Εγκληματολογία και Αστυνομικό μυθιστόρημα – «Το έγκλημα στο Όριεντ Εξπρες»

της Μάρθας Λεμπέση,

Κοινωνιολόγου – υπ. διδ. Εγκληματολογίας

 Η πλειονότητα των ανθρώπων γνωρίζει για τον κόσμο του εγκλήματος ό,τι διαβάζει και ό,τι βλέπει.
-‘Οστερ Π., (1991). Γυάλινη Πόλη, Αθήνα: εκδ. Ζαχαρόπουλος, σ.19-

 Το αστυνομικό μυθιστόρημα

Για έναν λογοτέχνη το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα ξεχωριστό είδος λογοτεχνικής αφήγησης με κάποιους σταθερούς κανόνες γραφής που το διακρίνουν από τα άλλα λογοτεχνικά είδη. Πάντα ασχολείται με κάποιο μυστήριο ή γρίφο σχετικό με την παραβίαση και την εφαρμογή των νόμων και την ανάλογη έρευνα για τη λύση του[1]. Για τον καθηγητή εγκληματολογίας Γ. Πανούση το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι αυτό το είδος της λαϊκής λογοτεχνίας που αναδεικνύει τις ενοχές και τις ψευδαισθήσεις μιας κοινωνίας η οποία εύκολα καταδικάζει το δράστη και το θύμα, όσο και τον αστυνόμο και το δικαστή, για να γλιτώσει την αυτό-κριτική και την αυτογνωσία της… και επομένως αξίζει να μελετηθεί και από εγκληματολογική σκοπιά.

O μεσοπόλεμος του 20ου αιώνα στην Ευρώπη αποκαλείται η «Χρυσή Εποχή» του αστυνομικού αφηγήματος, διότι δεν εδραιώνεται μόνο το λεγόμενο «mystery novel», και συγγραφείς όπως η Κρίστι, με τον Πουαρό και τη Μις Μαρπλ, ο Τσέστερτον και πάρα πολλοί άλλοι, με μόνιμους ή περιστασιακούς ήρωες. Διαμορφώνεται κι ένα μεγάλο κοινό, ετερόκλιτο κι ενθουσιώδες για το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, το οποίο διαβάζοντας αυτές τις ιστορίες ανταγωνίζεται τον συγγραφέα που θέτει το αίνιγμα και τον ήρωα που το ανιχνεύει, ώστε να φτάσει πρώτο στη λύση. Σύμφωνα μάλιστα με τον Π. Μαρτινίδη[2] το ενδιαφέρον είναι ότι σε όλη αυτή την περίοδο το αστυνομικό μυθιστόρημα παίρνει, για τα πλήθη που συρρέουν στις πόλεις, τη θέση που κάποτε κατείχαν τα παραμύθια. Όπως εκείνα εξοικείωναν τον κόσμο της υπαίθρου με τις άγνωστες δυνάμεις της φύσης, μέσω μαγικών δυνάμεων που τις τιθάσευαν, έτσι και η ιστορία «αστυνομικής φαντασίας» (“detective fiction”) φέρνει σε επαφή τους νεοφερμένους αστούς με τις νέες αστικές αντινομίες: τον έντιμο κλέφτη, τον τρυφερό δολοφόνο, τον ανέντιμο αστυνομικό, τη χλιδή που καλύπτει την παρανομία ή την αθωότητα που απεργάζεται εκδικήσεις. Η μυθοπλασία εστιάζεται στο αίνιγμα, κυρίως, και λιγότερο σε χαρακτήρες. Κάνοντας όμως τον θάνατο διανοητικό παιχνίδι, διδάσκει την υπεροχή της λογικής απέναντι στην παρόρμηση.

Εγκληματολογικές επιστήμες  και αστυνομικό μυθιστόρημα

Σύμφωνα με τον καθηγητή Γ. Πανούση, η εγκληματολογία ως επιστήμη και η λογοτεχνία ως τέχνη[3] συναντιούνται συχνά στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Η αστυνομική λογοτεχνία ενδιαφέρει έναν εγκληματολόγο στη μελέτη του από την εγκληματολογική-ανακριτική σκοπιά, διότι η «εγκληματολογική θεωρία παντρεύεται με τη θεωρία για τη λογοτεχνία και οι δύο μαζί ρίχνουν φως στα κοινωνικά μυστήρια και στα άδυτα της ψυχής των αστυνομικών ιστοριών»[4]. Ακόμη συνιστά έναν από τους προσφορότερους τρόπους σχολιασμού της κοινωνικής πραγματικότητας, των κανόνων της ηθικής ή και του δημοσίου βίου[5]. Μέσα από έναν καθρέφτη μ’ αινίγματα[6] αντανακλώνται οι φανταστικές αναπλάσεις και οι μυθοπλασίες γύρω από το έγκλημα, την τιμωρία, τον εγκληματία ή και το θύμα[7]. Μάλιστα, ο συνδυασμός πραγματικότητας και συγγραφικής συνείδησης σε ζητήματα που άπτονται του εγκληματικού φαινομένου διαμορφώνουν την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» που επηρεάζει τόσο τους θεσμούς[8] όσο και τα κοινωνικά στερεότυπα[9] του αναγνώστη[10].

Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρες

Το «Έγκλημα στο Όριεντ  Εξπρές» (Murder on the Orient Express) είναι ένα παγκοσμίως γνωστό αστυνομικό μυθιστόρημα της Άγκαθα Κρίστι, που γράφτηκε και δημοσιεύθηκε το 1934. Διασκευάστηκε για τον κινηματογράφο το 1974 με τον ίδιο τίτλο με ένα σημαντικό επιτελείο ηθοποιών (Άλμπερτ Φίνει ως Πουαρό, Λορίν Μπακόλ ως κυρία Χάμπαρντ, Μάρτιν Μπάλσαμ ως Μπιάντσι-Μπουκ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν ως Γκρέτα Όλσον, Γουέντι Χίλερ ως πριγκίπισσα Ντραγκομίροφ κτλ) και σκηνοθετήθηκε από τον Σίντνεϊ Λιουμετ (Sidney Lumet). Η πλοκή αποτελεί μία από τις διασημότερες ιστορίες όπου πρωταγωνιστεί ο βέλγος ντετέκτιβ Ηρακλής  Πουαρώ.

Η συγγραφέας Άγκαθα Κρίστι εμπνεύστηκε την ιστορία από ένα πραγματικό περιστατικό απαγωγής και δολοφονίας ενός βρέφους (του Charles Lindbergh Jr.) στην Αμερική το 1932.

Η Άγκαθα Κρίστι (1890-1976) θεωρείται η βασίλισσα της αστυνομικής λογοτεχνίας. Έχει στο ενεργητικό της πολυάριθμα αστυνομικά μυθιστορήματα και διηγήματα που έχουν μεταφραστεί σε όλες τις σημαντικές γλώσσες και έχουν πουλήσει περισσότερα από δύο δισεκατομμύρια αντίτυπα. Ξεκίνησε το γράψιμο στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν δημιούργησε τον Ηρακλή Πουαρώ, τον μικρόσωμο και τόσο ταλαντούχο ντετέκτιβ. Το κλειδί στην αφήγηση της Α. Κρίστι βρίσκεται στην περιγραφή μιας κλειστής ομάδας – μιας οικογένειας με κληρονομικά και νομικά προβλήματα, ενός χωριού, ενός ξενοδοχείου, μια παρέας σε ποταμόπλοιο ή τρένο, όπου όλοι έχουν ενοχική συμπεριφορά ύστερα από ένα έγκλημα και ο κύκλος των υπόπτων μεγαλώνει συναρπαστικά…[11]

Η πλοκή της αστυνομικής ιστορίας

Ο  Βέλγος ντετέκτιβ Ηρακλής Πουαρώ ταξιδεύει με το Όριεντ Εξπρές, αλλά εξαιτίας μιας τρομερής χιονοθύελλας το τρένο σταματά στα μισά της διαδρομής Κωνσταντινούπολης – Παρισιού. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Ράτσετ, ένας από τους επιβάτες του τρένου και ήδη ύποπτος για την υπόθεση απαγωγής και δολοφονίας ενός μικρού κοριτσιού, βρίσκεται δολοφονημένος. Ενώ οι επιβάτες βρίσκονται εγκλωβισμένοι στα χιόνια και μακριά από την αστυνομία, ο Πουαρώ αναλαμβάνει να ρίξει φως στην υπόθεση. Όλοι έχουν κίνητρο, όλοι είναι ύποπτοι αλλά όλοι έχουν ένα καλό άλλοθι. Τελικά θα βρεθεί η λύση του μυστηρίου;

Αυτό που κάνει το συγκεκριμένο αστυνομικό μυθιστόρημα να ξεχωρίζει είναι ότι όλοι οι ύποπτοι αποδεικνύεται στο τέλος ότι είναι δολοφόνοι. Μπροστά στα μάτια μας εκτυλίσσεται ένα ψυχρό προμελετημένο έγκλημα. Οι δράστες, αφού έχουν δώσει στο θύμα μεγάλη δόση υπνωτικού και το έχουν σε καταστολή, περνούν μέσα στο δωμάτιό του και με το ίδιο μαχαίρι του καταφέρνουν δώδεκα μαχαιριές. Όλοι λοιπόν ανεξαιρέτως συμμετέχουν στο «τελετουργικό» ενός φόνου «κάθαρση». Στον μυθιστορηματικό κόσμο του Όριεντ Εξπρές κυριαρχούν σε αδρές γραμμές δύο ειδών χαρακτήρες: ο δολοφόνος (δολοφόνοι) και ο δολοφονημένος. Δεν πρόκειται δε για αντιτιθέμενες κατηγορίες. Οι πρωταγωνιστές είναι ανεστραμμένα θύματα σ’ ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, όπου θύτης και θύμα δημιουργούν ένα ενδιαφέρον εγκληματικό ζεύγος άξιο μελέτης και από τη σκοπιά της θυματολογίας.

Παρουσιάζοντας, λοιπόν, δώδεκα υπόπτους ως ενόχους η Αγκάθα Κρίστι κάνει μία αξιοπρόσεκτη και έξυπνη δομική καινοτομία, αντιστρέφοντας μία σύμβαση του αστυνομικού μυθιστορήματος που θέλει μόνο ένας εκ των υπόπτων να είναι ο ένοχος. Εάν μιλήσουμε με όρους σημειολογίας, μία ιστορία μυστηρίου είναι ένα κωδικοποιημένο μήνυμα. Όλα τα σημεία και τα νοήματα (ερμηνείες) είναι ορατά, αλλά οι διασυνδέσεις (οι σχέσεις) ανάμεσά τους δεν είναι ορατές. Μόλις ανακαλύψουμε τον τρόπο που συνδέονται και «σπάσουμε τον κώδικα» το μυστήριο λύνεται. Τα στοιχεία, επομένως, είναι σημαινόμενα με πολλά και διαφορετικά σημαίνοντα. Πρέπει να συγκεντρώσουμε όλα τα στοιχεία και να τα ερμηνεύσουμε σωστά για να κατανοήσουμε τι γίνεται και να βρούμε τον δολοφόνο (τους δολοφόνους)[12].

Δομώντας το μυστήριο

Εάν αφήσουμε για λίγο στην άκρη την πραγματική πλοκή και εξετάσουμε την ιστορία από την άποψη των χαρακτήρων και των σχέσεων, θα διαπιστώσουμε ότι  το «Έγκλημα στο Όριεντ  Εξπρές» είναι δομημένο άκρως συμμετρικά. Υπάρχουν, λοιπόν, τρεις βασικοί χαρακτήρες ή, μάλλον, δύο διαμετρικά αντίθετοι χαρακτήρες και μια ομάδα δώδεκα αλληλένδετων χαρακτήρων που διαμορφώνουν έναν τρίτο χαρακτήρα που μεσολαβεί μεταξύ των δύο πρώτων. Από τη μία λοιπόν έχουμε τον Ηρακλή Πουαρώ, τον ιδιωτικό ερευνητή (detective) και από την άλλη τον Ράτσετ (έναν απαγωγέα του οποίου το πραγματικό όνομα είναι Κασσέτι). Ο Ράτσετ φαίνεται «κακός» και ο Πουαρό φαίνεται «αστείος». Περιγράφεται ως «γελοίος μικρόσωμος άνθρωπος». «Ο τύπος του ανθρώπου που κανένας δεν θα μπορούσε ποτέ να τον πάρει σοβαρά». Εκτός όμως από αυτούς υπάρχουν και δώδεκα ακόμα άνθρωποι, δώδεκα διαφορετικοί χαρακτήρες που προέρχονται από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και έχουν διαφορετικές εθνικότητες. Αυτοί οι δώδεκα φαίνονται απλώς διαφορετικοί αλλά τους ενώνει κάτι. Αυτό είναι «το έγκλημα», «ο θάνατος» και μια σειρά από τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν την απαγωγή και τη δολοφονία ενός μικρού παιδιού από τον Ράτσετ/Κασσέτι και τον συνεργό του. Αυτό λοιπόν που τους ενώνει αποτελεί και το «κλειδί» για τη λύση του μυστηρίου.  Ο γρίφος στην ιστορία περιλαμβάνει την ανακάλυψη του πώς συνδέονται οι δώδεκα φαινομενικά τυχαίοι χαρακτήρες μέσα στο τραίνο.

Ο ερευνητής ως «σημειολόγος»

Οι ιστορίες μυστηρίου συναρπάζουν και γοητεύουν τους αναγνώστες τους διότι συνεπάγονται την αποκωδικοποίηση μιας σειράς στοιχείων – σημείων και νοημάτων (ενέργειες, λέξεις, αντικείμενα) τα οποία μπορεί να φαίνονται τυχαία, μη σχετικά και χωρίς νόημα αλλά αυτό έως ότου ο κώδικας που τα συνδέει  αποκαλυφθεί. Οι μεγάλοι ντετέκτιβ που πρωταγωνιστούν στα αστυνομικά μυθιστορήματα είναι σημειολόγοι είτε το γνωρίζουν είτε όχι. Μας θέτουν το γρίφο, τον οποίο θα προσπαθήσουμε να λύσουμε[13].

Το «Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές» ολοκληρώνεται και η λύση δίδεται από έναν φανταστικό δολοφόνο που χρησιμοποιείται ως μέσο «σωτηρίας» των πραγματικών δολοφόνων από την τιμωρία. Αυτή η λύση από μόνη της είναι αρκετά προκλητική, εγείρει αντιρρήσεις από τους πολίτες μιας σύγχρονης ευνομούμενης κοινωνίας αλλά ας μην ξεχνάμε ότι συνδέεται με συγκεκριμένους ηθικούς κώδικες που προβάλουν την αυτοδικία ακολουθώντας τη λογική του οφθαλμού αντί οφθαλμού  σε αυτούς που κάνουν «κακό», διαπράττουν ένα «φόνο». Συνεπώς «αξίζουν» τη σκληρή τιμωρία ακόμα και το θάνατο για το έγκλημά τους.

Το ζήτημα λοιπόν που προκύπτει γι’ αυτή την ασυνήθιστη ομάδα ηθικής επαγρύπνισης είναι το εξής: Πώς θα αιτιολογήσουν και θα στηρίξουν τη σύγκρουση τους με το νόμο ή μάλλον καλύτερα την κατάλυση του νόμου σε αυτή τη συγκεκριμένη υπόθεση φόνου; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δίνεται από τον προστάτη του νόμου, από τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρώ και είναι μία άκρως συναισθηματική απάντηση …μέσα στην κοινωνία υπάρχουν δυνάμεις που κρατούν τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες έξω από τα μικρά γκρίζα κελιά της φυλακής! Αυτοδικία αντί θεσμικής δικαιοσύνης λοιπόν; Αν και ένας εκ των δολοφόνων το αναφέρει ξεκάθαρα την ορθή στάση απέναντι στον εγκληματία: «Δεν μπορώ να διανοηθώ στον αιώνα μας μπορούν ακόμα να εφαρμόζονται οι νόμοι του αίματος και της βεντέτας…. η τιμωρία πρέπει να προέρχεται από τα νόμιμα δικαστήρια» παρ’ όλα αυτά στην πράξη δεν την εφαρμόζει. Οι εγκληματίες όπως αναπαριστώνται θα μπορούσαμε να πούμε ότι ομοιάζουν περισσότερο με ποιητικά αντικείμενα. Από τη μία μας φαίνεται αποτρόπαια η πράξη τους, επειδή ο φόνος είναι κακούργημα, αλλά τελικά φτάνουμε να αναρωτιόμαστε τι πάει να πει κακούργημα; Η συνείδησή τους είναι ήσυχη. Τελικά τα λόγια του κ. Αναγνωστάκη[14] φαντάζουν πιο εύστοχα από ποτέ, διότι ο φόνος στη συγκεκριμένη περίπτωση όντως αποτελεί μια προσπάθεια για διέξοδο σ’ ένα δίλημμα, κατά πρωτόγονο τρόπο. Αντί να προσφύγουν οι δράστες στα νόμιμα μέσα, τα οποία θεωρούν γι’ αυτούς ανεφάρμοστα, στρέφουν την προσπάθεια τους μόνο στην απόκρυψη της πράξεως τους, ενώ ταυτόχρονα η Πολιτεία χρησιμοποιώντας κάποιον Ηρακλή Πουαρώ προσπαθεί να τους ανασύρει από την προστατευτική τους κρυψώνα. Η έρευνα έχει πάντα αφετηρία το έγκλημα, αλλά το δράμα που οδήγησε στο έγκλημα φαίνεται να έχει περισσότερο ενδιαφέρον[15].

Εγκληματολογικές όψεις

Η Ανακριτική, ως κλάδος της εγκληματολογικής επιστήμης, στηρίζεται στη διεπιστημονική συνεργασία προκειμένου να φτάσει σε «μια αντικειμενική απόδειξη όλης της αλήθειας»[16]. Στη μελέτη αυτή δεν ασχολούμαστε με τις διάφορες πτυχές της Ανακριτικής (σε σχέση με τα Δικαιώματα του ανθρώπου, το τεκμήριο της αθωότητας, τη δικονομική αξιοποίηση), αλλά περιοριζόμαστε στις μεθόδους έρευνας, όπως αυτές προκύπτουν μέσα από αυτό το ανάγνωσμα. Π.χ. η σκιαγράφηση της εγκληματικής φυσιογνωμίας, η ανάλυση του εγκλήματος (crime analysis), η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων κ.α. Ο Ηρακλής Πουαρώ διαμόρφωσε το προφίλ του μέσα από τις επιστημονικές ανακαλύψεις της εποχής του, αλλά και αυτός με τη σειρά του επηρέασε την επιστημονική ανακριτική[17]. Στο οπλοστάσιό του ο ερευνητής έχει και θέτει σε εφαρμογή την επιστημονική μεθοδολογία, τη λογική και τη πίστη στις ηθικές αξίες, γιατί πάνω από όλα δεν θέλει να τιμωρηθεί ένας αθώος. Γίνεται ένας σύγχρονος profiler εγκληματιών χρησιμοποιώντας την ψυχολογία της εφαρμοσμένης εγκληματολογίας[18] προβαίνοντας  σε σκιαγράφηση του προφίλ του εγκληματία ή μελετώντας προσεκτικά το σκηνικό του εγκλήματος  αναζητώντας  μια «υπογραφή» του δράστη μέσω του modus operandi[19].  Και όλα αυτά γιατί με τα αποκαλυπτικά στοιχεία που συλλέγει μεθοδικά αποσκοπεί  στον περιορισμό του κύκλου των υπόπτων και το μη-στιγματισμό των αθώων[20].

Το έγκλημα της Ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως (ο φόνος). O φόνος δεν αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό συμβάν, αποδραματοποιείται, χάνει το κοινωνικό του νόημα και γίνεται ένα εγκεφαλικό παιχνίδι. Αυτό που προέχει είναι να λυθεί το μυστήριο να βρεθεί αυτός που διέπραξε το έγκλημα, ο δολοφόνος (WHO DUNΝIT). Παρ’ όλα αυτά ο φόνος του Ράτσετ/Κασσέτι αποτελεί την ολοκλήρωση μιας πορείας, δεν αναζητά λοιπόν μόνο δεδομένα αλλά κυρίως ερμηνείες τις οποίες επιχειρεί να δώσει ο ερευνητής (Ηρακλής Πουαρώ). Ποιο ήταν το κίνητρο του δολοφόνου (των δολοφόνων); Ποια ήταν η κινητήριος δύναμη που ώθησε αυτούς του τελείως διαφορετικούς ανθρώπους να τελέσουν ένα έγκλημα. Μα και βέβαια η εκδίκηση (Revenge Homicide)[21]. Τα λόγια του ίδιου του ερευνητή μας το αποκαλύπτουν: «Κύριες και κύριοι, όλοι γνωρίζουμε ότι ένας ειδεχθής δολοφόνος… σήμερα ίσως  δολοφονήθηκε επάξια…».

Για τις έννοιες της εκδίκησης και της τιμωρίας υπάρχουν αναφορές τόσο σε φιλοσοφικά, θεολογικά, λογοτεχνικά κείμενα όσο και νομικά κείμενα διαφορετικών πολιτισμών από τα πολύ παλιά χρόνια[22]. Βέβαια, οι δολοφονίες εκδίκησης (ή ανθρωποκτονίες «επίλυσης διαμάχης/πάλης (conflict-resolution homicide)» όπως τις αναφέρει ο Polk[23]) δεν έχουν μελετηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό από τους ειδικούς σε σύγκριση μάλιστα με τις ανθρωποκτονίες αντιπαράθεσης. Το διακριτό χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης υποκατηγορίας ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως είναι ότι τουλάχιστον το ένα από τα διαπλεκόμενα μέρη είναι πρόθυμο να επικαλεστεί τη βία, έχοντας μάλιστα προσχεδιάσει σε κάποιο βαθμό τις ενέργειές του, ως το μέσο για να επιλύσει τη διαμάχη που έχει με το άλλο πρόσωπο.  Η Brookman[24] ορίζει ως ανθρωποκτονία εκδίκησης την ανθρωποκτονία που είναι σε κάποιο βαθμό προμελετημένη και αποτελεί δείκτη μίας κλιμακούμενης πορείας αντιπαράθεσης ανάμεσα στα εμπλεκόμενα μέρη. Το κυρίαρχο κίνητρο γι’ αυτού του είδους τις ανθρωποκτονίες είναι η αναζήτηση εκδίκησης από το δράστη που θεωρεί το θύμα υπεύθυνο για κάτι «κακό» που έχει συμβεί στον ίδιο το δράστη ή σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία όμως σχετίζονται άμεσα με το δράστη[25]. Το βασικό στοιχείο που διακρίνει αυτού του είδους τις ανθρωποκτονίες από τις ανθρωποκτονίες αντιπαράθεσης είναι η ύπαρξη σχεδίου εξόντωσης του θύματος, δηλαδή η προσχεδιασμένη φύση της ανθρωποκτονίας[26].

Ο ρόλος του θύματος (η υπαιτιότητα του θύματος «ο Ratchett/ Cassetti άξιζε να πεθάνει;») “Victim-precipitated” homicide[27]. Ένας παράγοντας ο οποίος μελετάται από τους εγκληματολόγους και θεωρείται σημαντική μεταβλητή στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας είναι η σχέση ανάμεσα στον δράστη (ανθρωποκτόνο) και στο θύμα. Οι περισσότεροι μάλιστα εγκληματολόγοι συμφωνούν ότι οι δολοφόνοι δύνανται να κατηγοριοποιηθούν σε δύο κατηγορίες, σε εκείνους που σκοτώνουν τυχαία άγνωστα σε αυτούς θύματα (strangers homicides) και σε εκείνους που σκοτώνουν γνωστά σε αυτούς άτομα (acquaintance homicides). Η ποιότητα των σχέσεων και οι διαντιδράσεις ανάμεσα στα εμπλεκόμενα πρόσωπα, επομένως, δύνανται να επηρεάσουν το φόνο. Σε αυτό το σημείο αξίζει να θυμηθούμε τις συζητήσεις των επιστημόνων γύρω από τη συμμετοχή του θύματος στην πορεία προς το έγκλημα (victim precipitation) (ενεργητική ή παθητική). Το επιχείρημα το οποίο τίθεται από μερίδα εγκληματολόγων είναι ότι τα θύματα των δολοφονιών «βοηθούν» στις  διεργασίες που οδηγούν στη δολοφονία τους[28].

Τέλος πιστεύεται ότι μερικοί άνθρωποι γίνονται θύματα μιας εγκληματικής πράξης, γιατί με τον τρόπο ζωής τους (lifestyle) (π.χ. ζουν στην παρανομία, διαπράττουν οι ίδιοι αξιόποινες πράξεις, κ.α.) είναι περισσότεροι εκτεθειμένοι απέναντι στο έγκλημα και επομένως αυξάνουν τις πιθανότητες θυματοποίησής τους (lifestyle theory)[29].

Επίλογος

Το έγκλημα, ο δράστης και το θύμα στην λογοτεχνία απεικονίζουν διάφορες σκιάσεις της κοινωνικής συνείδησης της εποχής[30]. Ίσως τελικά αυτή να είναι η τέχνη του αστυνομικού μυθιστορήματος που χωρίς να παραβλέπει την ιστορική εγκληματολογική μνήμη δεν φτιάχνει ένα δικό της κόσμο αλλά αντανακλά μία ζοφερή ατμόσφαιρα δίχως να απομακρύνεται από την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα[31]. Ίσως οι συγγραφείς μη μπορώντας να αλλάξουν τις κοινωνίες αρκούνται στο να τις περιγράψουν και να ασκήσουν κριτική χωρίς φόβο και πάθος και αυτό είναι που προσδίδει τελικά στο αστυνομικό μυθιστόρημα και πνευματικό ενδιαφέρον και ιδεολογικό υπόβαθρο αλλά και κοινωνικό πλαίσιο αναφοράς.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

[1] Βλ. http://crimefictionclubgr.wordpress.com/defining-crime-fiction/
[2] Βλ. Μαρτινίδης Π., (2010). «Περί αστυνομικών μυθιστορημάτων», Βιβλιοθήκη, ΑΦΙΕΡΩΜΑ Αστυνομικό Μυθιστόρημα, Σάββατο 24 Ιουλίου.
[3] Βλ. Γεωργουσόπουλου Κ., (2004). «Τα καθ’ έκαστον και τα καθόλου», Βιβλιοδρόμιο, Τα Νέα 24-25/7/04.
[4] Βλ. Πανούσης Γ., (2010). Ένοχοι και ενοχές: Εγκληματολογικές επιστήμες και αστυνομικό μυθιστόρημα, Αθήνα: εκδ. Σάκκουλας Αντ. Ν., σ. 10.
[5] Βλ. Χαρτουλάρη Μ., (2002). «Οργανωμένο έγκλημα και “σφαγή” στην ΕΛ.ΑΣ.», σε Νέα 13-14/07/02.
[6] Βλ. Έκο Ο., (1987). Κήνσορες και Θεράποντες, Αθήνα: Γνώση, σ. 314.
[7] Βλ. Μαρτινίδης Π., (1999). «Περί παραλογοτεχνικού κλίματος του εγκλήματος και των συνεπειών του, σε Εικόνες Εγκλήματος, επιμ. Αφρ. Κουκουτσάκη, Αθήνα: Πλέθρον, σ. 184.
[8] Βλ. Καρύδης Β., (2003). «Από τον Πιερ Ριβιέρ στον Σάββα Ξηρό», Βιβλιοδρόμιο, Τα Νέα 22-23/2/03.
[9] Πρβλ. Compagnon A., (2001). O δαίμων της θεωρίας. Λογοτεχνία και κοινή λογική, Αθήνα: Μεταίχμιο.
[10] Βλ. Πανούσης Γ., (2010). Ένοχοι και ενοχές: Εγκληματολογικές επιστήμες και αστυνομικό μυθιστόρημα, Αθήνα: εκδ. Σάκκουλας Αντ. Ν., σ. 26.
[11] Βλ. Κρίστι Α., (2002). Η Αυτοβιογραφία μου, μετφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου, Αθήνα: εκδ. Λυχνάρι.
[12] Βλ. Berger A. A., (1986). Media Analysis Techniques, Beverly Hills, London: Sage Publications, σσ. 113-114.
[13] Βλ. Berger A. A., (1986). Media Analysis Techniques, Beverly Hills, London: Sage Publications, σσ. 116-117.
[14] Βλ. Αναγνωστάκη Στ. Κ., (1980). Ψυχολογία των διαφόρων εγκλημάτων, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Αφών Κυριακίδη.
[15] Βλ. Todorof Tz., (2009). «Tυπολογία του αστυνομικού μυθιστορήματος» στο Ανατομία του αστυνομικού μυθιστορήματος, 2η εκδ., Αθήνα: Άγρα, σ. 225.
[16] Βλ.  Φαρσεδάκης Ι., (1984). Ανακριτική, δικαιώματα του ανθρώπου και εγκληματογένεση, εκδ. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
[17] Βλ. Αλεξιάδης Στ., (2003). Ανακριτική, 5η εκδ., Θεσ/νικη: εκδ. Σάκκουλας, σσ. 58-59.
[18] Βλ. Ντάγκλας Τ. & Ολσέικερ Μ., (2004). Στο μυαλό των σίριαλ-κίλερς, μτφ. Ε. Φρυδά, Αθήνα: Μελάνι, σσ. 45, 109.
[19] Βλ. Κατσουλάρη Κ., (2005). «Η κόλαση μέσα τους», σε Βήμα Κυριακής 17/4/05.
[20] Βλ. Bloch E., (1986). «Φιλοσοφική θεώρηση του αστυνομικού μυθιστορήματος», σε Ανατομία του αστυνομικού μυθιστορήματος, Αθήνα: Άγρα, σσ. 354, 356, 364.
[21] Βλ. Brookman F., (2005). Understanding Homicide, London : Sage Publications.
[22] Βλ. Marongui P. & Newman G. (1987). Vengeance. Totowa, NJ: Rowman and Littlefield.
[23] Βλ. Polk K., (1994). When men kill: Scenarios of Masculine Violence. Cambridge: Canbridge University Press.
[24]Βλ. Brookman F., (2000). “Dying for control: Men, Murder and Sub-Lethal Violence”, British Criminology Conference: Selected Proceedings, Volume 3. (http://www.Iboro.ac.uk./departements/ss/bsc/bccsp/vol03/brookman.html)
[25] Βλ. Polk K., (1994). When men kill: Scenarios of Masculine Violence. Cambridge: Canbridge University Press, σ. 129.
[26] Βλ. Brookman F., (2005). Understanding Homicide, London : Sage Publications, σ. 130.
[27] Βλ. Siegel L., (2006). Criminology, 9the ed., U.S.: Thompson Wadsworth, σ. 77.
[28] Βλ. Brookman F., (2005). Understanding Homicide, London : Sage Publications.
[29] Βλ. Siegel L., (2006). Criminology, 9the ed., U.S.: Thompson Wadsworth, σ. 77.
[30] Βλ. Πανούση Γ., (1991). «Εγκληματολογία και Λογοτεχνία: κοινό οδοιπορικό», Αρχ. Νομ., ΜΒ’, τ. 6, σ. 497 επ.
[31] Βλ. Πανούσης Γ., (2010). Ένοχοι και ενοχές: Εγκληματολογικές επιστήμες και αστυνομικό μυθιστόρημα, Αθήνα: εκδ. Σάκκουλας Αντ. Ν., σ. 107-108.

Αναδημοσίευση από το 18ο Τεύχος του περιοδικού The Art of Crime

~ από Nina C στο 29/10/2011.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: