Ποιος είναι ο Robert K. Merton

της Ιωάννας Γουσέτη,
Κοινωνιολόγου-ΜΔΕ Εγκληματολογίας-Υποψ. Δρ.,
Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΤΗΕ ART OF CRIME

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Robert K. Merton, γόνος οικογένειας μεταναστών ρωσικής καταγωγής, η οποία έφτασε στην Αμερική το 1904, γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου του 1910 στη Philadelphia των ΗΠΑ. Το βαφτιστικό του όνομα ήταν Meyer Robert Schkolnick, το οποίο άλλαξε κατά την εφηβική του ηλικία, όταν εμφανιζόταν ως μάγος σε παιδικά πάρτι για να βγάζει το χαρτζιλίκι του, υιοθετώντας ως «καλλιτεχνικό» το όνομα με το οποίο είναι ευρέως γνωστός. Προερχόταν από εβραϊκή οικογένεια που εγκαταστάθηκε στις φτωχογειτονιές της νότιας Philadelphia, και ο πατέρας του Aaron Schkolnickoff που διατηρούσε αρχικά κατάστημα με γαλακτοκομικά προϊόντα, εν συνεχεία εργάστηκε ως ξυλουργός σε ναυπηγείο. Παρά το δυσμενές κοινωνικο-οικονομικό υπόβαθρο της οικογενείας του και κατά συνέπεια τις περιορισμένες εκπαιδευτικές δυνατότητες, από τα γυμνασιακά του κιόλας χρόνια είχε επιδείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον προς τις τέχνες και τα γράμματα, επισκεπτόμενος συχνά τη βιβλιοθήκη Andrew Carnegie, τη μουσική Ακαδημία, την κεντρική βιβλιοθήκη και το Μουσείο Τέχνης της περιοχής του (Young, 2010, σ. 89).

Οι οικονομικές δυσχέρειες της οικογενείας καθιστούν αδύνατη τη συνέχιση των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο της Pennsylvania, και έτσι εισάγεται αρχικά με υποτροφία στο τοπικό Κολέγιο Temple προκειμένου να σπουδάσει Κοινωνιολογία (1927-1931). Εκεί γνωρίζει τον υπ. Δρ. τότε George E. Simpson, με τον οποίο αναπτύσσει ισχυρή φιλία, αλλά και την πρώτη του επιστημονική συνεργασία με αντικείμενο τις αναπαραστάσεις της αφρικανικής κοινότητας της Philadelphia στον τύπο. Με την παρότρυνση του Simpson, δηλώνει συμμετοχή στο ετήσιο Συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Κοινωνιολογίας (American Society of Sociology), όπου και γνωρίζει τον ιδρυτή του Τμήματος Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Harvard Pitirim A. Sorokin. Το 1932 συνεχίζει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Harvard, όπου και εργάζεται ως βοηθός του Sorokin. Κατά την εκπόνηση της διδακτορικής του διατριβής, με αντικείμενο την κοινωνικο-ιστορική προσέγγιση της ανάπτυξης της επιστήμης στην Αγγλία του 17ου αιώνα, στο ίδιο Πανεπιστήμιο έρχεται σε επαφή και συνεργάζεται με διαπρεπείς κοινωνιολόγους, μεταξύ των οποίων και ο Talcott Parsons, ο οποίος ήταν και μέλος της εισηγητικής επιτροπής της διατριβής του μαζί με τους Carle C. Zimmermann και George Sarton, και με επιβλέποντα Καθηγητή τον Sorokin.

Σε ηλικία είκοσι έξι ετών λαμβάνει τον τίτλο του Διδάκτορος (1936) και συνεχίζει να διδάσκει στο Harvard έως και το 1939. Από το 1939-1941 διδάσκει ως Αναπληρωτής Καθηγητής (1939) και εν συνεχεία ως Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Tulane, όπου και γίνεται Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνιολογίας. Το 1941 εντάσσεται στο δυναμικό του Πανεπιστημίου Columbia και το 1963 λαμβάνει τον τιμητικό τίτλο του Καθηγητή της έδρας Giddings. Το 1974 εκλέγεται στην ανώτερη ακαδημαϊκή βαθμίδα του Καθηγητή, ενώ μετά τη συνταξιοδότησή του το 1979 αναγορεύεται Ομότιμος Καθηγητής. Αποσύρθηκε από τη διδασκαλία το 1984, και το Columbia εις ένδειξη αναγνώρισης της συνεισφοράς του στην επιστήμη και στην ακαδημαϊκή κοινότητα δημιούργησε το 1990 την έδρα Robert Merton στις Κοινωνικές Επιστήμες (http://garfield.library.upenn.edu/merton/rkmcv.pdf).

Κατά τη διάρκεια της ζωής του και της ακαδημαϊκής του σταδιοδρομίας, ο Robert Merton έλαβε πολυάριθμες τιμητικές διακρίσεις, μεταξύ των οποίων: υποτροφία Guggenheim (1962), τιμητικούς τίτλους σπουδών 33 Πανεπιστημίων, συμπεριλαμβανομένων των Yale, Harvard, Columbia, Leyden, Οξφόρδης, Μαδρίτης, Ρώμης, Αθηνών κ.ά., ενώ υπήρξε ο πρώτος κοινωνιολόγος που έλαβε τον τίτλο του MacArthur Fellow (1983-1988), καθώς και ο πρώτος κοινωνιολόγος που τιμήθηκε από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ με το Εθνικό Μετάλλιο Επιστημών το 1994.

Ο Robert Merton παντρεύτηκε δύο φορές, εκ των οποίων τη δεύτερη με την κοινωνιολόγο Harriet Zuckerman, ενώ απέκτησε από τον πρώτο του γάμο δύο κόρες, τις Stephanie Merton Tombrello και Vanessa Merton, καθώς και έναν γιο, τον Robert C. Merton, βραβευθέντα με το Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών το 1997.

Ο Robert Merton απεβίωσε στις 23 Φεβρουαρίου 2003 στο Manhattan, όπου και διέμενε, σε ηλικία 93 ετών (http://www2.asanet.org/public/merton_death.html).

Οι εγκληματολογικές προσεγγίσεις του κοινωνιολόγου Robert Merton

Ο Robert Merton υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους κοινωνιολόγους του 20ου αιώνα, ασκώντας σημαντική επίδραση όχι μόνο στην κοινωνιολογική σκέψη, αλλά και σε συγγενείς επιστήμες όπως η Εγκληματολογία, η Κοινωνική Ψυχολογία, τα Οικονομικά. Αποτελεί εμπνευστή σημαινουσών κοινωνιολογικών εννοιών, θεωρητικών προσεγγίσεων και μεθοδολογικών κατευθύνσεων, μεταξύ των οποίων η έννοια της «αυτο-εκπληρούμενης προφητείας» (self-fulfilling prophecy), η θεωρία των κοινωνικών ρόλων (social roles) και η μέθοδος της εστιασμένης συζήτησης (focus group), τις οποίες ανέπτυξε στο πλούσιο συγγραφικό του έργο, αποτελούμενο μεταξύ των άλλων από 30 μονογραφίες και 177 άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά (http://garfield.library.upenn.edu/merton/rkmpubsfull.html).

Η κοινωνικο-οικονομική προέλευση του Robert Merton και η διαβίωση του σε ένα χωρο-χρονικό πλαίσιο χαρακτηριζόμενο βασικά από την οικονομική ύφεση, τον αντισημιτισμό και τις κοινωνικές διακρίσεις θεωρούνται κομβικές ως προς την κατανόηση του κοινωνικού γίγνεσθαι εκ μέρους του και την ανάπτυξη των αντίστοιχων επιστημονικών του θέσεων. Παράλληλα, το επιστημονικό του υπόβαθρο και η εξ αυτού προκύπτουσα ενασχόλησή του με το έργο θεωρητικών, όπως ο E. Durkheim, ο K. Marx, ο T. Parsons, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως βασικές συνιστώσες του συνόλου του επιστημονικού του έργου, αντανακλώμενες και στα επιμέρους αντικείμενα ενασχόλησής του, όπως οι θεωρίες μέσης κλίμακας, ο δομολειτουργισμός, η κοινωνιολογία της επιστήμης (Young, 2010, σσ. 91-96).

Η συμβολή του στην εγκληματολογική σκέψη αποτυπώνεται κατ’ αρχάς στον όρο ανομία, ο οποίος συνιστά μία από τις βασικότερες έννοιες της επιστήμης της Εγκληματολογίας και μία θεωρητική προσέγγιση με τεράστια επιρροή στη σύγχρονη εγκληματολογική σκέψη. Βασιζόμενος στην κλασσική ανάλυση περί ανομίας του Durkheim, αν και διαφοροποιούμενος σε αρκετά σημεία από τον Γάλλο κοινωνιολόγο, ερμηνεύει την εγκληματικότητα ως απόρροια των βασικών συνιστωσών τόσο της κοινωνικής δομής όσο και της κυρίαρχης κουλτούρας, οι οποίες συνοψίζονται στους κοινωνικά αποδεκτούς στόχους και στα μέσα υλοποίησής τους, απορρίπτοντας τις θεωρήσεις της εγκληματικής συμπεριφοράς ως απορρέουσας από την ανθρώπινη φύση (Merton, 1938).

Στο πλαίσιο των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών γενικά και της αμερικανικής κοινωνίας της δεκαετίας του 1930 ειδικότερα, η έμφαση δίδεται, σύμφωνα με τον ίδιο, στο στόχο της οικονομικής ευημερίας και της υλικής επιτυχίας, ο οποίος συνοψίζεται στο λεγόμενο «αμερικανικό όνειρο» και οδηγεί σε ένταση του ατομικισμού, κατά τρόπο ώστε η επιτυχία ή η αποτυχία να προσλαμβάνονται ως απόρροια ατομικών χαρακτηριστικών και ενεργειών (Young, 2010, σ. 9). Η εστίαση του Merton στην κοινωνική δομή συμβάλλει στην ερμηνεία της υπερεκπροσώπησης των χαμηλών κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων στη διάπραξη εγκλημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζεται πως αν και η προαναφερθείσα κυρίαρχη κουλτούρα είναι αποδεκτή απ’ όλες τις κοινωνικές ομάδες, ωστόσο η πρόσβαση στα νόμιμα μέσα για την επίτευξη του «αμερικανικού ονείρου» χαρακτηρίζεται από ταξική διαστρωμάτωση, υπό την έννοια πως υφίσταται ανισότητα ευκαιριών πρόσβασης στους κοινωνικά αποδεκτούς στόχους μεταξύ κατώτερων και ανώτερων κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων. Σύμφωνα με τον Merton, αυτή η απουσία ή/και οι δυσχέρειες υλοποίησης των κοινωνικά αποδεκτών στόχων, δύναται να οδηγήσει στην προσπάθεια επίτευξής τους μέσω κοινωνικά μη αποδεκτών ή/και παράνομων μέσων (Merton, 1938).

Στο περίφημο άρθρο του “Social Structure and Anomie” (1938,), αναπτύσσει τις προαναφερθείσες θέσεις του αναφορικά με τους παράγοντες επίδρασης στην ανάπτυξη αντικομφορμιστικής ή/και εγκληματικής συμπεριφοράς, συνοψίζοντας μάλιστα τη θεωρητική του προσέγγιση στον ακόλουθο πίνακα για την «τυπολογία των τρόπων ατομικής προσαρμογής» (typology of modes of individual adaptation) :
Τρόποι Προσαρμογής Πολιτισμικοί Στόχοι Θεσμικά Μέσα
Κομφορμισμός (conformity) + +
Καινοτομία (innovation) + –
Τυπολατρία (ritualism) – +
Απόσυρση (retreatism) – –
Εξέγερση (rebellion) +
– +

Όπως καθίσταται προφανές κι από τον παραπάνω πίνακα, ο κομφορμισμός συνίσταται στην αποδοχή των πολιτισμικά κυρίαρχων στόχων και την επίτευξη τους μέσω θεσμικά αποδεκτών μέσων, αποτελώντας την πλέον διαδεδομένη και συνυφασμένη με την κοινωνική σταθερότητα συμπεριφορά. Η καινοτομία αφορά κοινωνικά μη αποδεκτές ή/και παράνομες ενέργειες επίτευξης των πολιτισμικά κυρίαρχων στόχων, όταν η πρόσβαση στα θεσμικά αποδεκτά μέσα είναι περιορισμένη. Η τυπολατρία συνιστά προσκόλληση στα θεσμικά μέσα, με παράλληλη εγκατάλειψη των κοινωνικά κυρίαρχων στόχων της οικονομικής ευημερίας και της υλικής επιτυχίας. Η απόσυρση αντιπροσωπεύει την πλήρη εγκατάλειψη πολιτισμικών στόχων και θεσμικών μέσων, ενώ η εξέγερση αντανακλά απόρριψη των υφιστάμενων συμβατικών στόχων και μέσων, και προσπάθεια διαμόρφωσης εναλλακτικών στόχων και διαδικασιών επίτευξής τους.

Από εγκληματολογική σκοπιά, οι πλέον ενδιαφέροντες τρόποι ατομικής προσαρμογής είναι κυρίως η καινοτομία, η οποία περιλαμβάνει ποικίλες εγκληματικές ή/και παρεκκλίνουσες συμπεριφορές, από τη ληστεία και την πορνεία έως το εμπόριο ναρκωτικών και το οργανωμένο έγκλημα, και δευτερευόντως η απόσυρση και η εξέγερση, οι οποίες αποτυπώνονται επί παραδείγματι στη χρήση τοξικοεξαρτησιογόνων ουσιών ή αλκοόλ και στην τρομοκρατία, αντίστοιχα.

Οι προαναφερθέντες «τρόποι προσαρμογής» των ατόμων δεν προσλαμβάνονται εν προκειμένω ως τύποι προσωπικότητας, αλλά ως πιθανότητες επιλογής ενός τρόπου συμπεριφοράς εκ μέρους του ατόμου υπό μορφή «απάντησης» στις πιέσεις που του ασκεί η υφιστάμενη ανομία. Η προσέγγιση της παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς από τη σκοπιά του λειτουργισμού (functionalism), όπως η προαναφερθείσα, διαφοροποιείται από τις ατομοκεντρικές θεωρήσεις της εγκληματικότητας, οι οποίες θέτουν στο επίκεντρο της εξήγησης του εγκληματικού προβλήματος την παθολογία του δρώντος υποκειμένου. Στο πλαίσιο αυτό, αντίθετα, ως κεντρικός στόχος τίθεται η ανάδειξη των τρόπων με τους οποίους η κοινωνική και πολιτισμική δομή δημιουργεί πιέσεις σε ανθρώπους με διαφορετικό κοινωνικο-οικονομικό υπόβαθρο προς εκδήλωση ή μη παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς (Merton, 1968, σσ. 175-176).

Η προσφορά και η επίδραση του Robert Merton στην εγκληματολογική σκέψη

 Robert Merton συνιστά αναμφίβολα έναν από τους συγγραφείς με τις περισσότερες ετεροαναφορές στην εγκληματολογική βιβλιογραφία (βλ. αντί άλλων Agnew, 1985, Φαρσεδάκης, 1996, Χάιδου, 1996, Passas & Agnew, 1997, Downes, 1998, Keen, 1999, Ζαραφωνίτου, 2004, Cullen & Messner, 2007, Young, 2010), ενώ οι θεωρητικές του προσεγγίσεις αποτελούν τη βάση για μια ολόκληρη παράδοση στην εγκληματολογική θεωρία και έρευνα. Παρά το γεγονός πως στα περισσότερα εγχειρίδια παρουσίασης και ανάπτυξης των κύριων εγκληματολογικών θεωριών κατατάσσεται στο ρεύμα του κοινωνιολογικού θετικισμού, οι θέσεις του αντανακλούν στοιχεία προερχόμενα, αλλά και επιδρώντα, σε προσεγγίσεις διαφορετικής επιστημολογικής και μεθοδολογικής κατεύθυνσης, γεγονός που συνιστά επιπρόσθετη ένδειξη της υψηλής επιστημονικής αξίας του έργου του.

Προς ενίσχυση της προαναφερθείσας επισήμανσης, θα μπορούσε να αναφερθεί ενδεικτικά η επίδραση της διατυπωθείσας από τον ίδιο έννοιας της «αυτό-εκπληρούμενης προφητείας» στη θεωρία της ετικέτας των Kai Erikson και Howard Becker και η αντανάκλαση βασικών αρχών των θεωριών σύγκρουσης στις θέσεις του περί επίδρασης της κοινωνικής δομής και των εξ αυτής απορρεουσών κοινωνικών ανισοτήτων στην εγκληματικότητα. Θα μπορούσε, ωστόσο, να υποστηριχθεί βάσιμα πως η εντονότερη επίδραση του έργου του αποτυπώνεται στις υποπολιτισμικές θεωρίες των μαθητών του Albert Cohen και Richard Cloward. Από τη μια πλευρά, ο Cohen, διατηρώντας ως βάση της προσέγγισής του την απόκλιση μεταξύ κοινωνικά κυρίαρχων στόχων και θεσμικά αποδεκτών μέσων ως βασικό παράγοντα εκδήλωσης εγκληματικής συμπεριφοράς, εστίασε περισσότερο στο δρων υποκείμενο, και συγκεκριμένα στα νεαρά αγόρια των κατώτερων κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων. Από την άλλη πλευρά, ο Cloward από κοινού με τον συνεργάτη του Lloyd Ohlin, μέσα από τη θεωρία τους περί «συστημάτων διαφορικών ευκαιριών» (differential opportunity systems), μετέτρεψαν τη βασική μερτονιανή θεωρία περί ανομίας σε πρακτικό σχέδιο αντεγκληματικής πολιτικής, το οποίο μάλιστα εφαρμόστηκε σε συγκεκριμένες περιοχές του Manhattan στις αρχές της δεκαετίας του 1960, αποσκοπώντας στην άμεση μείωση της εγκληματικότητας μέσω της διεύρυνσης των ευκαιριών εύρεσης εργασίας (Young, 97). Ο κατάλογος των σύγχρονων εγκληματολογικών έργων στα οποία άσκησε επιρροή η μερτονιανή σκέψη είναι μακρύς, και περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων τη θεωρία ώθησης (strain theory) του Robert Agnew, καθώς και έργα των Steven Messner και Richard Rosenfeld (Crime and the American Dream, 2001), Jock Young (The Exclusive Society, 1999, The Vertigo of Late Modernity, 2007), Νίκου Πασσά (& Agnew, R., The Future of Anomie Theory, 1997) κ.ά. (Young, σ. 98).

Στη βάση των προαναφερθέντων μπορεί να υποστηριχθεί πως αν και η χωρο-χρονική απόκλιση από τις φτωχογειτονιές της νότιας Philadelphia, όπου ο Merton πέρασε τα νεαρά του χρόνια, την εποχή της οικονομικής ύφεσης είναι σήμερα μεγάλη, ωστόσο οι θεωρητικές προσεγγίσεις και κριτικές του αναλύσεις αναφορικά με την οικονομία της αγοράς, την κοινωνική δομή και τις επιδράσεις τους στις κοινωνικές σχέσεις και συμπεριφορές παραμένουν επιστημονικά και κοινωνικά επίκαιρες, στις μέρες μας ίσως περισσότερο από ποτέ.

Εγκληματολογική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία του ιδίου (ενδεικτική αναφορά)

Merton, R., “The Unanticipated Consequences of Purposive Social Action”, στο American Sociological Review, 1, 1936, σσ. 894-904.

Merton, R., “Social Structure and Anomie”, στο American Sociological Review, 3, 1938, σσ. 672-682.

Merton, R. & Ashley Montagu, M.F. “Crime and the Anthropologist”, στο American Anthropologist, 42, 1940, σσ. 384-408.

Merton, R., “The Self-Fulfilling Prophecy”,  στο Antioch Review (Summer), 1948,  σσ. 193-210.

Merton, R., “Social Structure and Anomie: Revisions and Extensions”. Στο Anshen, R.N. (ed.), (1949). The Family: Its Functions and Destiny. New York: Harper & Brothers, σσ. 226-257.

Merton, R., (1968). Social Theory and Social Structure. New York: The Free Press.

Merton, R., “The Socio-Cultural Environment and Anomie”. Στο Witmer, H.L.  &  Kotinsky, R. (eds.), (1955). New Perspectives for Research on Juvenile Delinquency. Washington, D . C. U .5. Government Printing Office, σσ. 24-50.

Merton, R., “Priorities in Scientific Discovery: A Chapter in the Sociology of Science”, στο American Sociological Review, 22, 6, 1957, σσ. 635-659.

Merton, R., “Anomie, Anomia and Social Interaction: Contexts of Deviant Behavior”. Στο Clinard, M., (ed.), (1964).  Anomie and Deviant Behavior. New York: The Free Press, σσ. 213-242.

Πηγές

Agnew, R., “Strain theory revisited”, στο Social Forces, 64, 1985, σσ. 151-167.

Calhoun, C. (ed.), (2010). Robert Merton: Sociology of Science and Sociology as Science. Columbia University Press.

Cullen, F.T. & Messner, S.F., “The making of Criminology revisited: An oral history of Merton’s anomie paradigm”, στο Theoretical Criminology, 11, 2007, σσ. 5-37.

Downes, D., “Back to the future: The predictive value of social theories of delinquency”, στο Holdaway, S & Rock, P. (eds.), (1998). Thinking about Criminology. London: UCL Press.

Ζαραφωνίτου, Χρ., (2004). Εμπειρική Εγκληματολογία. 2η έκδ. Αθήνα Νομική Βιβλιοθήκη.

Keen, M., (1999). Stalking the American Dream. Transaction Publishers.

Merton, R., “Social Structure and Anomie”, στο American Sociological Review, 3, 1938, σσ. 672-682.

Passas, N. & Agnew, R., (1997). The Future of Anomie Theory. Northeastern

Young, J., “Robert Merton (1910-2003)”, στο Hayward, K., Maruna, S. & Mooney, J. (eds.), (2010). Fifty Key Thinkers in Criminology. Routledge, σσ. 88-99.

Φαρσεδάκης, Ι., (1996). Στοιχεία Εγκληματολογίας. Αθήνα Νομική Βιβλιοθήκη.

Χάιδου, Α., (1996). Θετικιστική Εγκληματολογία. Αιτιολογικές προσεγγίσεις του εγκληματικού φαινομένου. Αθήνα Νομική Βιβλιοθήκη.

http://garfield.library.upenn.edu/merton/rkmcv.pdf

http://garfield.library.upenn.edu/merton/rkmpubsfull.htm

http://www2.asanet.org/public/merton_death.html

 

~ από Nina C στο 03/12/2011.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: