Υπόθεση Καβαφάκη: Μια ανεξιχνίαστη πολιτική δολοφονία – ΙΙ

Προηγούμενο

του Γιάννη Ράγκου

Το «Δημοκρατικό Μανιφέστο» και ο Λ. Τζωρτζ

Μετά την νίκη του φιλοβασιλικού «Λαϊκού Κόμματος» στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, και με τη μικρασιατική εκστρατεία σε πλήρη εξέλιξη, τα πράγματα άρχισαν να μεταβάλλονται. Σταδιακά και ιδιαίτερα μετά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού στον Σαγγάριο (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1921) και τη γενικευμένη κρίση που εκδηλώθηκε στο εσωτερικό της χώρας, πίσω από το επίσημο κράτος γιγαντώθηκε ένας παρακρατικός μηχανισμός με την ίδρυση φιλοβασιλικών «Πολιτικών Συλλόγων» και τη δράση παλιών επίστρατων που αποσκοπούσαν στην τρομοκράτηση των βενιζελικών οπαδών.

 Οι στρατιωτικές εξελίξεις στη Μικρά Ασία, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εσωτερική πολιτική σκηνή, κατά τους πρώτους μήνες του 1922.


Οι στρατιωτικές εξελίξεις στη Μικρά Ασία, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εσωτερική πολιτική σκηνή, κατά τους πρώτους μήνες του 1922.

Στις 17 Αυγούστου 1921, ο Καβαφάκης και ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Γ. Μελάς δέχτηκαν δολοφονική επίθεση στην πλατεία Κλαυθμώνος από κάποιον Δημ. Σουρέα, ο οποίος μετά τη σύλληψή του δικαιολόγησε την πράξη του, λέγοντας ότι «καθ΄ ον χρόνον η Πατρίς ημών διεξάγη υπέρτατον αγώνα εν τη Ανατολή, δεν ανέχομαι την τοιαύτην προδοτικήν στάσιν των καθαρμάτων, […] διαδίδοντα σκοπίμως ψευδείς φήμας, επιβλαβείς εις τον διεξαγόμενον αγώνα». Στις 9 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, πραγματοποιήθηκε (ανεπιτυχής) απόπειρα κατά της ζωής του ναυάρχου Κουντουριώτη, που και αυτή αποδόθηκε από την αντιπολίτευση σε ακραίους «φιλοβασιλικούς» κύκλους, καθώς οι ένοχοι παρέμειναν ασύλληπτοι.

Εντούτοις, σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές, στην τελική «προγραφή» του Καβαφάκη καθοριστικό ρόλο έπαιξαν δύο γεγονότα κατά τη διάρκεια του Φεβρουαρίου του 1922. Στις 12 εκείνου του μήνα κι ενώ το χάσμα ανάμεσα στη βενιζελική και αντιβενιζελική παράταξη είχε οριστικοποιηθεί, οι εφημερίδες «Ελεύθερος Τύπος» και «Πατρίς» δημοσίευσαν το τολμηρό για την εποχή «Δημοκρατικό Μανιφέστο», το οποίο υπέγραφαν ο Αλ. Παπαναστασίου και έξι συνεργάτες του. Επρόκειτο για την επίσημη διακήρυξη αρχών της αριστερής πτέρυγας του κόμματος των Φιλελευθέρων («Δημοκρατικοί Φιλελεύθεροι»), που από το Μάρτιο του 1921 είχαν θέσει τις βάσεις για τη δημιουργία του κόμματος της «Δημοκρατικής Ένωσης» και με την οποία, εκτός των άλλων, ζητούσαν αναδιαμόρφωση του δυναστικού καθεστώτος προκειμένου να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των συμμάχων. Παρά το γεγονός ότι το κείμενο είχε λογοκριθεί, οι επτά υπογράφοντες συνελήφθησαν και προφυλακίστηκαν με την κατηγορία της «εξυβρίσεως του Βασιλέως». Η δίκη για την υπόθεση πραγματοποιήθηκε από τις 20-22 Ιουνίου 1922 στη Λαμία και οι συντάκτες του κειμένου καταδικάστηκαν σε φυλάκιση τριών ετών, ενώ οι υπεύθυνοι των δύο εφημερίδων που το δημοσίευσαν απαλλάχτηκαν από τις κατηγορίες.

Η δημοσίευση του «Δημοκρατικού Μανιφέστου» δημιούργησε πληθώρα αντιδράσεων και έθεσε τον Ανδ. Καβαφάκη στο στόχαστρο των παρακρατικών οργανώσεων. Στη φωτογραφία, οι κατηγορούμενοι της «δίκης της Λαμίας». Δεύτερος από αριστερά στην πρώτη σειρά, εικονίζεται ο Αλ. Παπαναστασίου (πηγή: «Ιστορία του ελληνικού έθνους» - τόμος ΙΕ’).

Η δημοσίευση του «Δημοκρατικού Μανιφέστου» δημιούργησε πληθώρα αντιδράσεων και έθεσε τον Ανδ. Καβαφάκη στο στόχαστρο των παρακρατικών οργανώσεων. Στη φωτογραφία, οι κατηγορούμενοι της «δίκης της Λαμίας». Δεύτερος από αριστερά στην πρώτη σειρά, εικονίζεται ο Αλ. Παπαναστασίου (πηγή: «Ιστορία του ελληνικού έθνους» – τόμος ΙΕ’).

Λίγες μέρες μετά, ο «Ελεύθερος Τύπος» δημοσίευσε εκτενές ρεπορτάζ από συνάντηση που είχαν εκείνες τις μέρες ο Βρετανός πρωθυπουργός Λόυντ Τζωρτζ (David Lloyd George) με τον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Μελέτιο, στο Λονδίνο. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, κατά τη συνάντηση αυτή, ο Λ. Τζωρτζ είχε δηλώσει στον Πατριάρχη πως «ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος εξεμηδένισεν όλας τας συμπαθείας τας οποίας είχεν η Ελλάς. Η γενική κατάστασις είναι τώρα τοιαύτη, ώστε εμποδίζει τους φίλους της Ελλάδος να φανούν χρήσιμοι εις την χώραν σας. […] Ύστερα από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων η πτώσις του Βασιλέως και η επάνοδος του Κωνσταντίνου εις τον θρόνον, είναι το καταστρεπτικότερον γεγονός δια τον Ελληνισμόν. Εν όσω ευρίσκεται ο Κωνσταντίνος εις την Ελλάδα, είναι αδύνατον, εντελώς αδύνατον, να μείνετε εις την Μικρασίαν».

Η δημοσίευση των δηλώσεων του Βρετανού πρωθυπουργού, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και διαμαρτυριών από την πλευρά των «Πολιτικών Συλλόγων». Τα μέλη τους συνήλθαν εκτάκτως και αποφάσισαν πως έπρεπε να βάλουν τέρμα στη δράση του Καβαφάκη. Το σχέδιο δολοφονίας του εξυφάνθηκε εκείνες τις μέρες και εκτελέστηκε το βράδυ της 21ης Φεβρουαρίου.

Ο Λόυντ Τζορτζ (φωτό) διατέλεσε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας από τον Δεκέμβριο του 1916 ως τον Οκτώβριο του 1922.  Οι δηλώσεις του, τον Φεβρουάριο του 1922, για την ελληνική πολιτική κατάσταση, προκάλεσαν τη μήνι των κωνσταντινικών κύκλων.

Ο Λόυντ Τζορτζ (φωτό) διατέλεσε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας από τον Δεκέμβριο του 1916 ως τον Οκτώβριο του 1922. Οι δηλώσεις του, τον Φεβρουάριο του 1922, για την ελληνική πολιτική κατάσταση, προκάλεσαν τη μήνι των κωνσταντινικών κύκλων.

Ο Αντώνης Μαστραντώνης

Όπως προαναφέρθηκε, το βράδυ της δολοφονίας οι αξιωματικοί Ζέπος και Λειβαδάς κατάφεραν να συλλάβουν τον έναν από τους τρεις δράστες της δολοφονίας και να τον προσαγάγουν ενώπιον των αστυνομικών αρχών. Από τις πρώτες πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν διαπιστώθηκε πως ο συλληφθείς ονομαζόταν Αντώνης Μαστραντώνης, ήταν περίπου 30 ετών, διέμενε στην οδό Φυλής 29, διατηρούσε οπωροπωλείο και ήταν μέλος του 10ου τμήματος του «Λαϊκού Πολιτικού Συλλόγου». Πάνω του είχε βρεθεί ένα μαχαίρι και δίπλα του ένα περίστροφο από το οποίο έλειπαν τέσσερις σφαίρες. Ο ανακριτής Φιλιππίδης, που ανέλαβε την υπόθεση, ανέθεσε σε δύο αξιωματικούς να εξακριβώσουν αν οι σφαίρες που βρέθηκαν στο σώμα του Καβαφάκη προέρχονταν από το όπλο αυτό. Παράλληλα, ο ανακριτής κάλεσε για εξέταση τον αμαξηλάτη που είχε μεταφέρει τον Καβαφάκη στο σπίτι του, τον ποιητή και δημοσιογράφο Κλ. Παράσχο και τον Ν. Θεοδωρόπουλο οι οποίοι ήταν αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας και τον διαχειριστή του «Ελεύθερου Τύπου». Από τις καταθέσεις τους προέκυψε πως ο Καβαφάκης δεν είχε προσωπικές διαφορές ή ύποπτες δοσοληψίες, επομένως η δολοφονία είχε πιθανότατα πολιτικά κίνητρα, και πως λίγα λεπτά μετά τη ρίψη των πυροβολισμών δύο άτομα -εκ των οποίων το ένα κρατούσε περίστροφο- θεάθηκαν να τρέχουν προς το πάνω μέρος της οδού Τροίας, που οδηγούσε στους αγρούς.

Από την πλευρά του, ο Μαστραντώνης αρνήθηκε αρχικά κάθε σχέση με την υπόθεση, υποστηρίζοντας πως περνούσε από την οδό Τροίας κατευθυνόμενος προς το σπίτι του, ενώ για το περίστροφο που βρέθηκε δίπλα του πως το είχε μαζί του για λόγους ασφαλείας και ότι οι σφαίρες που έλειπαν είχαν ριφθεί παλιότερα. Ωστόσο, το απόγευμα τις 25ης Φεβρουαρίου και μετά από συνεχείς ανακρίσεις ομολόγησε πως αυτός ήταν ο δράστης της δολοφονίας, εντούτοις αρνήθηκε την ανάμειξη σ’ αυτήν άλλων προσώπων.

Ο Ανδ. Καβαφάκης υπήρξε σταθερός υποστηρικτής της πολιτικής του Ελευθέριου Βενιζέλου (φωτό), ως την τελευταία μέρα της ζωής του.

Ο Ανδ. Καβαφάκης υπήρξε σταθερός υποστηρικτής της πολιτικής του Ελευθέριου Βενιζέλου (φωτό), ως την τελευταία μέρα της ζωής του.

«Το βράδυ του εγκλήματος, είχα πάει από ενωρίς σε διάφορα ουζοπωλεία και ζυθοπωλεία και είχα πιει αρκετά, μέχρι σημείου μέθης. Στη συνέχεια κατευθύνθηκα προς την οδόν Τροίας, πηγαίνοντας σε κάποια θεία μου […]. Τότε συνάντησα τον Καβαφάκη, που κατέβαινε από μια άμαξα. Αμέσως τον ανεγνώρισα. Θυμήθηκα ότι η αρθρογραφία του ήταν επιζήμια για το σημερινό καθεστώς και βγάζοντας χωρίς δισταγμό το περίστροφό μου, τον πυροβόλησα» είπε στον ανακριτή και στους δικηγόρους του Δουκάκη και Μαντζουράνη. Δύο μέρες μετά, σε επιστολή που έστειλε στις εφημερίδες, επανέλαβε πως προέβη στην πράξη του λόγω της αντεθνικής στάσης του θύματος και του γεγονότος πως επιδίωκε μόνο την εξουσία των Φιλελευθέρων και συμπλήρωνε: «Μόλις πλησίασα τον Καβαφάκη του είπα: ‘Κύριε, κατά την αντίληψίν μου, είσθε δολοφόνος της πατρίδος και εγώ θα γίνω φονιάς για σας’. Και τον πυροβόλησα με όλο το μεθύσι που είχα».

H ομολογία του Μαστραντώνη παρουσίαζε σημαντικά κενά και αντιφάσεις σε σχέση με τα επιβεβαιωμένα γεγονότα: οι αυτόπτες μάρτυρες είχαν καταθέσει πως στον τόπο της δολοφονίας είχαν δει τουλάχιστον δύο άτομα, ενώ οι πραγματογνώμονες αξιωματικοί, στην έκθεσή τους, βεβαίωναν πως οι σφαίρες που βρέθηκαν στο σώμα του Καβαφάκη ανήκαν σε ομοειδή αλλά πάντως διαφορετικά όπλα.

Η δολοφονία του Ανδ. Καβαφάκη αποτέλεσε μία από τις μελανότερες σελίδες του δημόσιου βίου, κατά τη διάρκεια της τελευταίας πρωθυπουργικής θητείας του Δ. Γούναρη (φωτό).

Η δολοφονία του Ανδ. Καβαφάκη αποτέλεσε μία από τις μελανότερες σελίδες του δημόσιου βίου, κατά τη διάρκεια της τελευταίας πρωθυπουργικής θητείας του Δ. Γούναρη (φωτό).

Μετά την εξέλιξη αυτή, οι συνήγοροι του Μαστραντώνη υπέβαλαν προς τον ανακριτή αίτηση για ψυχιατρική εξέταση του πελάτη τους, αλλά η επιστημονική επιτροπή που καταρτίστηκε για το θέμα αποφάνθηκε πως «ούτος έχει σώας τας φρένας». Έτσι, και παρά τα ασαφή σημεία της υπόθεσης, τον Ιούλιο του ίδιου έτους οι ανακρίσεις τερματίστηκαν και ο φάκελος εστάλη στον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με το συμπέρασμα πως ο Μαστραντώνης ήταν ο δράστης του εγκλήματος, το οποίο τέλεσε μόνος του.

Οι επόμενοι μήνες μετά τη δολοφονία του Καβαφάκη χαρακτηρίστηκαν από δραματικές εξελίξεις που κορυφώθηκαν με την τραγωδία της μικρασιατικής καταστροφής (στα τέλη Αυγούστου) και την έκρηξη Επανάστασης υπό τους συνταγματάρχες Νικ. Πλαστήρα και Στ. Γονατά και τον αντιπλοίαρχο Δ. Φωκά (τον Σεπτέμβριο). Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αναγκάστηκε σε παραίτηση (τον αντικατέστησε ο Γεώργιος Β’) και η Επανάσταση σχημάτισε κυβέρνηση με τον Σ. Κροκιδά. Στην χαώδη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, οι κωνσταντινικοί επιχείρησαν να «κλείσουν» οριστικά την «υπόθεση Καβαφάκη». Έτσι, άνθρωποι του καταρρέοντος καθεστώτος (σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ανάμεσά τους και ο ιδιαίτερος γραμματέας του Γούναρη), οδήγησαν τον Μαστραντώνη στο νοσοκομείο «Αιγινήτειο» με το πρόσχημα ότι ήταν δήθεν παράφρων, αποσκοπώντας στη φυγάδευσή του στο εξωτερικό μόλις ηρεμούσε κάπως η κατάσταση. Τελικά, το σχέδιο ματαιώθηκε επειδή οι εμπνευστές του φοβήθηκαν πως θα διέρρεε και θα ξεσπούσε σκάνδαλο.

Συνεχίζεται

crime_and_punishment22

~ από Nina C στο 04/10/2014.

4 Σχόλια to “Υπόθεση Καβαφάκη: Μια ανεξιχνίαστη πολιτική δολοφονία – ΙΙ”

  1. […] Συνεχίζεται […]

  2. Καταπληκτικός για άλλη μία φορά κύριε Ράγκο. Βλέπω πως οι <> μας οι βρετανοί εφάρμοσαν πάλι άψογα το δόγμα, διέρειν και βασίλευε, εεε κι εμείς δεν θέλαμε και πολύ!!!

  3. […] Προηγούμενο […]

  4. […] Ἐντούτοις, σύμφωνα μὲ τοὺς περισσότερους μελετητές, στὴν τελικὴ «προγραφὴ» τοῦ Καβαφάκη, καθοριστικὸ ρό… δὲν ἔπαιξε τὸ χάσμα ἀνάμεσα στὴν βενιζελικὴ καὶ […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: