Υπόθεση Καβαφάκη: Μια ανεξιχνίαστη πολιτική δολοφονία – ΙΙΙ

Προηγούμενο

του Γιάννη Ράγκου

Νέα στοιχεία

Ταυτόχρονα, εκείνη την περίοδο, ο ανακριτής Βλαστός -που είχε αντικαταστήσει τον συνάδελφό του Φιλιππίδη- ξεκίνησε νέα έρευνα για την υπόθεση. Στο πλαίσιο αυτό, επισκέφθηκε πολλές φορές τον Μαστραντώνη στις φυλακές του Παλαιού Στρατώνα για να τον εξετάσει. Κατά τη διάρκεια αυτών των ανακρίσεων, ο Μαστραντώνης άλλαξε στάση, παρουσιάζοντας μια εντελώς διαφορετική εκδοχή για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε η δολοφονία.

Συγκεκριμένα, κατά την πολυήμερη κατάθεσή του, ο Μαστραντώνης ανέφερε πως ένα μήνα προ του φόνου συνάντησε τυχαία τον δημοσιογράφο και εκδότη της εφημερίδας «Ατρόμητος» Ν. Πανόπουλο, μέσω του οποίου γνώρισε στα γραφεία της «Ενώσεως Πολιτικών Συλλόγων» τον πρόεδρό της Φωτιάδη, τον δικηγόρο Ι. Τζίβα, τον συμβολαιογράφο Σκιαδαρέση, τον δικηγόρο Α. Μάτεση, τον δημόσιο υπάλληλο Π. Μπένο, τον Σουρέα (που είχε επιτεθεί στον Καβαφάκη τον Αύγουστο του 1921), έναν ανθυπασπιστή του πεζικού, έναν λοχία του ιππικού και μερικούς ακόμη άντρες. Στο διάστημα που ακολούθησε ο Μαστραντώνης άκουσε πολλές φορές τα προαναφερόμενα μέλη του Πολιτικού Συλλόγου να καταφέρονται εναντίον του Καβαφάκη, λέγοντας πως «θέλει σκότωμα δια να εκλείψη, διότι με το ξύλο που έφαγε δεν σιωπά».

Σύμφωνα με την αφήγηση του Μαστραντώνη, την παραμονή του φόνου συνάντησε τον Σκαιδαρέση στο συμβολαιογραφείο του δεύτερου. Εκεί, ο Σκιαδαρέσης του έδωσε ένα πιστόλι, χωρίς να του εξηγήσει τον λόγο, όμως ο Μαστραντώνης αρνήθηκε να το παραλάβει και έφυγε. Το απόγευμα της επομένης (21 Φεβρουαρίου), συναντήθηκε με τον Μπένο, με τον οποίο κατέληξαν σε διάφορα κέντρα, όπου κατανάλωσαν μεγάλες ποσότητες κρασιού και μπύρας. Κατόπιν, ο Μπένος με εύσχημο τρόπο τον οδήγησε στην οδό Τροίας. «Εκεί συνηντήσαμεν άλλα τρία πρόσωπα, εξ ων ο μεν εις ήτο ο λοχίας […], ο άλλος μου εφάνη από το ανάστημά του και το όλον του ότι ήτο ο Σκιαδαρέσης, το δε τρίτον πρόσωπον δεν το εγνώρισα, υποψιάζομαι όμως […] ότι ήτο ο Σουρέας» είπε ο Μαστραντώνης και συνέχισε: «Μόλις τους συνηντήσημεν, ο Μπένος επλησίασεν τον Σουρέαν, εγώ δε εισήλθον εις την οδόν Τροίας και επειδή εις ένα αδιέξοδον στενάκι ήτο σκότος, ούρησα και […] έκαμα εμετόν. Ενώ δε έβγαινον έξω από το στενόν, ήκουσα κρότον αμάξης στρεφομένης να φύγη προς την οδόν Πατησίων και ταυτοχρόνως ήκουσα ριφθέντας 4-5 πυροβολισμούς, τους οποίους αντελήφθην ότι τους έρριψεν ο λοχίας και ο Μπένος εναντίον του ανθρώπου, όστις αμέσως έπεσεν χάμω. Μετά τους πυροβολισμούς όλοι διεσκορπίσθησαν, εγώ δ’ ετράπην προς τα άνω, τρέχων. […] Όταν δ’ έφτασα εις την οδόν Κυψέλης, έπεσα χάμω. […] Αφού με συνέλαβον εις ένα χανδάκι, όπου έπεσα, λόγω του σκότους και της μέθης μου, με οδήγησαν εις την Διεύθυνσιν της Αστυνομίας […]».

Εκεί, ο αστυνομικός διευθυντής Γάσπαρης επέδειξε τον Μαστραντώνη ένα πιστόλι και ένα μαχαίρι, λέγοντας πως βρέθηκαν πάνω του. Όταν Μαστραντώνης αρνήθηκε κάθε σχέση με το γεγονός, λέγοντας πως το περίστροφο άφησαν δίπλα του οι πραγματικοί δράστες για να τον ενοχοποιήσουν, ο Γάσπαρης τον καθησύχασε ότι «αύριον θα είσαι έξω, ο φονεύς δεν απεκαλύφθη». Το ίδιο βράδυ, τον Μαστραντώνη επισκέφθηκε στο κρατητήριο ένας γιατρός που βεβαίωσε πως «αυτός είναι ελεεινός στο μεθύσι και δεν είνε εις θέσιν να κάμη φόνον» και την επομένη ο Τζίβας, που κατά τον Μαστραντώνη είχε ειδοποιηθεί από τον ίδιο τον Γάσπαρη. Ο Τζίβας είπε στον συλληφθέντα να αναλάβει την ευθύνη του φόνου, τον διαβεβαίωσε πως ο ίδιος και η «οργάνωση» θα φροντίσουν να «πέσει στα μαλακά» και του υποσχέθηκε χρηματικό ποσό 100.000 δρχ. Τέλος, ο Μαστραντώνης σημείωσε πως κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του, τον επισκέφθηκαν αρκετές φορές ο Τζίβας και άλλα μέλη του Συλλόγου προσφέροντάς του κάποια μικροποσά.

Άποψη της Αθήνας (πλατεία Συντάγματος), στις αρχές της δεκαετίας του 1920.

Άποψη της Αθήνας (πλατεία Συντάγματος), στις αρχές της δεκαετίας του 1920.

Με τα νέα στοιχεία που είχαν προκύψει, ο Βλαστός κάλεσε για εξέταση τον Φωτιάδη κατά μόνας και κατ’ αντιπαράσταση με τον Μαστραντώνη, χωρίς πάντως να προκύψουν στοιχεία ενοχής σε βάρος του πρώτου. Έτσι, ο Φωτιάδης αφέθηκε ελεύθερος, όμως λίγες μέρες μετά προφυλακίστηκε εκ νέου με ένταλμα του προέδρου της ανακριτικής επιτροπής που ερευνούσε την εν γένει δράση των Πολιτικών Συλλόγων για να αποφυλακιστεί οριστικά λίγο καιρό αργότερα, με το διάταγμα περί αμνηστίας που εξέδωσε η επαναστατική κυβέρνηση Πλαστήρα. Παράλληλα, ο ανακριτής εξέδωσε ένταλμα σύλληψης και εναντίον του λοχία που είχε κατονομάσει ο Μαστραντώνης ως έναν από τους φυσικούς αυτουργούς του εγκλήματος. Τον Μάρτιο του 1923, ο λοχίας εντοπίστηκε στην Μεσσηνία και μεταφέρθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση. Σύντομα, ο λοχίας όπως και τα άλλα πρόσωπα που είχε κατονομάσει ο Μαστραντώνης και είχαν προφυλακιστεί, υπέβαλαν αίτηση να περιληφθούν στα ευεργετικά μέτρα της αμνηστίας, κάτι που πιθανότατα πέτυχαν (ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Ματραντώνης), παρά το γεγονός ότι όπως γράφτηκε στις εφημερίδες της 18ης Απριλίου 1923 «η στρατιωτική Δικαιοσύνη ζήτησε και ανέλαβε από τα πολιτικά δικαστήρια την υπόθεση Καβαφάκη, συνεχίζουσα τας ανακρίσεις».

Έτσι, η «υπόθεση Καβαφάκη» μπήκε οριστικά στο αρχείο, χωρίς ποτέ να διαλευκανθούν τα σκοτεινά της σημεία. Και ως σήμερα παραμένει ουσιαστικά άγνωστο ποιοι πραγματικά δολοφόνησαν τον δημοσιογράφο και ποιοι ήταν οι ηθικοί αυτουργοί του εγκλήματος.

Ο «Ελεύθερος Τύπος»

Μετά τη δολοφονία του Καβαφάκη, τη διεύθυνση του «Ελεύθερου Τύπου» ανέλαβε ο αδελφός του Διομήδης, ως το 1925, όταν ο διαδέχτηκε ο γιος του Ανδρέα Καβαφάκη, Χρήστος. Τον Μάιο του 1927, η έκδοση της εφημερίδας διακόπηκε, λόγω διαφωνίας του Χρήστου Καβαφάκη με τους άλλους συνιδιοκτήτες της. Τον Οκτώβριο του 1963 επανεκδόθηκε, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, με αποτέλεσμα να αναστείλει την κυκλοφορία της τον Ιανουάριο του επόμενου έτους. Το 1983, ο εκδότης Άρης Βουδούρης αγόρασε τον τίτλο και εξέδωσε εκ νέου την εφημερίδα, η οποία κυκλοφορεί ως σήμερα με άλλους ιδιοκτήτες.

Ο «Ελεύθερος Τύπος» επανεκδόθηκε τον Απρίλιο 1983 από τον επιχειρηματία Άρη Βουδούρη.

Ο «Ελεύθερος Τύπος» επανεκδόθηκε τον Απρίλιο 1983 από τον επιχειρηματία Άρη Βουδούρη.

Δολοφονίες δημοσιογράφων στην Ελλάδα

Η δολοφονία του Καβαφάκη «εγκαινίασε» ένας εντελώς «διακριτό» κεφάλαιο στην ιστορία των πολιτικών εγκλημάτων στην Ελλάδα: αυτό της δολοφονίας από πολιτικά κίνητρα εκπροσώπων του Τύπου (δημοσιογράφων, εκδοτών κ.λπ.). Είχε προηγηθεί ο θάνατος του βρετανού δημοσιογράφου Τσαρλς Ογλ (Charles Ogl), απεσταλμένου της εφημερίδας «Times» του Λονδίνου, ο οποίος είχε έρθει στην Ελλάδα προκειμένου να καταγράψει τα γεγονότα της επανάστασης του 1878 στην (οθωμανική, τότε) Θεσσαλία. Ο Ογλ σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια μάχης στην περιοχή της Μακρινίτσας Πηλίου (αρχές Φεβρουαρίου), αν και σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες δολοφονήθηκε με ιδιαίτερα βίαιο τρόπο από Τούρκους στρατιώτες αμέσως μετά τη λήξη της.

Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη δολοφονία της κατηγορίας αυτής διαπράχθηκε στις 13 Αυγούστου 1946. Θύμα της ήταν ο δημοσιογράφος του «Ριζοσπάστη» Κώστας Βιδάλης, 42 ετών, που βρισκόταν επίσης στη Θεσσαλία για τις ανάγκες ενός ρεπορτάζ σχετικά με τη δράση στην περιοχή της ένοπλης παρακρατικής ομάδας των αδελφών Γιώργου και Χρήστου Σούρλα, γνωστής και ως οι «Σούρληδες». Ο Βιδάλης απήχθη από μέλη της συμμορίας, βασανίστηκε και τελικά εκτελέστηκε στο νεκροταφείο του χωριού Μελία, της περιοχής Πλατύκαμπου Λάρισας. Για τη δολοφονία του Κ. Βιδάλη, διαβάστε επίσης: Λάζαρου Αρσενίου, Η δολοφονία του Κώστα Βιδάλη (εκδόσεις Αφών Τολίδη, 1982).

Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1948, κι ενώ ο Εμφύλιος Πόλεμος βρισκόταν σε πλήρη ένταση, δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη ο αμερικανός δημοσιογράφος του δικτύου CBS Τζορτζ Πολκ. Για την υπόθεση, διαβάστε επίσης στο «Έγκλημα και Τιμωρία»: Πάνου Ζέρβα, Υπόθεση Πολκ και Γιάννη Ράγκου, Ποιος δολοφόνησε τον Τζορτζ Πολκ;

Από αριστερά οι Τζ. Αθανασιάδης, Π. Μπακογιάννης, Τζ. Πολκ και Κ. Βιδάλης (από το pressingnewsgr.blogspot.gr).

Από αριστερά οι Τζ. Αθανασιάδης, Π. Μπακογιάννης, Τζ. Πολκ και Κ. Βιδάλης (από το pressingnewsgr.blogspot.gr).

Τέσσερις δεκαετίες μετά, στις 19 Μαρτίου 1983, δολοφονήθηκε στο γραφείο του στην οδό Πειραιώς, ο εκδότης της εφημερίδας «Η Βραδυνή» Τζώρτζης Αθανασιάδης. Την ευθύνη για την «ενέργεια» αυτή ανέλαβε η οργάνωση «Αντιστρατιωτική Πάλη», η οποία όμως λίγο αργότερα, με προκήρυξη που δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες «Αυγή» και «Ελευθεροτυπία», αρνήθηκε κάθε συμμετοχή της. Έως και σήμερα, τα κίνητρα της δολοφονίας παραμένουν αδιευκρίνιστα. Η δεκαετία του 1980 αποδείχθηκε η πλέον «πυκνή» σε παρόμοια γεγονότα, αφού στις 21 Φεβρουαρίου 1985 δολοφονήθηκε μαζί με τον οδηγό του Γ. Ρουσέτη στο Κολωνάκι (στη συμβολή των οδών Βουκουρεστίου και Τσακάλωφ), ο εκδότης της εφημερίδας «Απογευματινή» Νίκος Μομφεράτος, από μέλη της οργάνωσης «17 Νοέμβρη», ενώ στις 26 Σεπτεμβρίου 1989 ο δημοσιογράφος και βουλευτής της ΝΔ Παύλος Μπακογιάννης, στην είσοδο του γραφείου του επί της οδού Ομήρου 35 στην Αθήνα, επίσης από μέλη της «17 Νοέμβρη».

Τέλος, στις 19 Ιουλίου 2010 έξω από το σπίτι του στην Ηλιούπολη Αθήνας, πυροβολήθηκε ο δημοσιογράφος και διαχειριστής του blog Troktiko Σωκράτης Γκιόλιας. Την ευθύνη για τη δολοφονία ανέλαβε η οργάνωση «Σέχτα Επαναστατών».

ΠΗΓΕΣ
– Αρχείο εφημερίδας «Ελεύθερος Τύπος».
– Αρχείο εφημερίδων «Πατρίς», «Εμπρός», «Σκριπ», «Εστία» και «Καθημερινή».
– «Δημοσιογράφοι που έγιναν μάρτυρες της Δημοκρατίας: ο παρακράτος δολοφονεί τον Α. Καβαφάκη», εφημ. «Ελευθεροτυπία», 2 Φεβρουαρίου 1977.
– Τίτου Αθανασιάδη: «Πολιτικές δολοφονίες στην Ελλάδα – Η δολοφονία του Ι. Δραγούμη και του Ανδρέα Καβαφάκη», εφημ. «Η Βραδυνή», 11 Απριλίου 1983.
– Σπύρου Μαρκέτου: «Η εκτέλεση των Έξι και η στάση του Βενιζέλου», περ. «Ιστορικά» (Ελευθεροτυπίας), τευχ. 6, 25 Νοεμβρίου 1999.
– Κώστα Μάγερ: «Ιστορία του ελληνικού Τύπου», τ. Β’ «Αθηναϊκαί εφημερίδες 1901-1959», Αθήνα 1959.
– Συλλογικό: «Ιστορία του ελληνικού έθνους», τόμος ΙΕ’, «Εκδοτική Αθηνών», Αθήνα 1978.
– Κάρολου Ε. Μωραΐτη: «Ανδρέας Καβαφάκης – Η ζωή και η δολοφονία ενός μάρτυρα της μαχόμενης δημοσιογραφίας», εκδόσεις «Νέα Σύνορα» – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1993.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη», τχ. 506 (Αύγουστος 2010)

crime_and_punishment22

Advertisements

~ από Nina C στο 11/10/2014.

2 Σχόλια to “Υπόθεση Καβαφάκη: Μια ανεξιχνίαστη πολιτική δολοφονία – ΙΙΙ”

  1. […] Συνεχίζεται […]

  2. […] μόνος. Στὴν πορεία ὅμως, ἡ κατάθεσή του θὰ ἀλλάξῃ… Ἡ ὑπόθεση δολοφονίας τοῦ Καβαφάκη, παρέμεινε οὐσιαστικῶς ἀνεξιχνίαστη, μὲ ἄγνωστο, […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: