Στάχτες

Του Αντώνη Γκόλτσου

Συντονιστή της Λέσχης Αστυνομικής Λογοτεχνίας του ¨ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ»

Σέργιος Γκάκας (1957-)

Στάχτες

(ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ)- 2008

Εδώ ενδοσκοπείται η ΕΛΑΣ -ευτυχώς η ορθογραφία σώζει…- και ο Γκάκας κωλονοσκοπεί τα της Αστυνομίας. Αυτό για όσους πιστεύουν ότι με τη “Λοβοτομή” του Αποστολίδη τα είδαν όλα… Οι αδιάφθοροι των αδιάφθορων και ο Χρόνης Χαλκίδης, Διευθυντής της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, στο διηνεκές ισορροπιστής ανάμεσα στον συμβιβασμό, τον εκσυγχρονισμό, τον εκβιασμό, τον ανεξάντλητο μαίανδρο “ασμών” και “ισμών”, να ριμάρει με τον εσμό. “Δίνω για να πάρω”, “πάρε αφού δώσεις”, “το είπε ο Αρχηγός”, “το επέβαλε η πολιτική ηγεσία”, “το λένε τα κανάλια”, “το ζήτησε η Εκκλησία”, “γιατί βράζει στα Εξάρχεια”. Αστυνομία / Εκκλησία / Ακτιβισμός, το τρίπολο στην πένα τη βουτηγμένη στο ασθματικά νουάρ κουράρε του Γκάκα.

Φοβήθηκα πως ο συνομιλητής μου θ’ άρχιζε να μεταμορφώνεται σε τρελαμένο μπάτσο του Ελλρόυ(Σελ. 69), θα σκεφτεί ο Συμεών Πιερτζοβάνης, δικηγόρος, εκ των εραστών της Σόνιας Βαρίκα, παλιάς θεατρίνας, από τις μαγικές, πριν το αλκοόλ της αναθέσει να χαρτογραφήσει τον βυθό. Κι αν ο Χαλκίδης ξεκινήσει την ιστορία περισσότερο στο πρότυπο Fabio Montale του Izzo, σίγουρα θα καταλήξει τρελαμένος μπάτσος à la Fritz Brown του Ellroy, αυτοκατα-στροφικός στο έπακρο, έμπλεος τύψεων για την εγκατάλειψη της Σόνιας, γυναίκας-αράχνης, γυναίκας-παγίδας, μαγνήτη νεαρότερων και εφήμερων εραστών, εκείνη στη σκηνή, μόνη της, πρώτα σώμα με σώμα με τους διαχρονικούς της, τον Μπέκετ, τον Σοφοκλή ή τον Τσέχωφ, κι έπειτα με τους εφήμερους, σε αρένες επαρχιακών ξενοδοχείων.

Αν οι “Στάχτες” παραπέμπουν στο νουάρ και το νουάρ στις στάχτες, δεν θα είναι ο Σέργιος Γκάκας που θα το αρνηθεί. Αντίθετα, μάλλον θα το επιδοτήσει, σαν σκέψη και σαν γραφή, η τελευταία μείγμα J.-C. Izzo, D. Hammet, R. Chandler, J. Ellroy, J. P. Melville και …Μάνου Ελευθερίου. Στο μείγμα -να μην είμαστε αυστηροί, ”όλα έχουν γραφτεί”- το καναρίνι του Melville, στον “Σαμουράι” του ’68 και τους Χαλκίδη/Πιερτζοβάνι μοναχικούς Ντελόνιους ιππότες, οι σκόρπιες αναφορές στη Μασσαλία του Izzo -o εξαιρετικά συμπαθής Fabio Montale και η χημεία του θα μπερδεύονται στα πόδια του Χαλκίδη για αρκετές σελίδες, ειδικά σε αυτές του πρώτου μισού- για να τον διαδεχτεί η λογική Ellroy, στην κλασικά τρελαμένη του έκδοση, στο δεύτερο μισό της κλιμάκωσης και του παραληρήματος. Αλλά και η όσμωση με τον Chandler μοιάζει ισχυρή. Οι “Στάχτες” γέμουν “chandlerisms”: “Ο Χαλκίδης κάγχασε. «Ξέρεις γιατί; Επειδή δεν εκτιμάς τον εαυτό σου». «Το ‘χω ξανακούσει αυτό, μου το επισήμανε τις προάλλες ένας σωματέμπορος»(Σελ. 69), ή «Αντιπρόσωπος ειδών υγιεινής, ψάλτης στον Άγιο Ελευθέριο, διαιτητής και πούστης. Μιλάμε για συνδυασμό που σκοτώνει. Αν ψήφιζε και ΚΚΕ, μπορεί και να τον παντρευόμουνα»(Σελ. 86), ήΘα το αναλάβω εγώ, αστυνόμε, πετάχτηκε ο Δέδες, χαρίζοντας στη συνάδελφο ένα χαμόγελο καμακιού του ‘70(Σελ. 93), ήΠήγα στον πάγκο και περίμενα το αφεντικό ν’ αλευρώσει τις κουτσομούρες και να τις ρίξει στο τηγάνι, με την κουρασμένη σιγουριά ταχυδακτυλουργού σε παιδικό πάρτι(Σελ. 112), ήΚοίταξα τη Ράνια. Ο Ροντέν θα ενθουσιαζόταν αν την έβλεπε τόσο βαθιά σκεπτόμενη(Σελ. 297), ήΟ Τσολακίδης πρώτα έκλεισε την πόρτα και μετά το μάτι του. Η φάτσα του ήταν η πιο γλαφυρή απόδειξη της αναπότρεπτης φθοράς του ανθρώπινου είδους(Σελ. 299), ήΗ πόρτα άνοιξε αργά και αθόρυβα. Εμφανίστηκε ένας γεροδεμένος τριαντάρης, που κρατούσε μια κοντή αλυσίδα. Στην άκρη της στέναζε ένα δυστυχισμένο λυκόσκυλο. Με καλησπέρισε ευγενικά, λέγοντάς μου να μη φοβηθώ το ζώο, χωρίς να διευκρινίσει πιο απ’ τα δύο και με παρακάλεσε να τον ακολουθήσω. Διασχίσαμε ένα μικρό, περιποιημένο δάσος και λίγο πριν μου κοπεί η ανάσα, αντίκρισα ένα φτωχικό νεοκλασικό των βορείων προαστίων, που αν διέθετε άλλους δύο ορόφους θα ‘χε προβιβαστεί στην κατηγορία των πύργων(Σελ. 304), ή -αυτό κι αν είναι- “Με κοίταξε. Θα μπορούσε εύκολα να βγάλει εκατομμύρια αν νοίκιαζε το βλέμμα του στην πολεμική βιομηχανία(Σελ. 327)… Αλλά και κάποια κλείσιμο του ματιού προς τη Fred Vargas, έτσι για υπογραμμιστεί, λίγο ακόμα, το ελαφρά γαλλομανές (που καθόλου δεν βλάπτει) του βιβλίου: “Το μόνο πρόβλημα με τους μπάτσους είναι ότι είναι μπάτσοι(Σελ. 55). Σε συνήχηση με τον Επιθεωρητή Adamsberg της Vargas, όπου “Αναρωτιέμαι μήπως με το να είμαι μπάτσος καταντήσω τελικά μπάτσος” [Fred Vargas, “Φύγε γρήγορα, γύρνα αργά” (Σελ. 37)-ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ-].

Ένα τρίγωνο, λοιπόν. Στις γωνίες της βάσης του, ο μπάτσος και ο δικηγόρος, στη γωνία της κορυφής του, η ντίβα. Η τελευταία κρύβεται στις μνήμες των άλλων δύο. Μνήμες καλά (;) θαμμένες, μέχρι να τις αναζωπυρώσει ο εμπρησμός της θλιβερής μονοκατοικίας, όπου η ντίβα και η ετερόκλητη παρέα της, κράμα αθηναϊκής ιντελιγκέντσιας και αφρικανών μεταναστών, έχουν βρει φιλεύσπλαχνο απάγκιο. Θα επιζήσει μόνο αυτή. Οι παλιοί εραστές της θα μάθουν για φωτιά και θύματα από το δελτίο ειδήσεων. Προς Θεού, το πρόσωπό της, το πρόσωπό της, τουλάχιστον… “Tο πρόσωπό της; Το πρόσωπό της;(Σελ. 23).

Παρ’ ότι τον πρωταγωνιστικό ρόλο διεκδικούν και οι δύο, είναι στον Πιερτζοβάνη που ο Γκάκας επιφυλάσσει τον ρόλο του common man-αφηγητή. Και είναι έτσι καλύτερα για τον αναγνώστη. Αφού ο πρώτος πλεονεκτεί έναντι του Χαλκίδη κατά το ότι, παρ’ ότι λιωμένος από το αλκοόλ (πισίνες από αυτό) συντηρεί κάποια δυνατότητα αφήγησης, έναντι του Χαλκίδη, παραληρηματικά βουλιαγμένου στις λευκές του σκόνες, σε αναζήτηση των δολοφόνων της μαγικής γυναίκας (ή της ίδιας της Σόνιας;). ”Ψάξτε για τη γυναίκα”. Όχι ότι θα χρειαστεί στους δύο παροπλισμένους εραστές να ψάξουν ιδιαίτερα. Θα την έχουν πάντα, στην άκρη της άσπρης γραμμής του, ο Χαλκίδης, στον άπιαστο πάτο του μπουκαλιού του, ο Πιερτζοβάνης. Στους εφιάλτες τους, και οι δύο.

Και ο κύριος Διευθυντής της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων θα αναζητήσει βοήθεια στην έρευνά του. Θα βασιστεί στον Πιερτζοβάνι, σύμμαχο αξιόπιστο, όσο αξιόπιστο και το αλκοόλ που τρέχει, αιμάτινο υποκατάστατο, στις φλέβες του. Δεν έχει πρόβλημα στις επιλογές του ο Χαλκίδης. Κι αν έχει, μια επίσκεψη στην πρώτη τουαλέτα θα του λαμπικάρει το μυαλό και θα τον ξεχειλίσει ενέργεια… Κι έπειτα είναι και οι σύμμαχοι ακτιβιστές. Ενδιαφέρουσα και ελάχιστα λαοφιλής, σε πρώτη ανάγνωση, η τοποθέτηση του Χαλκίδη/ Γκάκα απέναντι στον ακτιβισμό, κύρια δείχνει προς τους εκπρόσωπους του κινήματος, ιδιαίτερα στην ελληνική του έκδοση: “Αφίσες που είχαν παρασύρει εκατομμύρια ανθρώπους από κάθε γωνιά του πλανήτη σε μάταια ξεσπάσματα, πολύχρωμες εικόνες στις οποίες κυριαρχούσαν τριαντάφυλλα, αστέρια και γροθιές. Ισχνές μαρτυρίες γραφικών κινημάτων που πάσχιζαν με εξωφρενική αφέλεια ν’ αντισταθούν στην αναπόφευκτη εξέλιξη του κόσμου. Ποτέ δεν χώνεψα τους ακτιβιστές-γόνους μικροαστικών οικογενειών, που το απόγευμα πλάσαραν έξυπνα μπροστά στις κάμερες την οργή τους για τις σφαγές των αμάχων στη Γάζα και το βράδυ έπιναν κουβάδες ουίσκι εις υγείαν ψυχοπαθών τρομοκρατών, σχεδιάζοντας τις διακοπές τους στην Ανάφη ή στα Κουφονήσια κι έχοντας στο μυαλό τους τη φούντα και τις αλλαξοκωλιές(Σελ. 184).

Και γιατί ο εμπρησμός; Ο Χαλκίδης, μπάτσος γερός, θα αποδειχτεί αποτελεσματικός. Κάποιες ρατσιστικές απειλές, που δεν είναι ρατσιστικές, κάποια ανοχή της Αστυνομίας, που είναι συνέργεια, κάποιες βλέψεις της Εκκλησίας-επενδυτή, όπου το “οίκος εμπορίου” συνιστά ευφημισμό (προφητικές οι “Στάχτες”, ή το Βατοπαίδι, απλά, τις αντέγραφε;), κι ένα χαμόσπιτο που έχει την αυθάδεια να πιάνει χώρο, και που πρέπει να φύγει. Κάποιοι, λοιπόν,  ανάβουν τη φωτιά. Όχι υποχρεωτικά για να σκοτώσουν. Αλλά για να τρομοκρατήσουν. Και να διώξουν. Ο ενδεχόμενος δόλος, που λέμε. Δεν επιδιώκουν το αποτέλεσμα, τον θάνατο των ενοίκων στην προκείμενη περίπτωση. Όμως, μπορούν να τον εικάσουν σαν ενδεχόμενη συνέπεια της πράξης. Και σαν ενδεχόμενη συνέπεια της πράξης, τον αποδέχονται. Αυτό για τη φυσική αυτουργία. Ο Χαλκίδης θα έχει άποψη. Και για την ηθική; Ο Χαλκίδης θα έχει άποψη, επίσης…

Και το κίνητρο; “Νεαρέ, όλα γίνονται για το χρήμα. Ακόμα και τα εγκλήματα πάθους μυρίζουν χρήμα, γι αυτό και τα λένε εγκλήματα τιμής(Σελ. 50).

Σύνθετη γλώσσα, στο εύρος ”πιάτσα-ποίηση”, Χαλκίδης και Πιερτζοβάνης θα μοιράζονται το πρώτο πρόσωπο, στα ελληνικά έμπειρου μπάτσου, ο Χαλκίδης (κρυστάλλινα σαφή όταν ελεγχόμενα και υπό πίεση, εμπύρετα παραληρηματικά όταν αγκαλιά με τις σκόνες), στα ελληνικά παροπλισμένου δικηγόρου, ο Πιερτζοβάνης, πρόσθιου σε θάλασσες αλκοόλ. Οι διάλογοι με τους ακτιβιστές και τη συμμορία των εμπρηστών αποπνέουν αυθεντικότητα σαν δομή, ρυθμός και ατμόσφαιρα. Σε πρώτο πρόσωπο και η Σόνια που θα σκέφτεται σε καταστολή, δεν θα μιλήσει ποτέ, καταδικασμένη σε σιωπή, αυτή η μάγισσα των μονολόγων. Κρυμμένη πίσω από το παραβάν της εντατικής, θα την δει μόνο ο Πιερτζοβάνης. Ο άλλος δεν θα τολμήσει. Τουλάχιστον μαθαίνουμε ότι Σόνια υπήρξε. Κι ότι έπαψε να υπάρχει. Ότι είναι η γυναίκα που πέθανε μία φορά. Όχι όπως στον Ελευθερίου και στα μαγικά του παιχνίδια. Η Σόνια έφυγε και, για ”τα αγόρια” της, και δια γραφίδος Ελευθερίου, “Όλα τα μωβ του κόσμου ήρθαν καταπάνω μου”.

Και ο Γκάκας θα κρατήσει τις ισορροπίες με κάποια κείμενα-ανάσα, λυρικές οάσεις σε μια ιστορία εξαιρετικά σκληρή. Μικρό δείγμα: Η Σόνια, σκέφτεται “Γιατί δεν πονάω; Κλείνω τα μάτια, οι ιριδισμοί του φωτός, το λευκό και ξαφνικά μια κόκκινη ροή αστερισμών συμμαχεί με τη στάχτη, δεν πονάω χάρη σ’ ένα θαύμα, σ’ ένα μικρό τραγούδι που ξανάρχεται, «καμάρι μου, μη φοβάσαι τη νύχτα που σε καρτερά», νανούρισμα σαν δροσερό στεφάνι στο μέτωπο, πιο παλιό κι απ’ τον πόνο, «θα σε ξημερώσω εγώ στην άλλη ανατολή», η επέλαση της νύχτας έχει ολοκληρωθεί, πού κατάντησα, μια πειρατίνα σε σύνταξη, να γλείφω τη σκουριά της μνήμης μου, το μόνο χειροκρότημα που περιμένω πια θ’ ακουστεί από τα βλέφαρα των δύο αγοριών μου, βλέφαρα που ανοιγοκλείνουν για να ξεγελάσουν τα καθυστερημένα τους δάκρυα(Σελ. 81). Ανάσα και διάλειμμα, λοιπόν, σε μια ιστορία εξαιρετικά σκληρή, όπου η κάθαρση, εύρημα μισό λογοτεχνικό, μισό θεατρικό, θα δώσει μια λύση -όχι λογοτεχνικά, αλλά ηθικά- αμφιλεγόμενη. Αφού το Δίκαιο και ο τρόπος απονομής του είναι, εδώ, αμοιβαία αποκλειόμενα.

Έτσι, λοιπόν. Α!, ναι, κι ένα μικρό, κρύφιο διαμάντι, για το τέλος. Μιλάει ο Πιερτζοβάνης “Τίποτα, ψιθύρισα και σηκώθηκα. Ούτε κι εγώ την αγάπησα… ούτε κι εγώ την αγάπησα καλά(Σελ. 362). Προς τα πού κοιτάζει ο Γκάκας; Προς τον Chandler; (“Farewell my lovely”), ή προς την πηγή, τον σαιξπήρειο Οθέλλο (Πέμπτη Πράξη, Δεύτερη Σκηνή, 340-346); Προς όπου και να ναι, ας είναι ευλογημένος που μας το θύμισε.

~ από Nina C στο 01/05/2010.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: