωπά τους με πυκνά βέλα.  Οι μαρτυρίες του υπηρετικού προσωπικού και των μαθητριών της σχολής υπήρξαν αποκαλυπτικές.  Μιλούσαν για τρεις γυναίκες που είχαν αναπτύξει εντελώς αντικοινωνική και περίεργη συμπεριφορά, που έψελναν διαρκώς ύμνους, που τριγύριζαν στο σχολείο με τα νυχτικά τους και που αγρυπνούσαν τις νύχτες.  Η είσοδος στο σπίτι τους ήταν απαγορευμένη σε όλους, τα παραθυρόφυλλα έμεναν πάντα κλειστά και τα φώτα χαμηλωμένα.  Οι τρεις γυναίκες κυκλοφορούσαν μόνο νύχτα και πάντα ντυμένες στα μαύρα, βουτηγμένες σε ένα διαρκές πένθος.  Κανείς, όμως, δεν ήξερε αν ήταν για όλους όσοι είχαν πεθάνει ή για όσους επρόκειτο να πεθάνουν.

Σε αυτό το σπίτι, ανάμεσα στις τρεις μαυροφορεμένες γυναίκες, μεγάλωνε η Ocey.  Όταν έγινε γνωστό πως η μητέρα της την είχε ασφαλίσει για 15.000 δολάρια, ο κόσμος άρχισε να πιστεύει πως η μικρή ήταν καταδικασμένη.  Καθώς οι μαθητές συνέχισαν να αποχωρούν από το σχολείο ομαδικά, η ιδιοκτήτρια απέλυσε τις αδελφές Wardlaw, οι οποίες κατευθύνθηκαν στην πολιτεία της Virginia, στο Christianburg.  Εκεί ανέλαβαν τη διεύθυνση του σχολείου μιας υπέργηρης θείας τους και τα όσα ακολούθησαν ήταν ακόμη πιο τρομακτικά από εκείνα που είχαν συμβεί στο Τενεσή.

Θάνατος στην οικογένεια

Η Caroline ανέλαβε, και πάλι, τα ηνία. Επέμεινε ο μεγαλύτερος γιος της Mary, Albert, ήδη παντρεμένος και δάσκαλος στο Lynnville του Τενεσή, να αφήσει τη δουλειά του και να πάει να διδάξει στο σχολείο τους. Για τον πείσει τον επισκέφτηκε η ίδια στο Λύνβιλ και φιλοξενήθηκε σπίτι του για ένα διάστημα.  Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής της η γυναίκα του John αρρώστησε βαριά και οδηγήθηκε, ετοιμοθάνατη σχεδόν, σε ένα σανατόριο.   Η πίεση και η επιρροή της Caroline στον Albert ήταν τέτοια, που ο νεαρός εγκατέλειψε τη γυναίκα του και πήγε να μείνει με τη μητέρα και τις θείες του.

Η Caroline άρχισε να διαδίδει πως ο ανηψιός της είχε βαθύτατα καταθλιβεί από την ασθένεια της γυναίκας του και είχε αναπτύξει αυτοκτονικές τάσεις.  Έχοντας ήδη κάνει δυο υποτιθέμενες απόπειρες,  μια πηδώντας από ένα τραίνο στο οποίο συνταξίδευε με τη θεία του και μια βουτώντας σε ένα ανοιχτό φρεάτιο (πάλι η Caroline ήταν ανησυχητικά κοντά), φαίνεται να τα κατέφερε με την τρίτη, όταν οι άλλοι δάσκαλοι του σχολείου τον βρήκαν να κυλιέται στο πάτωμα μιας αίθουσας, τυλιγμένος στις φλόγες και με τα ρούχα ποτισμένα με κηροζίνη.  Πέθανε τρεις ώρες αργότερα.  Μετά το θάνατό του μαθεύτηκε πως είχε μια πολύ υψηλή ασφάλεια ζωής, τους δικαιούχους της οποίας είχε αλλάξει πολύ πρόσφατα.  Στη θέση που υπήρχε το όνομα της συζύγου του, βρίσκονταν τα ονόματα των τριών αδελφών Wardlaw.

Και ένας γάμος

Λίγο καιρό μετά το θάνατο του John, η Caroline επισκέφτηκε τον άλλο της ανηψιό, τον Fletcher και τον έφερε στο Christianburg, όπου τον πάντρεψαν, βιαστικά, με την Ocey, αν και ήταν πρώτα ξαδέλφια.  Να σημειώσουμε εδώ πως ο γάμος μεταξύ πρώτων εξαδέλφων ήταν απόλυτα νόμιμος στον αμερικανικό νότο της εποχής.  Και τα δύο παιδιά ήταν ασφαλισμένα για μεγάλα ποσά.

Fletcher Wardlaw Snead

Στο μεταξύ, οι παράξενες συνήθειες των τριών αδελφών είχαν γίνει το κυρίαρχο θέμα συζήτησης στην πόλη.  Η περίεργη εμφάνισή τους ενθάρρυνε τα κουτσομπολιά και άρχισαν να τις βαραίνουν υποψίες για οτιδήποτε περίεργο ή κακό συνέβαινε στην πόλη και τους κατοίκους της.  Οι μανάδες τρόμαζαν τα ανυπάκουα παιδιά τους με τις «γυναίκες με τα μαύρα» και οι γείτονες απέφευγαν τη συναναστροφή μαζί τους.  Εξακολουθούσαν να κυκλοφορούν κυρίως νύχτα και να επισκέπτονται συχνά το νεκροταφείο.  Ήταν αναμενόμενο τα φανταστικά γεγονότα να προστεθούν στα πραγματικά και η δεισιδαιμονία των κατοίκων της μικρής πόλης να τυλίξει σαν μαύρος μανδύας τις αδελφές Wardlaw.

Η μοίρα του σχολείου τους ήταν προδιαγεγραμμένη.  Όπως και στο προηγούμενο, η συμπεριφορά τους έδιωξε τους περισσότερους μαθητές.  Τα χαμίνια του πόλης έκαναν συχνά επιδρομές στο «στοιχειωμένο» σχολείο, προκαλώντας φθορές, για να αποδείξουν την ανδρεία τους.  Οι απλήρωτοι λογαριασμοί άρχισαν ξανά να στοιβάζονται στο γραφείο της Caroline.

Η Ocey και ο Fletcher απόκτησαν δυο παιδιά.  Τη Mary Alberta και τον David Pollock.  Λίγους μήνες πριν τη γέννηση του David, ο Fletcher έφυγε στον Καναδά, προς αναζήτηση δουλειάς.  Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, η Caroline είπε στην κόρη της πως ο άνδρας της είχε πεθάνει στον Καναδά.  Ο Fletcher, βέβαια, ήταν απολύτως καλά στην υγεία του και έστελνε τακτικά γράμματα στη γυναίκα του, τα οποία δεν έφταναν ποτέ στα χέρια της.  Επίσης ήταν σε διαρκή επικοινωνία με τη μητέρα και τις θείες του.

Με το χάος που είχε δημιουργηθεί στο σχολείο, οι τρεις αδελφές αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Κρίστιανμπεργκ και τους πιστωτές τους.  Μετοίκισαν στο Νιου Τζέρσυ, με την εγκυμονούσα Ocey και την κόρη της.

Η ασθένεια της Ocey

Μετά την αναχώρηση του Fletcher για τον Καναδά και τον υποτιθέμενο θάνατό του, η υγεία της Ocey άρχισε να φθίνει.  Η εγκυμοσύνη φαινόταν να την εξουθενώνει και ο γιατρός που κάλεσαν για να τη δει, ο Dr William Pettit, τη βρήκε να πάσχει από κατάθλιψη, γενική αδυναμία και υποσιτισμό.  Όπως δήλωσε αργότερα στην αστυνομία «του είχε φανεί δυστυχισμένη και πως ζούσε μέσα σε έναν αδιάκοπο φόβο».  Ο γιατρός Pettit επισκέφθηκε αρκετές φορές το σπίτι των Wardlaw, και διαρκώς διαπίστωνε πως η θεραπεία που είχε συστήσει δεν είχε εφαρμοστεί.  Η Ocey έμοιαζε όλο και πιο εξαντλημένη.  Καθώς οι αδελφές δεν ακολουθούσαν τις οδηγίες του, μα ούτε τον πλήρωναν, σταμάτησε να πηγαίνει.

H Ocey Snead, ήδη "ασθενής"Αρκετούς μήνες αφού είχε πάψει να επισκέπτεται την Ocey, τον κάλεσαν για άλλη μια φορά.  Βρήκε την κοπέλα πιο αδύναμη από ποτέ, ένα σωστό φάντασμα του εαυτού της.  Είχε γεννήσει το γιο της, ένα εξίσου αδύναμο μωρό, το οποίο μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Νιου Τζέρσυ.  Η Virginia είπε στον γιατρό πως όφειλε να ενημερώσει την Ocey για τον επικείμενο θάνατό της και να την προτρέψει να κάνει μια διαθήκη.  Αντιθέτως, ο Pettit έφερε μια νοσοκόμα για να είναι διαρκώς στο πλευρό της Ocey.  Η γυναίκα έμεινε δίπλα στην άρρωστη μόνο μια νύχτα, καθώς οι αδελφές Wardlaw την έδιωξαν.  Όταν ο γιατρός τους προσκόμισε το λογαριασμό για τις υπηρεσίες του, 100 δολάρια συνολικά, εκείνες του αντιπρότειναν το ποσό των 1.000 δολαρίων, τα οποία τον διαβεβαίωσαν πως θα του κληροδοτούσε η Ocey στη διαθήκη της.  Ο γιατρός αρνήθηκε και αποφάσισε να πάρει μέτρα κατά της οικογένειας, πιστεύοντας πως «η ταλαίπωρη κοπέλα ενεργούσε σχεδόν σαν υπνωτισμένη», κάτω από την κάκιστη επιρροή των συγγενών της.  Αυτό που ο γιατρός αγνοούσε, ήταν η μορφίνη που λάμβανε η Ocey από τη μητέρα και τις θείες της για τους επιλόχειους πόνους, σε εντελώς ανεξέλεγκτες, καθημερινές δόσεις.  Τότε ήταν που οι τρεις γυναίκες έδωσαν για υιοθεσία τη δίχρονη κόρη της Ocey, με το επιχείρημα πως η ίδια ήταν πολύ αδύναμη για να τη φροντίσει.  Λίγο αργότερα της είπαν πως το παιδί είχε πεθάνει.  Η μοίρα της μικρής Mary Alberta παραμένει άγνωστη μέχρι σήμερα.  Όσο για τον γιατρό Pettit, όταν επισκέφτηκε το σπίτι των Wardlaw για να δει άλλη μια φορά την Ocey, το βρήκε εγκαταλελειμμένο και τις ενοίκους του εξαφανισμένες.

Virginia Wardlaw

Κι άλλος θάνατος στην οικογένεια

Η ιδιότυπη οικογένεια των Wardlaw, εμφανίζεται σε μια άλλη γειτονιά του Μπρούκλιν, τον Σεπτέμβριο του 1909, όταν η Virginia Wardlaw, ντυμένη πάντα με τα μαύρα της ρούχα και καλυμμένη με βέλο, επισκέπτεται τον Julious Caramba, νεοϋρκέζο δικηγόρο, και του ζητά να βοηθήσει μιαν ετοιμοθάνατη γυναίκα να γράψει τη διαθήκη της.  Ο Caramba επισκέπτεται το σπίτι και μένει δυσάρεστα κατάπληκτος με το θέαμα που παρουσίαζε η Ocey.  Η Virginia ρωτά την Ocey αν θέλει να κάνει νέα διαθήκη και η κοπέλα συγκατανεύει.  Ο Caramba λέει στις τρεις μαυροφορεμένες πως το κορίτσι χρειάζεται γιατρό και τροφή για να λάβει την απάντηση πως τα οικονομικά της οικογένειας απαγορεύουν και τα δύο.  Προθυμοποιείται να τους υπογράψει μιαν επιταγή και όταν οι αδελφές βγαίνουν από το δωμάτιο για να αναζητήσουν μια πένα, εκείνος μιλά στην Ocey.  Εκείνη του δήλωσε πως γνωρίζει ότι πεθαίνει και τράβηξε κάτω από το μαξιλάρι της ένα έγγραφο.  Ήταν η διαθήκη της, όπου καθιστούσε γενική κληρονόμο τη γιαγιά της και ζήτησε από τον Caramba να γίνει ο εκτελεστής.  Όταν οι αδελφές ενημερώθηκαν, ισχυρίστηκαν πως η γιαγιά της Ocey ήταν υπέργηρη και του προσέφεραν 7.000 δολάρια για να πλαστογραφήσει τη διαθήκη προς όφελός τους.  Όταν ο Caramba αρνήθηκε του δήλωσαν πως δεν επιθυμούσαν πλέον να τις εκπροσωπεί.

Ένα μήνα αργότερα, η Virginia βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου, για ένα πιάνο τις δόσεις του οποίου δεν είχε πληρώσει.  «Θα πρέπει ο μηνυτής να περιμένει να θάψουμε τη νεκρή μας» δήλωσε γαλήνια στον πρόεδρο της έδρας.  Το πεπρωμένο της Ocey είχε προδιαγραφεί και δεν ήταν άλλο από αυτό που αντίκρισε ο γιατρός Simmons, εκείνο το απόγευμα του Νοεμβρίου του 1909.

Οι υποψίες της αστυνομίας έπεσαν αμέσως πάνω στη Virginia.  Η κατάθεση του γιατρού πως η κοπέλα ήταν ήδη νεκρή από την προηγούμενη ημέρα και η αδυναμία της Virginia να απαντήσει πειστικά στα ερωτήματα που ανέκυψαν, έκαναν τους αστυνομικούς να την οδηγήσουν στο Τμήμα για περαιτέρω ανάκριση. Πώς, αν και ζούσε στο ίδιο σπίτι όπως ισχυρίστηκε, δεν αντιλήφθηκε το παραμικρό; Πώς αφού δεν βγήκε καθόλου από το σπίτι, όπως δήλωσε, δεν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει για μια ολόκληρη ημέρα το μπάνιο στον δεύτερο όροφο, που ήταν και το μοναδικό του σπιτιού;  Γιατί, αφού το σπίτι υποτίθεται πως κατοικούταν, δεν είχε ούτε τη στοιχειώδη επίπλωση;  Πώς η Ocey, ένα τόσο εξασθενημένο και αδύναμο πλάσμα, κατάφερε όχι μόνο να γράψει ένα απολύτως διαυγές και άρτιο συντακτικά σημείωμα αυτοχειρίας, αλλά και να δώσει τέλος στη ζωή της κρατώντας αρκετή ώρα το κεφάλι της κάτω από την επιφάνεια του νερού, χωρίς να το σηκώσει για να πάρει   -ενστικτωδώς- αναπνοή;    Σε όλα αυτά τα ερωτήματα αλλά και σε άλλα, αναφορικά με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, η Virginia αρνήθηκε να απαντήσει, επιμένοντας στην αφελή ιστορία της και κρατώντας το στόμα της κλειστό, σχετικά με οτιδήποτε άλλο.

Συνεχίζεται


~ από Nina C στο 17/04/2010.

17 Σχόλια to “Αδελφές Wardlaw: Οι κυρίες με τα μαύρα – I”

  1. πολύ dark ιστορία! Είμαι περίεργη να διαβάσω τη συνέχεια🙂

  2. Η κακομοιρούλα η Ocey😦

  3. Ακόμα μια ανατριχιαστική ιστορία που μας κρατά καθηλωμένους για να μάθουμε τι έγινε μετά.
    Ανυπομονώ για τη συνέχεια🙂

  4. Οι 3 αδερφές αλά Ντιάβολα όμως!🙂 Καλόόό!

  5. Ανατριχιαστικά άρρωστα μυαλά.. Μπράβο για το άρθρο σας άλλη μία φορά! Περιμένουμε τη συνέχεια!

  6. Πω πω αυτές οι αδερφές είχαν ξεκληρίσει όλο τους το σόι..

  7. ακόμα….πότε η συνέχειαααα?

  8. Αργεί η συνέχεια??

  9. Την καλησπέρα μου σε όλους! Νατάσσα και Κωνσταντία, τα κείμενα αλλάζουν εδώ τα μεσάνυχτα της Παρασκευής. Πάντα Παρασκευή και πάντα μεσάνυχτα! 😀

  10. Μπρρρρρ!

    Επί τη ευκαιρία (άσχετο) βρήκα τυχαία το τραγούδι που είχα αναφέρει κάποτε, σχολιάζοντας ένα ποστ στο composition και το παραθέτω γιατί είναι πολύ όμορφο..

  11. ένα μπράβο κι’απο μένα , ενδιαφέρουσα ιστορία

  12. εχω διαβασει σχεδον ολα τα αρθρα του μπλογκ….αυτη ειναι ισως απο τις πιο αρρωστες ιστοριες που διαβασα…….

  13. Καταπληκτική (και) αυτή η ιστορία.Έχω ανατριχιάσει…

  14. Πω πω! Μιλάμε έχω ανατριχιάσει! Περιμένουμε με αγωνία την συνέχεια! Keep up the good work!

  15. Παρακολοουθώ εδώ και καιρό το μπλογκ σας. Γράφετε με υπέροχο τρόπο τις σκοτεινές αυτές ιστορίες. Ψάχνω να βρω χρόνο να διαβάσω όλα τα ποστ! Περιμένω κι εγώ-εννοείται-τη συνέχεια. Μπράβο σας, εξαιρετική και πρωτότυπη δουλειά!!

  16. Έχω διαβάσει για φρικτά εγκλήματα εδώ, έχω «γνωρίσει» δεκάδες δολοφόνους και έχω μάθει ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για τη ζωή και τη δράση τους. Ομολογώ παρόλα αυτά ότι είναι η πρώτη φορά που νιώθω να μισώ από ψυχής ένα δολοφόνο. Τους θύτες τις συγκεκριμένης ιστορίας, αυτές τις τρεις αδερφές. Ίσως γιατί για πρώτη φορά νιώθω πως δεν μπορώ να καταλάβω τα κίνητρα των πράξεών τους, ούτε να κατανοήσω στο ελάχιστο την ψυχοσύνθεσή τους.

  17. […] το «Έγκλημα και Τιμωρία». Οι Ahmad Suradji (Ι), Αδελφές Wardlaw (I, II), Leonarda Cianculli (I), Hélène Jégado (I, II), Christa Gail Pike (I), Albert Fish (I, II, […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: