Ποια είναι η Carol Smart

της Ιωάννας Γουσέτη,
Κοινωνιολόγου-ΜΔΕ Εγκληματολογίας-Υποψ. Δρ.,
Πάντειο Πανεπιστήμιο

Βιογραφικά στοιχεία

H Carol Smart γεννήθηκε το 1948 στη Μεγ. Βρετανία και μεγάλωσε στο Λονδίνο. Κατά τη δεκαετία του 1970, σπούδασε Κοινωνιολογία στο Portsmouth Polytechnic, σήμερα Πανεπιστήμιο του Portsmouth. Εν συνεχεία πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο του Sheffield, απ’ όπου έλαβε και τη Διδακτορική της Διατριβή στις Νομικές και Κοινωνικές Επιστήμες το 1983 (Hayward et al., 2010, σ. 278).

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 ξεκίνησε την Ακαδημαϊκή της σταδιοδρομία ως Λέκτορας (lecturer) και στη συνέχεια ως Επίκουρη Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας (senior lecturer) στο Πανεπιστήμιο του Warwick, όπου παρέμεινε έως το 1992, διδάσκοντας αντικείμενα σχετικά με το φύλο, τη σεξουαλικότητα και τη φεμινιστική προσέγγιση του νόμου. Από το 1992 έως το 2005 διετέλεσε Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Leeds, στο Τμήμα Κοινωνιολογίας και Κοινωνικής Πολιτικής. Έκτοτε είναι Καθηγήτρια στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Manchester, ενώ παράλληλα διευθύνει το Πανεπιστημιακό Κέντρο Morgan Centre for the Study of Relationships and Personal Life.

Τα επιστημονικά ενδιαφέροντα της Carol Smart – όπως αντανακλώνται στα πολυάριθμα άρθρα και συγγράμματά της –  αφορούν σε γενικές γραμμές στη μελέτη του φύλου στο πλαίσιο της Νομικής επιστήμης, στη φεμινιστική προσέγγιση θεωρητικών και επιστημολογικών ζητημάτων της επιστήμης της Εγκληματολογίας, στη σεξουαλικότητα και τις διαφυλικές σχέσεις. Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί πως το πρώτο της εγκληματολογικό σύγγραμμα εξεδόθη πριν ολοκληρώσει τις μεταπτυχιακές της σπουδές Εγκληματολογίας, και αφορά στο Women, Crime and Criminology (1976), το οποίο θεωρείται ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα της φεμινιστικής εγκληματολογικής σκέψης.

Παρόλο που τα τελευταία χρόνια, τόσο η ακαδημαϊκή της διδασκαλία όσο και το συγγραφικό της έργο εστιάζεται σε πεδία κοινωνιολογικού κυρίως ενδιαφέροντος, όπως η οικογένεια και οι διαπροσωπικές σχέσεις, η συμβολή της στην επιστήμη της Εγκληματολογίας, και ειδικότερα στη διαμόρφωση και ανάπτυξη της τάσης της φεμινιστικής εγκληματολογίας θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, τόσο ως προς τους επιστημολογικούς προβληματισμούς που διατύπωσε όσο και ως προς τα πεδία εγκληματολογικής διερεύνησης που ανέπτυξε.

Η γυναίκα ως αντικείμενο εγκληματολογικής μελέτης

Κατά τη δεκαετία του 1970, αναπτύσσεται στους κόλπους της επιστήμης της Εγκληματολογίας τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη, η θεωρητική και ερευνητική τάση της φεμινιστικής εγκληματολογίας, στο πλαίσιο της οποίας το γυναικείο φύλο και οι εμπειρίες των γυναικών τίθενται ως βασικά αντικείμενα εγκληματολογικής μελέτης (Daly, 2009, σσ. 166-167). Το συγγραφικό έργο της Carol Smart, το οποίο ξεκινά επίσης τη χρονική αυτή περίοδο, θεωρείται ως μία από τις «αφετηρίες» της φεμινιστικής τάσης, θέτοντας στο επίκεντρο του προβληματισμού τόσο την περιορισμένη έκταση όσο και το στερεοτυπικό χαρακτήρα της υφιστάμενης ως τότε εγκληματολογικής θεώρησης του γυναικείου φύλου.

Σε γενικές γραμμές, ως κεντρικά χαρακτηριστικά του έργου της θα μπορούσαν να θεωρηθούν αφενός ο κοινωνιολογικός προσανατολισμός των φεμινιστικών εγκληματολογικών προσεγγίσεων που αναπτύσσει και αφετέρου το μεταμοντέρνο υπόβαθρο, εφόσον αποσκοπεί βασικά σε μια επιστημολογική ανάλυση του εκάστοτε αντικειμένου μελέτης, χωρίς ωστόσο να το προσεγγίζει έξω από το πλαίσιο της καθημερινής ζωής και των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων.

Το πρώιμο συγγραφικό έργο της Smart συνιστά ουσιαστικά μία κριτική θεώρηση των «κυρίαρχων» θεωρητικών προσεγγίσεων (mainstream approaches) της εγκληματικής συμπεριφοράς της γυναίκας, της θυματοποίησής της, αλλά και της αντιμετώπισης των γυναικών από τον επίσημο κοινωνικό έλεγχο του εγκλήματος. Στο πλαίσιο αυτό, και σε αντίθεση με την κριτική της φεμινιστικής θεωρίας περί απουσίας θεωρητικού και ερευνητικού ενδιαφέροντος απέναντι σε ζητήματα σχετικά με το γυναικείο φύλο στις κοινωνικές επιστήμες εν γένει, η Smart επισημαίνει πως στην περίπτωση της Εγκληματολογίας οι γυναίκες δεν αποκλείστηκαν ποτέ από τη θεωρητική μελέτη και την εμπειρική διερεύνηση της εγκληματικής συμπεριφοράς (Smart, 1976, σ. 176). Το βασικό σημείο της κριτικής που ασκεί, ωστόσο, απέναντι στις «κυρίαρχες» προσεγγίσεις της εγκληματικότητας των γυναικών αφορά στο ντετερμινιστικό τους χαρακτήρα, εφόσον επικεντρώνονται κυρίως σε βιολογικές ή/και ψυχικές ‘ιδιαιτερότητες’ των γυναικών προκειμένου να εξηγήσουν την εγκληματική τους συμπεριφορά (Smart, 1976, σσ. xiv-xv). Παρατηρεί δε πως το εν λόγω θετικιστικό υπόβαθρο διατηρείται στην περίπτωση της μελέτης των γυναικών ως εγκληματιών, παρά την διάχυτη αμφισβήτησή του στο πλαίσιο των θεωρητικών προσεγγίσεων της εγκληματικής συμπεριφοράς των ανδρών. Στη βάση αυτή, η Smart επισημαίνει πως η γυναίκα εγκληματίας προσλαμβάνεται στο προαναφερθέν πλαίσιο ως «διπλά παρεκκλίνουσα» (double deviant), τόσο ως παραβάτης των ποινικών νόμων όσο και ως αποκλίνουσα από τη «γυναικεία» – μη εγκληματική – φύση (Smart, 1976, σσ. 27-76).

Πέραν των επιστημολογικών αυτών αναλύσεων, η Smart καταπιάστηκε και με τη μελέτη των επιπτώσεων της προαναφερθείσας θεωρητικής πρόσληψης των γυναικών εγκληματιών στην αντιμετώπισή τους από το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, και συγκεκριμένα στην κλινικού χαρακτήρα αντιμετώπιση της γυναίκας δράστη στη βάση της θεώρησής της ως ψυχικά πάσχουσας. Στο πλαίσιο αυτό, η Smart αφενός αμφισβητεί την πεποίθηση περί ευμενέστερης ποινικής αντιμετώπισης της γυναίκας εγκληματία – διάχυτη στο πλαίσιο της «κρατούσας» Εγκληματολογίας (mainstream criminology) σύμφωνα με την ίδια – και αφετέρου θεωρεί τον όποιο «προστατευτικό» χαρακτήρα της ποινικής αυτής αντιμετώπισης ως παράγοντα αναπαραγωγής της διαφυλικής ανισότητας (Smart, 1976, σσ. 146-175).

Ως προς τη θυματοποίηση των γυναικών, η Smart εστίασε από τη μια μεριά στο ζήτημα της απουσίας της εγκληματολογικής διερεύνησης του εν λόγω θέματος, τουλάχιστον ως τη δεκαετία του 1970, και από την άλλη μεριά επεσήμανε την ανάγκη ανάδειξης των έμφυλων διαστάσεων της θυματοποίησης των γυναικών, τόσο ως προς το είδος των εγκλημάτων όσο και ως προς τα χαρακτηριστικά των δραστών. Μόνο μέσω της ανάπτυξης των «εναλλακτικών» αυτών εγκληματολογικών προσεγγίσεων, σημείωνε η συγγραφέας το 1976, η Εγκληματολογία «θα προσφέρει περισσότερα από τη μελέτη των ανδρών και του εγκλήματος» (Smart, 1976, σ. 185).

H προσφορά της Carol Smart στο πλαίσιο της φεμινιστικής Εγκληματολογίας

Στο καταληκτικό κεφάλαιο του βιβλίου της Women, Crime and Criminology, η Smart σημειώνει πως «στην προσπάθεια διαμόρφωσης μιας φεμινιστικής προσέγγισης, η κριτική απέναντι στον υφιστάμενο σεξισμό είναι μείζονος σημασίας, αλλά η κριτική από μόνη της δεν αρκεί για την ανάπτυξη μίας νέας θεωρητικής οπτικής» (Smart, 1976, σ. 183). Η μελέτη του έργου της Smart καθιστά έκδηλο τον απώτερο στόχο των επιστημολογικών και κριτικών αναλύσεών της, ο οποίος αφορά στη διαμόρφωση ‘εναλλακτικών’ προσεγγίσεων του εγκληματικού φαινομένου υπό φεμινιστική οπτική, την οποία εστερείτο κατά την ιδία τόσο η «κλασσική» Εγκληματολογία όσο και οι νεοσύστατες – κατά τη δεκαετία του 1970 – κριτικές και ριζοσπαστικές τάσεις.

Το κριτικό πνεύμα της Smart δεν αντανακλάται, ωστόσο, μόνο στην επιστημολογική μελέτη των «κυρίαρχων» εγκληματολογικών προσεγγίσεων, αλλά αποτυπώνεται και  στην κριτική θεώρηση της φεμινιστικής εγκληματολογικής σκέψης, και ειδικότερα των πρώιμων τάσεων της, στο πλαίσιο των οποίων το γυναικείο φύλο εντάσσεται απλώς ως αντικείμενο μελέτης σε ήδη υπάρχουσες προσεγγίσεις του εγκληματικού φαινομένου (feminist empiricism). Σύμφωνα με τη Smart, ο εγγενής πολιτικο-ιδεολογικός χαρακτήρας και το θετικιστικό υπόβαθρο της «κρατούσας» Εγκληματολογίας, καθιστούν προβληματική ως προς την ανάπτυξη ‘εναλλακτικών’ φεμινιστικών θεωριών την προαναφερθείσα επιστημολογική και μεθοδολογική κατεύθυνση. Υπό αυτό το πρίσμα, η Smart επισημαίνει το 1995 πως το κεντρικό ερώτημα δε θα πρέπει να είναι «τι μπορεί να προσφέρει ο φεμινισμός στην εγκληματολογία», αλλά «τι είναι αυτό που μπορεί να προσφέρει η εγκληματολογία στη φεμινιστική θεωρία» (Smart, 1995, σ. 15).

Οι προσεγγίσεις της Smart τόσο αναφορικά με την εγκληματολογική μελέτη του γυναικείου φύλου όσο και με τις έμφυλες διαστάσεις του νόμου αντανακλούν το μεταμοντέρνο υπόβαθρο της σκέψης της, εφόσον πριν απ’ όλα θεωρεί ως μεθοδολογικά εσφαλμένη την πρόσληψη των γυναικών – εγκληματιών, θυμάτων, φορέων άσκησης του επίσημου κοινωνικού ελέγχου του εγκλήματος κ.λπ. – ως «ενιαία» πληθυσμιακή και κοινωνική κατηγορία. Σύμφωνα με την ίδια, η διαπίστωση της ύπαρξης έμφυλων δομών εξουσίας στο κοινωνικό πεδίο, δε θα πρέπει να οδηγεί στην πρόσληψη των γυναικών ως ομοιογενούς κοινωνικής ομάδας στερούμενης συνολικά κοινωνικής ισχύος, αλλά και πως αυτή η αναγνώριση της διαφορετικότητας των γυναικών σε ενδοφυλικό επίπεδο δε θα πρέπει να παραβλέπει την υφιστάμενη ανισότητα των φύλων (Smart, 1995, σ. 7). Αντίθετα, η επιστημονική – εν προκειμένω εγκληματολογική – ενασχόληση με το φύλο θα πρέπει να αναδεικνύει τη λειτουργία του ως κοινωνικής συνιστώσας, εστιάζοντας στην επίδραση που δέχεται αλλά και ασκεί στα κοινωνικά φαινόμενα και τις κοινωνικές σχέσεις, σε συγκεκριμένο κάθε φορά ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο (Smart, 1995, σσ. 7-8).

Η προαναφερθείσα θεώρηση των επιστημολογικών και μεθοδολογικών κατευθύνσεων της «κυρίαρχης» εγκληματολογικής σκέψης ως προβληματικών εκ μέρους της Smart, την οδήγησε στην ενασχόληση με το νόμο, και συγκεκριμένα στην ανάπτυξη κοινωνιολογικών προσεγγίσεων του ποινικού δικαίου. Και εν προκειμένω, το μεταμοντέρνο υπόβαθρο της σκέψης της είναι έκδηλο, εφόσον για παράδειγμα δε θεωρεί το νόμο ως στατικό στοιχείο, το οποίο τίθεται απλώς σε λειτουργία σε περίπτωση ανάγκης (π.χ. διάπραξη εγκλήματος), αντίθετα αναδεικνύει το δυναμικό του χαρακτήρα, εφόσον από τη μια πλευρά επηρεάζει τη ζωή καθενός, στο βαθμό που προβλέπει απαγόρευση συγκεκριμένων συμπεριφορών, και από την άλλη δημιουργεί ‘νομικά’ υποκείμενα (π.χ. θύμα βιασμού), (Smart, 1995, σσ. 2-3). Και στις εν λόγω προσεγγίσεις, πάντως, οι εγκληματολογικές της καταβολές είναι εμφανείς εφόσον οι κριτικές της αναλύσεις αποσκοπούν στην ανάδειξη των έμφυλων διαστάσεων του νόμου, μέσα από τη  μελέτη εγκληματικών συμπεριφορών, όπως ο βιασμός, η σεξουαλική κακοποίηση, η πορνογραφία κ.λπ. (Hayward et al., 2010, σ. 282).

Ο διαχρονικός προβληματισμός που θέτει το φύλο ως αντικείμενο μελέτης στο πλαίσιο όχι μόνο της επιστήμης της Εγκληματολογίας, αλλά των κοινωνικών επιστημών εν γένει, αφορά στους κατάλληλους τρόπους θεωρητικής και ερευνητικής του προσέγγισης, προκειμένου να αναδεικνύονται παρά να αναπαράγονται οι σχετικές στερεοτυπικές αντιλήψεις και στάσεις. Παρότι η επιστημολογική και μεθοδολογική επίλυση του ζητήματος αυτού εξακολουθεί εν πολλοίς να είναι αμφισβητούμενη, η Smart διατυπώνει ήδη από το 1976 την πρότασή της, η οποία λειτούργησε ως πυξίδα των εγκληματολογικών της αναζητήσεων: «Ο στόχος δεν πρέπει να είναι απλώς το αόρατο να γίνει ορατό, να ‘αποκατασταθούν’ οι γυναίκες ως αντικείμενα επιστημονικής μελέτης, αλλά να βρεθούν εναλλακτικοί τρόποι πρόσληψης της κοινωνικής πραγματικότητας, στο πλαίσιο των οποίων τα ενδιαφέροντα και οι ανησυχίες των γυναικών θα περιλαμβάνονται και θα αντιμετωπίζονται, και δεν θα συζητούνται απλώς ή θα αγνοούνται» (Smart, 1976, σ. 180).

Εγκληματολογική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία της ιδίας (ενδεικτική αναφορά)
– Women, Crime and Criminology: a Feminist Critique. Routledge, London, 1976.
– Smart, C. & Smart, B. (eds.). Women, Sexuality, and Social Control. Routledge, London, 1978.
– Brophy, J. & Carol, S. (eds.).Women in law: Explorations in law, family and sexuality. Routledge, London, 1985.
– “Feminist approaches to Criminology or Post-modern woman meets atavistic man”, στο Gelsthorpe, L. & Morris, A. (eds.). Feminist Perspectives in Criminology. Open University Press, Buckingham, 1990.
– “Law’s power, the sexed body and feminist discourse”, στο Journal of Law and Society, 17 (2), 1990, σσ.194-210.
– Feminism and the Power of Law. Routledge, London, 1991.
– Law, Crime and Sexuality. Sage Publications. 1995.
– “Feminism and Law: Some Problems of Analysis and Strategy”, στο International Journal of the Sociology of Law,  14 (2),  1986, σσ. 109–123.
– “Criminological theory: Its ideology and implications involving women», στο Law Crime and Sexuality, 1995, σσ. 16-31.

Πηγές
Daly, K., “Feminist criminologies”, στο McLaughlin. E. & Muncie, J. (eds). The Sage Dictionary of Criminology. 2nd Edition. Sage Publications, 2009, σσ. 166-167.
Hayward, K., Maruna, S. & Mooney, J. (eds.). Fifty Key Thinkers in Criminology. Routledge, 2010.
Miller Gorman, E., “Book review: Women, Crime and Criminology by Carol Smart”, στο American Journal of Sociology, 84 (2), 1978, σσ. 501-503.
Smart, C. Women, Crime and Criminology: a Feminist Critique. Routledge, London, 1976.
Smart, C. Law, Crime and Sexuality. Sage Publications. 1995.
http://www.manchester.ac.uk/research/Carol.Smart/
http://www.socialsciences.manchester.ac.uk/morgancentre/people/smart/

Αναδημοσίευση από το τεύχος αρ. 16, του The Art of Crime

~ από Nina C στο 29/01/2011.

Ένα Σχόλιο to “Ποια είναι η Carol Smart”

  1. Σημαντική επιστήμονας. Μπράβο της που επέλεξε ν΄ασχοληθεί ουσιαστικά με τη θέση της γυναίκας ως προς τον νόμο και την εγκληματικότητα. Εύγε, Νίνα που την αναφέρεις!

    AnaBax

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: