Δημήτρης Βακρινός, ο serial killer με το ταξί – 1

18182718_h3819336.limghandlerΤης Νίνας Κουλετάκη

Εισαγωγή

Το δεύτερο μισό του 1995 ήταν εποχή-ορόσημο για τα ελληνικά εγκληματολογικά χρονικά: δύο σειριακοί δολοφόνοι κάνουν την εμφάνισή τους –σχεδόν ταυτόχρονα- στην Ελλάδα. Πρόκειται για τους Αντώνη Δαγλή και Δημήτρη Βακρινό (κατ’ άλλους Βάκρινο). Με τρία θύματα ο πρώτος και έξι ο δεύτερος, έχουν καταχωριστεί ως οι πρώτοι έλληνες serial killers, δολοφόνοι που ξεπέρασαν τα σύνορα της χώρας μας, προκάλεσαν αίσθηση παγκοσμίως και συμπεριλαβάνονται στις «εγκυκλοπαίδειες» για τους σειριακούς δολοφόνους. Για τον Αντώνη Δαγλή μπορείτε να διαβάσετε εδώ κι εκεί. Ενώ ο Δαγλής στόχευε συγκεκριμένη κατηγορία θυμάτων (ιερόδουλες), κάνοντας πιο εύκολη την αναγνώρισή του ως σειριακού δολοφόνου, ο Βακρινός δεν έκανε κάτι τέτοιο, ούτε χρησιμοποιούσε το ίδιο modus operandi στις δολοφονίες του. Τα θύματά του ήταν τόσο άνδρες όσο και γυναίκες και είχε χρησιμοποιήσει διάφορες μεθόδους για να επιτύχει τον σκοπό του. Όμως, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στις υποθέσεις των serial killers, υπήρχε κάτι κοινό ανάμεσα στα θύματα του Βακρινού: όλα τον είχαν υποτιμήσει –ή έτσι θεώρησε εκείνος- με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Παιδικά χρόνια κι εφηβεία

Ο Δημήτρης Βακρινός (γεννήθηκε το 1963) ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά του Παναγιώτη και της Γεωργίας Βακρινού. Μαζί με τις αδελφές του Σταυρούλα, Μαρίνα και Βασιλική, γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο χωριό Πυρρή της Γορτυνίας. Οι γονείς του ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες και συμπλήρωναν το πενιχρό οικογενειακό εισόδημα με την εκμετάλλευση των λίγων ζώων που είχαν. Παρόλο που τίποτα από τα απολύτως απαραίτητα δεν έλειψε από τα παιδιά και –σύμφωνα με τις μαρτυρίες των συγχωριανών του Βακρινού- η Γεωργία ήταν καλή μάνα, ο πατέρας της οικογένειας ήταν σκληρός, κυρίως απέναντι στον γιο του. Η αυταρχική του συμπεριφορά, μαζί με το σοβαρό πρόβλημα αλκοολισμού που είχε (σύμφωνα με την αγαπημένη συνήθεια πολλών περιοχών της Ελλάδας για τα παρατσούκλια, ανάλογα με τις συνήθειες ή τα χαρακτηριστικά κάποιου, ο Παναγιώτης ήταν γνωστός ως «Βρούβας» και τα παιδιά του «Βρουβάκια»), δημιουργούσαν συχνότατα καυγάδες και εντάσεις ανάμεσα σε πατέρα και γιο που κατέληγαν, σχεδόν πάντα, σε ξυλοδαρμό του δεύτερου από τον πρώτο.

Ο Βακρινός, ως παιδί, δεν είχε φίλους και ήταν μάλλον αντικοινωνικός. Κακός μαθητής, ποτέ η βαθμολογία του δεν ξεπέρασε το 6, τελείωσε με χίλια ζόρια το δημοτικό σχολείο και ούτε σκέψη να προχωρήσει στο γυμνάσιο. Ασχολήθηκε με τα ζώα της οικογένειας από πολύ μικρός, ως βοσκός. Ενώ έτρεφε μεγάλη αγάπη για την μητέρα και τις αδελφές του είχε, όπως ήταν αναμενόμενο, κάκιστη σχέση με τον πατέρα του. Έψαχνε τρόπο να εγκαταλείψη την οικογενειακή εστία και το χωριό. Η ευκαιρία παρουσιαάστηκε με την μορφή του Δημήτρη Πόντου, το Πάσχα του 1975.

Ο Πόντος ήταν από ένα γειτονικό χωριό, την Τριποταμιά Γορτυνίας, και συγγενής της Γεωργίας Βακρινού. Μόλις πριν ένα χρόνο είχε ανοίξει, συνεταιρικά με τ’ αδέλφια του, μια ταβέρνα στην Χασιά. Βλέποντας τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικογένεια του Βακρινού, ζήτησε από τον Παναγιώτη να πάρει τον Δημήτρη μαζί του, να τον βοηθάει στην ταβέρνα. Η πρόταση αυτή φάνηκε ως μάνα εξ ουρανού τόσο στην φτωχή οικογένεια, που θ’ ανακουφιζόταν με το να έχει ένα στόμα λιγότερο να θρέψει, όσο και στον ίδιο τον Δημήτρη που, επιτέλους, θα απαλλασσόταν από τον πατέρα-αφέντη. Έτσι, το 1975, στα 13 του, ο Δημήτρης Βακρινός έρχεται στην πρωτεύουσα.

Για τρία χρόνια εργάστηκε στην ταβέρνα «Τα τρία αδέλφια» του Πόντου, που βρισκόταν στην οδό Χασιάς στο νούμερο 118. Η οικογένεια του Πόντου τον φιλοξενούσε σπίτι της και δεν τον ξεχώριζε από τα δικά της παιδιά. Τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν γιατί, όπως δήλωσε αργότερα στους δημοσιογράφους η σύζυγος του Πόντου, «ήταν ήσυχος, φιλότιμος και εργατικός». Ίσως, αυτά τα τρία χρόνια που πέρασε με τους Πόντους, να ήταν τα ευτυχέστερα της ζωής του.

Το 1979 ο Παναγιώτης Βακρινός έρχεται κι αυτός στην Αθήνα, να αναζητήσει καλύτερη τύχη. Νοικιάζει ένα σπίτι κοντά στην ταβέρνα που δούλευε ο Δημήτρης και τον παίρνει να ζήσουν μαζί. Μετά από λίγο καρό έρχεται στο σπίτι και η Γεωργία με τα κορίτσια. Ο Παναγιώτης πουλάει λαχεία για να στηρίξει την οικογένειά του αλλά δεν έχει εγκαταλείψει την αγαπημένη του συνήθεια, το ποτό. Οι διαμάχες με τον γιο του, σύμφωνα με το παλιό μοτίβο, δεν αργούν να ξεσπάσουν. Η Γεωργία, για να προφυλάξει την ενότητα της οικογένειας, τον πείθει να επιστρέψουν στο χωριό.

ΤΑΞΙΗ ενηλικίωση, οι γάμοι και το ταξί

Ο Δημήτρης εγκαταλείπει την ταβέρνα και, για ένα διάστημα, εργάζεται σε διάφορες περιστασιακές δουλειές. Προσπαθώντας να καλυτερέψει τη ζωή του, φοιτά σε μια τεχνική σχολή στην περιοχή του Σκαραμαγκά και γίνεται οξυγονοκολλητής. Προσλαμβάνεται στα Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά, όπου θα δουλέψει για περισσότερο από δέκα χρόνια.

Το 1990 γνωρίζει την Ευαγγελία (Λίτσα) Γερασίμου, μέσω κοινών γνωστών. Το προξενιό ευοδώνεται και παντρεύονται. Ο γάμος τους θα διαρκέσει μόνο 14 μήνες. Η Λίτσα αφηγείται: «Ηρεμος άνθρωπος ο Δημήτρης. Δεν μπορώ να πιστέψω τι έκανε. Δεν είχε νεύρα. Μια φορά μόνο σήκωσε χέρι σε μένα και στη μητέρα μου. Θυμάμαι πως ήταν ασήμαντη η αφορμή. Ενα βιβλιάριο υγείας που μου ζήταγε και δεν του το έδινα. Ήταν κλειστός και λιγομίλητος. Ποτέ δεν μου μίλησε για την παιδική του ηλικία, για τους γονείς τους. Του τα έβγαζα με το τσιγκέλι. Το απέφευγε. Ηξερα μόνο ότι δεν τα πήγαινε καλά με τον πατέρα του και ότι έτρεφε αδυναμία στην αδελφή του, τη Βάσω. Παιδιά δεν ήθελε. Προτού τον παντρευτώ, δούλευα σε ένα συνεργείο. Μετά, όμως, σταμάτησα, γιατί ήθελα να κάνω οικογένεια. Οταν κλείσαμε ένα χρόνο παντρεμένοι, του ζήτησα να κάνουμε ένα παιδί. Μου είπε ότι τα παιδιά φέρνουν προβλήματα».

Το θέμα του παιδιού δεν ήταν το μόνο για το οποίο διαφώνησε το ζευγάρι. Το 1992 ο Βακρινός σταματά την δουλειά στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά. Εισπράττει μια μεγάλη αποζημίωση και, ταυτόχρονα, απαιτεί από την σύζυγό του να ξαναρχίσει να εργάζεται. Λέει η Λίτσα: «Πρέπει να πήρε πάνω από ένα εκατομμύριο αποζημίωση. Εγώ δεν είδα δραχμή από αυτά τα λεφτά. Αντίθετα, μου είπε ότι ήταν σειρά μου να δουλέψω και αυτός να ξεκουραστεί, δηλαδή να τον ταΐζω. Ετσι άρχισαν οι καβγάδες, που δεν ήταν ποτέ βίαιοι». Πέρα, όμως, από αυτά η Λίτσα αρχίζει να αντιδρά στην κρυφή ζωή που υποθέτει ότι έχει ο άντρας της: τα βράδυα γυρίζει αργά στο σπίτι, ενώ η γυναίκα του ανγοεί τις συναναστροφές του. Το ζευγάρι καυγαδίζει διαρκώς πλέον και η Λίτσα τον διώχνει από το σπίτι τους στο Κερατσίνι, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας της. Ο Βακρινός εμφανίζεται στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής και καταγγέλει την εκδίωξή του από την οικογενειακή εστία, χωρίς όμως να καταφέρει κάτι. Τότε θα έχει το πρώτο, γνωστό τουλάχιστον, ξέσπασμα βίας. Για να εκδικηθεί την γυναίκα του και την οικογένειά της, θα κάψει το εξοχικό του πεθερού του στην Σαλαμίνα και στην συνέχεια θα διαρρήξει και το σπίτι του Κερατσινίου.

Ο Βακρινός αλλάζει την μία δουλειά πίσω απ’ την άλλη και, τελικά, καταλήγει να εργάζεται ως οδηγός ταξί. Στην Πυρρή επιστρέφει αραιά και πού, και μόνο για λίγες ώρες, προκειμένου να επισκεφθεί την μητέρα και τις αδελφές του. Το καλοκαίρι του 1996 θα παντρευτεί με την Κυριακή Χατζηδογιαννάκη και θα κατοικήσουν σ’ ένα διαμέρισμα στην οδό Ποσειδώνος 13, στο Μοσχάτο. Οι συγγενείς και οι γείτονες θα μείνουν εμβρόντητοι από τις συγκλονιστικές αποκαλύψεις που θα προκύψουν λίγους μήνες αργότερα: ο φιλήσυχος και χαμηλών τόνων Δημήτρης θα αποδειχθεί ένας βίαιος δολοφόνος.

Συνεχίζεται

crime_and_punishment22

 

~ από Nina C στο 29/11/2014.

2 Σχόλια to “Δημήτρης Βακρινός, ο serial killer με το ταξί – 1”

  1. Περιμένουμε με ενδιαφέρον τη συνέχεια. Επρόκειτο για άνθρωπο που σκότωνε και εκδικούνταν, κυρίως από κόμπλεξ κατωτερότητας.

  2. Εξαιρετική δουλειά, συγχαρητήρια!!
    Μερικές ημέρες πριν συλληφθεί, ο συγκεκριμένος άνθρωπος με πήρε με το ταξί του, βράδυ, σε επιστροφή μου από νυχτερινή διασκέδαση σε μπαρ. Ήμουν 20-21 ετών και σημειωτέον ότι πάντα καθόμουν στη θέση του συνοδηγού και όχι στα πίσω καθίσματα όταν έπαιρνα ταξί κι έτσι ήταν πιο εύκολο να πιάσεις κουβέντα (την οποία αδυνατώ να θυμηθώ). Λίγο πριν φτάσουμε στο σπίτι μου, με ρώτησε αν ήθελα να πάμε για ποτό. Δεν μου είχε προκαλέσει καμία ιδιαίτερη αμηχανία, ευγενικός ήταν, αλλά φυσικά δεν θα έβγαινα με έναν άνθρωπο εντελώς άγνωστο. Του απάντησα γλυκά και ευγενικά ότι δυστυχώς με περίμενε στο σπίτι ο αδελφός μου (μούφα βεβαίως) και τον ευχαρίστησα για την πρόταση. Αντιλαμβάνεστε τι έπαθα όταν είδα στην τηλεόραση τα περί συλλήψεώς του και τους λόγους για τους οποίους σκότωνε. Βεβαίως δεν είπα ουτε στον αδερφό μου ούτε σε κανέναν άλλο συγγενή το περιστατικό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: