Όλα τα παιδιά του Θεού: Willie Bosket – II

Προηγούμενο

Χάρλεμ, δεκαετία '70

Της Νίνας Κουλετάκη

Η ζωή στο Χάρλεμ

Ναρκωτικά, έγκλημα και φτώχεια: οι τρεις πλευρές του τριγώνου, μέσα στο οποίο υπέφερε το Χάρλεμ τη δεκαετία του ’70.  Όμως τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι.

Μια από τις πιο παλιές γειτονιές της Νέας Υόρκης, είχε ήδη συγκεντρώσει μεγάλο κομμάτι του λευκού πληθυσμού της πόλης, από το 1880.  Οι εργολάβοι, αναμένοντας περαιτέρω ανάπτυξη της περιοχής μετά τη σύνδεσή της με τον υπόγειο, έσπευσαν να χτίσουν περισσότερα κτήρια για να φιλοξενήσουν τους νέους κατοίκους.  Τίποτα δεν προδίκαζε την εξέλιξή του Χάρλεμ: υπήρχαν χώροι αναψυχής, γήπεδα πόλο και μπέηζμπωλ, όπερα και θέατρα και, γενικά, το Χάρλεμ ήταν το κέντρο της κουλτούρας, της μόδας, του πλούτου και της διανόησης.

Όμως ο πυρετός της οικοδόμησης και μια καθυστέρηση στη σύνδεση της περιοχής με τον υπόγειο έριξε κατά πολύ τις τιμές των ακινήτων και το Χάρλεμ άρχισε να προσελκύει λιγότερο ευημερούσες ομάδες πληθυσμού, όπως τους Εβραίους από την Ανατολική Ευρώπη, που έκαναν ένα σύντομο πέρασμα, Ιρλανδούς και Φινλανδούς μετανάστες και -κυρίως- Αφροαμερικανούς.  Από το 1905 και μετά, οι ιδιοκτήτες των ακινήτων στο Χάρλεμ δυσκολεύονταν πολύ να βρουν ενοικιαστές.  Ήταν τότε που ένας αφροαμερικανός μεσίτης, άρχισε να βάζει οικογένειες μαύρων στα ξενοίκιαστα κτήρια.  Σιγά-σιγά, το Χάρλεμ έγινε αυτό που ξέρουμε: ένα γκέτο αφροαμερικανών.

Χάρλεμ, δεκαετία '70

Μαζί με τους μαύρους ήρθε και η κουλτούρα τους και η θρησκεία  τους:  οι εκκλησίες τους άρχισαν να ξεφυτρώνουν σε όλες τις γειτονιές, μαζί με τα κλαμπς που έπαιζαν την εκπληκτική τους μουσική.  Γύρω στο 1930 το 70,18% των κατοίκων του Χάρλεμ ήταν αφροαμερικανοί.  Η προσέλευσή τους στη Νέα Υόρκη οφειλόταν στη βιομηχανική ανάπτυξη της περιοχής, καθώς οι αφροαμερικανοί αποτελούσαν το μεγαλύτερο ποσοστό των εργατών στις διάφορες βιομηχανίες.

Όμως, γύρω στο 1950, αυτά άρχισαν να αλλάζουν.  Οι περισσότερες βιομηχανίες εγκατέλειψαν τη Νέα Υόρκη και πολλές δουλειές που, παραδοσιακά, ανήκαν σε αφροαμερικανούς (όπως αυτές των οικιακών βοηθών και διάφοροι τύποι χειρονακτικών εργασιών), σταδιακά καταλαμβάνονταν από εργαζόμενους άλλων εθνικοτήτων.  Και οι τελευταίοι λευκοί εγκατέλειψαν το Χάρλεμ.  Μαζί τους σταμάτησε και η συντήρηση των κτηρίων, όχι όμως και οι αλόγιστες αυξήσεις στα ενοίκια.  Οι οικογένειες των αφροαμερικανών πλήρωναν εξωφρενικά ενοίκια σε σπίτια που κατέρρεαν μέρα με τη μέρα.  Η περιοχή εγκαταλείφθηκε στο σύνολό της να σαπίσει, μαζί με τους κατοίκους της.

Ο Willie Bosket μεγαλώνει στο Χάρλεμ τη δεκαετία του 1970.  Ήδη οι ιδιοκτήτες έχουν μετατρέψει τα διαμερίσματα σε κατοικίες ενός δωματίου, σε μιαν απελπισμένη προσπάθεια να συγκεντρώσουν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα.  Πολυμελείς οικογένειες αφροαμερικανών στοιβάζονται σε ελάχιστα τετραγωνικά και είναι η εποχή που το Χάρλεμ είναι περισσότερο πυκνοκατοικημένο από ποτέ.  Η ανύπαρκτη συντήρηση των κτηρίων τα μετατρέπει σύντομα σε άδεια κουφάρια, στους μισογκρεμισμένους τοίχους των οποίων βρίσκουν καταφύγιο οι έμποροι των ναρκωτικών και οι χρήστες και, γενικά, άτομα που έχουν παραβατική συμπεριφορά.

Χάρλεμ, δεκαετία '70

Τα παιδιά και οι έφηβοι που ζουν στο Χάρλεμ δεν έχουν εναλλακτικές στις επιλογές τους: γίνονται κακοποιοί.  Βαποράκια, προαγωγοί, κλέφτες και δολοφόνοι.  Ο Willie Bosket δεν είναι παρά ένα εξαιρετικό προϊόν του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε.  Ένα περιβάλλον χωρίς κοινωνικούς δεσμούς.  Είναι γνωστό πως οι δεσμοί διαφόρων ειδών (δεσμός με την οικογένεια, τους φίλους, το σχολείο) είναι απαραίτητη για τη σωστή ανάπτυξη της προσωπικότητας ενός παιδιού.  Ο Willie είχε την ατυχία να μην έχει κανέναν δεσμό τέτοιου είδους, αφενός, και να μεγαλώνει στο Χάρλεμ του ’70 αφετέρου.  Στον Willie δεν δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να αναπτύξει τέτοιους δεσμούς.  Αντίθετα είχε ένα περιβάλλον που ευνοούσε την παραβατικότητα και έναν άφαντο πατέρα που είχε ηρωοποιηθεί στα μάτια του μικρού Willie, γι’ αυτήν ακριβώς την παραβατικότητα.  Ακόμα, όμως και με αυτόν, ο Willie δεν είχε τη δυνατότητα να αναπτύξει μιαν υγιή σχέση πατέρα-γιου.  Το μόνο άλλο ανδρικό πρότυπο στην οικογένεια, ο παππούς του, είχε κατηγορηθεί από τον Willie πως τον είχε κακοποιήσει σεξουαλικά.

Ο Willie δεν είχε καμία ευκαιρία να έχει καλύτερη τύχη:  δεν ήταν παρά το αναμενόμενο προϊόν του περιβάλλοντός του.  Ενός περιβάλλοντος όπου οι σκοτωμοί στους δρόμους αποτελούν καθημερινή πρακτική και ο δολοφόνος δεν στιγματίζεται ούτε περιθωριοποιείται.

Ο Willie Bosket  έχει χαρακτηρισθεί ως ο πιο βίαιος εγκληματίας στην ιστορία της πολιτείας της  Νέας Υόρκης.  Η δολοφονική του λύσσα, οδήγησε τους φύλακές του να τον ονομάσουν Hannibal Lecter και να τον κρατούν αλυσοδεμένο, όπως τον συνονόματό του στην ταινία.

Ο Bosket αποκαλεί τον εαυτό του “ένα τέρας, δημιουργημένο από το σύστημα”.  Γιος ενός άντρα που καταδικάστηκε για δυο φόνους, στάλθηκε σε αναμορφωτήριο σε ηλικία 9 ετών.  Στα 15 του είχε ήδη καταδικαστεί για τις δολοφονίες δυο αντρών, στον υπόγειο της Νέας Υόρκης και, 10 χρόνια αργότερα, μαχαίρωσε βίαια έναν φρουρό των φυλακών..

Πώς γίνεσαι “Κακός”

Την Κυριακή, 19 Μαρτίου του 1978, ένα 15χρονο αγόρι που ονομαζόταν Willie Bosket, πηγαινοερχόταν με τον υπόγειο, αναζητώντας θύμα για να το ληστέψει.  Ο νεαρός είχε ήδη κάνει τη γνωριμία των αιθουσών δικαστηρίου από την τρυφερή ηλικία των 9 ετών και είχε μάθει πως δεν υπήρχε μεγάλη ισχύ στις δικαστικές αποφάσεις του Οικογενειακού Δικαστηρίου του Μανχάταν.

Είχε ήδη παραστεί σε μια ακρόαση για απόπειρα ληστείας και γνώριζε πως ένα αξιαγάπητο ζευγάρι είχε ξεκινήσει τις διαδικασίες για να τον δεχτεί ως ανάδοχη οικογένεια, καθώς ο πατέρας του βρισκόταν στη φυλακή και η μητέρα του δεν ενδιαφερόταν καθόλου για εκείνον.  Καθώς η πολιτεία χρειαζόταν χρόνο για να προχωρήσει με τα διαδικαστικά, ο Willie αλώνιζε στους δρόμους της Νέας Υόρκης.

Ο Willie Bosket σε ηλικία 9 ετών

Ένα απόγευμα βρήκε 380$ στο πορτοφόλι ενός κοιμισμένου επιβάτη του μετρό και τα χρησιμοποίησε για να αγοράσει ένα όπλο από τον Charles, έναν τύπο που, την εποχή εκείνη, συζούσε με τη μητέρα του στο Χάρλεμ, έναν άντρα που τον διαβεβαίωσε πως το όπλο θα του εξασφάλιζε σεβασμό και παραδοχή στους δρόμους.  Ο Charles του πούλησε ένα 22άρι για 65$.  Ο Willie αγόρασε μια δερμάτινη θήκη και κυκλοφορούσε έχοντάς τη δεμένη στο πόδι του.  Το βάρος του όπλου στη γάμπα του τον έκανε να αισθάνεται πανίσχυρος.

Εκείνη την Κυριακή, στις 5.30′ το απόγευμα, βρέθηκε σε ένα βαγόνι του 3 IRT τραίνου μόνος του, παρέα με έναν μεσήλικα, κοιμισμένο επιβάτη, που φορούσε ένα χρυσό ψηφιακό ρολόι.  Ο Willie τον κλώτσησε και, σίγουρος πως κοιμόταν βαθιά καθώς ο άνδρας δεν αντέδρασε, προσπάθησε να του βγάλει το ρολόι από τον καρπό.  Παρατήρησε πως ο άνδρας φορούσε ροζ γυαλιά ηλίου, γεγονός που του θύμισε έναν σύμβουλο στο αναμορφωτήριο, τον οποίο αντιπαθούσε.  Ο Willie εκνευρίστηκε…

Ο άνδρας, ξαφνικά, άνοιξε τα μάτια του.  Ο νεαρός έπιασε το όπλο του και τον πυροβόλησε στο δεξί μάτι, μέσα από τα ροζ γυαλιά, τρυπώντας του τον εγκέφαλο.  Ο άνδρας, δεν πέθανε, αντίθετα σήκωσε τα χέρια για να προστατευτεί και άρχισε να φωνάζει πανικόβλητος.  Ήταν σειρά του Willie να πανικοβληθεί, στη σκέψη πως ο άνδρας δεν θα πέθαινε και πως θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει, και τον πυροβόλησε ξανά, αυτή την φορά στον κρόταφο.  Ο άνδρας έπεσε με την πλάτη στο κάθισμά του και, στη συνέχεια, στο έδαφος.

Καθώς το τραίνο πλησίασε στον σταθμό του γηπέδου των Yankees, o Willie αφαίρεσε το ρολόι του θύματός του, 15$ από την πίσω τσέπη του παντελονιού του και ένα δαχτυλίδι από το δάχτυλό του, το οποίο πούλησε κατά την επιστροφή του σπίτι για 20$.

Το θύμα αναγνωρίστηκε: ήταν ο Noel Perez, 44 ετών, που εργαζόταν σε ένα νοσοκομείο και ζούσε μόνος του.  Η υπόθεση χαρακτηρίστηκε ως τυχαίος πυροβολισμός, χωρίς εμφανές κίνητρο.  Ήταν μάλλον απίθανο να βρεθεί ο ένοχος.

Για τον Willie, η μοιραία αυτή συνάντηση ήταν το πεπρωμένο του.  Είχε περάσει μεγάλο διάστημα της μέχρι τώρα ζωής του, απορρόντας πώς θα ήταν αν έπαιρνε μιαν ανθρώπινη ζωή.  Και τώρα ήξερε.  Μεγαλύτερη ικανοποίηση του έδινε το γεγονός πως κανείς δεν είχε δει το παραμικρό.  Έφτασε μέχρι του σημείου να ομολογήσει την πράξη του στην αδελφή του, αλλά και πάλι χωρίς επιπτώσεις.  Είτε γιατί δεν τον πίστεψε, είτε από αδιαφορία.  Είχε διαπράξει φόνο και την είχε γλυτώσει.  Μέσα  του πίστεψε πως δεν είναι και τίποτα τρομερό να σκοτώνεις ανθρώπους.  Εξάλλου είχε γίνει, πια, αυτό που πάντα έλεγε σε όλους πως θα γίνει: απόλυτα κακός.

Ο Willie ένοιωθε το βάρος μιας κληρονομιάς, η οποία είχε φτάσει σ’ εκείνον μέσα από μιαν ιστορία βίας, ριζωμένης σε μιαν από τις πιο άγριες περιοχές του Νότου: εκείνης της Κομητείας του Edgefield, στη Νότια Καρολίνα.

Ο δεύτερος φόνος

Την Πέμπτη, 23 Μαρτίου του 1978, ο ξάδελφος του Willie, Herman Spates, πήγε στο σπίτι του και τον ξύπνησε.  Ο Willie ζώστηκε το πιστόλι του και πρότεινε στον Herman να “πάνε να βρουν παραδάκι”.  Είχαν περάσει μόλις τέσσερις μέρες από τη δολοφονία του ανθρώπου στο μετρό και ένοιωθε σκληρός και ανίκητος.  Σκόπευαν να επιβιβαστούν στο συρμό 3, στη γωνία της 148ης Οδού και της Λεωφόρου Λέξινγκτον.

Όταν κατέβηκαν στον υπόγειο, είδαν έναν μηχανικό, τον Anthony Lamorte, από το Μπρούκλιν.  Είχε έναν ασύρματο και τα αγόρια πίστευαν πως αν τον πουλούσαν στο δρόμο, θα αποκόμιζαν καμιά εκατοστή δολάρια.  Τον ακολούθησαν.

Ο Lamorte τελείωνε τη βάρδια του.  Δουλειά του ήταν να συνδέει και να αποσυνδέει βαγόνια στο συρμό, ανάλογα με την κίνηση.  Παρατήρησε πως τα δυο παιδιά δεν είχαν καμιά δουλειά στο συγκεκριμένο σημείο του σταθμού και τους ζήτησε να φύγουν.  Ο Willie δεν επρόκειτο να δεχτεί εντολές από έναν λευκό.  Ήταν ο εχθρός.  “Γιατί δεν έρχεσαι εσύ να μας διώξεις;”, τον προκάλεσε.

Ο Lamorte κατέβηκε από το βαγόνι στο οποίο ήταν ανεβασμένος και τους πλησίασε.  Βλέποντας το παιδικό πρόσωπο του Willie, δεν φαντάστηκε πως θα αντιμετώπιζε πρόβλημα μαζί του, ήταν μόνο ένα μικρό παιδί.  Όταν βρέθηκε καμιά 15ριά μέτρα μακριά του, είδε τον Willie να τον σημαδεύει με το όπλο του και να του ζητά τα χρήματα και το ασύρματο.

Ο Lamorte, διαισθανόμενος πως κάτι κακό επρόκειτο να συμβεί, στράφηκε και κατευθύνθηκε ξανά προς το βαγόνι.  Άκουσε τα αγόρια να τρέχουν πίσω του και μετά άκουσε τον κρότο.  Αυτό που ακολούθησε ήταν ένας οξύς πόνος που ένοιωσε στην πλάτη και στον δεξί του ώμο.  Αμέσως μετά άκουσε τα παιδιά να απομακρύνονται τρέχοντας.  Τρέκλισε μέχρι το γραφείο του προϊσταμένου βάρδιας και του είπε πως τον είχαν πυροβολήσει.

Ο Willie και ο Herman κατάφεραν να ξεφύγουν, αλλά στη διάρκεια των επόμενων τριών ημερών διέπραξαν τρεις, ακόμα, βίαιες ληστείες.  Άρπαξαν δώδεκα δολλάρια από έναν άνδρα που γκρέμισαν από τις σκάλες, σε έναν σταθμό.  Στη συνέχεια πυροβόλησαν τον 57χρονο Matthew Connolly στον γοφό, όταν προέβαλε αντίσταση.  Ένας αστυνομικός που περιπολούσε κατάφερε να πιάσει τον Willie και να τον ψάξει, αλλά του ξέφυγε το όπλο που το παιδί έκρυβε κάτω από το παντελόνι του.  Όταν το θύμα απέτυχε να τον αναγνωρίσει, ο Willie ένοιωσε ανίκητος.  Πίστεψε πως ήταν πιο έξυπνος από το νόμο και τους εκπροσώπους του και πως θα μπορούσε να τη γλιτώνει πάντα.

Τη Δευτέρα, 27 Μαρτίου, ο Willie και ο Herman πήδηξαν πάνω από την μπάρα του ακυρωτικού μηχανήματος στον υπόγειο στην 135η Οδό και επιβιβάστηκαν στο τελευταίο βαγόνι του συρμού που μόλις είχε μπει στο σταθμό.  Υπήρχε μόνο ένας επιβάτης εκεί, ένας 30άρης, ισπανικής καταγωγής.

Ο Willie είπε στον Herman να σταθεί στο μπροστινό μέρος του βαγονιού, ώστε να αναχαιτίσει πιθανή προσπάθεια του θύματος να ξεφύγει.  Έβγαλε το πιστόλι του και ζήτησε από τον άνδρα τα χρήματά του.

“Δεν έχω”, του απάντησε εκείνος, κάτι που ήταν εντελώς λάθος υπό τις επικρατούσες συνθήκες.  Ο Willie τράβηξε τη σκανδάλη.  Ο άνδρας γλίστρησε από το κάθισμα στο δάπεδο του βαγονιού, γεμίζοντας τον τόπο με αίματα.  Ο Willie τον έψαξε και βρήκε το πορτοφόλι του.  Είχε μέσα δυο δολλάρια και την ταυτότητά του:  επρόκειτο για τον Moises Perez (απλή συνωνυμία με το πρώτο θύμα του Willie).

Τα αγόρια πέταξαν το πορτοφόλι σε έναν κάδο απορριμμάτων και επέστρεψαν με τα πόδια στο σπίτι, χαχανίζοντας και αστειευόμενοι με το κατόρθωμά τους.  Ο Willie ένοιωθε πλέον ως δολοφόνος ολκής, ένας πραγματικά Κακός.  Όταν, το επόμενο πρωί, είδε την είδηση στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας, της έδειξε περήφανος στην αδελφή του.

Η ειρωνεία είναι πως την ίδια ακριβώς ημέρα, η Επιτροπή Μέριμνας Ανηλίκων εξέδωσε την απόφαση για την υιοθεσία του Willie από το ζευγάρι των ανάδοχων γονέων.  Όλα αυτά, όμως, επρόκειτο να αλλάξουν δραματικά.  Και δεν μιλώ μόνο για τη ζωή του Willie, αλλά και τη ζωή κάθε παιδιού στην Νέα Υόρκη, που είχε την ηλικία του Willie και που θα διέπρατε ένα βίαιο έγκλημα.

Συνεχίζεται


~ από Nina C στο 19/03/2011.

6 Σχόλια to “Όλα τα παιδιά του Θεού: Willie Bosket – II”

  1. Διάβασα και τις δύο συνέχειες σήμερα. Απίστευτη ιστορία, πραγματικά!
    Περιμένω το επόμενο!

  2. Μπορείς να διαβάσεις τη συνέχεια εδώ:

    http://www.trutv.com/library/crime/notorious_murders/young/bosket/4.html

    Πείτε ρε παιδιά οτι κάνετε μετάφραση από εκεί…

  3. @3D, αν ήσουν καλόπιστος και υπομονετικός θα περίμενες να διαβάσεις τις πηγές στο τέλος του άρθρου. Αν…

  4. […] Συνεχίζεται […]

  5. […] Προηγούμενο Willie Bosket […]

  6. […] https://eglima.wordpress.com/2011/03/19/bosket-ii/ […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: