Ποιος είναι ο Jock Young

της Μάρθας Λεμπέση, Κοινωνιολόγου – Υπ. Δρ. Πανεπιστ. Αθηνών

και της Μελίνας Στρούγγη, πτυχιούχουΝομικήςΑθηνών

Ο Jock Young, βρετανός κοινωνιολόγος και εγκληματολόγος, ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία διδάσκοντας κοινωνιολογία στα τέλη της δεκαετίας του ’60 στο τεχνολογικό κολέγιο του Enfield. Ανήσυχο και δραστήριο πνεύμα συμμετέχει ενεργά στο 3ο Εθνικό Συνέδριο Εγκληματολογίας (National [Criminology] Conference), που λαμβάνει χώρα στο Cambridge, τον Ιούλιο του 1968, και στο περιθώριο αυτής της συνάντησης αποφασίζει μαζί με μία ομάδα έξι νέων κοινωνικών επιστημόνων και εγκληματολόγων, να αποσπαστούν και να ιδρύσουν από κοινού ένα ανεξάρτητο Εθνικό Συνέδριο της Παρεκκλίνουσας Συμπεριφοράς (National Deviancy Conference). Για πολλούς εγκληματολόγους της εποχής αυτή η ομάδα των «αιρετικών» ανερχόμενων επιστημόνων θύμιζε ένα συνασπισμό άτακτων σχολιαρόπαιδων, που έπαιζαν ένα «περίεργο» παιχνίδι στις πλάτες των καθηγητών τους, κινούμενοι στο περιθώριο της επίσημης βρετανικής εγκληματολογικής σκέψης παρουσιάζοντας μία εντελώς νέα προσέγγιση της κοινωνιολογίας της παρέκκλισης…(Young, 2002, σσ. 251-274).

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και ο Sir Leon Radzinowicz «η στάση μου απέναντι σε αυτή την ομάδα η οποία παρεμπιπτόντως δεν μου απέστειλε ποτέ επίσημη πρόσκληση να παραβρεθώ στο Συνέδριο της στη Νέα Υόρκη, δεν ήταν σε καμία περίπτωση εχθρική ή καθοδηγητική. Εξάλλου αυτά που πρέσβευαν αποτελούσαν ως ένα βαθμό αναπόφευκτη αν και κατά τη γνώμη μου άστοχη αντίδραση, της νέας γενιάς βρετανών εγκληματολόγων ενάντια σε αυτό που εμφανιζόταν να είναι καθεστηκυία τάξη στην Αγγλόφωνη Εγκληματολογία και όπως αυτή εκπροσωπούνταν από το Cambridge Institute και πιθανότατα από τον πρώτο διευθυντή του«(Sir Leon Radzinowicz, 1999, σσ.229-30).

Ο Young και η Νέα Εγκληματολογία
Μέσα σε αυτό το κλίμα και πιο συγκεκριμένα το 1973 δημοσιεύει μαζί με τους Taylor, Walton, τη μελέτη του με τίτλο «Η Νέα Εγκληματολογία: Για μια Κοινωνική Θεωρία της Απόκλισης» («The New Criminology: For a Social Theory of Deviance«), η οποία για πολλούς ακόμα και σήμερα παραμένει το σημαντικότερο σημείο αναφοράς της κριτικής εγκληματολογίας.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Γ. Λάζο η «νέα εγκληματολογία» προσέφερε μια γενική ριζοσπαστική ταυτότητα, ξεκαθάρισε σκοπούς, θεωρία και διαφορές με τη συμβατική εγκληματολογία. Επέτυχε συνδέσεις με τις κριτικές θεωρήσεις των περασμένων δεκαετιών και του 19ου αιώνα. Έβαλε σε τάξη τους πειραματισμούς της προηγούμενης δεκαετίας, αποδίδοντάς τους θέση και σημασία στο συνολικό κριτικό εγχείρημα. Οριοθέτησε και σήμανε τους πολιτικούς και επαγγελματικούς ρόλους που οι κριτικοί εγκληματολόγοι όφειλαν να διαδραματίσουν και κατέθεσε προτεραιότητες (Λάζος, 2007, σ. 131).

Με τη συγκεκριμένη μελέτη τους οι Young, Taylor και Walton κατέθεσαν ένα προκλητικό μανιφέστο που πρότεινε τη σε βάθος αλλαγή της εγκληματολογικής μελέτης και παρέμβασης. «Είναι ξεκάθαρο ότι μια εγκληματολογία που δεν είναι κανονιστικά ταγμένη στην κατάργηση των ανισοτήτων στον πλούτο και τη δύναμη, και ειδικότερα των ανισοτήτων στην ιδιοκτησία και τις ευκαιρίες στη ζωή, είναι αναπόφευκτα δέσμια να εκπέμπει στον αναμορφωτισμό. Και κάθε αναμορφωτισμός είναι χωρίς εξαίρεση δεσμευμένος με την ταύτιση της απόκλισης με την παθολογία» (1973, σ. 282).

Σ’ αυτή τη βάση, πρότειναν τον ριζικό αναπροσανατολισμό της εγκληματολογίας. Σε μία από τις πολλές ευθείες διατυπώσεις τους, oι Young Taylor και Walton τονίζουν ότι ο σκοπός της κριτικής εγκληματολογίας είναι η συμβολή στη δημιουργία μιας κοινωνίας «στην οποία τα γεγονότα της ανθρώπινης διαφορετικότητας, προσωπικά, οργανικά ή κοινωνικά, δεν θα υπόκεινται στη δύναμη της εγκληματοποίησης» (1973, σ. 282).

Σύμφωνα με τους Young, Taylor και Walton, για μια ολοκληρωμένη κοινωνική θεωρία της απόκλισης, είναι αναγκαίο να διασφαλιστούν οι συνδέσεις μεταξύ διαφορετικών επιπέδων ανάλυσης. Η εγκληματολογία έχει ανάγκη τα ακόλουθα επίπεδα ανάλυσης:

πρώτο, μία πολιτική οικονομία του εγκλήματος ώστε να εντοπίζονται οι ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες που πλαισιώνουν το έγκλημα∙

δεύτερο, μία κοινωνική ψυχολογία του εγκλήματος ώστε να αναδεικνύονται οι άμεσες ρίζες του εγκλήματος, πάνω στις οποίες κάποιες επιλογές (ίσως ανεπιθύμητες) είναι δυνατές ενώ άλλες (ίσως επιθυμητές) είναι αδύνατες ∙

τρίτο, μία κοινωνιολογία της κοινωνικής δυναμικής για διευκρινίζονται οι συγκεκριμένες συνθήκες και τα συστατικά στοιχεία της πραγματικής δράσης (actual act) ∙

τέταρτο, μία κοινωνική ψυχολογία της κοινωνικής αντίδρασης για να διευκρινίζονται οι βραχυπρόθεσμοι ή συγκυριακοί λόγοι που προκάλεσαν την κοινωνική αντίδραση σε μια πράξη (ή κατάσταση ή γεγονός) για να οριστεί ως αποκλίνουσα, και για να εντοπίζονται οι φορείς (άτομα, ομάδες, κράτος) που είχαν το κίνητρο και τη δυνατότητα να αναλάβουν την υλοποίηση της κοινωνικής αντίδρασης ∙

πέμπτο, μία πολιτική οικονομία της κοινωνικής αντίδρασης (που να περιλαμβάνει και την πολιτική οικονομία του κράτους) για να διευκρινίζονται οι δομικοί μεσοπρόθεσμοι λόγοι που ήταν αντιφατικοί στον ορισμό μιας πράξης ως αποκλίνουσας και των φορέων της ως αποκλινόντων (Λάζος, 2007, σ. 133-134).

Συνολικά, ο Young κατέθεσε την πρόταση ότι η εγκληματολογία πρέπει να μετατραπεί από επιστήμη που συμβάλλει στον κοινωνικό έλεγχο σε επιστήμη που αγωνίζεται για την κοινωνική δικαιοσύνη (Muncie, 1998, σ. 223).

Στα χρόνια που ακολούθησαν, πραγματοποιήθηκαν διαδοχικές διευρύνσεις, εμπλουτισμοί, προτάθηκαν νέοι προσανατολισμοί και οπτικές γωνίες. Η «Νέα Εγκληματολογία» δέχτηκε την ορθή κριτική ότι ήταν ευρωκεντρική και ανδροκρατική αφού δεν έλαβε υπόψη της τις εξελίξεις σε άλλες περιοχές του πλανήτη και «ξέχασε» τις ιδιαιτερότητες του φύλου. Επίσης, ότι παρέκαμψε τα ζητήματα των νέων τεχνολογιών, των μέσων μαζικής επικοινωνίας και του πολιτισμού. Επρόκειτο για κριτικές που και ο ίδιος ο Young αποδέχτηκε και μάλιστα αξιοποίησε στις επόμενες μελέτες του κινούμενος πλέον στο δρόμο του αριστερού ρεαλισμού και πολύ αργότερα στις ατραπούς της πολιτισμικής εγκληματολογίας (Cultural criminology).


Ο Young και Αριστερός ρεαλισμός
Το βασικό αξίωμα αριστερού ρεαλισμού είναι ότι απεικονίζει την πραγματικότητα του εγκλήματος, που σημαίνει ότι φωτίζει και τις αιτίες που γεννούν το έγκλημα (δηλαδή τις ρίζες του) και τη φύση του και τις συνέπειές του. Αυτό συνεπάγεται την απόρριψη των τάσεων που παρατηρούνται στους κόλπους της εγκληματολογίας «ρομαντικοποίησης» του εγκλήματος ή «παθολογικοποίησής» του, τον αποκλεισμό της μονομερούς προσέγγισης και ανάλυσής του εγκλήματος από την οπτική είτε μόνο της διαχείρισης του εγκλήματος είτε μόνο του δράστη, της κατανόησης της πραγματικής διάστασης του εγκλήματος και όχι της μεγαλοποίησής του. Συνεπώς, η μεθοδολογία, η ερμηνευτική προσέγγιση των στατιστικών του εγκλήματος, οι κεντρικές ιδέες, οι συλλήψεις τα νοήματα και η αιτιολογική βάση που βασίζεται η συγκεκριμένη προσέγγιση ακολουθείθται από τα παραπάνω. Βασικά, είναι ο ρεαλισμός ο οποίος διαπνέει την κεντρική ιδέα μας για την πρακτική πλευρά των προσεγγίσεών μας: απαντώντας στο τι μπορεί να γίνει στην πράξη για την αντιμετώπιση του κοινωνικού προβλήματος του εγκλήματος και του κοινωνικού ελέγχου του εγκλήματος.
(Young, 1986: 21)

Το κυρίαρχο δόγμα του ρεαλισμού είναι ότι η εγκληματολογία πρέπει να είναι και να παραμένει πιστή στη φύση του εγκλήματος. Πράγμα που σημαίνει, ότι πρέπει να αναγνωρίζει τη μορφή, το σχήμα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εγκλήματος, το κοινωνικό πλαίσιο του εγκλήματος, το «καλούπι» του εγκλήματος, την τροχιά του μέσα στους αιώνες, και τη νομοθεσία που σχετίζεται με αυτό μέσα στο χώρο και το χρόνο.
(J. Young, 1992: 26)

Είμαστε πλέον στα τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στη Μ. Βρετανία και τον Καναδά εμφανίζεται μία νέα εγκληματολογική τάση, ο αριστερός ρεαλισμός πρωτοστάτης της οποίας είναι ο Young (Kinsey, Lea and Young, 1986). Κατά τον Young η νέα αυτή τάση συνιστά μια προσπάθεια με σκοπό την αντιπαράθεση σε δύο δυσοίωνες εξελίξεις που εντοπίζονται στην κριτική εγκληματολογία. Πρώτο, τη ριζοσπαστική φιλελεύθερη τροπή προς μιαν ηρωοποίηση των αποκλινόντων και παραβατών του νόμου και, δεύτερο, τη μαρξιστική αντίληψη πως τίποτε ουσιαστικό δεν μπορεί να γίνει για το έγκλημα και το ποινικό σύστημα αν δεν λάβαιναν χώρα κάποιες σημαντικές ανατροπές στο συσχετισμό των δυνάμεων και ευρύτερα το ταξικό σύστημα που αναπαράγει το έγκλημα και το ποινικό σύστημα (1986, σ. 35).

Κατά τους Matthews και Young (1992), ο αριστερός ρεαλισμός στόχευε να μεταθέσει τη συζήτηση σχετικά με το έγκλημα και την αστυνόμευση έξω από τα όρια του συντηρητικού μοντέλου περί «νόμου και τάξις» και να στρέψει την κριτική εγκληματολογία στο να έχει μία ευρύτερη κοινωνική παρουσία αλλά και επαφή με τη ζωή γύρω από το όριο της επιβίωσης. Επιχείρησαν λοιπόν να πείσουν το Εργατικό Κόμμα στη Μ. Βρετανία να στραφεί σε μια πιο οργανωμένη, δημιουργική, αλλά και πραγματιστική και λαϊκή κοινωνική αναθεώρηση των τρόπων ελέγχου του εγκλήματος σε εθνική κλίμακα καταθέτοντας ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα δράσης το οποίο υιοθετήθηκε από το Εργατικό Κόμμα. Δανειζόμενοι τα λόγια του ίδιου του Young «ας δηλώσουμε απολύτως κατηγορηματικά ότι το κύριο καθήκον της κριτικής εγκληματολογίας είναι να βρει λύση στο πρόβλημα του εγκλήματος, και το καθήκον μιας σοσιαλιστικής πολιτικής είναι να μειώσει ουσιαστικά το ποσοστό του εγκλήματος» (Young, 1986, σ. 28).

Στο νέο αυτό πλαίσιο ο Young και οι αριστεροί ρεαλιστές άρχισαν να αναθεωρούν κάποιες από τις σκέψεις τους ιδιαίτερα στο ζήτημα των εθνοτήτων και της άνισης μεταχείρισης τους. Ο Young πρότεινε η σχετική προσέγγιση να σταματήσει να γίνεται με όρους ρατσισμού, φτηνής εργασίας, δομικής ανεργίας και εφεδρικού εργατικού δυναμικού. Οι Young και Lea (1981) προσέγγισαν το ζήτημα με όρους περιθωριοποίησης και σχετικής στέρησης, ενώ θεώρησαν ως δεδομένο ότι οι μαύροι εμφανίζουν μεγαλύτερη εμπλοκή στα επίσημα στατιστικά της εγκληματικότητας σε σύγκριση με τον υπόλοιπο πληθυσμό- θέση που δέχτηκε πολλές κριτικές για τον τρόπο που ερμηνεύτηκαν οι επίσημες στατιστικές για να βγει αυτό το συμπέρασμα(Λάζος, 2007, σ. 315).

Είναι απλοϊκό και συνάμα εκτός πραγματικότητας να υποστηρίζει κάποιος ότι το έγκλημα του δρόμου αποτελεί πρόβλημα που οφείλεται στους τρόπους με τους οποίους ο ποινικός κώδικας κατηγοριοποιεί τις παράνομες και τις νόμιμες συμπεριφορές – ή και προϊόν ηθικών πανικών. Πράγματι, διάφοροι «σταυροφόροι της ηθικής», τα ΜΜΕ και οι κυβερνήσεις δημιουργούν μια διαστρεβλωμένη και διογκωμένη εικόνα του εγκλήματος. Στην προσπάθεια αυτή μετέχει και το ίδιο το ποινικό σύστημα αφού η παρουσία του εγκλήματος συνιστά όρο για την ύπαρξη του, η δε αύξηση της εγκληματικότητας αποτελεί όρο για την ανάπτυξή του, για την αύξηση των πόρων που θα του διαθέτουν. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι το έγκλημα δεν έχει σαν αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ζωής και τον ανθρώπινο πόνο. Το έγκλημα είναι μία πραγματικότητα με αρνητικές συνέπειες στη ζωή των κατώτερων στρωμάτων και τους κατοίκους των υποβαθμισμένων συνοικιών. Όπως επιχειρηματολογούν οι Young και Lea (1984), μία σειρά από εγκλήματα όπως οι σεξουαλικές επιθέσεις, οι ρατσιστικές επιθέσεις, οι κλοπές κ.λπ. στις φτωχές συνοικίες συνιστούν μέρος των πραγματικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοί τους. Κατά συνέπεια, εκτιμούν ότι είναι μυωπικό και πολιτικά απλουστευτικό να απορρίπτεται το έγκλημα σαν μία διαχειριστική μυστικοποίηση που επιβάλλει η άρχουσα τάξη (Λάζος, 2007, σσ. 307-308).

Σύμφωνα με τον Young «το έγκλημα δεν αποτελεί δραστηριότητα σύγχρονων Ρομπέν των Δασών – η μεγάλη πλειονότητα των εγκλημάτων στην εργατική τάξη στρέφονται στο εσωτερικό της εργατικής τάξης. Είναι ενδοταξικά στη φύση τους. Παρομοίως και παρά την προτίμηση των ΜΜΕ που εστιάζουν κατά κόρων στο διαφυλετικό έγκλημα, (αυτό) είναι κατά κύριο λόγο ενδοφυλετικό. Τα εγκλήματα βίας, για παράδειγμα, είναι συνήθως ενδοφυλετικά, με το ένα φτωχό πρόσωπο να ασκεί βία σ’ ένα άλλο φτωχό πρόσωπο – και σχεδόν στις μισές περιπτώσεις είναι ένας άνδρας που βιαιοπραγεί στη σύζυγό του ή την ερωμένη του» (Young, 1986, σ. 23).

Επιπλέον, ο Young δέχεται την ύπαρξη εγκλημάτων των πολιτικά και οικονομικά ισχυρών και του κράτους ή και των προβλημάτων που δημιουργούνται από την οικονομική και πολιτική λειτουργία του καπιταλισμού απλά τα θέτει στο περιθώριο των αναζητήσεων του με βάση ένα ιδιαίτερα αμφισβητήσιμο κριτήριο: ότι δεν είναι άμεσα αντιληπτά από τον πολύ κόσμο (βλ. Cohen, 1996, σ, 503). Μάλλον, η τάξη των εργαζομένων είναι θύμα εγκλημάτων από όλες τις κατευθύνσεις. Σημειώνει μάλιστα ο Young ότι όσο πιο ευπρόσβλητο είναι ένα πρόσωπο οικονομικά και κοινωνικά τόσο πιο πιθανό είναι ότι θα τύχουν σε βάρος του εγκλήματα ταξικά ομολόγων όσο και εγκλήματα ισχυρών…(Λάζος, 2007, σ. 310). Εάν λοιπόν συνεχίσουμε τη σκέψη αυτή του Young φαίνεται ότι «το έγκλημα είναι ένα δυναμικό σύμβολο του καπιταλισμού και είναι ο πλέον άμεσος τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν άλλα προβλήματα, όπως την ανεργία και τον ανταγωνιστικό ατομισμό» (Young, 1986, σ. 23).

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της «εγκληματολογικής φαντασίας» του Jock Young είναι ότι μελετά τα εγκληματολογικά φαινόμενα ως κομμάτι της κοινωνίας εντός της οποίας αναπτύσσονται και όχι ως κάτι αποκομμένο από αυτή. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσέγγισης αυτής αναφέρει ο ίδιος στο άρθρο του «Breaking Windows»: Παρατηρώντας τις κοινωνικοπολιτικές αλλαγές που έφερε το τελευταίο μισό του 20ου αιώνα (η λεγόμενη Χρυσή Εποχή της μεταπολεμικής Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής) κάνει λόγο για μια εποχή που χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και επαγγελματικές ευκαιρίες και προοπτικές. Μια εποχή που χαρακτηρίζεται τόσο από την δυναμική είσοδο της γυναίκας στην αγορά εργασίας, όσο και από τις προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών να δημιουργήσουν συνθήκες πολιτικής ισότητας για τους Αφροαμερικάνους. Η Χρυσή αυτή Εποχή ωστόσο δεν κρατάει πολύ. Με το πέρασμα των δεκαετιών του ‘60 και ’70 έρχεται και ενισχύεται ο ατομισμός και η πολυπολιτισμικότητα με ό ,τι αυτό συνεπάγεται: αμφισβήτηση αξιών, αποκλίνουσες απόψεις, αποδιοργάνωση, επανάσταση. Σύμφωνα με τον Young όλες αυτές οι συνθήκες δεν μπορεί παρά να επηρέασαν την εγκληματικότητα και να μεγάλωσαν μαζί της. Το έγκλημα αυξάνεται παρά τις περιστασιακές αυξήσεις που παρατηρούνται στο μέσο μισθό• ο κόσμος της εγκληματολογίας επηρεάζεται βαθειά, και παρακολουθεί τις εξελίξεις με το ενδιαφέρον στραμμένο σε ζητήματα ηθικής, νόμων, τάξης και αταξίας (Young, J. (1997).

Το κράτος παρεμβαίνει με δυο τρόπους: μέσω του θετικισμού και του κλασικισμού. Ο θετικισμός μάλιστα αποτελεί το βασικό εχθρό, καθώς προσπαθεί να αποσπάσει την ανθρώπινη δημιουργικότητα από την εκάστοτε αποκλίνουσα δράση. Με λίγα λόγια, τη θέση της κλασικής ποινής παίρνουν τα νοσοκομεία, η κοινωνική εργασία και οι κλινικές αποτοξίνωσης. Μέσω αυτής της στάσης, ωστόσο, το σύστημα απονομής δικαιοσύνης δίνει έμφαση στους νέους παραβάτες και, κυρίως, στη μέση εργατική τάξη. Αντιθέτως, τα εγκλήματα πλούσιων και ισχυρών προσώπων αγνοήθηκαν (Mooney, & Young, 1997).

Η δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται, λοιπόν, αυτή η θετικιστική προσέγγιση της κοινωνίας οφείλεται στο γεγονός ότι το έγκλημα είναι πανταχού παρόν: απαντάται σε όλους τους τομείς της κοινωνίας, ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς, τους νέους και τους ηλικιωμένους, τους άνδρες και τις γυναίκες – και πάντα σε μεγαλύτερες ποσότητες και σε διαφορετικές αναλογίες από ό, τι είχε αρχικά υποτεθεί. Η εγκληματολογική θεωρία, όμως, έχει σε μεγάλο βαθμό εργαστεί με βάση την υπόθεση ότι η εγκληματικότητα είναι μια κατά βάση νεανική και αρσενική δραστηριότητα που αποδίδεται μάλιστα συνήθως στους εργασιακά ενεργούς (Young, 1998).

Τα παραπάνω ουσιαστικά μας φανερώνουν πως η εγκληματικότητα δεν είναι ένα οριακό ή/και εξαιρετικό φαινόμενο, αλλά κάτι πολύ διαδεδομένο σε μια κοινωνία. Δεν μπορεί επομένως να εξηγηθεί από θετικιστικές προσεγγίσεις που του αποδίδουν τον χαρακτήρα ενός περιθωριακού και εκτάκτων συνθηκών φαινομένου.

Αλλά αν το έγκλημα είναι ενδημικό φαινόμενο και μπορεί να συναντηθεί σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, η ποινικοποίηση δεν είναι. Η ποινικοποίηση είναι εκλεκτική: πολλοί καλούνται, λίγοι επιλέγονται. Εδώ η τάξη θα παίξει το ρόλο της, ο οποίος δεν θα ναι καθόλου ευκαταφρόνητος. Η τιμωρία και η ποινικοποίηση μαστιγώνουν στην πράξη μόνο τις κατώτερες εργατικές τάξεις (Young, 1999).

Δικαιολογημένα, συνεπώς, ο Young καταλήγει πως πρέπει να γίνει σαφές ότι η εγκληματολογία η οποία δεν δεσμεύεται κανονιστικά για την κατάργηση των ανισοτήτων του πλούτου και της εξουσίας, και ιδίως των ανισοτήτων που αφορούν την ιδιοκτησία και τη ζωή, ρέπει προς την παθολογία (καθώς δε θα μπορεί να ταξινομεί με ακρίβεια της αποκλίνουσες συμπεριφορές). Προκειμένου να καταργηθεί το έγκλημα, αυτές καθαυτές οι κοινωνικές ρυθμίσεις πρέπει να αλλάξουν θεμελιωδώς.

Εισδύοντας βαθύτερα στη σκέψη του Young, και εστιάζοντας σε ένα από τα προαναφερθέντα αγαπημένα του θέματα, αυτό του ηθικού πανικού, μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής:
Καταρχήν ο Young απορρίπτει την έννοια του ηθικού πανικού ως κατασκευή εξυπηρέτησης άλλοιων συμφερόντων, αλλά συγχρόνως, δέχεται ότι ο φόβος του εγκλήματος τον οποίο τα συμφέρονται αυτά διαχειρίζονται έχει κάποιον ορθολογικό πυρήνα. Παρά τις συχνές αναφορές ότι οι έννοιες του «μέσου πολίτη» και της «κοινής γνώμης» είναι άγονες αφαιρέσεις, αποδέχεται τη σύνδεση του ορισμού του εγκλήματος με τη γνώμη των πολιτών για το έγκλημα (Λάζος, 2007, σ. 311).

Για τον Young, ο ηθικός πανικός για ένα ακίνδυνο ναρκωτικό, όπως είναι, για παράδειγμα, η κάνναβη, και ο πανικός για μια κατηγορία σκόπιμα αβλαβών ανθρώπων, όπως οι ‘χίπις’, εκπροσωπούν κατά βάση την αντίδραση των σκληρά εργαζόμενων πολιτών σε βάρος των ομάδων που περιφρονούσαν την εργασία και το ήθος της παραγωγικότητας. Σε μια κοινωνία που μοχθεί να παράγει, όταν μάλιστα το όφελος της εργασίας δεν είναι πάντα ορατό, τυχόν αποκλίνουσες συμπεριφορές κάθε άλλο παρά εξομαλύνουν την κατάσταση. Ο Young ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ανάπτυξη μποέμικων νεανικών πολιτισμών (cultures), με έμφαση όχι τόσο στην σχέση συμπεριφοράς-αντίδρασης, όσο στη κοινωνική αντίδραση και στάση απέναντι στους αποκλίνοντες παράγοντες. Η νεανική παραβατικότητα οδηγεί αυτομάτως σε τιμωρητική απάντηση από πλευράς κοινωνίας (Young, 2009).


O Young και η Cultural criminology
Περνώντας στην τρίτη φάση της συγγραφικής δημιουργίας του πολυγραφότατου Young και ανασκαλεύοντας τα πιο πρόσφατα έργα του, ανακαλύπτουμε από τα τέλη δεκαετίας του ’90 και μετά έναν ακόμη παράγοντα που επηρέασε την εγκληματολογική σκέψη: τον πολιτισμό σε συνάρτηση με την κοινωνία στην οποία αναπτύσσεται. Έτσι ο Young εισέρχεται στο χώρο της cultural criminology (πολιτισμικής εγκληματολογίας).

Η cultural criminology είναι μια θεωρητική, μεθοδολογική και παρεμβατική προσέγγιση στη μελέτη της εγκληματικότητας και της παραβατικότητας, η οποία τοποθετεί την εγκληματικότητα και τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο ενός πολιτισμού (culture). Με άλλα λόγια: βλέπει τόσο την εγκληματικότητα όσο και τους θεσμούς ελέγχου της σαν πολιτισμικά προϊόντα, σαν δημιουργικές κατασκευές. Επιπλέον, η cultural criminology επιδιώκει να υπογραμμίσει την αλληλεπίδραση ανάμεσα σε δυο βασικά στοιχεία: τη σχέση μεταξύ των πολιτιστικών κατασκευών προς τα πάνω και τη σχέση μεταξύ των πολιτιστικών κατασκευών προς τα κάτω. Η εστίασή της είναι συνεχώς στραμμένη σε αυτή την αλληλεπίδραση και στο νόημα που αυτή αποκτά αναλόγως με την περίσταση: κανόνες που έχουν δημιουργηθεί, κανόνες που έχουν παραβιαστεί, μια συνεχής αλληλεπίδραση της ηθικής επιχειρηματικότητας, της πολιτικής καινοτομίας και της υπέρβασης (Ferrell, Hayward &Young, 2008).

Ανάμεσα στους θιασώτες της cultural criminology βρίσκουμε, πέραν του Jock Young, και τους Phil Carney, Jeff Ferrell, Jennifer Fleetwood, Keith Hayward, Johnny Ilan, και Kate O’ Brian.

Αναφορικά με το σύνδεσμο της cultural criminology και το τελευταίων δεκαετιών έργο του Young, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η προσωπική του προσέγγιση στο θέμα.

«Ενδιαφέρομαι για τις διαδικασίες της κοινωνικής ένταξης και αποκλεισμού, το πώς αυτές σχετίζεται με το φαινόμενο του ‘othering’ και τον τρόπο που αυτό παίζει στο τέλος της σύγχρονης περιόδου. Αυτό με τη σειρά του με ωθεί στη μελέτη του ηθικού πανικού, της ενίσχυσης της παρεκτροπής, της ηθικής αγανάκτησης και την τιμωρητικής ανταπόδοσης. Ιδιαίτερα ενδιαφέρομαι για το πώς αυτές οι διαδικασίες της απανθρωποποίησης μπορεί να οδηγήσουν τους ανθρώπους σε υπερβολική βία στους τομείς της τρομοκρατίας και του συμβατικού πολέμου. Τέτοιου είδους ανησυχίες συνδέονται αρκετά στενά με την ‘πολιτισμική εγκληματολογία’, καθώς και με το ενδιαφέρον που παρουσιάζει μια υπαρξιακά ενημερωμένη κοινωνιολογία» (Young, 2010, Young, August 2003 & http://www.culturalcriminology.org).

Σύμφωνα με τον Young η συμβολή της πολιτισμικής εγκληματολογίας στην εγκληματολογική σκέψη είναι σημαντική, γιατί καταφέρνει να συλλάβει την πραγματικότητα του εγκλήματος – την ένταση από την αύξησης της αδρεναλίνης, την απόλαυση, τον φόβο και τον πανικό, την διέγερση, τον θυμό, την οργή, την ταπείνωση, την απελπισία και την ακρότητα που κλείνει μέσα του το έγκλημα. Η πολιτισμική εγκληματολογία στην σύγχρονη εποχή όμως δεν συλλαμβάνει μόνο την πραγματικότητα του εγκλήματος, αλλά είναι την ίδια στιγμή περισσότερο συγχρονισμένη με την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. Αυτή την εποχή ερχόμαστε αντιμέτωποι (εμείς οι πολιτισμικοί εγκληματολόγοι) με μία ορθόδοξη εγκληματολογία που μεταλλάσσεται, αλλοιώνει τη φύση της και παραιτείται. Οι δράστες αυτής της εγκληματολογίας κατοικούν σ’ έναν άγονο και άνυδρο πλανήτη που οδηγούνται στη διάπραξη του εγκλήματος αλλά όχι από κοινωνικά, ψυχολογικά ελλείμματα ή κάνοντας τις επιλογές τους ευκαιριακά μέσα στο χώρο της αγοράς του εγκλήματος. Επιπλέον, δεν είναι αξιολύπητα, ανεπαρκή πλάσματα με καθ’ όλα γήινα χαρακτηριστικά: είναι ψηφιακά πλάσματα που φέρουν ποσοτικά φορτία, υπακούν πιστά στους νόμους των στατιστικών πιθανοτήτων της παρέκκλισης – μπορούν να συμπιεστούν μέσα σε στατιστικούς συμβολισμούς λ, χ & σ και η συμπεριφορά τους μπορεί να συλληφθεί σε περίπλοκες μορφές παλίνδρομης ανάλυσης και δαιδαλωδών εξισώσεων. Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα παραπάνω και δεδομένου ότι τα ανθρώπινα πλάσματα είναι δημιουργήματα και του πολιτισμού μέσα στον οποίο γεννήθηκαν και μεγάλωσαν και είναι προικισμένα με την ελεύθερη βούληση, μολονότι τις περισσότερες φορές δεν είναι δημιουργοί των καταστάσεων μέσα στις οποίες εμπλέκονται, καθιστούν εξ ορισμού τη γνώση (verstehen) του ανθρώπινου νοήματος (νοηματοδότηση) μία αναγκαιότητα σε κάθε προσπάθεια εξήγησης της ανθρώπινης δραστηριότητας, εγκληματικής και μη (Young,2004) .

Αναδημοσίευση από το περιοδικό The Art of Crime, τεύχος Ιουνίου 2012

~ από Nina C στο 13/10/2012.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: