Marie Alexandrine Becker: Η Βοργία του Βελγίου – 2

•25/03/2017 • 3 Σχόλια

marie_becker_1879-1942Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Περνούν αρκετοί μήνες χωρίς κανένας ύποπτος θάνατος να σημειωθεί στο περιβάλλον της Becker, μέχρι τον Αύγουστο του 1936 όπου, σε ένα πάρκο, θα γνωρίσει μιαν ηλικιωμένη, καλόβολη χήρα, την κα Martin, η οποία γοητευμένη από την Marie θα την προσλάβει για να την συντροφεύει και, μάλιστα, θα την καλέσει να μένει μαζί της στο σπίτι της στην οδό Pont D’Avrory.  Οι δύο γυναίκες θα τα πάνε εξαιρετικά καλά με αποτέλεσμα η Martin να φτιάξει διαθήκη και να αφήνει όλα της τα υπάρχοντα στην Marie.  Έναν μήνα αργότερα, στις 15 του Σεπτέμβρη, θα πεθάνει αιφνιδίως.  Τόσο ο Επιθεωρητής Le Brun όσο και ο ντετέκτιβ Schmidt προσπαθούν να πείσουν το δικαστήριο να επανεξετάσει την υπόθεση Becker, καθώς είναι πεπεισμένοι ότι ο θάνατος της Martin οφείλεται σε δολοφονία, χωρίς να το καταφέρουν.  Ο Schmidt, αν και δεν έχει πλέον καμία αρμοδιότητα στην υπόθεση, αποφασίζει να παρακολουθεί στενά την Becker, σίγουρος ότι έχει να κάνει με μιαν ιδιαίτερα έξυπνη δολοφόνο.  Ήταν σίγουρος ότι κάποια στιγμή θα έκανε το μοιραίο λάθος κι εκείνος θα ήταν έτοιμος να επέμβει.

Τον Φεβρουάριο του 1937, άλλη μια πρόσφατη γνωριμία της Becker θα πεθάνει ξαφνικά.  Πρόκειται για την συνταξιούχο καμαριέρα Julia Bossy, η οποία θα εκπνεύσει μόλις δέκα ημέρες μετά από την γνωριμία της με την Marie.  Aκόμη δύο θάνατοι θα ακολουθήσουν, αυτοί της 68χρονης χήρας Jeanne Perot και της AlineLouise Dammotte (του νεαρώτερου από τα θύματα της Becker).  Αιτία όλων των θανάτων η οξεία δυσπεψία!

Ο Schmidt έχει, εμμονικά, γίνει η σκιά της Marie και παρακολουθεί την κάθε της κίνηση.  Όταν εκείνη προσλαμβάνεται ως νοσοκόμα στο σπίτι της 42χρονης Anne Stevart, ευκατάστατης μπακάλισσας της γειτονιάς, βρίσκεται καθημερινά απ’ έξω, περιμένοντας κάτι να συμβεί.  Η ευκαιρία θα παρουσιαστεί στο πρόσωπο του αδελφού της μπακάλισσας.  Βλέποντάς τον ένα απόγευμα να βγαίνει από το σπίτι, ο Schmidt θα τον πλησιάσει, θα του συστηθεί, θα του μιλήσει για τις υποψίες του.  Ο νεαρός θα παραδεχτεί ότι η αδελφή του χειροτέρεψε από τότε που ανέλαβε την φροντίδα της η Marie.  O Schmidt θα του συστήσει να κρατήσει την επικοινωνία τους μυστική.  Σκεπτόμενος ότι αν πράγματι η Marie δηλητηρίαζε την Anne, αποκλείεται να άφηνε το δηλητήριο στο σπίτι, από φόβο ότι κάποιος θα το ανακάλυπτε: θα το κουβαλούσε επάνω της.  Έτσι, με το που την είδε να βγαίνει από το σπίτι της μπακάλισσας, την συνέλαβε και την οδήγησε στο αστυνομικό τμήμα.  Εκεί, μια γυναίκα φύλακας την επέβαλε σε σωματική έρευνα και, σε μια κρυφή πτυχή του εσωρούχου της ανακάλυψε ένα πράσινο φιαλίδιο, το οποίο περιείχε γύρω στους είκοσι σπόρους δακτυλίτιδας.

becker-headline-colorΗ digitalis ή δακτυλίτιδα είναι ένα από τα πιο σπουδαία φαρμακευτικά φυτά.  Ενδημικό φυτό της Ευρώπης και της δυτικής Ασίας αλλά πλέον είναι διαδεδομένο σε ολόκληρο τον κόσμο.  Είναι δηλητηριώδες φυτό σε όλα τα μέρη του, μέχρι τις ρίζες και τα σπόρια. Μάλιστα η τοξικότητα του δεν μειώνεται καθόλου ακόμη και μετά την αποξήρανση του φυτού. Φτάνει η κατανάλωση ελάχιστων γραμμαρίων φύλλων για να επιφέρουν τον θάνατο.  Αλλά η δηλητηριώδης δακτυλίτιδα είναι και ένα από τα πιο σπουδαία φαρμακευτικά φυτά της γης. Είναι ισχυρό καρδιοτονωτικό (αυξάνει τη δύναμη συστολής του καρδιακού μυός), χάριν στα γλυκοσίδια (63 τον αριθμό) που περιέχει με σπουδαιότερα από αυτά τη διγοξίνη και τη διγιτοξίνη.

Η Marie ισχυρίστηκε πως η δακτυλίτιδα ήταν για δική της χρήση, καθώς υπέφερε από την καρδιά της, αλλά το κρατούσε μυστικό.  Φυσικά κανένας γιατρός δεν επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς της και δόθηκε νέα εντολή εκταφής των πτωμάτων, αφού τώρα πια οι ιατροδικαστές είχαν μια συγκεκριμένη ουσία να αναζητήσουν.  Σε όλα τα πτώματα (Weiss, Lange, Becker, Beyer, Bosy, Perot, Dammotte και κάποιων ακόμη) αλλά και στην ακόμη ζωντανή Stevart, βρέθηκαν ίχνη δαχτυλίτιδας.  Η έρευνα που έγινε στο σπίτι της έφερε στο φως κοσμήματα και πολύτιμα αντικείμενα που είχαν αφαιρεθεί από τα σπίτια των θυμάτων της καθώς και άλλο ένα φιαλίδιο με σπόρους δακτυλίτιδας. Ο ντετέκτιβ Schmidt είχε νικήσει: επιτέλους, η Marie Becker θα αντιμετώπιζε την δικαιοσύνη!

13 Jun 1938, Liège, Belgium --- Marie Becker, 59-year-old widow, in the dock in the Palais de Justice here as she went on trial accused of murdering ten women and one man with poison and attempting to poison five other persons. Becker, who begin her poisining spree with her husband and then her lover then moved onto elderly victims, whom she is said to have met in a Liege park. Becker often convinced the victims to allow her to be their nurse and then to have poisoned them for their money and other valuables. She was convicted and spent the rest of her life in prison. --- Image by © Bettmann/Corbis

Η δίκη της άρχισε στις 7 Ιουνίου του 1938.  Βαμμένη και ντυμένη σαν δεκαεξάχρονη η 58χρονη Becker κάθησε στο εδώλιο της κατηγορουμένης και υπερασπίστηκε ζωηρά τον εαυτό της, κατηγορώντας την αστυνομία και τον Schmidt ότι είχαν στήσει μια σκευωρία εναντίον της.  Αλλά όταν πάνω από δώδεκα νεαροί εραστές της κατέθεσαν ενόρκως ότι τους είχε προσφέρει χρήματα και δώρα, η Marie παραδέχτηκε ότι χρειαζόταν διαρκώς χρήματα, προκειμένου να εξασφαλίζει τις «υπηρεσίες» τους, αν και αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι τα αποσπούσε από τα θύματά της.  Αντιθέτως, παρουσίασε τον εαυτό της ως «Άγγελο του Ελέους» καθώς δεν έτρεφε παρά αισθήματα αφοσίωσης και αγάπης για τους «ασθενείς» της.  Όσο για το πάθος της προς τους νεαρότερους άνδρες υποστήριξε ότι «καθένας είναι τόσο νέος όσο αισθάνεται κι εκείνη αισθανόταν πολύ νέα».  Ο τύπος της εποχής είχε, βέβαια, διαφορετική άποψη.  Την αποκάλεσε «Βοργία της Λιέγης», καθώς δηλητηρίζε τα θύματά της όπως η διαβόητη και ακόλαστη Λουκρητία Βοργία.  Το μόνο σημείο της δίκης που έχασε την ψυχραιμία της και έβαλε τα κλάμματα, ήταν όταν οι ιατυροδικαστές ολοκλήρωσαν την κατάθεσή τους και είπαν για την δακτυλίτιδα που βρέθηκε σε όλα τα θύματα.

becker-headline-sep11-colorΈχοντας ήδη περάσει 19 μήνες στη φυλακή, από την σύλληψη μέχρι την δίκη της, η Marie Becker κρίθηκε ένοχη από το σώμα των ενόρκων και καταδικάστηκε για τις δολοφονίες δέκα γυναικών, δύο ανδρών και για απόπειρα δολοφονίας άλλων πέντε ατόμων.  Δέκα επιφανείς δικηγόροι, 294 μάρτυρες συνολικά και 1,800 αποδεικτικά στοιχεία συνετέλεσαν στην καταδίκη της σε ισόβια κάθειρξη.  Η θανατική ποινή, την οποία ήταν σίγουρο πως θα αντιμετώπιζε, δεν εφαρμοζόταν στο Βέλγιο ήδη από το 1863.

Η Marie Becker, η «Βοργία της Λιέγης» πέθανε στην φυλακή των Βρυξελλών μόλις τέσσερα χρόνια μετά την δίκη της, στις 19 Ιουνίου του 1942, δυο χρόνια μετά την είσοδο του Βελγίου στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.  Ο θάνατός της μπορεί να εκληφθεί ως ένα μακάβριο αστείο: η Marie Becker πέθανε από οξεία δυσπεψία!

marie-becker-bookΠΗΓΕΣ

Michael Newton – An Encyclopedia of Modern Serial Killers – Hunting Humans

Jay Robert Nash, Look For the Woman, M. Evans Company, and Inc. 1981

Usersites.horrorfind.com

Crimelife.com

Terry McShane, “The Strange Case of the Borgia of Belgium,” The Albuquerque Journal (N.M.), Aug. 23, 1942

“The ‘Belgian Borgia’ Tries To Explain How Eleven Trusting Patients Died,” The American Weekly (San Antonio, Tx.), Sep. 11, 1938,  Magazine section of the San Antonio Express, p. 2

https://laspistasteria.wordpress.com

crime_and_punishment

Marie Alexandrine Becker: Η Βοργία του Βελγίου – 1

•18/03/2017 • 3 Σχόλια

marie-beckΤης Νίνας Κουλετάκη

Το πρωί της 3ης Οκτωβρίου του 1935, ο Αστυνομικός Επιθεωρητής της Λιέγης Honoré Le Brun, έριχνε μια ματιά στους θανάτους που είχαν συμβεί στην πόλη την προηγούμενη ημέρα.  Ήταν μια δουλειά ρουτίνας που την εκτελούσε πλέον μηχανικά, αλλά κάτι σε ένα όνομα που εμφανιζόταν σε μια από τις αναφορές, τον έκανε να σταθεί και να διαβάσει με προσοχή τα σχετικά με τον θάνατο της 62χρονης Theresa Weiss, στο σπίτι της στην οδό Saint-Gilles.  Το όνομα που του κίνησε το ενδιαφέρον ήταν αυτό της  Marie Becker, νοσοκόμας της Weiss, και ο επιθεωρητής ήταν σίγουρος πως το είχε ξανασυναντήσει.

Πήρε από το αρχείο το βιβλίο πιστοποιητικών θανάτων κι άρχισε να γυρίζει τις σελίδες του προς τα πίσω.  Όταν έφτασε στην 26η Σεπτεμβρίου, βρήκε το πιστοποιητικό θανάτου της 86χρονης  Yvonne Lange, που είχε κοινά με την Weiss τα εξής στοιχεία: κατοικούσε στην ίδια οδό, είχε πεθάνει όπως κι εκείνη από οξεία δυσπεψία και είχε την ίδια νοσοκόμα, την Marie Becker.  Στοιχεία αρκετά ώστε να κάνουν τον επιθεωρητή να ξεκινήσει μια ενδελεχή έρευνα για την Marie Becker και να την αναθέσει στον ικανό ντετέκτιβ του Edouard Schmidt, η έρευνα του οποίου έφερε στο φως τα εξής.

Η Marie Alexandrine Pettijohn, η αποκαλούμενη και «Βοργία του Βελγίου», γεννήθηκε το 1877 στο Warmont, ένα χωριό κοντά στη Λιέγη. Προερχόταν από μιαν αξιοσέβαστη οικογένεια σκληρά εργαζομένων ανθρώπων, η οποία την είχε αναθρέψει με τον «καθωσπρεπισμό» μιας σωστής επαρχιακής πόλης.  Ήταν μια όμορφη κοπέλα που έκανε όνειρα για τη ζωή της, την οποία φανταζόταν γεμάτη ρομαντικούς έρωτες, διασκεδάσεις και ταξίδια.  Αντ’ αυτών –και όπως ήταν το σύνηθες εκείνη την εποχή- παντρεύτηκε και πέρασε όλη της τη ζωή στη Λιέγη.  Ήταν πολύ επιδέξια με τις βελόνα κι έπιασε δουλειά ως μοδίστρα σε έναν από τους μεγαλύτερους οίκους μόδας της Λιέγης, όπου εργάστηκε για δέκα χρόνια.

Το 1906, σύμφωνα με τα αρχεία της τοπικής εκκλησίας, παντρεύτηκε τον Charles Becker.  Ο άνδρας της ήταν ένας ευκατάστατος επιπλοποιός, με δικό του πριονιστήριο, ένας καλός και ήσυχος άνθρωπος. Η Marie εξακολούθησε να εργάζεται για λίγα κόμη χρόνια, μέχρι το ζευγάρι να εξοικονομήσει αρκετά και να φτιάξει ένα εργοστάσιο επίπλων, το οποίο ήταν εξαιρετικά επιτυχημένο από την αρχή.  Ο Becker φρόντιζε να μη λείπει τίποτα στην αγαπημένη του γυναίκα και η Marie σταμάτησε τη δουλειά. Το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά και η Marie βρέθηκε «παγιδευμένη και αποκλεισμένη» με έναν καλό μεν, προβλέψιμο και βαρετό δε σύζυγο.

H Marie το 1905

H Marie το 1905

To 1930 αποδείχθηκε μια καθοριστική για την Marie χρονιά.  Ήταν ήδη 53 χρονών και είκοσι τέσσερα χρόνια παντρεμένη και είχε πάψει να ελπίζει ότι η ζωή της επιφύλασσε, πια, συγκινήσεις και συναρπαστικές στιγμές. Κι αποφάσισε να αλλάξει τα πάντα, όχι μόνο παίρνοντας τη ζωή της στα χέρια της, αλλά καθορίζοντας και προδιαγράφοντας το μέλλον της.  Άρχισε να βάφεται έντονα, να ντύνεται σαν εικοσάχρονη πόρνη και να βγαίνει τις νύχτες με νεαρούς που θα μπορούσαν να είναι γιοι της, αν είχε παιδιά.  Ο άντρας της, με την αδυναμία που της είχε, ανεχόταν αυτές τις «παραξενιές» της, όπως τις αποκαλούσε, πιστεύοντας ότι οφείλονταν στον τρόμο για τα γηρατειά που ήταν προ των πυλών και μην θεωρώντας ότι η Marie έκανε κάτι πραγματικά κακό.

Ήδη η Marie είχε αρχίσει να κάνει στενή παρέα με τον Paul Castadot, ένα νεαρό χωροφύλακα στο αστυνομικό τμήμα της Λιέγης, ο οποίος νοίκιαζε, μαζί με την γυναίκα του, ένα διαμέρισμα στο σπίτι που κατοικούσαν και οι Becker, που ήταν και οι ιδιοκτήτες.  Η Marie και το νεαρό ζευγάρι έγιναν τόσο στενοί φίλοι, ώστε η Becker έκανε διαθήκη στην οποία τους καθιστούσε κληρονόμους της.  Κι ενώ ο αθώος Charles πίστευε πως με τους Castadot η Marie ικανοποιούσε το μητρικό της ένστικτο, η αλήθεια είναι πως η ίδια ονειρευόταν να γίνει η δεύτερη κα Castadot!

Kάτι τέτοιο, όμως, δεν ήταν δυνατόν όσο εκείνη ήταν ακόμη κα Becker.  Έτσι, πολύ βολικά, ο Charles Becker θα πεθάνει το 1932.  Αιτία θανάτου: οξεία δυσπεψία!  Αν και, πλέον, η Marie είναι μια ευκατάστατη χήρα, θα διαπιστώσει, προς μεγάλη της απογοήτευση ότι ο γοητευτικός χωροφύλακας προτιμά να απατά την γυναίκα του με μια όμορφη νεαρή.  Η Marie, αποκαρδιωμένη, θα αναζητήσει νέες συντροφιές, ωραίων νεαρών, τους οποίους θα πληρώνει για τις υπηρεσίες τους.  Ζει μια σπάταλη ζωή η οποία, μέσα σε δυο χρόνια θα οδηγήσει στην εξανέμιση της περιουσίας που της είχε αφήσει ο Charles. Για να συμπληρώσει το εισόδημά της θ’ αρχίσει να εργάζεται ως νοσοκόμα.

beckerΣτο μεταξύ οι περίεργοι θάνατοι από «οξεία δυσπεψία» εξακολουθούν.  Επόμενος στον κατάλογο είναι ο 43χρονος Lambert Beyer, γνωστός γόης και γυναικάς της Λιέγης, ο οποίος θα πεθάνει στις 29 Οκτωβρίου του 1934. Η έρευνα του Schmidt θα αποκαλύψει ότι ο ευκατάστατος Beyer είχε γνωρίσει την Marie στην εκκλησία, όπου πήγαινε κάθε Κυριακή.  Ξεκίνησαν σχέση και γρήγορα την ζήτησε σε γάμο.  Καθώς δεν ήταν καθόλου αφελής, φρόντισε να ελέγξει την οικονομική της κατάσταση για να διαπιστώσει πως η «πλούσια» χήρα είχε ήδη κατασπαταλίσει όλη την περιουσία του μακαρίτη.  Ο αρραβώνας διαλύθηκε, αλλά η ερωτική σχέση συνεχίστηκε.  Στις 19 Οκτωβρίου ο Beyer αρρωσταίνει και η Marie τον περιθάλπτει με τις γνώσεις της.  Δέκα μέρες αργότερα θα είναι νεκρός.  Μαζί με τη ζωή του θα εξαφανιστεί μυστηριωδώς από το σπίτι του κι ένα κουτί όπου φύλαγε 10.000 φράγκα.

Τέσσερις θάνατοι γύρω από την Marie Becker ήταν πάνω από αρκετοί για να αποτελούν σύμπτωση και ο Schmidt θα υποβάλει την αναφορά του στην οποία θα κάνει λόγο για τις βάσιμες υποψίες του εναντίον της.  Η Marie συλλαμβάνεται και οδηγείται ενώπιον του ειρηνοδίκη Oscar Destreshe, ο οποίος την ρωτά για τις υπηρεσίες νοσοκόμας που προσέφερε στους Weiss, Lange, Becker and Beyer και οι οποίες οδήγησαν στον θάνατο όλων με τα ίδια αιτία και τα ίδια συμπτώματα.  Εκείνη ισχυρίστηκε πως τους έδινε μόνο φυσικά αφεψήματα από βότανα, αλλά ο Destreshe διέταξε αφενός μεν την προφυλάκισή της και αφετέρου την εκταφή των πτωμάτων, προκειμένου να εξεταστούν ενδελεχώς από τους ιατροδικαστές.  Η εξέταση δεν βρήκε ούτε ίχνος δηλητηρίου στα πτώματα και ο Destreshe –αν και σίγουρος ότι η Becker ήταν serial killer- αναγκάστηκε να υπογράψει την αποφυλάκισή της.  Η «εύθυμη χήρα» ήταν και πάλι ελεύθερη.

Συνεχίζεται

crime_and_punishment

Ανάλυση σκηνής εγκλήματος: Υπόθεση Christopher Vaughn

•11/03/2017 • 1 σχόλιο
Christopher Vaughn

Christopher Vaughn

Αθηνά Κουφού
Υποψήφια Διδάκτωρ Εγκληματολογίας
Τομέας Ποινικών Επιστημών Νομικής Σχολής Αθηνών

Η ανάλυση της σκηνής του εγκλήματος αποτελεί μια επίπονη πνευματική (και σε κάποιες περιπτώσεις, ανάλογα με τον χώρο, «χειρωνακτική») εργασία. Στόχος της είναι αφενός να δώσει απάντηση στο πού, πώς, πότε, ποιος και γιατί, ήτοι στο να «ξεκλειδώσει» τη δυναμική του εγκληματογόνου γεγονότος που έλαβε χώρα υπό ορισμένες συνθήκες, αφετέρου να χρησιμοποιηθούν τα ευρήματα αυτής με αποδεκτό, δικονομικά, τρόπο ενώπιον του Δικαστή. Μια τέτοια διαδικασία, όπως είναι κατανοητό, ενέχει πολλές προκλήσεις: Με ποιον τρόπο θα γίνει συλλογή των πειστηρίων; Ποια είναι η καλύτερη επιστημονική μέθοδος; Πόσο εξειδικευμένο θα πρέπει να είναι το επιστημονικό προσωπικό που θα αναλάβει να διεκπεραιώσει την ανωτέρω εργασία;

Ο κλάδος που ασχολείται με τα παραπάνω ερωτήματα είναι αυτός της εφαρμοσμένης εγκληματολογίας, η οποία συγκεντρώνει μεθοδολογίες διαφορετικών επιστημών. Έτσι για παράδειγμα, χρησιμοποιούνται οι αρχές της βαλλιστικής για την ανάλυση σφαιρών και καλύκων, της ψυχολογίας/ψυχιατρικής για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης στα θύματα και στους φερόμενους ως δράστες, της βιολογίας και γενετικής για την ανάλυση των σωματικών υγρών (αίμα, γενετικό υλικό, σάλιο, κτλ), των μαθηματικών, της φυσικής, της χημείας, της εντομολογίας, της γεωλογίας, και σε κάποιες περιπτώσεις και η συνδυασμένη εφαρμογή περισσοτέρων εξ αυτών. Το προσωπικό που ασχολείται με την συγκέντρωση των ευρημάτων της σκηνής ενός εγκλήματος οφείλει να είναι άρτια καταρτισμένο και εξειδικευμένο καθώς πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος μόλυνσης της τελευταίας (για παράδειγμα λόγω μη ασφαλούς περιφρούρησής της) άρα και ο κίνδυνος τα ευρήματα να μην γίνουν αποδεκτά από το δικαστήριο (στο πλαίσιο έγερσης σχετικής ένστασης της υπερασπιστικής γραμμής του κατηγορούμενου).

Η επιστήμη της βαλλιστικής, ειδικότερα, έχει πολλές φορές συνδράμει στη διαλεύκανση βίαιων εγκλημάτων όπου έχουν χρησιμοποιηθεί όπλα για την τέλεση του εγκλήματος (ληστείες, ανθρωποκτονίες, κτλ). Σφαίρες, κάλυκες και κάποιες φορές και το ίδιο το όπλο έχουν μείνει πίσω στην σκηνή του εγκλήματος αποτελώντας μέρος της με αποτέλεσμα την υποβολή των στοιχείων αυτών σε ενδελεχείς ελέγχους προκειμένου να εξακριβωθεί ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν (αριθμός σφαιρών, ταυτοποίησή τους με το φονικό όπλο, έρευνα μήπως το τελευταίο έχει χρησιμοποιηθεί και σε άλλο έγκλημα, κτλ). Χαρακτηριστική περίπτωση όπου έχουμε συνδυασμό της βαλλιστικής επιστήμης με διεξαγωγή ειδικότερων ερευνών (τοξικολογίας και ανάλυσης κηλίδων αίματος) είναι η υπόθεση του Christopher Vaughn.

Οικογένεια Vaughn

Οικογένεια Vaughn

Ο Christopher Vaughn κατηγορήθηκε για την δολοφονία της συζύγου του Kimberly, 34 ετών και των τριών παιδιών του, Abigail (12 ετών), Cassandra (11 ετών) και Blake (8 ετών). Ειδικότερα, στις 14 Ιουνίου 2007, αστυνομικοί της περιοχής Channahon στο Illinois, ανταποκρινόμενοι σε κλήση, βρήκαν τον κατηγορούμενο σταματημένο σε δρόμο με τραύματα από όπλο στον αριστερό του μηρό και καρπό. Σε κοντινή απόσταση βρέθηκε ένα αυτοκίνητο μoντέλου Ford Expedition SUV, όπου μέσα υπήρχαν μια νεκρή γυναίκα (στην μπροστινή θέση του επιβάτη) και τρία νεκρά παιδιά (στις πίσω θέσεις επιβατών). Όλα τα θύματα έφεραν τραύματα από όπλο, ένα ημιαυτόματο πιστόλι Taurus των 9mm, το οποίο ανευρέθη εντός του αυτοκινήτου. Το αυτοκίνητο μεταφέρθηκε από την αστυνομία στο νεκροτομείο μαζί με τα θύματα στις ακριβείς θέσεις τους ώστε να μην υπάρξει αλλοίωση της σκηνής του εγκλήματος, ενώ στον κατηγορούμενο δόθηκαν οι πρώτες βοήθειες. Στο ακροατήριο η θέση του Εισαγγελέα ήταν η εξής: Ο κατηγορούμενος σκότωσε την οικογένειά του προκειμένου να μπορέσει να ζήσει μόνος του χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις στον Καναδά, παρουσιάζοντας ως υπεύθυνη για το έγκλημα την σύζυγό του, η οποία κατά τα λεγόμενά του αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα. Η θέση της υπεράσπισης, αντιστοίχως, ήταν η εξής: Η σύζυγος του κατηγορούμενου σκότωσε τα παιδιά της, πυροβολώντας και τον ίδιο, λόγω αυτοκτονικής συμπεριφοράς την οποία είχε προκαλέσει η λήψη δύο φαρμάκων [Nortriptyline (NT) και Topamax (TP)], σε συνδυασμό με συζυγικά προβλήματα που αντιμετώπιζε το ζευγάρι. Τα αποτελέσματα των βαλλιστικών εξετάσεων ήταν τα εξής:

Με βάση το σημείο εισόδου της σφαίρας, η σύζυγος έφερε τραύμα εξ επαφής στο σαγόνι (στην δικαστική απόφαση αναφέρεται ως «angle gunshot wound») το οποίο και προκάλεσε τον άμεσο θάνατό της. Αναφορικά,δε, με τα τραύματα εισόδου που έφεραν τα τρία παιδιά (το καθένα έφερε δύο πυροβολισμούς, έναν στο κεφάλι και έναν στον κορμό), υπήρχαν υπολείμματα πυρίτιδας στο δέρμα γύρω από το τραύμα, τα οποία θυμίζουν δερματοστιξία (μικρές μαύρες κουκκίδες που μοιάζουν να έχουν γίνει με μολύβι). Οι μικρές αυτές κουκκίδες είναι διακριτές στους πυροβολισμούς από μικρή απόσταση («close range gunshots»), όταν το όπλο βρίσκεται μέχρι 45-60 cm περίπου μακριά από το θύμα. Οι πυροβολισμοί αυτοί, όπως αναφέρει η δικαστική απόφαση και με βάση τον υπολογισμό της τροχιάς των σφαιρών, προήλθαν από την μπροστινή θέση του επιβάτη του αυτοκινήτου. Αυτό σημαίνει ότι, μετά τον πυροβολισμό της συζύγου του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι εκείνη έγειρε στα αριστερά, κάποιος άλλος πυροβόλησε τα τρία παιδιά πάνω από τον αριστερό της ώμο με κατεύθυνση προς τις πίσω θέσεις όπου εκείνα ήταν καθισμένα.

Το οικογενειακό Ford Expedition SUV μεταφέρεται για ανάλυση μαζί με τα τέσσερα θύματα εντός του, πηγή: http://articles.chicagotribune.com

Το οικογενειακό Ford Expedition SUV μεταφέρεται για ανάλυση μαζί με τα τέσσερα θύματα εντός του, πηγή: http://articles.chicagotribune.com

Πρέπει, δε, να επισημανθεί σε αυτό το σημείο ότι η υπεράσπιση τόνισε την ύπαρξη «πλημμελειών» ως προς την συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων. Για παράδειγμα, ο εμπειρογνώμων που κατέθεσε υπέρ του κατηγορουμένου υποστήριξε ότι κακώς τα ρούχα του, μετά την παροχή των πρώτων βοηθειών, συσκευάστηκαν όλα μαζί στο νοσοκομείο καθώς ήταν άμεσος ο κίνδυνος «μόλυνσής» τους μέσω της μεταφοράς πυρίτιδας από το ένα ρούχο στο άλλο, οπότε θα έπρεπε να είχαν συσκευαστεί χωριστά για αποφυγή του ενδεχομένου αλλοίωσης των πειστηρίων. Επιπροσθέτως, υποστηρίχθηκε ότι λανθασμένα οι τεχνικοί έλαβαν δείγμα για ενδεχόμενη ύπαρξη βιολογικού υλικού μόνο από τις ραβδώσεις της κάννης του όπλου και μάλιστα μόνο σε μικρό μέρος του εσωτερικού της, καθώς θα έπρεπε να λάβουν αντίστοιχα δείγματα από ολόκληρη την κάννη σε περίπτωση που ιστός ή αίμα προερχόμενο από το τραύμα της συζύγου βρισκόταν σε μεγαλύτερο βάθος αυτής. Το ανωτέρω ζήτημα ήταν σύμφυτο με το ερώτημα του εάν η σύζυγος διέπραξε τελικά αυτοκτονία ή την σκότωσε ο κατηγορούμενος. Με βάση πάντως την ανάλυση των κηλίδων αίματος, σε περίπτωση αυτοκτονίας, στα χέρια του αυτόχειρα υφίσταται μια σχετικά μεγάλη περιοχή καλυπτόμενη από πολλές μικρές κηλίδες αίματος προερχομένων από το τραύμα λόγω της εκπυρσοκρότησης του όπλου (φαινόμενο back spatter). Αντιθέτως, όπως κατέθεσε ο πραγματογνώμων, η θανούσα σύζυγος είχε μόνο μία μικρή κηλίδα αίματος στο αριστερό της χέρι, το ίδιο το όπλο δεν εμφάνιζε σταγόνες αίματος συμβατές με το μοντέλο του back spatter, ενώ δεν υπήρχε αίμα ούτε στην περιοχή της σκανδάλης. Και ενώ τα αποτελέσματα των ανωτέρω τοξικολογικών και βαλλιστικών εξετάσεων μνημονεύονται στο κείμενο της δικαστικής απόφασης ως πειστήρια ενοχής του κατηγορουμένου, οδηγώντας έτσι  στην καταδίκη του, οι μαρτυρικές καταθέσεις των εμπειρογνωμόνων δεν ήταν τόσο ξεκάθαρες καθώς αρκετοί ήταν αυτοί (και από την πλευρά της Εισαγγελίας αλλά και της υπεράσπισης) που παραδέχτηκαν κατά την διάρκεια της εξέτασής τους ότι ότι τα πειστήρια επιδέχονται τέτοιας ερμηνείας ώστε να μην μπορούν να αποκλείσουν την πιθανότητα αυτοκτονίας της συζύγου του κατηγορούμενου (άρα και το σενάριο να πυροβόλησε εκείνη τον κατηγορούμενο και να σκότωσε τα παιδιά).

Ανακατασκευή της σκηνής του εγκλήματος εντός του αυτοκινήτου με υπολογισμό της τροχιάς των σφαιρών (bullet trajectory reconstruction), πηγή:https://www.researchgate.net.

Ανακατασκευή της σκηνής του εγκλήματος εντός του αυτοκινήτου με υπολογισμό της τροχιάς των σφαιρών (bullet trajectory reconstruction), πηγή:https://www.researchgate.net.

Η ποινή που τελικά επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στις 26 Νοεμβρίου 2012 ήταν τέσσερις φορές ισόβια (μία για κάθε ένα μέλος της οικογένειας που σκότωσε) χωρίς δυνατότητα αναστολής. Παρά το ότι το 2007, όταν συνελήφθη, η θανατική ποινή ήταν ακόμη εν ισχύ στο Illinois, στην συνέχεια επήλθε κατάργησή της στην συγκεκριμένη πολιτεία των ΗΠΑ με επιβολή, πλέον, της ισόβιας κάθειρξης. Ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απερρίφθη.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η αποσαφήνιση των συνθηκών υπό τις οποίες ένα έγκλημα τελέστηκε είναι αποτέλεσμα τόσο διεπιστημονικής έρευνας όσο και ερμηνείας. Σπάνια μια σκηνή εγκλήματος θα είναι τόσο «ξεκάθαρη» από την αρχή ώστε να επιτρέψει στον ερευνητή να προβεί άμεσα στην εξαγωγή συμπερασμάτων με ασφάλεια, ενώ ερωτηματικά και αμφιβολίες μπορούν να παραμείνουν ακόμα και σε ύστερο στάδιο, ήτοι μετά την απονομή (?) δικαιοσύνης. Στα επόμενα τεύχη θα επιχειρηθεί μια σύντομη θεωρητική προσέγγιση των επιστημονικών κλάδων των οποίων ζητείται συνήθως η συνδρομή για την διαλεύκανση ενός εγκλήματος, με ταυτόχρονη παρουσίαση μιας αντιπροσωπευτικής περίπτωσης (case study) που απασχόλησε την ποινική δικαιοσύνη.

skini-eglimatos-243x300Ενδεικτική βιβλιογραφία και ηλεκτρονικοί σύνδεσμοι:

–  http://www.illinoiscourts.gov/R23_Orders/AppellateCourt/2015/3rdDistrict/3120996_R23.pdf

– Andy Grimm, «Forensics expert disputes Vaughn’s account of shootings», 11 Σεπτεμβρίου 2012,http://articles.chicagotribune.com/2012-09-11/news/ct-met-christopher-vaughn-trial-0911-20120911_1_wife-shot-dollars-at-strip-clubs-christopher-vaughn

– «Christopher Vaughn murder trial: Dad convicted of killing wife and three children sentenced to life in prison», 27 Νοεμβρίου 2012, http://www.nydailynews.com/news/crime/chicago-dad-sentenced-life-prison-killing-family-article-1.1208822

– Vincent J.M Di Maio «Gunshot wounds, Practical Aspects of Firearms, Ballistics AND Forensic Techniques», second edition, CRC Press, 1999.

– Andrea Berti, Filippo Barni, Alexei Pace, «Analisi delle macchie di sangue sulla scena del crimine», Edi.Ermes, 2011.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό The Art of Crime, τ. Νοεμβρίου 2016

crime_and_punishment

Υπόθεση Christine και Léa Papin – 6

•04/03/2017 • 3 Σχόλια

Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

20091202022944_paularegomaidsO πίνακας

Η υπόθεση των αδελφών Papin αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την ζωγράφο Paula Rego στην δημιουργία του πίνακα «The Maids», ακρυλικό σε καμβά διαστάσεων 213 Χ 244 εκ., το 1987.  Η Rego προσπάθησε να εικονοποιήσει το πνεύμα του θεατρικού έργου του Genet, εστιάζοντας στην αφύσικη εγγύτητα μεταξύ των δύο αδελφών αλλά και στην σχέση τους με τις γυναίκες που δολοφόνησαν. Ο πίνακας αποπνέει αμφιβολία και απειλητική ψύχωση η οποία, εκτός από τα πρόσωπα, μοιάζει να μεταφέρεται και στα αντικείμενα που γεμίζουν κλειστοφοβικά το δωμάτιο.

Παρατηρώντας τον πίνακα έχουμε την αίσθηση ότι παρατηρούμε μια σκηνή θεάτρου, όπου μόλις έχει σηκωθεί η αυλαία. Μεταφερόμαστε σε ένα, φαινομενικά, αθώο και ακίνδυνο δωμάτιο ενός πορτογαλλικού σπιτιού των αρχών της δεκαετίας του 1950.  Δύο καμαριέρες εξυπηρετούν τις κυρίες τους, μια μητέρα με ανδρικό πρόσωπο και την ξανθή κόρη της.  Το πάτωμα καλύπτεται από ένα παχύ χαλί, στο δωμάτιο κρέμονται βελούδινες κουρτίνες.  Η μυστακοφόρος μητέρα (πιθανότατα μια νύξη της ζωγράφου για το ποιος ήταν το πραγματικό αφεντικό του σπιτιού) φαίνεται να κάθεται αδύναμη και παραδομένη στην καρέκλα της τουαλέττας της, ενώ μια μαύρη υπηρέτρια μοιάζει να ασχολείται με τα μαλλιά της, έχοντας το ένα χέρι της στο πίσω μέρος του κεφαλιού της καθισμένης γυναίκας, απαλά μεν, αλλά όχι χωρίς μιαν αίσθηση απειλής δε, ενώ το άλλο μοιάζει να αναζητά κάτι κρυμμένο στις δίπλες της ροζ ποδιάς της.  Η λευκή καμαριέρα έχει φυλακίσει το κεφάλι του επίσης καθισμένου κοριτσιού κάτω από το σαγόνι της, ενώ έχει στρέψει το βλέμμα της στο κέντρο του δωματίου.  Το κορίτσι μοιάζει να προσπαθεί να απελευθερωθεί από τα χέρια της ενώ, στον τοίχο του δωματίου οι σκιές των δέντρων του κήπου σχηματίζουν απειλητικά χέρια.

Η μόνη νύξη ανδρικής παρουσίας στο σπίτι είναι η ρόμπα που κρέμεται, αλλά ο ίδιος ο άνδρας είναι άφαντος, καθιστώντας τον πίνακα της Rego καθαρά γυναικεία υπόθεση.   ‘Ενα μικρό, μαύρο -δαιμονικό θάλεγε κάποιος- αγριογούρουνο δείχνει τα δόντια του στο κάτω μέρος του πίνακα -προάγγελος ίσως των όσων θα επακολουθήσουν.  Πάνω σε ένα τραπεζάκι πίσω του υπάρχει ένα ανοιχτό βιβλίο προσευχών κι ένας κρίνος, αμφότερα σύμβολα του ελέους του Θεού, της αγνότητας αλλά και του θανάτου που θα πλημμυρίσει το δωμάτιο.

les_soeurs_papin_siteΕπίλογος

Δεν γνωρίζω τι από όλα έκανε το έγκλημα των αδελφών Papin να συζητιέται μέχρι σήμερα και να επηρεάζει σε τέτοιο βαθμό καλλιτέχνες, στοχαστές κι επιστήμονες.  Ήταν η πρωτοφανής για γυναίκα-δράστη αγριότητά του;  Ήταν η ταυτόχρονη, στιγμιαία «τρέλα» που κυρίευσε τις δύο αδελφές και τις οδήγησε σε ένα μη προμελετημένο έγκλημα;  Ήταν η ανακάλυψη, από τις Lancelin, της αιμομικτικής και ομοφυλοφιλικής σχέσης των αδελφών και ο φόβος της διαπόμπευσης που θα ακολουθούσε; Ήταν ένα έγκλημα ταξικό, μια πράξη επανάστασης των καταπιεσμένων υπηρετριών εναντίον των εργοδοτριών τους;  Ήταν το –από άλλους- προδιαγεγραμμένο μέλλον των δύο κοριτσιών, για το οποίο δεν είχαν λόγο και επιλογή;  Ήταν η αδυναμία των γονέων τους, όχι μόνο να παίξουν σωστά τον ρόλο τους αλλά και να είναι παρόντες ουσιαστικά στη ζωή των παιδιών τους; Ήταν η αυστηρή, θρησκευτική έως θρησκόληπτη υποτυπώδης εκπαίδευση των δύο αδελφών, που στόχο είχε να δημιουργήσει υποτακτικές και φοβισμένες προσωπικότητες, επομένως αρεστές στους επίδοξους εργοδότες; Ήταν η, σαφέστατα διαταραγμένη, προσωπικότητα της Christine, που σήμερα θα είχε αντιμετωπιστεί πιθανότατα με επιτυχία με θεραπεία, ψυχολογική στήριξη και φαρμακευτική αγωγή, αλλά στην εποχή του μεσοπολέμου ήταν ένα θέμα που έφερνε το «μίασμα» στον ασθενή και οδηγούσε στον κοινωνικό του αποκλεισμό και αφανισμό, άρα δεν υπήρχε περίπτωση να διαγνωστεί και να αντιμετωπιστεί σωστά;

Κατά την γνώμη μου ήταν τα πάντα, το καθένα μόνο του και όλα μαζί.  Το ίδιο το έγκλημα «φωνάζει» γι αυτό, η αγριότητά του μιλά και αποκαλύπτει.  Τα μάτια των Lancelin που «είδαν» το είδος της σχέσης των Papin, ξεριζώνονται, τα πρόσωπά τους πολτοποιούνται κάτω από αμέτρητα χτυπήματα, αποκαλύπτοντας ένα έγκλημα απόλυτα προσωπικό: η κυρία και η δεσποινίς δεν μπορούν πλέον να παίρνουν αυτές τις αυστηρές και απαξιωτικές για τις υπηρέτριές τους εκφράσεις.  Από το υπόλοιπο σώμα των Lancelin, τo πιο κακοποιημένo σημείo είναι η περιοχή των γεννητικών οργάνων.  Η Christine αντιλαμβάνεται το ανάρμοστο της σχέσης της με την αδελφή της, αλλά δεν μπορεί να το αρνηθεί και να το υποτάξει: η αδελφή της είναι η μόνη της παρηγοριά, ο μόνος της συνδετικός κρίκος με το ανθρώπινο είδος.  Ο αποχωρισμός τους θα οδηγήσει, μοιραία, στον αφανισμό της.

Το έγκλημα των αδελφών Papin είναι ακόμη ένα έγκλημα δηλωτικό της εποχής, της χώρας, των κοινωνικών διαχωρισμών, των επικρατουσών αντιλήψεων.  Σε μια άλλη εποχή, με διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες, σε άλλο πολιτικοκοινωνικό περιβάλλον, πιθανότατα θα ήταν διαφορετικό.  Ίσως και να είχε προληφθεί ή να μην είχε υπάρξει.

Πηγές

Όλα τα βιβλία, άρθρα, ταινίες κ.λ.π. που αναφέρονται στα έξι μέρη του άρθρου, καθώς και πολλά ακόμη.

crime_and_punishment

Υπόθεση Christine και Léa Papin – 5

•25/02/2017 • 4 Σχόλια

Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Jacques Lacan

Jacques Lacan

Ο ψυχίατρος

Όπως ήταν αναμενόμενο, ενδιαφέρον για την υπόθεση Papin δεν εκδηλώθηκε αποκλειστικά από την κοινωνία και τους λογοτέχνες της Γαλλίας, αλλά και από τους ειδικούς.  Όχι μόνο από την στρατιά των ψυχιάτρων που εξέτασε τις αδελφές πριν από τη δίκη τους και κατέθεσε από τη θέση του μάρτυρα σε αυτήν, αλλά και από άλλους.  Ιδιαίτερα ένας νεαρός, ειδικευόμενος ψυχίατρος στο Hôpitaux Universitaires Paris Seine, τόσο εντυπωσιάστηκε από αυτήν ώστε, εξαιτίας της, θα ασχοληθεί και θα αναπτύξει το θέμα της παρανοϊκής ψύχωσης. Δεν ήταν άλλος από τον Jacques Lacan που στο μέλλον θα γινόταν ο πιο αμφιλεγόμενος ψυχαναλυτής μετά τον Freud.

Eίναι η εποχή που ο Lacan έχει ήδη αρχίσει να αναπτύσσει την θέση του για την παρανοϊκή ψύχωση σε σχέση με την προσωπικότητα, που τότε θα έχει ελάχιστη αναγνώριση καθώς θα δημοσιευτεί πολύ αργότερα.  Προς το παρόν κάνει τις πρώτες του επιστημονικές δημοσιεύσεις σ’ ένα περιοδικό των υπερρεαλιστών της εποχής, το Minotaure, το οποίο κυκλοφόρησε από το 1933 μέχρι το 1939.  Ήταν μια ιδιαίτερα κομψή και πολυτελής έκδοση, στην οποία γράφουν όλα τα μεγάλα ονόματα του υπερρεαλισμού και που τα εξώφυλλά του κοσμούν πρωτότυπες δημιουργίες καλλιτεχνών όπως οι Picasso, Miró, Chagall, Magritte, Matisse, de Chirico, Dalí, Rivera, Kandisnky κ.α.

Στο 4ο τεύχος του Minotaure, o Lacan ασχολείται με την υπόθεση των αδελφών Papin.  Κάνει μια σύντομη αναφορά στα γεγονότα αυτά καθεαυτά, επισημαίνοντας την έλλειψη οποιασδήποτε ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ των δύο «ομάδων», αυτής των αφεντικών και των υπηρετριών. Παρατηρεί ότι ουδέποτε οι Papin είχαν παρουσιάσει σημάδια ανησυχητικής συμπεριφοράς εκτός, ίσως, από την έλλειψη ενδιαφέροντος για οποιονδήποτε και οτιδήποτε, πέρα από τις μέρες της αργίας τους, που περνούσαν μαζί, κλεισμένες στο δωμάτιό τους.  Η Christine θα εκδηλώσει τρομακτικά βίαιη συμπεριφορά, αυτοτραυματισμό, επίδειξη έντονου σεξουαλισμού και τέλους βαρειάς κατάθλιψης, μόνο μετά τον αποχωρισμό της αδελφής της.

Ο Lacan γράφει για την νοσηρή υπόσταση της παράνοιας, που φέρει τα εξής κλασικά χαρακτηριστικά: α) διανοητικό παραλήρημα που καλύπτει όλο το φάσμα από τις ιδέες του μεγαλείου μέχρι εκείνες τις καταδίωξης,  β) βίαιες αντιδράσεις με, συχνά, εγκληματικές τάσεις και γ) χρόνια εξέλιξη.  Κατά την διάρκεια της φυλάκισής της, η Christine θα εκδηλώσει τα συμπτώματα της παράνοιας, άλλοτε τυπικό παραλήρημα -κατά την διάρκεια του οποίου ρωτά τι κάνουν τα θύματά της και δηλώνει σίγουρη για την επιστροφή τους σε άλλα σώματα- και άλλοτε εκδηλώνοντας πεποιθήσεις πιο αμφιλεγόμενες που μεταφράζονται σε φράσεις όπως «νομίζω πως σε μιαν άλλη ζωή ήμουν ο άνδρας της αδελφής μου».  Για τον Lacan η Christine και η Léa ήταν «αυθεντικές σιαμαίες ψυχές.  Ανάμεσά τους, οι δύο αδελφές, δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν ούτε την αναγκαία απόσταση, την αναγκαία για να πληγώσουν η μία την άλλη». Ολόκληρο το άρθρο του Lacan στο Minotaure μπορείτε να διαβάσετε (στα γαλλικά) εδώ.

1-vertΤα βιβλία

Η υπόθεση των αδελφών Papin έβαλε φωτιά στις πένες δημοσιογράφων, ερευνητών και λογοτεχνών.  Είναι πάρα πολλά τα βιβλία που είτε αναφέρονται ευθέως στο έγκλημα και αναζητούν τα αίτιά του, είτε εμπνέονται από αυτό και δημιουργούν νέα έργα.  Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω κάποια από αυτά:

LES SOEURS PAPIN, R. le Texier

L’AFFAIRE PAPIN, Paulette Houdyer

LA SOLUTION DU PASSAGE A L’ACTE, Frances Dupré

PARIS WAS YESTERDAY, Janet Flanner

LES MEURTRES PAR PROCURATION, Jean-Claude Asfour

LADY KILLERS, Joyce Robins

A JUDGEMENT IN STONE, Ruth Rendell

L’AFFAIRE PAPIN DANS LES GRANDS PROCES DE L’HISTOIRE, M, Mamouni

L’AFFAIRE PAPIN, G. Fortin

THE PAPIN SISTERS, Rachel Edwards – Keith Reader

3

Tέλος, νομίζω ότι αξίζει ιδιαίτερη μνεία στην γραφική νουβέλα του Christopher και του Julien Moca, πάνω στην υπόθεση των αδελφών Papin.

4-horz-vertTα περιοδικά

Εκτός από τα δύο εξαιρετικά και εμβληματικά περιοδικά των υπερρεαλιστών της δεκαετίας του 1930, που αναφέραμε σ’ αυτό και στο προηγούμενο τμήμα του άρθρου, το Le Surréalisme au service de la revolution και το Minotaure, η υπόθεση των αδελφών Papin δεν άφησε αδιάφορα και τα περιοδικά που απευθύνονταν στο ευρύ κοινό.  Από την εποχή που διαπράχθηκε το έγκλημα μέχρι τις μέρες μας, εβδομαδιαία και μηνιαία έντυπα εξακολουθούν να αφιερώνουν, κατά διαστήματα, σελίδες τους στις δυο αδελφές.

Στην φωτογραφία βλέπετε τα εξώφυλλα του 5ου τεύχους του Le Surréalisme au service de la revolution και του 4ου του Minotaure όπου είχαν δημοσευτεί οι απόψεις του Eluard και το άρθρο του Lacan αντίστοιχα, καθώς και τα εξώφυλλα δύο περιοδικών της εποχής που είχαν ασχοληθεί με το έγκλημα.

0019cc073a2a4b30108f5f51f3b24a3c-horzΤο θέατρο

Πέρα από το πασίγνωστο θεατρικό έργο του Genet «Les bonnes» (Οι δούλες),  το οποίο εξακολουθεί και αποτελεί αγαπημένο ανάμεσα στα ρεπερτόρια πολλών θιάσων παγκοσμίως, υπήρξαν και άλλοι που έγραψαν θεατρικά έργα, βασισμένα ή εμπνευσμένα από τη ζωή και το έγκλημα των αδελφών Papin.  Ενδεικτικά αναφέρω τα «My sister in this house» της Wendy Kesselman και «Blood sisters» του Neil Paton.

2419e5b8ada536743a981780fdc6d3c6a00e368dΚαι βέβαια, οφείλω να αναφέρω την πολύ επιτυχημένη όπερα του Peter Bengston «The maids».

1-horzΟι ταινίες

Τα πραγματικά εγκλήματα έγιναν πολλές φορές κινηματογραφικές ή/και τηλεοπτικές ταινίες, ενίοτε με εξαιρετικά αποτελέσματα.  Η υπόθεση των αδελφών Papin δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, καθώς συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά που θα έκαναν μια ταινία ενδιαφέρουσα για το κοινό.  Κατάφερα να εντοπίσω τις ακόλουθες ταινίες πάνω στο θέμα και τις παραθέτω με χρονολογική σειρά.

Les Abysses (1963), του Νίκου Παπατάκη

les-abysses

The Maids (1975), του Christopher Miles

Sister my Sister (1994), της Nancy Meckler

La Cérémonie (1995), του Claude Chabrol

Les blessures assassins (2000), του Jean-Pierre Denis

Το ντοκυμαντέρ

Όπως προείπα, η Léa Papin πιστεύεται πως πέθανε το 1982, σε ηλικία 71 ετών.  Η τελευταία δημόσια εμφάνισή της ήταν το 1996, σε μια συνέντευξη που της πήρε δημοσιογράφος της εφημερίδας France-Soir στην οποία, μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι το πνεύμα της Christine την επισκεπτόταν συχνά και πως βρισκόταν στον Παράδεισο.  Κρατούσε φυλαγμένες φωτογραφίες της αδελφής της καθώς κι ένα μπαούλο γεμάτο όμορφα φορέματα, που οι αδελφές είχαν ράψει για τους εαυτούς τους, πριν το έγκλημα.  Δήλωσε πως ήθελε να επιστρέψει στο Le Mans και να συναντηθεί με την άλλη της αδελφή, την Emilia, που ήταν μοναχή.

Η υποτιθέμενη Lea Papin, το 2000

Η υποτιθέμενη Lea Papin, το 2000

Το 2000 βγαίνει στις αίθουσες το ντοκυμαντέρ του Claude Ventura «En quête des sœurs Papin», το οποίο προσπάθησε να ρίξει νέο φως στην υπόθεση.  Σε αυτό ο σκηνοθέτης ισχυρίστηκε πως η  Léa Papin ήταν ακόμη ζωντανή το 2000 και βρισκόταν σ’ ένα γηροκομείο.  Ο ισχυρισμός αυτός δεν επιβεβαιώθηκε πέρα από κάθε αμφιβολία, μόνο άφησε τους επίδοξους ερευνητές να συγκρίνουν φωτογραφίες της ηλικιωμένης γυναίκας που εμφανίζεται στην ταινία με τις φωτογραφίες από την νεότητα της Léa.  Μπορείτε να παρακολουθήσετε ολόκληρο το ντοκυμαντέρ εδώ:

Συνεχίζεται

crime_and_punishment

Υπόθεση Christine και Léa Papin – 4

•18/02/2017 • 2 Σχόλια

104407911Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Παράρτημα

Έχουν περάσει, σχεδόν, 85 χρόνια από το έγκλημα των αδελφών Papin και η υπόθεση εξακολουθεί να συναρπάζει το κοινό καθώς, κατά βάθος, παραμένει ένα αίνιγμα. Ένα ακραίο και άγριο έγκλημα, με θύτες και θύματα γυναίκες, ασυνήθιστο όχι μόνο ως προς την σφοδρότητά του αλλά και ως προς το κοινωνικό υπόβαθρο των εμπλεκομένων.  Στην Γαλλία του μεσοπολέμου συμβαίνει το αδιανόητο: αφεντικά δολοφονούνται από υπηρέτες. Και σαν αυτό να μην ήταν αρκετά φρικτό από μόνο του, η φρίκη μεγεθύνεται από το φύλο: τόσο οι δράστες όσο και τα θύματα είναι γυναίκες.

Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που ένα έγκλημα αυτού του είδους προκαλεί τεράστια αίσθηση στην κοινωνία της εποχής και κεντρίζει το ενδιαφέρον όχι μόνο του απλού κόσμου, που διαβάζει την υπόθεση σε όλες της τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες στις εφημερίδες και τα έντυπα, αλλά και διανοούμενων, καλλιτεχνών, λογοτεχνών, σκηνοθετών, ψυχιάτρων κλπ, σε σημείο που να έχουμε πληθώρα αναφορών και εκφρασμένων απόψεων για το συγκεκριμένο έγκλημα, σε βαθμό κατά πολύ μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλο παγκοσμίως.

Τι ήταν, τελικά, το έγκλημα των αδελφών Papin; Έγκλημα δύο ψυχασθενών;  Έγκλημα ταξικό, αποτέλεσμα χρόνων εκμετάλλευσης; Έγκλημα σεξουαλικό;  Στο Παράρτημα αυτού του άρθρου θα δούμε τις επικρατούσες απόψεις της εποχής, αλλά και το πώς πέρασε, το συγκεκριμένο έγκλημα, στις τέχνες: την λογοτεχνία, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τα εικαστικά.

1.Οι γραφιάδες

Συγγραφείς και, φυσικά, δημοσιογράφοι προσπαθούν να ανακαλύψουν τα πραγματικά αίτια της δολοφονίας των γυναικών της οικογένειας Lancelin και να ρίξουν φως στα πάθη των αδελφών Papin που τις οδήγησαν να διαπράξουν το έγκλημα με την συγκεκριμένη πρωτοφανή αγριότητα.  Η υπόθεση Papin συναρπάζει τους πάντες: τους υπερρεαλιστές, τους υπαρξιστές, τους κομμουνιστές. Εννοείται πως η κάθε άποψη και γνώμη είναι ντυμένη με τον ιδεολογικό μανδύα του εκφέροντα αυτήν.  Υπάρχουν εκείνοι που στο έγκλημα των Papin βλέπουν την αναπόφευκτη εξέγερση των σκλάβων κατά την πάλη των τάξεων, άλλοι που το αποδίδουν στην τρέλα (βαθειά ριζωμένης ή στιγμιαίας και συγχρονισμένης στο μυαλό των αδελφών), κάποιοι τρίτοι στην καταπιεσμένη σεξουαλικότητα και στην αιμομιξία -ταμπού και τότε και σήμερα- που αποκαλύφθηκε ή κινδύνευε να αποκαλυφθεί.  Καθώς η Christine και η Léa δεν μίλησαν ποτέ, παρά μόνο για να παραδεχθούν το έγκλημα, όλες οι υποθέσεις και οι απόψεις είναι εξίσου πιθανές και απίθανες.  Ας δούμε κάποιες από αυτές. Tα αποσπάσματα που παρατίθενται έχουν μεταφραστεί από το πρωτότυπο από την γράφουσα.

L'Humanité du Dimanche 1er Octobre 1933

Εφημερίδα «L’Humanité»

Σ’ ένα άρθρο (δυστυχώς ανυπόγραφο, καθώς εκείνη την εποχή οι δημοσιογράφοι της l’Humanité δεν υπέγραφαν τα κείμενά τους) που έχει μείνει ιστορικό, στο φύλλο της 30ης Σεπτεμβρίου 1933, η εφημερίδα υποστηρίζει ότι πρόκειται, σαφέστατα, για ένα ταξικό έγκλημα.  Διαβάζουμε:  «Τις πραγματικές αιτίες αυτού του εγκλήματος, μπορούμε να τις αναζητήσουμε στην κόλαση που βίωναν οι δύο «υπηρέτριες» στο σπίτι αυτών των μπουρζουάδων. Ω, όχι, δεν ήταν κακοταϊσμένες και δεν κοιμόνταν σε τρώγλη, αλλά η καταπίεση των αφεντικών –και ιδιαίτερα της αφεντικίνας- η καθημερινή υποτίμηση και οι προσβολές ήταν η αιτία του εγκλήματος. …Ήδη είχαν ζήσει επτά χρόνια αυτή τη ζωή του σκλάβου στο συγκεκριμένο σπίτι.  Σας φαίνεται περίεργο που μια τελευταία απειλή πυροδότησε την έχθρα και το μίσος που, η ηλίθια αστή, είχε καταφέρει να συσσωρευτούν στην καρδιά και στο μυαλό των υπηρετριών της και τις έκανε να εκραγούν ξαφνικά και με τέτοια τρελή λύσσα;  Φυσικά, δεν προτιθέμεθα να εγκρίνουμε την πράξη των δύο αδελφών, αλλά να την εξηγήσουμε, να καταδείξουμε πώς αυτές οι δύο υποδειγματικές υπηρέτριες –αναφορικά με την δουλειά τους- κατέληξαν σ’ αυτήν την παράλογη ακρότητα.  Και εννοείται πως αυτή η διαδικασία δεν έχει να κάνει μόνο με τις αδελφές Papin, αλλά πρωτίστως αναπτύσσεται και ανθίζει στους κόλπους της αγίας αστικής οικογένειας, μαζί με το μίσος, την απαξίωση και την υποτίμηση όλων των πλασμάτων που έχει στη δούλεψή της».  Το άρθρο αναφέρεται επίσης στην «μόρφωση» που έλαβαν οι αδελφές στο σκληρό, θρησκευτικού προσανατολισμού, οργανοτροφείο, εκπαιδευόμενες εξ απαλών ονύχων στην υποταγή: «Ελλιπής μόρφωση, έγκλειστες ζωές, υπόγειο αλλά βαθύ μίσος, εκτροχιασμός του μυαλού.  Ένας εκρηκτικός συνδυασμός που, ξαφνικά –αλλά όχι αναπάντεχα- οδηγεί στο κτηνώδες και σαδιστικό δράμα, στο διπλό έγκλημα που έκανε όλους τους μπουρζουάδες του Mans να τρέμουν». Και το άρθρο της εφημερίδας καταλήγει με την ευχή «οι δεκάδες χιλιάδες των νεαρών υπηρετριών, που αποτελούν μέρος της εκμεταλλευόμενης νεολαίας, να σταθούν στο πλευρό των αδελφών τους που δουλεύουν στα εργοστάσια και στα γραφεία, για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους και την διεκδίκηση της ολοκληρωτικής χειραφέτησής τους»ΕΔΩ μπορείτε να δείτε πώς αντιμετωπίστηκε η υπόθεση Papin από τον τύπο της εποχής.

Jean-Paul Sartre

Jean-Paul Sartre

Jean-Paul Sartre

To 1939 εκδίδεται το «Le Mur» του Sartre, μια συλλογή πέντε διηγημάτων.  Στο τρίτο από αυτά, που φέρει τον τίτλο «Érostrate», γίνεται σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση μια σύνδεση του παρελθόντος και του παρόντος προκειμένου να εξεταστούν θέματα μίσους και βιαιότητας των ανθρώπων, δολοφονιών, ηρώων αγχωμένων από την σεξουαλικότητα.  Λέει ο ήρωας του συγγραφέα: «Είδα τις φωτογραφίες αυτών των δύο όμορφων κοριτσιών, αυτών των υπηρετριών που χτύπησαν και σκότωσαν τις κυράδες τους.  Είδα τις φωτογραφίες τους, πριν και μετά. «Πριν», τα πρόσωπά τους αιωρούνταν σαν δυο πειθήνια λουλούδια πάνω από τους δαντελένιους τους γιακάδες, ακτινοβολώντας καθαρή, ζωντανή και ορεκτική τιμιότητα.  Ένα διακριτικό κατσάρωμα από σίδερο είχε αφήσει πανομοιότυπες μπούκλες στα μαλλιά τους. Και ακόμη πιο καθησυχαστικό από τα κυματιστά τους μαλλιά, από τους γιακάδες τους και τη χαρά της επίσκεψης στο φωτογραφείο, ήταν η ομοιότητά τους σαν αδελφές, αυτή η αυτάρεσκη ομοιότητα που έκανε άμεσα ορατούς τους δεσμούς αίματος και τις ρίζες στην ίδια οικογένεια.  «Μετά», τα πρόσωπά τους έλαμπαν σαν την φωτιά. Είχαν τους γυμνούς λαιμούς των έτοιμων να ανέβουν στη γκιλοτίνα.  Ρυτίδες παντού, φριχτές ρυτίδες φόβου και μίσους, δίπλες, τρύπες στη σάρκα σαν να την είχαν οργώσει –ξανά και ξανά- τα νύχια κάποιου κτήνους.  Κι αυτά τα μάτια, αυτά τα ίδια μεγάλα, σκοτεινά και απύθμενα μάτια… Κι επιπλέον, δεν έμοιαζαν πια.  Η κάθε μία, με τον δικό της τρόπο, κουβαλούσε την ανάμνηση του κοινού τους εγκλήματος».

Simone de Beauvoir

Simone de Beauvoir

Simone de Beauvoir

To 1960 εκδόθηκε ο δεύτερος τόμος της αυτοβιογραφικής τετραλογίας της Beauvoir, με τίτλο La Force de l’âge.  Είχε προηγηθεί το Μémoires d’une jeune fille rangée (1958) και ακολούθησαν τα La Force des choses (1963) και Tout compte fait (1972).  Aναφερόμενη στην υπόθεση Papin, γράφει: «Η τραγωδία των αδελφών Papin, στο ευρύ της περίγραμμα, ήταν άμεσα ξεκάθαρη για εμάς.  Στη Rouen, όπως και στο Le Mans, και ίσως ακόμη ανάμεσα στις μητέρες των μαθητών μου υπήρχαν, χωρίς αμφιβολία, γυναίκες που αφαιρούσαν από τον μισθό της υπηρέτριάς τους την αξία ενός σπασμένου πιάτου, που φορούσαν άσπρα γάντια για να περάσουν το δάχτυλο πάνω από «δύσκολα» σημεία και να ανακαλύψουν την αξεσκόνιστη βρομιά.  Στα δικά μας μάτια τους άξιζε ο θάνατος εκατό φορές.  Με τα κυματιστά τους μαλλιά και τους λευκούς γιακάδες, πόσο λογικές έμοιαζαν η Christine και η a Papin στην παλιά τους φωτογραφία που δημοσίευσαν ορισμένες εφημερίδες! Πώς μεταμορφώθηκαν σ’ αυτές τις ελεεινές μαινάδες, τις παραδομένες στη δημόσια καταδίκη, στις μετά το έγκλημα φωτογραφίες τους;  Αυτά που πραγματικά πρέπει να κατηγορήσουμε είναι το ορφανοτροφείο της παιδικής τους ηλικίας, τη σκλαβιά της ενήλικης ζωής τους, ολόκληρο το φριχτό σύστημα που στήνεται και συντηρείται από έντιμους ανθρώπους και παράγει τρελούς, δολοφόνους και τέρατα.  Η φρίκη αυτή δεν θα μπορούσε να απαντηθεί δίκαια παρά με ισάξια φρίκη: οι δύο αδελφές μετέτρεψαν τους εαυτούς τους σε όργανα και μάρτυρες μιας σκοτεινής μορφής δικαιοσύνης.  Για δυο αστές που πετσοκόφτηκαν, έπρεπε να υπάρξει μια αιματηρή εξιλέωση.  Ο φονιάς δεν δικάστηκε, χρησιμοποιήθηκε ως αποδιοπομπαίος τράγος».

Jean Genet

Jean Genet

Jean Genet

Γραμμένο το 1947 το θεατρικό έργο του Genet Les Bonnes, είναι εμπνευσμένο από την υπόθεση των αδελφών Papin και ανέβηκε για πρώτη φορά στις 19 Απριλίου του 1947 στο Théâtre de l’Athénée, στο Παρίσι.  Σε σημείωμά του για μεταγενέστερο ανέβασμα του έργου, ο Genet γράφει: «Πρέπει να ξεκαθαρίσω ένα πράγμα: αυτό το έργο δεν είναι ένα μανιφέστο για την υπεράσπιση της υπόθεσης των υπηρετών.  Υποθέτω ότι γι αυτό θα υπάρχουν τα σωματεία τους – κάτι που δεν μας αφορά.  Κατά το πρώτο ανέβασμα αυτού του έργου, ένας θεατρικός κριτικός παρατήρησε πως οι αληθινές υπηρέτριες δεν μιλούν όπως αυτές στο έργο μου.  Τι ξέρει αυτός;  Εγώ υποστηρίζω το αντίθετο, καθώς αν ήμουν υπηρέτρια έτσι θα μιλούσα, ακριβώς όπως αυτές. Μερικά βράδυα. Επειδή οι υπηρέτριες μιλούν έτσι μόνο μερικά βράδυα: όταν τις πιάσεις ανυποψίαστες, είτε βυθισμένες στη μοναξιά τους, είτε κάνοντας αυτό που κάνει ο καθένας πάνω στη γη…».

Paul Éluard

Paul Éluard

Paul Éluard

Το Le Surréalisme au service de la revolution ήταν ένα περιοδικό που κυκλοφόρησε σε έξι, μόνο, τεύχη, από τον Ιούλιο του 1930 μέχρι τον Μάϊο του 1933, αλλά που ήταν αρκετά για να το καταστήσουν σημείο αναφοράς.  Για να γίνει αυτό κατανοητό, αρκεί να αναφέρουμε κάποια ονόματα-υπογραφές στα κείμενά του: André Breton, Paul Éluard, Louis Aragon, Marcel Duchamp, Salvador Dali, Man Ray, Max Ernst, Man Ray, Alberto Giacometti, Luis Bunuel, Joan Miró και πολλά ακόμη, ίδιου βεληνεκούς. Στο 5ο τεύχος, που κυκλοφόρησε στις 15 Μαΐου του 1933, τρεις μόλις μήνες μετά την δολοφονία των Lancelin, ο Éluard έγραφε: «Οι αδελφές Papin μεγάλωσαν σ’ ένα ορφανοτροφείο/μοναστήρι στο Le Mans. Κατόπιν η μητέρα τους τις τοποθέτησε σ’ ένα μπουρζουάδικο σπίτι.  Για έξι χρόνια, σε απόλυτη υποταγή, ήταν αναγκασμένες να ανέχονται παρατηρήσεις, απαιτήσεις και προσβολές. Σιγά-σιγά ο φόβος, η εξάντληση και η ταπείνωση, έθρεψαν το μίσος μέσα τους, έγιναν το γλυκό πιοτό που τις παρηγορούσε στα κρυφά με την υπόσχεση ενός λουτρού αίματος για τις υπεύθυνες αργά ή γρήγορα.  Όταν έφθασε εκείνη η ημέρα, η Christine και η a Papin, ξεπλήρωσαν το κακό με το ίδιο νόμισμα, ένα νόμισμα από αίμα.  Kατέσφαξαν στην κυριολεξία τα θηλυκά αφεντικά τους, τους έβγαλαν τα μάτια, τους θρυμμάτισαν τα κρανία.  Ύστερα πήγαν στο κρεβάτι τους.  Ο κεραυνός είχε χτυπήσει, το ξύλο είχε καεί και ο ήλιος είχε σβηστεί για πάντα…».

Συνεχίζεται

crime_and_punishment

Υπόθεση Christine και Léa Papin – 3

•11/02/2017 • 2 Σχόλια

abf8642292bb7514f6274fd45c9219ceΠροηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Σύλληψη, δίκη και καταδίκη

Μετά την ανακάλυψη του εγκλήματος, οι αστυνομικοί οδήγησαν τις αδελφές Papin στο αστυνομικό τμήμα, όπου και τους απαγγέλθηκε κατηγορία για την δολοφονία της Léonie και της Geneviève Lancelin.  Πέντε πρόσωπα ήταν παρόντα κατά την προκαταρκτική ανάκριση των αδελφών: ο δικαστής M. Herbert, ο εισαγγελέας M. Riegert, ο ιατροδικαστής Dr Chartier, ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος και ο γραφέας του δικαστηρίου M. Bouttier.  Η Christine αφηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια τα συμβάντα εκείνης της ημέρας: την απουσία των αφεντικών, το σιδέρωμα των ασπρόρουχων, την βλάβη του ηλεκτρικού σίδερου, την ξαφνική επιστροφή, τον φόβο για ενδεχόμενη τιμωρία.  Περιέγραψε ψύχραιμα πώς εκείνη επιτέθηκε στην Geneviève και της έβγαλε τα μάτια, ενώ το ίδιο έκανε η Léa στην Léonie. Συνέχισε λέγοντας ότι πήγε στην κουζίνα και πήρε ένα μαχαίρι κι ένα σφυρί και, οπλισμένες με αυτά, οι δύο αδελφές συνέχισαν την επίθεση εναντίον μητέρας και κόρης.

Tα όπλα του εγκλήματος: το μαχαίρι, το σφυρί και το μεταλλικό κανάτι

Tα όπλα του εγκλήματος: το μαχαίρι, το σφυρί και το μεταλλικό κανάτι

Διηγήθηκε πως χρησιμοποίησαν και μια μεταλλική κανάτα, που βρισκόταν πάνω σ’ ένα τραπεζάκι στο κεφαλόσκαλο.  Περιέγραψε τα χτυπήματα στο πρόσωπο, στα γεννητικά όργανα και τους γλουτούς των γυναικών.  Είπε ότι η Léa κι αυτή αντάλλασαν μεταξύ τους τα όπλα.  Τα θύματα μόλις που πρόλαβαν να βάλουν τις φωνές. Συνέχισε ψύχραιμη λέγοντας πως, όταν τα θύματά τους είχαν ξεψυχήσει, κατέβηκε η ίδια και κλείδωσε και αμπάρωσε τις πόρτες.  Υποστήριξε ότι το έπραξε αυτό επειδή προτιμούσε να τις βρει η αστυνομία μετά το έγκλημα και όχι το αφεντικό τους. Στην συνέχεια αφηγήθηκε πώς εκείνη και η Léa καθαρίστηκαν από τα αίματα και αποσύρθηκαν στο δωμάτιό τους, όπου και τις βρήκαν οι αστυνομικοί.  Η Christine ολοκλήρωσε την κατάθεσή της λέγοντας: «Δεν μετανοιώνω για τίποτα ή –για να το πω καλύτερα- χαίρομαι που τις σκότωσα, θα ήταν ή αυτές ή εγώ ή η αδελφή μου.  Δεν ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα, δεν είχα μίσος εναντίον τους, αλλά δεν θα άντεχα μια ακόμη προσβολή ή τιμωρία εκ μέρους της κ. Lancelin».

Oι αδελφές μεταφέρονται στο ψυχιατρείο, για εκτίμηση από τους γιατρούς

Oι αδελφές μεταφέρονται στο ψυχιατρείο, για εκτίμηση από τους γιατρούς

Σε αντίθεση με την Christine, η Léa αρνήθηκε να δώσει εξηγήσεις. Ο δικαστής της διάβασε την κατάθεση της Christine κι εκείνη επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς της αδελφής της. Μίλησε για τον δικό της ρόλο στην δολοφονία των Lancelin και πρόσθεσε: «Όλα όσα σας είπε η αδελφή μου είναι ακριβή, το έγκλημα διαπράχθηκε έτσι όπως σας το αφηγήθηκε.  Ο δικός μου ο ρόλος στην υπόθεση ήταν απολύτως αυτός που σας υπέδειξε. Έδωσα τόσα χτυπήματα όσα κι εκείνη.  Επιβεβαιώνω πως το έγκλημά μας δεν ήταν προμελετημένο, η ιδέα μας ήρθε αυθόρμητα, όταν ακούσαμε την κ. Lancelin να φωνάζει και να μας βρίζει.  Κι εγώ, όπως η αδελφή μου, δεν μετανοιώνω για την εγκληματική μας πράξη.  Καλύτερα αυτές, παρά εμείς!»

hjkj

big_artfichier_287239_5100254_2015090647279-horz-vertΉδη από την επομένη το έγκλημα των αδελφών Papin ήταν πρωτοσέλιδο στις τοπικές εφημερίδες, για να ακολουθήσει η εθνική και διεθνής κάλυψη, η οποία συνεχίστηκε μέχρι την ολοκλήρωση της δίκης και της καταδίκης τους.  Μέχρι την έναρξη της δίκης, οι δύο αδελφές στάλθηκαν στο ψυχιατρείο, προκειμένου να γίνει εκτίμηση της διανοητικής τους κατάστασης και της ψυχικής τους υγείας.

Η εκτίμηση των γιατρών ήταν ότι η Christine ήταν ένα άτομο μέσης ευφυΐας και σίγουρα το κυρίαρχο πρόσωπο στην σχέση των δύο αδελφών.  Η Léa κρίθηκε μειωμένης ευφυΐας και πειθήνιο όργανο της Christine, χωρίς την επιρροή της οποίας η ίδια δεν θα είχε ποτέ τολμήσει τις δολοφονίες. Σε τρεις διαδοχικές ψυχιατρικές εξετάσεις, οι αδελφές είχαν απολύτως την ίδια συμπεριφορά.  Δεν παρουσίασαν κανένα σοβαρό κίνητρο για τις δολοφονίες, δεν έδειξαν να μετανοούν ή να λυπούνται γι αυτές και το μόνο τους ενδιαφέρον ήταν στο να θεωρηθούν αμφότερες και εξίσου υπεύθυνες. Εν κατακλείδι, η ψυχιατρική εξέταση «δεν ανέδειξε πνευματικές ή φυσικές ανωμαλίες, τουλάχιστον σε επίπεδα που θα μπορούσαν να μειώσουν τον βαθμό της ευθύνης των Papin για το έγκλημα».

Η έκθεση του ιατροδικαστή

Η έκθεση του ιατροδικαστή

Εν αναμονή της διεξαγωγής της δίκης τους, η οποία είχε οριστεί για τον Σεπτέμβριο του 1933, οι αδελφές Papin κλείστηκαν στην φυλακή, σε διαφορετικά κελιά.  Για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια χωρίστηκαν.  Κι ενώ η Léa έδειχνε ν’ αντιμετωπίζει στωϊκά τον αποχωρισμό, η Christine δεν μπορούσε να τον αντέξει. Μετά από μόλις πέντε μήνες χώρια από την Léa, άρχισε να παρουσιάζει υπερκινητικότητα και να έχει παραισθήσεις.  Κατά την διάρκεια μιας κρίσης προσπάθησε να βγάλει τα μάτια της, χωρίς να το καταφέρει, εντούτοις δεν απέφυγε τον τραυματισμό τους.  Μετά από αυτό το γεγονός την περιόρισαν με ζουρλομαδύα.  Όταν ήταν ήρεμη έγραφε γράμματα στις αρχές, ζητώντας να την βάλουν στο ίδιο κελί με την Léa.  Όταν βρισκόταν σε κρίση παρουσίαζε έντονη σεξουαλική συμπεριφορά που κατέληγε σε μελαγχολία, εκδηλώσεις κατάθλιψης, παραληρήματος.

H φυλακή στο Le Mans, όπου ήταν έγκλειστες οι αδελφές κατά την διάρκεια της δίκης τους

H φυλακή στο Le Mans, όπου ήταν έγκλειστες οι αδελφές κατά την διάρκεια της δίκης τους

Γράμματα της Christine

Γράμματα της Christine

Kατά την διάρκεια της δίκης τους αμφότερες οι Papin δεν είχαν πολλά να πουν.  Παρέμεναν κυρίως σιωπηλές, απαντώντας με καταφατικά ή αρνητικά νεύματα στις ερωτήσεις του δικαστηρίου.  Η ομάδα των δικηγόρων υπεράσπισης, με επικεφαλής την Germaine Brière, είχε ως στόχο να αποδείξει ότι οι αδελφές Papin δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθούν υπεύθυνες για το έγκλημα, καθώς δεν είχαν σώας τας φρένας και για να το καταφέρουν επικαλέστηκαν την μαρτυρία ψυχιάτρων, τα ευρήματα των οποίων ήρθαν σε αντίθεση με τα αντίστοιχα των ψυχιάτρων των διορισμένων από την πολιτική αγωγή.  Μετά από αυτό, ακριβώς λόγω της διχογνωμίας των ειδικών, η Brière ζήτησε να οριστεί νέα ομάδα ψυχιάτρων για να εξετάσει τις κατηγορούμενες, κάτι που δεν έγινε δεκτό από το δικαστήριο επειδή θα έθετε σε αμφισβήτηση τις επιστημονικές ικανότητες των προηγουμένων.

 Germaine Brière

Germaine Brière

8513336720_a438e41fc8_bΗ διαδικασία, η έρευνα των αρχών, οι μάρτυρες, οι αγορεύσεις των δικηγόρων υπεράσπισης και της πολιτικής αγωγής συνετέλεσαν ώστε, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1933, η απόφαση των ενόρκων να είναι καταδικαστική για τις αδελφές Papin: κρίθηκαν ένοχες χωρίς ελαφρυντικά, αλλά διαφοροποιήθηκαν ως προς την ποινή που τους επέβαλε το δικαστήριο.  Η Christine Papin κρίθηκε ένοχη και για τις δύο δολοφονίες και καταδικάστηκε σε θάνατο, ενώ η  Léa θεωρήθηκε συνεργός μόνο στον φόνο της κ. Lancelin, καθοδηγούμενη από την αδελφή της, και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια καταναγκαστικά έργα και είκοσι χρόνια απαγόρευσης διαμονής στο Mans.

104407914Η ποινή της Christine μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη, κάτι που ήταν συνηθισμένο στη Γαλλία για τις γυναίκες την εποχή εκείνη.  Η τελευταία εκτέλεση γυναίκας είχε γίνει στις 24 Ιανουαρίου του 1877 και επρόκειτο για εκείνη της Georgette Thomas. Η θανατική ποινή για τις γυναίκες εκτελέστηκε εκ νέου στην Γαλλία από το 1941 (Elizabeth Ducourneau) μέχρι το 1949 (Germaine Leloy-Godefroy).

5078438770_b1a814f4dd_bKαι μετά την καταδίκη τους, οι αδελφές Papin τοποθετήθηκαν σε διαφορετικά κελιά κι ενώ η Léa προσαρμόστηκε και επεδείκνυε καλή και φυσιολογική συμπεριφορά, η Christine βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο στην τρέλα, καθώς δεν μπορούσε ν’ αντέξει τον αποχωρισμό από την αδελφή της.  Βυθίστηκε σε βαρειά κατάθλιψη κι αρνιόταν την τροφή ώστε, πολύ σύντομα, κρίθηκε αναγκαία η μεταφορά της στο ψυχιατρείο της Rennes, όπου και πέθανε από καχεξία στις 18 Μαΐου του 1937, σε ηλικία 32 ετών.  Η ταφή της έγινε στο Ανατολικό Κοιμητήριο της Rennes, σε έναν τάφο που παραχωρήθηκε δωρεάν από τον Δήμο (τμήμα 9, σειρά 48, τάφος 3 ή 8).  Ο τάφος της δεν υπάρχει σήμερα καθώς έγινε εκταφή και τα οστά της βρίσκονται στο οστεοφυλάκιο του κοιμητηρίου.

Η Léa Papin αποφυλακίστηκε το 1941, λόγω καλής συμπεριφοράς, έχοντας εκτίσει τα οκτώ από τα δέκα χρόνια κάθειρξής της.  Εγκαταστάθηκε στην Nantes, όπου και ξανάσμιξε με την μητέρα της, και εργαζόταν ως καμαριέρα σε ένα ξενοδοχείο, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο.  Πιστεύεται ότι πέθανε στην Nantes το 1982 και τάφηκε στον ίδιο τάφο με την μητέρα της, στο νεκροταφείο της Bouteillerie, έναν τάφο που είχε αγοράσει η ίδια το 1957 (τμήμα Χ, σειρά 6, τάφος 11).  Στην πλάκα, προς αποφυγή βανδαλισμών, υπάρχει μόνο το όνομα της μητέρας της.  Η ημερομηνία θανάτου της αργότερα αμφισβητήθηκε, όπως θα δούμε στο Παράρτημα αυτού του άρθρου.

Ο τάφος της μητέρας των Papin στην Nantes, όπου πιστεύεται πως είναι θαμμένη και η Léa

Ο τάφος της μητέρας των Papin στην Nantes, όπου πιστεύεται πως είναι θαμμένη και η Léa

Συνεχίζεται

crime_and_punishment

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: