Ρέκβιεμ για τον Μπράουν

Του Αντώνη Γκόλτσου

Συντονιστή της Λέσχης Αστυνομικής Λογοτεχνίας του «Μεταίχμιο»

James Ellroy (1948- )

Ρέκβιεμ για τον Μπράουν (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ)

(Brown’s requiem-1981)

Να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή: “Ellroy” και “κλίμακα” είναι αμοιβαία αποκλειόμενα. Και αυτό δεν παραπέμπει μόνο στον όγκο των βιβλίων του, που, τελευταία, έχει πάρει διαστάσεις κατ’ άλλους επικές, κατ’ άλλους ημιπαράφρονες. Βασικά και κύρια αναφέρεται στον άνθρωπο Ellroy, που, αν σε φυσική διάσταση εξαντλείται σε “έξη πόδια και τρεις ίντσες”, η πορεία του, πορεία το λιγότερο μαιανδρική, σημαδεύει τον συγγραφέα-ορισμό της υπερβολής, τον εραστή του ορίου, τον συστηματικά ανανήπτοντα αλκοολικό, τον τρόφιμο αναμορφωτηρίων στα πρώιμα χρόνια, τον έμπειρο γευσιγνώστη ουσιών, για χρόνια ανέστιο και πένητα διαρρήκτη σπιτιών και μαγαζιών, τον ανώνυμο τηλεφωνητή για τοποθέτηση -ανύπαρκτων- βομβών σε σχολεία.

Το πράγμα ξεκίνησε στραβά. Δέκα χρονών θα χάσει τη μητέρα του, καθ΄ έξη “μνηστή” αναρίθμητων. Θα κατασκοπεύει τις -καθόλου σπάνιες- συνευρέσεις της και θα δηλώσει “…αγαπούσα τη μυρωδιά της. Έχυνα το άρωμά της στα εσώρουχά της και τα κουβαλούσα μαζί μου, να τη μυρίζω”, και η δολοφονία της, δολοφονία που θα παραμείνει ανεξιχνίαστη, θα τον σημαδέψει ισόβια:     “Η μητέρα μου δολοφονήθηκε. Κοντά στο Λος Άντζελες. Ήταν ένα ζεστό Σαββατόβραδο. Είχε βγει με κάποιον. Τη στραγγάλισε και την παράτησε στο δρόμο[1]. Ήταν το πρώτο που τον σημάδεψε. Το δεύτερο ήταν ένα βιβλίο, το “Badge” του Jack Webb, δώρο του πατέρα του, στα γενέθλιά του των έντεκα. Ιστορίες της Αστυνομίας του Λος Άντζελες. “Ο πατέρας μου δεν ήξερε ότι μου χάριζε μία ωρολογιακή βόμβα”. Μεταξύ άλλων, το βιβλίο αφιέρωνε 10 σελίδες στη δολοφονία της Μαύρης Ντάλιας. Ήταν το τρίτο που τον στοίχειωσε. Ο Ellroy θα προσπαθήσει να εξιχνιάσει το έγκλημα αυτό. Μόνος του. Χωρίς αποτέλεσμα. Θα υπάρξει όμως το ομότιτλο βιβλίο. Η τεμαχισμένη πόρνη Elisabeth Short -η Μαύρη Ντάλια- και οι εμμονές που θα τον κυνηγούν στα όνειρά του. Έτσι κι αλλιώς, “Ellroy” ριμάρει με τον εφιάλτη.

Θα υπηρετήσει, εθελοντής, στα 17. “Ο στρατός με πανικόβαλε. Ήταν πειθαρχία και καθήκον. Μια προσβολή στο καλοθρεμμένο μου μυαλό και σώμα”. Θα αποταχτεί. Έπειτα, “…είδα τον πατέρα μου να πεθαίνει. Δεν αισθάνθηκα παρά ανακούφιση”. Απλά. Για να ακολουθήσει η αποσύνθεση, η περίοδος του αλκοόλ (μία από τις πολλές), των διαρρήξεων, του ύπνου στα χαντάκια, ο Ellroy ομόδειπνος αδέσποτων σκύλων, αιμοδότης για δεκάρες, δέκα σπαταλημένα χρόνια. Και στα 27 του, έτσι ξαφνικά, μοιάζει να τα χάνει. Δείγματα αμνησίας και άνοιας. “Δεν μπορούσα να θυμηθώ το όνομά μου. Προσπάθησα για πάνω από μια ώρα. Οι ίνες του μυαλού μου συνέχιζαν να τα φτύνουν. Άρχισα να ουρλιάζω. Ο κολλητός μου με άκουσε και φώναξε το ασθενοφόρο. Οι τύποι στ’ άσπρα ήρθαν και με κουβάλησαν στο νοσοκομείο”. Προφίλ φρίκης. Επί πλέον, μια πνευμονία που απείλησε να τον ταξιδέψει.

Όμως και, κάπου εκεί, βαθιά και μακριά, ο Ellroy του ονείρου.

Ότι, κάποτε, θα γράψει…

Για να φτάσει, ξεκινώντας στα 33 του με το “Ρέκβιεμ για τον Μπράουν”, να θεωρείται, ή -πιο σωστά- να θεωρεί, ότι: “Είμαι ο Κύριος της μυθοπλασίας. Είμαι, επίσης, ο μεγαλύτερος συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, που υπήρξε ποτέ. Είμαι για την αστυνομική λογοτεχνία αυτό που υπήρξε ο Τολστόι για τη ρωσική λογοτεχνία και ο Μπετόβεν για τη μουσική[2]. O Ellroy και η ελλειμματική αίσθηση της κλίμακας. Και για να συνεχίσει απαξιώνοντας τους κλασικούς του hard-boiled, θεωρώντας τον Hammett “τρομερά μεγάλο”, για να προσθέσει ”απλά, πιστεύω ότι είμαι μεγαλύτερος”, ή, επιφυλάσσοντας για τον Chandler τον χαρακτηρισμό “περιβόητα υπερεκτιμημένος”. Ασύγγνωστη -όσο και προεξοφλήσιμη- Ellroyκή αμετροέπεια…

“Ρέκβιεμ για τον Μπράουν”: “Ρέκβιεμ”=” (το) [άκλιτο] 1. ΜΟΥΣ. (α) λατινική λειτουργία των νεκρών (β) κάθε έργο, ιδίως μουσικό ή ποιητικό, αφιερωμένο στον θάνατο κάποιου 2. (μτφρ) ο (συνήθ. αρνητικός) επίλογος μιας προσπάθειας” (Γ. Μπαμπινιώτη, Μικρό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας). Εννοιολογικά, λοιπόν, αν δεν πρόκειται για ένα βιβλίο/ελεγεία στον νεκρό Μπράουν (αφού μάλλον αποκλείεται να πρόκειται για λατινική λειτουργία), φαίνεται προδιαγραμμένη η κατάληξη της προσπάθειας του Μπράουν. Απομένει να δούμε την προσπάθεια και τον τύπο του -αρνητικού- επιλόγου.

Ο Φρίτς Μπράουν μοιάζει σε πολλά στον Ellroy. Δεν θα ήταν παράτολμο να στοιχηματίσει κανείς ότι ο Ellrοy αποπειράται, μέσω του Μπράουν, ένα αυτοψυχογράφημα. Κοινές εμμονές, περίπου κοινός σωματότυπος, ίδιος χρόνος γέννησης [“…Πρόσφερα στον Τσικάνο το πιο πλατύ, το πιο άδολο χαμόγελό μου, απ’ αυτά που μου χάρισαν την πρωτιά στον διαγωνισμό για το Πιο Όμορφο Μωρό, το 1948” (Σελ. 154)]. Κοινό και το πάθος για το αλκοόλ, αν και εδώ ο Ellroy απλά στοιχίζεται με τους Simenon, Chandler, Hammett, Highsmith, και τους άλλους επωνύμους αυτού του κόσμου. Οι δύο τους μοιράζονται εξ ίσου ισότιμα και τις κρίσεις αϋπνίας, για τις οποίες ο Ellroy παραμένει περιώνυμος. Και, ίσως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μοιράζονται μια περίπου φετιχιστική λατρεία γι’ αυτό που ο W. H. Auden αποκαλεί “Το μεγάλο λάθος μέρος”, το Λος Άντζελες.

Αστυνομικός της Αστυνομίας του Λος Άντζελες, ο Μπράουν θα αποταχτεί (νάτο, πάλι) αφού συντρίψει με το ρόπαλο του μπέιζ-μπολ τα πόδια ενός παιδόφιλου. Λεπτομέρεια: Ο τελευταίος ήταν -και το βασικότερο για την Αστυνομία- μεγαλοπληροφοριοδότης της Δίωξης Ναρκωτικών. Ο Μπράουν είχε προειδοποιηθεί σχετικά, αλλά αυτό δεν επηρέασε την απόφασή του να τον λιώσει. Στη νέα του δουλειά σαν ντετέκτιβ, ο Μπράουν ασχολείται περισσότερο με την κατάσχεση αυτοκινήτων παρά με το αντικείμενο του ντετέκτιβ, έως ότου δέχεται την επίσκεψη του “Παιδοβούβαλου” Φρέντυ Μπέικερ, ενός κατά τα φαινόμενα διαταραγμένου, πλην πρωτοφανώς ματσωμένου κάντι, μεταφορέα, δηλαδή, των μπαστουνιών του γκολφ (κλείσιμο του ματιού, κι’ εδώ, σε αυτό με το οποίο ασχολήθηκε ο Ellroy, αμέσως μετά την ανάνηψή του από τις κρίσεις του μυαλού και την πνευμονία).

Ο Μπέικερ θα αναθέσει στον Μπράουν την παρακολούθηση του Σολ Κούπφερμαν, ενός εξηνταπεντάχρονου Εβραίου, που συγκατοικεί και εξασφαλίζει οικονομικά τη νεαρή βιολοντσελίστρια αδελφή του Παιδοβούβαλου. Και που, επί πλέον, φαίνεται να μην θέλει την επαφή μεταξύ των δύο αδελφών. Ο Μπέικερ δεν μοιάζει κάποιος που μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη, κάτι στο φέρσιμό του, κάτι στην εγκληματική του άγνοια σε θέματα μουσικής [“Είπες ότι η αδερφή σου είναι μουσικός. Τι όργανο παίζει;”. “Από κείνα τα μεγάλα ξύλινα που στηρίζονται σ’ ένα σταλίκι(Σελ. 32)], έγκλημα καθοσίωσης για τον Μπράουν-εραστή των Γερμανών ρομαντικών. Αλλά ο Παιδοβούβαλος πληρώνει καλά. Ή, τουλάχιστον, δείχνει να μπορεί να πληρώσει καλά.

Ο Μπράουν θα εστιάσει στον Κούπφερμαν, που, σίγουρα, δεν είναι η νεότερη έκδοση της Παρθένας της Ορλεάνης. Οι πρώτες ενδείξεις υποδεικνύουν τον Κούπφερμαν-sugar-daddy. Οι πρώτες, μόνο. Γιατί, αρκετά πιο κάτω, ο Κούπφερμαν θα αποδειχθεί περισσότερο daddy, από sugar… Και, βέβαια, μπροστά στον …εργοδότη του Μπράουν είναι περίπου ο ορισμός του άμεμπτου. Όταν ο Μπράουν καταφέρει να επισκεφτεί το άντρο του Παιδοβούβαλου, θα ανακαλύψει, ανάμεσα σ’ ένα συνονθύλευμα πορνογραφίας και ναζιστικών αναφορών, την άψογη υποδομή ενός …εμπρηστή. Ο Μπράουν θα κάνει, γρήγορα και εύστοχα, τον συσχετισμό Παιδοβούβαλος/παλιός εμπρησμός ενός κλαμπ όγδοης διαλογής. Οι τρεις συνεργοί του Μπέικερ είχαν συλληφθεί και σε όλη τη διάρκεια της δίκης αναφέρονταν στον “τέταρτο άνθρωπο”-κλειδί στην υπόθεση του εμπρησμού. Αναφορές που, τότε, θεωρήθηκαν απόπειρα μετακίνησης της ευθύνης και που δεν απέτρεψαν την καταδίκη τους και την ηλεκτρική καρέκλα. Ο προσεκτικός και φιλύποπτος αναγνώστης θα διαβλέψει -ήδη- την ύπαρξη και ενός “πέμπτου ανθρώπου” στην ιστορία του εμπρησμού του μπαρ… Κάποιος καλύπτει τον “τέταρτο”…

Ο Ellroy είναι ο μάγος της πλοκής. Στο “Ρέκβιεμ για τον Μπράουν” επιλέγει την αρχετυπική δομή του hard-boiled.: Μία υπερπληθώρα προσώπων που εξυπηρετούν ένα γραμμικό μύθο. Εδώ δεν έχουμε την παραλληλότητα των ιστοριών, a la Taibo. Έχουμε μία τεράστια νωπογραφία -τεράστια σε αριθμό αλλά και σε ποικιλία- κατά κανόνα υποφωτισμένων ηρώων, οι διάβολοι του Ellroy είναι αυτό που ο όρος επιβάλλει, οι άγγελοί του κατά κανόνα αιμοσταγείς και της ρομφαίας. Κατά την αλάνθαστη συνταγή του κουαρτέτου του Λος Άντζελες (The Black Dahlia, 1987, The Big Nowhere, 1988, L.A. Confidential, 1990, White Jazz, 1992)[3], ο μεγάλος κακός, ο πραγματικά μεγάλος κακός, περιμένει στο τέλος. Κλασικά, με τη σειρά που παρουσιάζεται στον αναγνώστη, το έγκλημα, το κίνητρο, ο δράστης, η δίωξη, ο ένοχος, η κάθαρση, δομή στέρεη, που ο αδιάκοπος στροβιλισμός χαρακτήρων και καταστάσεων δεν θα διαταράξει, ούτε κατ’ ελάχιστο.

Σημειώσεις

[1] “The Great Right Place: James Ellroy comes home”, Εξαίρετο κείμενο του Ellroy, θα το βρείτε στο http://articles.latimes.com/2006/jul/30/magazine/tm-ellroy31

[2] Υπό τον τίτλο “The mother load”. Θα το βρείτε στην ιστοσελίδα http://www.nytimes.com/2006/11/05/magazine/05wwln_q4.html?ex=1320382800&en=546bff83e542b4b7&ei=5090 .

[3] Κάνετε κλικ, στους τίτλους.

~ από Nina C στο 22/05/2010.

Ένα Σχόλιο to “Ρέκβιεμ για τον Μπράουν”

  1. Πολυ ωραιο κειμενο, παντα με ενδιεφερε ο συγκεκριμενος συγγραφεας. ελεγα να διαβασω την τετραλογια που αναφερθηκε πιο πανω αλλα σαν να εχω την εντυπωση πως καποιος τομος εχει εξαντληθει η αποσυρθει η κατι τετοιο.
    αν ξερει καποιος κατι σχετικο…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: