Ο Γιάννης Μαρής, η εποχή του και οι επίγονοί του

Φίλιππος Φιλίππου

Από τον Φίλιππο Φιλίππου

Μετά την Απελευθέρωση και στη διάρκεια του Εμφυλίου, οι εφημερίδες και τα περιοδικά δημοσίευσαν αστυνομικά διηγήματα, καθώς και μυθιστορήματα ελλήνων και ξένων συγγραφέων σε συνέχειες, με σκοπό την ψυχαγωγία των αναγνωστών τους.

Ωστόσο, ενώ στην Ελλάδα υπήρχε έτοιμο κοινό για παρόμοιες ιστορίες, διαμορφωμένο από τα περιοδικά Μάσκα και Μυστήριον, τα οποία είχαν πρωτοκυκλοφορήσει το 1935 (επανεκδόθηκαν το 1946 και το 1952, αντίστοιχα), δεν είχε αναπτυχθεί εγχώρια αστυνομική λογοτεχνία. Οι συγγραφείς του είδους απλώς μετέφραζαν ιστορίες ξένων συγγραφέων, είτε τους μιμούνταν γράφοντας διηγήματα με ξένους ήρωες για τα ίδια περιοδικά. Σε αυτό το παρθένο έδαφος εμφανίστηκε ο Γιάννης Μαρής και έκανε αμέσως το μπαμ. Οι επιτυχίες του διαδέχονταν η μία την άλλη. Με το πραγματικό του όνομα Γιάννης Τσιριμώκος και με εικονογράφηση του Κ. Παπαδόπουλου δημοσίευσε το Εγκλημα στο Κολωνάκι, ένα «Αθηναϊκό Αστυνομικό Μυθιστόρημα», στο περιοδικό Οικογένεια, τον Ιούλιο του 1953, και ήταν ο πρώτος που έγραψε μια αστυνομική ιστορία αμιγώς ελληνικού ενδιαφέροντος.

Ηταν η εποχή που η χώρα έβγαινε από μια δεκαετία πολέμων, αναταραχών, συμφορών και ανέχειας και οι πολίτες κάθε πολιτικής απόχρωσης προσπαθούσαν να επουλώσουν τις πληγές τους. Οι φυλακές και τα νησιά της εξορίας ήταν γεμάτα με αριστερούς πολίτες. Το βιοτικό επίπεδο ήταν το χαμηλότερο της Ευρώπης και κύματα ανθρώπων από την επαρχία κατέληγαν στην ελληνική πρωτεύουσα, ενώ άλλοι μετανάστευαν στο εξωτερικό. Ο αγώνας για επιβίωση ήταν τραχύς, το Κομμουνιστικό Κόμμα προσπαθούσε να συμμαζέψει τα ράκη της ήττας και η αστυνομία έλεγχε τα πάντα και τους πάντες, οπότε ελάχιστοι ήταν εκείνοι που είχαν τη δυνατότητα να έχουν έσοδα από άνομες ενέργειες κάθε είδους.

Το Εγκλημα στο Κολωνάκι ήταν η αρχή μιας λογοτεχνικής, θεατρικής, ραδιοφωνικής και κινηματογραφικής χιονοστιβάδας, που διήρκεσε είκοσι χρόνια και κάτι, μέχρι την πτώση της δικτατορίας. Ο παλιός συνεργάτης της Μάσκας Νίκος Μαράκης, αστυνομικός ρεπόρτερ σε εφημερίδες, δημιούργησε τον δικό του ήρωα, τον αστυνόμο Τζιμ Κάρβα, του οποίου οι περιπέτειες δημοσιεύονταν σε συνέχειες σε περιοδικά, ενώ στο κρατικό ραδιόφωνο μεταδίδονταν αστυνομικές ιστορίες, γραμμένες από τον Ανδρόνικο Μαρκάκη και τον Νίκο Φώσκολο. Στο θέατρο οι παραστάσεις αστυνομικών έργων συνεχίζονταν.

Εκείνη την εποχή, εξαιτίας της αστυνομοκρατίας, οι εγκληματικές συμμορίες ήταν αδύνατον να υπάρξουν, οπότε όποιος φιλοδοξούσε να γίνει ο Ελληνας Χάμετ, Τσάντλερ ή Σιμενόν, θα έσπαγε τα μούτρα του. Στην Αθήνα της εποχής, λοιπόν, ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ ως ήρωας θα ήταν ανορθογραφία, οπότε ο Μαρής, αποφασισμένος να δημιουργήσει το δικό του συγγραφικό σύμπαν, έπλασε τον αστυνόμο Μπέκα. Το κεντρικό πρόσωπο στο πρώτο του μυθιστόρημα είναι ζωγράφος και μένει στο Κολωνάκι, ενώ οι φίλοι του κατοικούν σε καλά προάστια, στο Ψυχικό, στην Κηφισιά, στη Βάρκιζα. Ο Μαρής όμως ενδιαφέρθηκε και για την εργατική τάξη, τοποθετώντας μέρος της δράσης σε φτωχικές γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Οι ήρωες του μυθιστορήματος ανήκουν στο κοινωνικό στρώμα, των πλουσίων και των μικροαστών, ενώ τα εγκλήματα που διαπράττονται συνδέονται με χρήμα κι εκβιασμούς.

Ο κινηματογράφος, ο οποίος μέχρι τότε είχε ασχοληθεί αμυδρά με θέματα του υποκόσμου, μεταφέροντας στα καθ’ ημάς τη νουάρ ατμόσφαιρα των αμερικανικών ταινιών, με σκηνές από μπαρ, καμπαρέ και τις κακόφημες συνοικίες του λιμανιού, τώρα ανέλαβε να εικονογραφήσει τα μυθιστορήματα του Μαρή. Ο καινοτόμος συγγραφέας στα μυθιστορήματά του απέφευγε να θίξει πολιτικά προβλήματα, ακόμα και υπαινικτικά, όπως άλλωστε έκαναν και οι άλλοι αστυνομικοί συγγραφείς. Δεν ήταν διατεθειμένος να ξύσει πληγές και να υποδαυλίσει τα ιδεολογικά πάθη που σιγόκαιγαν στην πρωτεύουσα και στην επαρχία. Και κυρίως δεν είχε ως στόχο του την πολιτική εξουσία.

Ενα φαινόμενο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι η απαξίωση της αστυνομικής λογοτεχνίας από την Αριστερά, μολονότι αρκετά από τα στελέχη της ήταν φανατικοί αναγνώστες του είδους. Ωστόσο, τη δεκαετία του ’60 έγιναν μερικά βήματα για την απενοχοποίησή της. Ενα πρώτο δείγμα ήταν η δημοσίευση σε συνέχειες, το 1964, του μυθιστορήματος της Αγκαθα Κρίστι Ενα πτώμα στη βιβλιοθήκη, στο απογευματινό κομματικό όργανο της ΕΔΑ Δημοκρατική Αλλαγή, που είχε διευθυντή τον πρώην βουλευτή Γιάννη Ευαγγελίδη.

Η παρακμή των ελληνικών αστυνομικών μυθιστορημάτων δεν συνέπεσε απλώς με την εξάπλωση της τηλεόρασης, αλλά ως βασική αιτία είχε αυτήν ακριβώς. Ενώ στη διάρκεια της χούντας υπήρξε καταιγισμός εκδόσεων αστυνομικών βιβλίων τσέπης, η μικρή οθόνη εμφανίστηκε ως ισχυρός αντίπαλος. Κάθε ελληνικό σπίτι απέκτησε την ασπρόμαυρη τηλεοπτική συσκευή του και σύντομα η τηλεόραση έκλεψε πιστούς από τα βιβλία, από τα περιοδικά αλλά και από το ραδιόφωνο.

Βαθμιαία, οι εφημερίδες και τα περιοδικά έπαψαν να φιλοξενούν στις σελίδες τους αστυνομικά μυθιστορήματα (μα και άλλα λογοτεχνικά αναγνώσματα), αφού η ζήτηση περιορίστηκε. Στο τέλος αυτής της εποχής, της δεκαετίας του ’70, ο Μαρής και ο Μαράκης είχαν πεθάνει, ενώ ο Μαρκάκης είχε αφοσιωθεί στη δημοσιογραφία. Και ύστερα, στις αρχές του ’80, μερικοί εκδότες, ακολουθώντας το παγκόσμιο ρεύμα επαναθεώρησης και επαναξιολόγησης της αστυνομικής λογοτεχνίας, άρχισαν να βγάζουν τα κλασικά έργα της αστυνομικής φιλολογίας σε προσεγμένες εκδόσεις και καλαίσθητα εξώφυλλα.

Τότε, κάποιοι συγγραφείς της νέας γενιάς σκέφτηκαν να πάρουν τη σκυτάλη από τον Μαρή και επιχείρησαν να αναβιώσουν το πεθαμένο πλέον αστυνομικό μυθιστόρημα, τοποθετώντας την πλοκή στην ελληνική πραγματικότητα της εποχής. Οι κεντρικοί ήρωες ήταν αστυνομικοί, δημοσιογράφοι, δικηγόροι· ελάχιστοι ασκούσαν το επάγγελμα του ιδιωτικού ντετέκτιβ. Η υποδοχή του κοινού, ωστόσο, ήταν παγερή, οπότε ορισμένοι εγκατέλειψαν την προσπάθεια αποθαρρημένοι, παρ’ όλ’ αυτά όμως αμέσως εμφανίστηκαν άλλοι.

Σήμερα, όλο και περισσότεροι γράφουν αστυνομικά μυθιστορήματα, ακόμα και παιδικά ή εφηβικά παρόμοιου τύπου, έστω και αν το αντίστοιχο κοινό έχει μειωθεί κατά πολύ. Οι συνθήκες είναι ευνοϊκές όσο ποτέ, αφού η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη είναι πόλεις όπου βρίσκονται σε πλήρη ανάπτυξη το οργανωμένο έγκλημα, η κρατική διαφθορά, οι απάτες και χώροι δράσης ποικιλώνυμων πολυεθνικών μαφιών. Η ελληνική αστυνομική λογοτεχνία πλέον έχει πάρει τη θέση τής κοινωνικής -εκείνης δηλαδή που αναπτύχθηκε την εποχή του Ντίκενς και του Ζολά και τώρα πλέον έχει ατονήσει-, και εντάσσεται στο είδος που αποκαλείται συμβατικά «μεσογειακή αστυνομική λογοτεχνία», οι κυριότεροι εκπρόσωποι της οποίας βρίσκονται στη Γαλλία, στην Ισπανία και στην Ιταλία. Εχει λοιπόν μπει για τα καλά στα χωράφια της λεγόμενης «σοβαρής» λογοτεχνίας και πραγματεύεται ποικίλα θέματα, όπως την παγκοσμιοποίηση, τα οικονομικά σκάνδαλα, τη λαθρομετανάστευση, τον ρατσισμό, την διαφθορά στον κρατικό μηχανισμό, τη μόλυνση του περιβάλλοντος, αλλά και την Ιστορία. Επομένως, μπορούμε να πούμε πως οι συγγραφείς που την καλλιεργούν μέσω της αστυνομικής αφήγησης, του μυστηρίου και του σασπένς, επιδιώκουν όχι μόνο να ψυχαγωγήσουν τον αναγνώστη, μα και να διεγείρουν συνειδήσεις, να προβληματίσουν και ενδεχομένως να προκαλέσουν ρήγματα στον εφησυχασμό μας.

Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας –  24/7/2010


~ από Nina C στο 21/05/2011.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: