Joseph Vacher, ο δολοφόνος των μικρών βοσκών – II

•24/09/2016 • 4 σχόλια

007Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Το 1897 θα επιτεθεί σε μια γυναίκα στο Νότο της Γαλλίας, η οποία μάζευε κουκουνάρια για προσάναμμα και ξύλα στο δάσος του Ardeche.  Επρόκειτο για μια ενήλικη γυναίκα, χειροδύναμη και ικανή να αγωνιστεί για τη ζωή της περισσότερο από τα παιδιά που αποτελούσαν τα συνήθη θύματα του Vacher.  Παλεύει με τον δολοφόνο ενώ, ταυτόχρονα, καλεί σε βοήθεια.  Αυτό που δεν γνώριζε ο Vacher ήταν το ότι η γυναίκα δεν ήταν μόνη στο δάσος αλλά με τον άντρα της, που μάζευε ξύλα μερικά μέτρα μακρύτερα και ο οποίος έσπευσε σε βοήθεια της συζύγου του.  Οι δυο τους καταφέρνουν να εξουδετερώσουν τον Vacher και να τον οδηγήσουν σε μια τοπική ταβέρνα σε μικρή απόσταση, όπου και τον κράτησαν μέχρι να καταφθάσει η αστυνομία που είχε ειδοποιηθεί.  Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι ο Vacher δεν έδειχνε καθόλου τρομαγμένος ή ανήσυχος και, μάλιστα, ξεκρέμασε ένα ακκορντεόν από τον τοίχο της ταβέρνας και άρχισε να παίζει για να διασκεδάσει τους θαμώνες.

vacher_banner1-702x336Παρόλο που η περιγραφή του ταίριαζε με του καταζητούμενου υπόπτου για πολλές δολοφονίες, σύμφωνα με τις καταθέσεις μαρτύρων, η αστυνομία δεν είχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για να τον συνδέσει με τις δολοφονίες.  Ο Vacher θα κατηγορούνταν μόνο για την επίθεση στη γυναίκα, αν δεν έσπευδε ο ίδιος να ομολογήσει τις δολοφονίες –δίνοντας γι αυτές τέτοια στοιχεία ώστε να μην αμφισβητείται η ενοχή του- αποδίδοντας τις πράξεις του σε εξάρσεις παράνοιας.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η σύλληψη του Vacher πυροδότησε μια φρενίτιδα στον τύπο της εποχής.  Η φωτογραφία του, με το παραμορφωμένο του πρόσωπο και το χαρακτηριστικό καπέλο, υπήρχε στα πρωτοσέλιδα όλων των εφημερίδων.  Ο ίδιος φαινόταν να απολαμβάνει την δημοσιότητα και την αναγνώριση, ακόμα και αρνητική, καθώς δεν την είχε γνωρίσει στη ζωή του.

011

josephvacher_paperΣτην κατάθεσή του ισχυρίστηκε ότι, όταν ήταν μικρός, τον είχε δαγκώσει ένα λυσσασμένο σκυλί, εικάζοντας ότι το μικρόβιο της λύσσας είχε μολύνει το αίμα του και ήταν υπεύθυνο για τις πράξεις του.  Λίγο αργότερα, αντιλαμβανόμενος το γελοίο του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δήλωσε ότι άκουγε την φωνή του θεού, όπως η Ιωάννα της Λωραίνης, η οποία τον καθοδηγούσε στα εγκλήματά του.  Παρόλη την γραφικότητα των δηλώσεών του, ο Vacher παρέμενε ένας επικίνδυνος εγκληματίας, ο οποίος δεν δίστασε να ξυλοκοπήσει με μια καρέκλα, σχεδόν έως θανάτου, έναν δεσμοφύλακα που βρέθηκε για λίγο μόνος μαζί του στο κελί.

Το βασικό ερώτημα που είχε προκύψει ήταν εάν ο Vacher μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε σώας τας φρένας, ώστε να παραπεμφθεί σε δίκη ή να κηρυχθεί ψυχασθενής και να σταλεί σε κάποιο αντίστοιχο ίδρυμα.  Με την υπόθεση ασχολήθηκε ο επιφανής ιατροδικαστής –και πιονιέρος δικανικός επιστήμονας- Alexandre Lacassagne, με την δουλειά του οποίου το «Έγκλημα και Τιμωρία» θα ασχοληθεί σε ξεχωριστό άρθρο.

Alexandre Lacassagne

Alexandre Lacassagne

Για τους επόμενους πέντε μήνες ο Lacassagne και οι συνεργάτες του εξέταζαν τον Vacher.  Κατ’ αρχήν αποφάνθηκαν ότι είχε επίγνωση των εγκλημάτων του την ώρα που τα διέπρατε, όπως αποδείχτηκε από την συμπεριφορά του κατά την διάρκεια των επιθέσεων εναντίον της γυναίκας στο δάσος του Ardeche και του δεσμοφύλακα.  Στη συνέχεια κατέληξαν ότι γνώριζε πως αυτό που έκανε ήταν κακό, καθώς φρόντιζε να καλύπτει τόσο τα ίχνη του όσο και το πτώμα του θύματός του.  Σε μια περίπτωση, λίγο μετά μια δολοφονία, ένας αστυνομικός με ποδήλατο τον σταμάτησε στον δρόμο, κατά τη διάρκεια μιας αστυνομικής έρευνας για τον εντοπισμό του δολοφόνου των αγρών.  Διαπιστώνοντας από τα χαρτιά του ότι είχαν υπηρετήσει στο ίδιο σύνταγμα, του μίλησε για το κυνήγι του δολοφόνου.  Ο Vacher τον παραπλάνησε, λέγοντάς του πως είχε δει έναν άντρα (για τον οποίο έδωσε και μια φανταστική περιγραφή) να τρέχει στα χωράφια.  Η εξέταση του Lacassagne  και της ομάδας του κατέληξε ότι, αν και υπήρχαν στιγμές που ο Vacher υπέφερε πράγματι από παραισθήσεις και παρακρούσεις, δεν  οφείλονταν σε αυτές η εγκληματική του δραστηριότητα και, συνεπώς, ήταν ικανός να παραπεμφθεί σε δίκη.

003

vacher_011Τον Οκτώβρη του 1898 άρχισε η δίκη του Vacher στο δικαστήριο της Bourg-en-Bresse.  Παρόλο που είχε θεωρηθεί υπεύθυνος για έντεκα δολοφονίες, δικάστηκε μόνο για μία, καθώς ήταν αρκετή για να επιφέρει την θανατική ποινή.  Κατά την είσοδό του στην αίθουσα φώναζε «Δόξα στον Ιησού!» και «Ζήτω η Ιωάννα της Λωραίνης!».  Σε όλη τη διάρκεια της δίκης –την οποία προσπάθησε να μετατρέψει σε τσίρκο- φορούσε το καπέλο του, «σύμβολο αγνότητας» όπως έλεγε, ενώ έβγαζε φωνές που μιμούνταν ζώα κατά την ανάγνωση του κατηγορητηρίου και την παρουσίαση των αποδείξεων.  Αλλά ο Lacassagne είχε κάνει εξαιρετική δουλειά, αποδείχτηκε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος είχε απόλυτη επίγνωση των πράξεών του όταν δολοφονούσε τα θύματά του και το σώμα των ενόρκων πείστηκε: ο Vacher κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε θάνατο.

009Την 31η Δεκεμβρίου του 1898 ο Vacher οδηγήθηκε στη γκιλοτίνα.  Καθώς ήταν εντελώς απρόθυμος να πεθάνει, κυριολεκτικά σύρθηκε στο ικρίωμα από τέσσερις δεσμοφύλακες.  Εκεί τον περίμενε ο 75χρονος Louis Deibler, ο αρχιδήμιος της Γαλλίας.  Η εκτέλεση του Vacher ήταν η τελευταία του, καθώς επρόκειτο να συνταξιοδοτηθεί, εξαιτίας μιας φοβίας που είχε αποκτήσει στη θέα του αίματος!  Όσο τον ετοίμαζαν για την εκτέλεση, ο Vacher φώναζε: «Νομίζετε πως θα απαλλάξετε την Γαλλία από τα εγκλήματά της, σκοτώνοντάς με;  Δεν είναι αρκετό αυτό.  Το μόνο που θα καταφέρετε είναι να διαπράξετε ένα ακόμη έγκλημα.  Είμαι το μέγα θύμα, στην εκπνοή του αιώνα».  Αυτά ήταν και τα τελευταία του λόγια, πριν το λεπίδι της καρμανιόλας του πάρει το κεφάλι.

To κομμένο κεφάλι του Vacher

To κομμένο κεφάλι του Vacher

H νεκρική μάσκα του Vacher

H νεκρική μάσκα του Vacher

Τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα του Vacher

Τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα του Vacher

Το 1976 ο γάλλος κινηματογραφιστής Bertrand Tavernier σκηνοθετεί την ταινία «Ο Δικαστής κι ο Δολοφόνος» (Le Juge et l’Assassin), που βασίζεται στην υπόθεση Vacher, με τον Michel Galabru στον ομώνυμο ρόλο.  To όνομα του δολοφόνου έχει αλλάξει, από Vacher σε Bouvier.  Στα γαλλικά και οι δύο λέξεις σημαίνουν το ίδιο, τον βοσκό αγελάδων.5050582727395

ΠΗΓΕΣ

-Lacassagne, Alexandre: Vacher l’éventreur et les crimes sadiques, 1899.

-Lane, Brian: Encyclopedia of Serial Killers, Diamond Books, 1994.

-Grey, Orrin: The Killer of Little Shepherds

-Conliffe, Ciaran: Joseph Vacher, The French Ripper

-Boston University Archives

-The Telegraph

-Daily Mail

-Hudson, Cristopher: Jacques the Ripper and a Real-life Sherlockvacher_021

crime_and_punishment22

Joseph Vacher, ο δολοφόνος των μικρών βοσκών – I

•17/09/2016 • 6 σχόλια

vacher_001

Της Νίνας Κουλετάκη

Το 1888, το Λονδίνο συγκλονίστηκε από τις άγριες δολοφονίες πέντε πορνών.  Ο δράστης, ο οποίος παραμένει άγνωστος πέρα από κάθε αμφιβολία μέχρι σήμερα, κατάφερε να γίνει στην ιστορία του εγκλήματος εμβληματική φυσιογνωμία και να εμπνεύσει –και να συνεχίσει να εμπνέει- παντός είδους έργα (λογοτεχνικά, κινηματογραφικά, τηλεοπτικά κ.λ.π.).  Φυσικά, πρόκειται για τον διαβόητο Τζακ τον Αντεροβγάλτη.

Πέντε χρόνια μετά την δράση του, σε μια άλλη χώρα, ένας άλλος δολοφόνος θα έχτιζε τον δικό του αιματηρό μύθο. Παραμόνευε και ξεκοίλιαζε νεαρές βοσκοπούλες και έγινε γνωστός ως ο Γάλλος Αντεροβγάλτης.  Σε αντίθεση με τον άγγλο «συνάδελφό» του, δεν έγινε ποτέ τόσο διάσημος, για έναν και μόνο λόγο: συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε, ενώ ο χασάπης του Whitechapel παραμένει τυλιγμένος με τον μανδύα του μύθου. Το ίδιο, εξάλλου, συνέβη και με τον σύγχρονό του Ιταλό Vincenzo Verzini, σειριακό δολοφόνο αλλά και κανίβαλο.  Κυρίες και κύριοι, σας παραδίδω τον Joseph Vacher, η φήμη του οποίου στην εποχή του ταξίδεψε μέχρι την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, με αποτέλεσμα οι New York Times να τον θεωρήσουν χειρότερο δολοφόνο από τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη και πολύ περισσότερο παραγωγικό.

vacher_010Γεννήθηκε στις 16 Νοεμβρίου του 1869 στο Beaufort της Γαλλίας και ήταν το 15ο παιδί μιας φτωχής αγροτικής οικογένειας.  Ο πατέρας του, εντελώς αγράμματος, ήθελε να έχουν τα παιδιά του μια καλύτερη τύχη και πίστευε ότι μόνο με την μόρφωση θα μπορούσαν να επιτύχουν κάτι τέτοιο.  Έτσι ο μικρός Joseph στέλνεται να παρακολουθήσει ένα αυστηρό, καθολικό σχολείο, όπου μαθαίνει να υπακούει και να φοβάται τον Θεό.  Σε αυτό το blog έχουμε δει πολλούς σειριακούς δολοφόνους με αντίστοιχη σχολική εμπειρία.

Μετά την αποφοίτησή του, το 1892, αποφασίζει να καταταγεί στον στρατό καθώς, με αυτόν τον τρόπο, θα εξασφάλιζε την επαγγελματική του αποκατάσταση και θα ξέφευγε οριστικά από την φτώχεια που ταλαιπωρούσε την πατρική του οικογένεια.

Στον στρατό

Στον στρατό

Το πρώτο διάστημα στον στρατό ενδέχεται να ήταν από τα πιο ευτυχισμένα της ζωής του.  Απολάμβανε την αναγνωρισιμότητα και την αποδοχή της στολής, το κύρος που απέπνεε, την εξασφαλισμένη στέγη και τροφή.  Αποφάσισε να δώσει εξετάσεις για τον βαθμό του δεκανέα ώστε, σιγά-σιγά, να αναρριχηθεί στην ιεραρχία.  Η αποτυχία του τον συγκλόνισε σε τέτοιο βαθμό, που επιχείρησε να βάλει τέρμα στη ζωή του, προσπαθώντας να κόψει τον λαιμό του.  Η απόπειρά του, η πρώτη από τις δύο, απέτυχε και οδήγησε στην απόταξή του.

Την ίδια εποχή ερωτεύεται την Louise Barant, μια νεαρή υπηρέτρια, η οποία κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται στα αισθήματά του.  Μετά την απόταξή του την πλησιάζει εκ νέου και, μάλιστα, της ζητά να παντρευτούν.  Η νεαρή κοπέλα τον απορρίπτει, γεγονός που εξοργίζει τον Vacher.  Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πυροβολήσει την Louise τρεις φορές και, στη συνέχεια, να αυτοπυροβοληθεί σε μια νέα προσπάθεια αυτοκτονίας.  Η Louise τραυματίζεται σοβαρά αλλά επιζεί.  Όσο για τον ευατό του, το μόνο που κατάφερε ήταν να σφηνώσει την σφαίρα στο αυτί του, καταστρέφοντας και παραλύοντας τα νεύρα της δεξιάς πλευρά του προσώπου του και αχρηστεύοντας το δεξί του μάτι. Κυρίως, όμως, ο αυτοτραυματισμός του οδήγησε σε μη αναστρέψιμη βλάβη στον εγκέφαλό του, που του δημιούργησε πνευματική αστάθεια η οποία, σε συνδυασμό με τα έμφυτα ξεσπάσματα θυμού και οργής που είχε, οδήγησαν σε όσα θα ακολουθούσαν.

Louise Barant

Louise Barant

Μετά την δεύτερη αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας του, ο Vacher οδηγήθηκε στο ψυχιατρείο του Saint-Robert, όπου και παρέμεινε για έναν χρόνο.  Το 1894 αφέθηκε ελεύθερος και ξεκίνησε την περιπλάνησή του, χωρίς να εργάζεται και χωρίς να έχει μόνιμη κατοικία.

Τα επόμενα τρία χρόνια ο Vacher περιπλανήθηκε στο νοτιοανατολικό τμήμα της Γαλλίας, από την Νορμανδία μέχρι την Προβηγκία, ζητιανεύοντας παίζοντας το ακκορντεόν του ή κάνοντας δουλειές του ποδαριού στις φάρμες που συναντούσε στην περιπλάνησή του.  Ήταν μια αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία ανάμεσα στους χωρικούς της περιοχής, αφενός για το παραμορφωμένο του πρόσωπο και αφετέρου για το λευκό, χειροποίητο καπέλο του, από γούνα κουνελιού. Τον θεωρούσαν γραφικό και άκακο, ένα άτυχο θύμα της μοίρας και τον βοηθούσαν όπως μπορούσαν.  Αντιλαμβάνεσθε την έκπληξη και την φρίκη τους, όταν αποδείχτηκε πως ο Vacher ήταν ο άγριος δολοφόνος τουλάχιστον έντεκα ανθρώπων: μιας γυναίκας, πέντε έφηβων κοριτσιών και πέντε έφηβων αγοριών.

vacher_vagrant-225x336Την εποχή εκείνη στη Γαλλία περιφέρονταν πάνω από 400.000 πάμπτωχοι, άστεγοι άνθρωποι, που ζητιάνευαν σε χωριά και πόλεις για τον επιούσιο και δούλευαν ως εργάτες γης στις φάρμες της γαλλικής υπαίθρου.  Μια ολόκληρη, περιφερόμενη κοινωνία αποκλήρων, η οποία συγκέντρωνε κάθε λογής απελπισμένους.  Ανάμεσά τους κι ο Vacher. Για τρία χρόνια θα διαπράττει ανενόχλητος τις ειδεχθείς δολοφονίες του, καθώς η αστυνομία δεν θα τις συσχετίσει μεταξύ τους, λόγω των μεγάλων αποστάσεων μεταξύ των τόπων διεξαγωγής τους αλλά και της ανύπαρκτης επικοινωνίας μεταξύ των τμημάτων της.

vacher_victim-228x336Το πρώτο γνωστό θύμα του Vacher ήταν η Eugénie Delhomme, 21 ετών εργάτρια σε μύλο, το ακρωτηριασμένο πτώμα της οποίας ανακαλύφθηκε από μια βοσκοπούλα, πίσω από μια συστάδα θάμνων.  Είχε στραγγαλιστεί, μαχαιρωθεί στον λαιμό, ακρωτηριαστεί και βιαστεί, με το μεγαλύτερο μένος του δολοφόνου να εκδηλώνεται στο κορμί της μετά τον θάνατό της.  Σε πολλά σημεία του σώματός της έφερε σημάδια από δαγκωνιές.  Ο Vacher την είχε δολοφονήσει ελάχιστες ημέρες μετά την έξοδό του από το ψυχιατρείο, το 1894. Μέχρι το 1897 θα αναγνωριστούν και θα του καταλογιστούν 11 δολοφονίες στη Γαλλία, με τον αριθμό των θυμάτων του να υπολογίζεται τουλάχιστον στα 27.  Όλα του τα θύματα, κορίτσια και αγόρια στην εφηβεία, βοσκοί και εργάτες γης (καθώς η μονήρης απασχόληση τους καθιστούσε εύκολα θύματα), θα βρουν φριχτό θάνατο.  Τα κορμιά τους θα ανακαλυφθούν ακρωτηριασμένα (με πολλούς από τους ακρωτηριασμούς να έχουν πραγματοποιηθεί όσο τα θύματα ήταν ακόμη ζωντανά), ξεκοιλιασμένα και σεξουαλικά κακοποιημένα.  Η αστυνομία υποπτεύεται από την αρχή πως ο δράστης θα βρισκόταν ανάμεσα στους περιπλανώμενους της Γαλλίας, αλλά η αναζήτησή του μέσα στους 400.000 μοιάζει με την αναζήτηση βελόνας σε μια θημωνιά άχυρου.  Τελικά ο Vacher θα συλληφθεί, περισσότερο από δική του απροσεξία παρά από αποτελεσματική δουλειά της αστυνομίας.

Συνεχίζεται

crime_and_punishment22

Μεσογειακό νουάρ: κοινοί τόποι και αφηγηματικές τροπικότητες

•10/09/2016 • 3 σχόλια

Mediterranean_seaτου Θανάση Μήνα*

Επιχειρώντας να απαντήσουμε στο ερώτημα αν «υπάρχει μεσογειακό νουάρ», νομίζω ότι θα πρέπει να το σπάσουμε σε μικρότερα ερωτήματα, ερωτήματα που θα μας επιτρέψουν να εξετάσουμε τις συνδηλώσεις του όρου «μεσογειακό νουάρ». Πότε εισήχθη στη λογοτεχνική μας γλώσσα ο όρος «μεσογειακό νουάρ»; Από ποιους; Και, κυρίως, σε ποιο συγκείμενο διεκδίκησε την εγγραφή του; Τίθεται επίσης αυτόματα ένα ακόμη ερώτημα, το οποίο όμως ορίζει το δικό του πεδίο ξεχωριστής συζήτησης: «ταυτίζεται συλλήβδην το αστυνομικό αφήγημα με το νουάρ»;  Ταυτίζεται, αλλιώς, η οπτική ενός μικροαστού μπάτσου, συνήθη ήρωα σε αρκετά παραδείγματα του είδους, με την οπτική των «φονιάδων μπάτσων» του Φρεντερίκ Φαζαρντί και κατ’ επέκταση του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ; Όπως είπα, είναι αντικείμενο μιας ξεχωριστής συζήτησης.

Επιστρέφοντας στα πρωτεύοντα ερωτήματά μας, ο όρος «μεσογειακό αστυνομικό μυθιστόρημα» νομίζω ότι προτάθηκε στα καθ’ ημάς από συγγραφείς όπως ο Πέτρος Μάρκαρης, γύρω στο 2007-2008. Θυμίζω, είναι η εποχή που γνωρίζει μαζική επιτυχία ο Στιγκ Λάρσον, το σκανδιναβικό θρίλερ αρχίζει, με τη βοήθεια της τηλεόρασης και των sitcoms, να επελαύνει, και ο υπερεκτιμημένος Τζο Νέσμπο περιμένει στη γωνία. Νομίζω ότι οι συγγραφείς, που πρότειναν τον όρο, ήθελαν με αυτή την αφαίρεση, αφενός να διαχωρίσουν τις πιο λογοτεχνικές εξυφάνσεις που απαντούν στο αστυνομικό αφήγημα του Νότου σε σχέση με το θρίλερ των Σκανδιναβών, αφετέρου να αναδείξουν την πιο κοινωνική διάσταση του πρώτου.

nordicnoirΤην ίδια περίοδο, εξάλλου, ο αείμνηστος Ανταίος Χρυσοστομίδης έγραφε στη εισαγωγή του τόμου Ελληνικά Εγκλήματα: «Mια νέα γενιά συγγραφέων που θα έλεγε κανείς πως το πεπρωμένο τους δεν θα έπρεπε να είναι το αστυνομικό, μια γενιά διανοούμενων και αριστερών συγγραφέων κάνουν την εμφάνισή τους και ανακατεύουν από την αρχή την τράπουλα».

Τα παραπάνω μας επιτρέπουν λοιπόν να μπορούμε να υποστηρίξουμε την ύπαρξη μιας μεσογειακής σχολής του νουάρ; Η απάντησή μου είναι αρνητική όσο αυτή η αφαίρεση επιχειρείται να γίνει ολιστικά. Προφανώς γράφονται νουάρ μυθιστορήματα στον μεσογειακό χώρο, όμως μια «σχολή» ή ένα «λογοτεχνικό ρεύμα» προϋποθέτουν προσδιορισμούς και επιτελέσεις που δεν εντοπίζονται στην περίπτωσή μας. Νομίζω, αναφορικά με τους συγγραφείς του είδους, ότι ούτε ότι για ενότητα ύφους μπορούμε να μιλήσουμε ούτε για κοινές αφηγηματικές τεχνικές που να έχουν κανονιστικό χαρακτήρα.

Μια μικρή παρέκβαση: υπό μια έννοια, το σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα εμφανίζει πιο στάνταρντ χαρακτηριστικά συγκρότησης μιας «σχολής» – «σχολής» όμως με αρνητικό πρόσημο. Πλην εξαιρέσεων (Μανκέλ, Στόλεσεν κ.ά.) τα σκανδιναβικά αστυνομικά μυθιστορήματα μού φαίνονται απελπιστικά ίδια. Ποια είναι αυτά τα στάντανρτ χαρακτηριστικά: η απουσία λογοτεχνικότητας, ένας επιτηδευμένα γρήγορος ρυθμός, οι αφηγηματικές ευκολίες, πλοκή που παραπέμπει σε τηλεοπτικά sitcoms.

Henning-Mankell-and-a-cover-of-a-Kurt-Wallander-book-mainΕπιστρέφοντας στο θέμα μας, παρόλα αυτά θεωρώ ότι ο όρος «μεσογειακό νουάρ» έχει τη χρησιμότητά του. Το κλειδί είναι η εξέταση και η κατανόηση της επιτελεστικότητας της λέξης, του επιθέτου «μεσογειακό». Σε αντίθεση με την υποδήλωση της ύπαρξης μιας λογοτεχνικής μεσογειακής σχολής, όπως αναφέρθηκε, θα πρότεινα να νοηματοδότησουμε τη λέξη «μεσογειακό» με έναν παρεμφερή τρόπο με εκείνον που το έκανε ο κορυφαίος Γάλλος ιστορικός των Anales, Φερνάν Μπροντέλ, στις μελέτες του για την ιστορία των λαών της Μεσογείου. Γράφει ο Μπροντέλ:

«Το ταξίδι στη Μεσόγειο είναι μια συνάντηση με πράγματα πολύ παλιά, που είναι όμως ακόμη ζωντανά και συνυπάρχουν με το υπερ-μοντέρνο, μια διείσδυση στον αρχαϊσμό των νησιωτικών κόσμων, το ξάφνιασμα μπροστά στην εξαιρετική νεότητα πόλεων πολύ παλιών που παραμένουν ανοιχτές σ’ όλους τους ανέμους του πολιτισμού και του κέρδους και που εδώ και αιώνες ελέγχουν και απομυζούν τη θάλασσα. Τα επιτεύγματα μπορούν να γίνουν κατανοητά μονάχα αν θεωρηθούν στο σύνολό τους, πως πρέπει ακόμη να συνδυαστούν μεταξύ τους, αφού το φως του παρόντος συχνά τους ταιριάζει και με βάση ό,τι βλέπουμε σήμερα κρίνουμε, κατανοούμε το χθες και αντίστροφα. Η Μεσόγειος είναι μια καλή αφορμή να παρουσιάσουμε έναν «άλλο» τρόπο ιστορικής προσέγγισης».

film_noir_style_photo_01_by_ollywoodΗ λέξη Μεσόγειος, λοιπόν, και τα παράγωγά της αποτελούν θα έλεγα έναν κοινό μας μνημονικό τόπο, γεμάτο από πολιτιστικά και πολιτισμικά αντιδάνεια ανάμεσα στους λαούς της περιοχής, λαούς που ακολουθούν εν τέλει παράλληλες ιστορικές διαδρομές. Αν επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για ενότητα ύφους ανάμεσα στους συγγραφείς του νουάρ, μπορούν εντούτοις να εντοπιστούν εκλεκτικές συγγένειες στη θεματολογία τους, ως απότοκο της παράλληλης ιστορικής εμπειρίας. Οι συγγραφείς του είδους πράγματι σε πολλές περιπτώσεις επισκέπτονται κοινούς ή έστω παρόμοιους θεματικούς τόπους. Οι εμφύλιοι πόλεμοι, οι περίοδοι της μετάβασης από δικτατορικά σε δημοκρατικά καθεστώτα, τα μεταναστευτικά και προσφυγικά ρεύματα από και προς το εξωτερικό, τα ζητήματα πολιτισμικής ταυτότητας, οι κοινωνικές ανισότητες που εξακολουθούν είναι έντονες, είναι μερικά από τα θέματα που επανέρχονται στους λογοτέχνες του είδους, ανεξαρτήτως εθνικότητας.

Παρόλα αυτά, παρά τις εκλεκτικές συγγένειες στη θεματολογία, είναι εξίσου έντονες από συγγραφέα σε συγγραφέα οι διαφοροποιήσεις στους τρόπους επεξεργασίας αυτών των θεμάτων.

Altri-casi-per-il-commissario-Montalbano-di-Andrea-Camilleri_o_su_horizontal_fixedΕξάλλου οι διαφοροποιήσεις ως προς το ύφος και τους τρόπους επεξεργασίας είναι έκδηλες ακόμα και σε περιπτώσεις συγγραφέων που κατάγονται από την ίδια χώρα. Γίνεται για παράδειγμα λόγος για «γαλλική σχολή του νουάρ» και παραβλέπονται οι διαφορές που εμφανίζουν μεταξύ τους ως προς το ύφος, τη γλώσσα κλπ. κορυφαίοι Γάλλοι συγγραφείς. Το κοφτό στιλ και η γλώσσα του Μανσέτ, που θυμίζει «ξηρό πάγο», για να χρησιμοποιήσω έναν χαρακτηρισμό που αποδόθηκε στη γλώσσα του Μπάροουζ, έχουν τίποτα κοινό με το λυρισμό και την ποιητικότητα που χαρακτηρίζουν την πρόζα του Ιζζό; Ή, αν πάμε στην Ιταλία, ο κοσμοπολιτισμός στην οπτική του Καρλότο δεν στέκει στο αντίποδα του Καμιλέρι που εμμένει στην τοπικότητα; Ή στην Ισπανία, η έξω-καρδιά γλώσσα του Μονταλμπάν μοιράζεται έστω και έναν κοινό τόπο με το σκότος που αναδύεται από τη γραφή του Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα;

Δεν θα πρότεινα λοιπόν τη χρήση του όρου «μεσογειακό νουάρ» ως γενική ομπρέλα για τους συγγραφείς της περιοχής, παρά μόνο με την απαραίτητη υποσημείωση ότι η λέξη μεσογειακό οφείλει να υποδηλώνει πολυμορφία, πολυφωνία και ετερότητα. Ακόμα και σε μια περίκλειστη θάλασσα του ευρωπαϊκού Νότου μπορούν να αφθονούν οι αφηγηματικές τροπικότητες.

* Ο Θανάσης Μήνας είναι δημοσιογράφος και μουσικός παραγωγός.
Το άρθρο αυτό αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή του κειμένου,
που διαβάστηκε στην εκδήλωση με θέμα «Υπάρχει μεσογειακό noir;»
την οποία διοργάνωσε η Ε.Λ.Σ.Α.Λ. στο art bar POEMS & CRIMES
των Εκδόσεων Γαβριηλίδη στις 17 Ιουνίου 2016.

crime_and_punishment22

Dagmar Johanne Amalie Overbye: κατασκευάστρια αγγέλων

•03/09/2016 • 1 σχόλιο
Dagmar Johanne Amalie Overbye

Dagmar Johanne Amalie Overbye

Της Νίνας Κουλετάκη

Η υπόθεση της Dagmar Johanne Amalie Overbye είναι γραμμένη με μαύρο μελάνι στην ιστορία της Κοπεγχάγης, αλλά και της Δανίας γενικώτερα.  Δεν είναι μόνο το ότι επρόκειτο για μια παραγωγικότατη σειριακή δολοφόνο (ομολόγησε δεκαέξι φόνους, καταδικάστηκε για εννέα, ενώ ήταν ύποπτη για πάνω από είκοσι πέντε) μα, κυρίως, το γεγονός ότι τα θύματά της ήταν ανυπεράσπιστα μωρά.

Η Dagmar Overbye γεννήθηκε στις 23 Απριλίου του 1887 στο Arhus και από πολύ μικρή ηλικία παρουσίαζε αποκλίνουσα συμπεριφορά.  Στα δώδεκά της, μετά από κλοπές, τιμωρήθηκε με τρία χρόνια εγκλεισμό σε αναμορφωτήριο θηλέων.  Στα δεκαπέντε της επέστρεψε στην κηδεμονία των γονιών της και άρχισε να εργάζεται.  Εντούτοις, και παρά το γεγονός ότι κέρδιζε χρήματα, οι κλοπές και η εν γένει παραβατική της συμπεριφορά συνεχίστηκαν, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί –σε ηλικία 22 ετών- και να εκτίσει την ποινή της στις φυλακές του νησιού Fyn.

Μετά την αποφυλάκισή της έπιασε δουλειά στην κουζίνα ενός εστιατορίου, στο Arhus, όπου συνδέθηκε με έναν από τους σερβιτόρους.  Από τη σχέση αυτή, γεννήθηκε ένα αγοράκι. Καθώς το παιδί είχε αποκτηθεί εκτός γάμου οι γονείς της, προκειμένου να αποφύγουν την κοινωνική κατακραυγή, την έστειλαν στο Randers όπου ζούσε η γιαγιά της, μαζί με το μωρό.  Εκεί το παιδί πέθανε, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες.

5d1c49d2e15f5fd24cf345159232a286Η Overbye εξακολούθησε να ζει στην πόλη, κάνοντας διάφορες δουλειές και συνάπτοντας σχέσεις με άνδρες.  Κάποιες από αυτές «καρποφόρησαν» και γέννησε κάμποσα μωρά, τα οποία, μετά από λίγο, πέθαιναν μυστηριωδώς.  Το 1913, κι ενώ εργαζόταν ως οικιακή βοηθός σ’ ένα σπίτι στο Lemmer, νοτιοανατολικά του Randers, παντρεύτηκε έναν άνδρα ονόματι Nielsen.  Ο γάμος διήρκεσε ελάχιστα, αρκετά όμως για να οδηγήσει στην γέννηση ενός ακόμη παιδιού, το οποίο θα είχε την ίδια τύχη με τα ετεροθαλή του αδέλφια.  Το 1915 η Overbye φτάνει στην Κοπεγχάγη κι ανοίγει ένα μικρό μαγαζί με ζαχαρωτά, στην περιοχή του Enghavevej. Γνωρίζει και συγκατοικεί με κάποιον Svendsen, με τον οποίο αποκτά ένα ακόμη παιδί, για να το «χάσει» κι αυτό πολύ σύντομα. Τότε συμβαίνει κάτι που θα την κάνει ν’ αλλάξει επαγγελματικό προσανατολισμό.  Όχι μόνο θα αποδειχθεί πιο κερδοφόρο, αλλά θα αποτελέσει και το επίσημο, αποδεδειγμένο, ξεκίνημα στην καριέρα της, ως σειριακής δολοφόνου.

Ένα πρωινό, διαβάζοντας την εφημερίδα, πέφτει πάνω στην αγγελία μιας νεαρής ανύπαντρης μητέρας, της Rasmine Jensen.  Η κοπέλα είχε μόλις αποκτήσει το δεύτερο παιδί της και, καθώς δεν είχε πόρους να το αναθρέψει, ενδιαφερόταν να το δώσει για υιοθεσία.  Η Overbye ήρθε σε επαφή μαζί της και της υποσχέθηκε να αναλάβει να βρει μια καλή οικογένεια για να δώσει το μωρό.  Για τη μεσολάβησή της, μάλιστα, έλαβε ως αμοιβή το ποσό των 12 κορωνών.  Την ίδια ημέρα θα στραγγαλίσει το βρέφος μέσα στο ίδιο της το σπίτι, θα το βάλει σε μια τσάντα και θα το πετάξει στις τουαλέτες του μεγαλύτερου νεκροταφείου της Κοπεγχάγης.  Αργότερα, κατά τη διάρκεια της δίκης της, αναφερόμενη στην συγκεκριμένη δολοφονία θα πει: «ειλικρινά, δεν ξέρω γιατί το έκανα».  Τα επόμενα τέσσερα χρόνια και μέχρι τη σύλληψή της, θα δολοφονήσει αποδεδειγμένα επτά παιδιά.  Τα θύματά της είναι, πιθανότατα, πολύ περισσότερα, κάποιες εφημερίδες της εποχής έκαναν λόγο για πάνω από εκατό.

Το modus operandi, ο τρόπος που λειτουργούσε η Overbye κατά την εκτέλεση των εγκλημάτων της, ήταν πάντα ο ίδιος.  Αναζητούσε γυναίκες, μέσω αγγελιών στις εφημερίδες, που ήθελαν να δώσουν τα παιδιά τους για υιοθεσία, υποσχόταν να βρει πλούσιες και καλές οικογένειες, ώστε το μέλλον τους να είναι εξασφαλισμένο κι ευτυχισμένο, εισέπραττε αμοιβή για τις υπηρεσίες της και, στη συνέχεια, δολοφονούσε τα παιδιά, λίγες ώρες αφού τα είχε αποσπάσει από την αγκαλιά των μητέρων τους.  Τα θανάτωνε στραγγαλίζοντας ή πνίγοντάς τα και εξαφάνιζε τα πτώματα θάβοντάς τα σε διάφορα σημεία της πόλης, κρύβοντάς τα στην σοφίτα του σπιτιού της ή καίγοντάς τα στην κεραμική της ξυλόσομπα.

overbye-oct13-1920Την ίδια εποχή με το παράνομο γραφείο υιοθεσιών, η Overbye λειτουργούσε και ένα είδος παιδικού σταθμού, περισσότερο με την έννοια της αναδοχής, όπου γονείς που έπρεπε να εργαστούν σε άλλη πόλη, για μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα, άφηναν τα μικρά τους στην φροντίδα της, πληρώνοντας αδρά για τα τροφεία τους.  Πολλοί από αυτούς, όταν γύριζαν για να παραλάβουν τα παιδιά τους, πληροφορούνταν με οδύνη ότι τα είχαν χάσει εξαιτίας κάποιας αρρώστιας ή δυστυχήματος.

Ίσως σήμερα να φαίνεται εξωπραγματικό το γεγονός ότι μια γυναίκα μπόρεσε να δολοφονήσει και να εξαφανίσει τόσα παιδιά, χωρίς να γίνει αντιληπτή από τους γονείς ή τις αστυνομικές αρχές.  Μην ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ΄10, αμέως μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου.  Για να καταλάβουμε γιατί συνέβη αυτό, θα πρέπει να εξετάσουμε ορισμένους παράγοντες.

overbye-headline-oct13-1920Η οικονομία της Δανίας την εποχή, ήταν κατά πολύ εξαρτημένη από την Μ. Βρετανία, την Γερμανία αλλά και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, γεγονός που την έφερε σε δύσκολη θέση κατά την διάρκεια του πολέμου, μια και οι οικονομικοί της συνεργάτες βρίσκονταν σε αντίπαλα στρατόπεδα.  Με το 20% του πληθυσμού να είναι συγκεντρωμένο στην Κοπεγχάγη, με το έλλειμα και τον πληθωρισμό να καλπάζουν, η επέμβαση της κυβέρνησης, όχι μόνο στο οικονομικό πεδίο αλλά και στην κοινωνία εν γένει, ήταν καθοριστική και, σχεδόν, ολοκληρωτική.  Στον θρόνο της Δανίας κάθεται ο Christian X, με όνειρα και βλέψεις να κάνει την Δανία να ξεχωρίσει στην Ευρώπη.  Ως όχημα, ώστε κάτι τέτοιο να γίνει εφικτό, θεωρήθηκε η κοινωνική πρόνοια.  Όμως με τις τιμές των ειδών πρώτης ανάγκης, όπως το γάλα και τα κάρβουνα, να βρίσκονται σε δυσθεώρητα ύψη, κάτι τέτοιο δεν απέδωσε άμεσα καρπούς.  Η διαφορά ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις βάθυνε με τους ασθενέστερους οικονομικά να βυθίζονται στη φτώχεια.  Αντιλαμβάνεται, λοιπόν, κανείς ότι για τις ανύπαντρες μητέρες είναι αδύνατον να αναθρέψουν τα παιδιά τους, αλλά και πολλά παντρεμένα ζευγάρια αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα δικά τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα, προκειμένου να αναζητήσουν την τύχη τους σε άλλες πόλεις της Δανίας ή, ακόμη, και του εξωτερικού.

Christian X της Δανίας

Christian X της Δανίας

Το πρόβλημα της στέγης στην Κοπεγχάγη ήταν επίσης οξύ, και οι οικογένειες που συνέρρεαν στην πρωτεύουσα από τις επαρχίες αναγκάζονταν, πολλές φορές, να στριμώχνονται σε μικρά και ακατάλληλα σπίτια.  Έτσι, προς όφελος των παιδιών τους, τα έδιναν σε ανάδοχες οικογένειες ή σε γυναίκες που αναλάμβαναν την φύλαξή τους.  Η κατάσταση άρχισε να βελτιώνεται αισθητά από το τέλος του πολέμου και μετά (προγράμματα στέγασης, οργάνωση συσσιτίων, οικονομική ενίσχυση των οικονομικά ασθενέστερων, βελτίωση περίθαλψης, στήριξη ανύπαντρων μητέρων κ.λ.π.), ώστε δεν είναι απορίας άξιον πώς -και μόνο τότε- αποκαλύφθηκαν τα αποτρόπαια εγκλήματα της Dagmar Overbye.

Με την «επιχείρησή» της να ανθεί, φτάνουμε στο 1920, οπότε και η φρίκη έρχεται στο φως.  Αιτία ήταν μια νεαρή ανύπαντρη μητέρα η οποία, αφού έδωσε στην Οverbye το μωρό της προκειμένου να του βρει νέα οικογένεια, αργότερα την ίδια ημέρα το μετανιωσε και το αναζήτησε.

Η Karoline Aagesen είχε δημοσιεύσει, τον Ιούλιο του 1920, μιαν αγγελία στην εφημερίδα, αναζητώντας οικογένεια να υιοθετήσει το νεογέννητό της κοριτσάκι.  Η Overbye, που διάβαζε τις αγγελίες σε καθημερινή βάση, την πλησίασε και την έπεισε να της δώσει το παιδί. Μαζί της έδωσε και 200 κορώνες για να καλυφθούν τα «έξοδα» της υιοθεσίας, αλλά και η φροντίδα του μωρού μέχρι την παράδοσή του στους νέους του γονείς.  Το ίδιο βράδυ, η Aagesen, τυρανισμένη από τις τύψεις που έδωσε το μωρό της, πήγε στο σπίτι της Overbye για να το πάρει πίσω. Η Overbye ισχυρίστηκε πως το είχε ήδη δώσει για υιοθεσία και πως δεν θυμόταν την διεύθυνση της νέας του οικογένειας.  Φυσικά μια τόσο σαθρή δικαιολογία δεν έπεισε την απελπισμένη μητέρα, η οποία και ζήτησε την αρωγή της αστυνομίας.  Η έρευνα στο σπίτι της Overbye έφερε στο φως τα ρούχα της μικρής και απομεινάρια από τα οστά και το κρανίο της ανάμεσα στις στάχτες της ξυλόσομπας.  Η φόνισσα συνελήφθη.

e8b975f6fee36f419a5eace379d38878Η ψυχιατρική εξέταση που της έγινε την χαρακτήρισε ως παθολογική ψεύτρα και κλεπτομανή, αλλά δεν διέγνωσε παραφροσύνη, με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί και να παραπεμφθεί σε δίκη.  Η ίδια ομολόγησε τους φόνους των παιδιών της και πολλούς άλλους ακόμη αλλά, καθώς αποδείξεις δεν υπήρχαν για όλους, κατηγορήθηκε μόνο για εννιά.  Κατά την διάρκεια της δίκης της, η υπεράσπιση ισχυρίστηκε πως η Overbye υπήρξε κακοποιημένο παιδί, με όσα τράβηξε να έβλαψαν ανεπανόρθωτα την ψυχική της υγεία.  Υποστήριξε πως ήταν εθισμένη στην εισπνοή νάφθας και αιθέρα και πως ήταν κάτω από την επήρρεια των ουσιών όταν διέπραττε τους φόνους.  Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έπεισαν τους ενόρκους οι οποίοι, κατά την σύντομη συνεδρίασή τους μετά το πέρας της διήμερης δίκης της, την έκριναν ένοχη, χωρίς κανένα ελαφρυντικό.

Η Dagmar Overbye καταδικάστηκε σε θάνατο.  Η τελευταία εκτέλεση γυναίκας στην Δανία είχε γίνει το 1861 και ο βασιλιάς Christian X που, όπως προαναφέραμε, ήθελε να εκσυγχρονίσει την Δανία, ήταν της άποψης ότι μια πολιτισμένη χώρα δεν μπορεί να εφαρμόζει την θανατική ποινή.  Έτσι έδωσε χάρη στην Overbye, μετατρέποντας την καταδίκη της σε ισόβια φυλάκιση και στέλνοντάς την να την εκτίσει στις γυναικείες φυλακές του Christianshavn.  Μετά από λίγα χρόνια την μετέφεραν στην φυλακή Vestre, όπου και πέθανε στις 6 Μαΐου του 1929, σε ηλικία 42 ετών.  Την επόμενη χρονιά καταργήθηκε η θανατική ποινή στην Δανία.

H σκοτεινή ιστορία της Dagmar Overbye, ενέπνευσε το μυθιστόρημα της Karen Sǿndergaard Koldste «Englemagersken» (Κατασκευάστρια Αγγέλων), καθώς και το θεατρικό έργο «Historien om en Mo( r )der» (όπου morder σημαίνει φόνος, ενώ moder μητέρα), το οποίο ανέβηκε σε μια παραγωγή του Teatret ved Sorte Hest, στην Κοπεγχάγη.

1476438

ΠΗΓΕΣ

-Hanne Rimmen Nielsen, Dansk kvindebiografisk leksikon, 2003

-Lethbridge Daily Herald, Oct. 13, 1920, p.11

-Bardermordersken Dagmar Overbye, TV2 Finans, Jun.22, 2008

-International Encyclopedia of the First World War

crime_and_punishment22

10 χρόνια «Έγκλημα και Τιμωρία»…

•19/08/2016 • 2 σχόλια

a6fba52ac9d3f3ff637cc40c29d505f0

…κι είμαστε -ακόμα- ζωντανοί…

Ευχαριστώ ΟΛΟΥΣ για ΟΛΑ. 

Ν.Κ.

crime_and_punishment22

Κράτα το

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

•25/06/2016 • Σχολιάστε

bfe93fb4700e858bd278cadd421a0281

…και να προσέχετε στις ακρογιαλιές! 

Ραντεβού ξανά στις 3 του Σεπτέμβρη.

crime_and_punishment22

Αντώνης Γκόλτσος – «Η Αφιέρωση»

•18/06/2016 • 1 σχόλιο

unnamed2Της Νίνας Κουλετάκη

Ο Αντώνης Γκόλτσος είναι ένας από τους αγαπημένους συναδέλφους στην ΕΛΣΑΛ (Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας), που μου κάνει την τιμή να είναι και φίλος μου.  Πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο του αστυνομικό βιβλίο, «Η ΑΦΙΕΡΩΣΗ», ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.  Στις 2 Ιουνίου έγινε η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα, με ομιλήτριες την Πολύμνια Κοσσόρα κι εμένα.  Ενώ η Πολύμνια εστίασε στο έργο, προσωπικά προτίμησα να εστιάσω στον δημιουργό.  Το κείμενο που ακολουθεί είναι, αυτή ακριβώς, η ομιλία μου.

«Καλησπερίζω, με τη σειρά μου, την αποψινή «πλήθουσα αγορά» προς τιμήν του Αντώνη Γκόλτσου.  Το τελευταίο διάστημα έχω απορήσει κι αναρωτηθεί πλειστάκις, για το τι είχε στο μυαλό του ο Αντώνης, ποιο όνειρο είχε δει το βράδυ της προηγουμένης όταν μου ζήτησε να παρουσιάσω το βιβλίο του.  Η εξαιρετική συνάδελφος Πολύμνια που προηγήθηκε, τίμησε την συνονόματή της Μούσα, την υμνωδό των ιερών ύμνων, της ευγλωτίας, της σοβαρής και θρησκευτικής ποίησης, παρουσιάζοντας με τρόπο υποδειγματικό το πόνημα του Αντώνη.  Εγώ, καθώς δεν έχω αντιστοίχου μεγέθους όνομα, θα περιοριστώ σε άλλα, μικρότερα αλλά –ίσως- πιο ενδιαφέροντα.  Γιατί πριν από συγγραφέας είμαι αναγνώστρια.  Ξέρω, λοιπόν, πως ουδόλως σας ενδιαφέρει «τι ήθελε να πει ο ποιητής» αλλά, αντίθετα, καίγεστε να μάθετε τι φορούσε όταν έγραφε, με την προϋπόθεση ότι φορούσε κάτι.  Αυτά είναι που ενδιαφέρουν μια Νίνα και για τα οποία θα σας μιλήσω απόψε.

Με τον Αντώνη γνωριστήκαμε κάποια στιγμή το 2010, όταν φτιάχναμε την ΕΛΣΑΛ.  Πρωτοσυναντηθήκαμε σ’ ένα πατάρι βιβλιοκαφέ «μες σε καπνούς και σε βρισιές» ή περίπου, κι αμέσως εντυπωσιάσητκα από τον λόγο του.  Τον προφορικό, βεβαίως, μια και τον γραπτό τον αγνοούσα τότε.  Πριν σας μιλήσω για τον λόγο του Αντώνη, θέλω να σας διηγηθώ μια σύντομη και διδακτική ιστορία, από τα χρόνια της άγριας νιότης μου.  Το 1979, προπτυχιακή φοιτητριούλα 19 χρονών, με τον αέρα αποφοίτου γαλλικού σχολείου και με τα γαλλικά της εποχής, ενδεχομένως, καλύτερα από τα ελληνικά μου, βρέθηκα για πρώτη φορά στο Παρίσι.  Το σοκ ήταν μεγάλο, ήδη από τις πρώτες στιγμές της άφιξής μου, καθώς ίδρωσα να συνεννοηθώ με τον ταξιτζή –αραβικής καταγωγής να σημειώσω- οπότε απέδωσα την δυσκολία επικοινωνίας στην ελλιπή του γνώση της γαλλικής.  Το επόμενο βράδυ, όμως, σε δείπνο με παριζιάνους φίλους –κι ενώ διηγούμαι μιαν ιστορία- παρατηρώ βλέμματα ημιαποχαυνωμένα να με παρακολουθούν.  Τρακαρισμένη, σταματώ την αφήγησή μου και τους ερωτώ αν τα γαλλικά μου είναι τόσο χάλια, ώστε να δυσκολεύονται να με καταλάβουν.  Η απάντηση με άφησε άφωνη.  «Μιλάς τόσο καλά γαλλικά», μου είπαν, «τόσο σωστά, που εδώ τα ακούμε μόνο στην τηλεόραση από καθηγητές πανεπιστημίου».  Αυτή την ιστοριούλα σας την είπα για να καταλήξω ακριβώς εδώ: τα ελληνικά του Αντώνη είναι σαν τα γαλλικά μου του ’79: άψογα.  Κι έχει, βέβαια, την εξήγησή του αυτό, καθώς τα διαφύλαξε από «τον εξευτελισμό τους μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομίλίες», μια και πολλά χρόνια της ζωής του τα έζησε στο εξωτερικό.

Πέρα κι από τον προφορικό λόγο του Αντώνη –που έμοιαζε με τον γραπτό κάποιων από εμάς- περισσότερο με κέρδισε το χιούμορ του.  Ένα χιούμορ υπόγειο, αόρατο δια γυμνού οφθαλμού, τόσο δυνατό και βιτριολικό όμως, που μπορεί να σε ανατινάξει, έτσι όπως κάθεσαι ήσυχος και –κυρίως- ανυποψίαστος.  Αυτό το χιούμορ είχα πολλές φορές την τύχη να συναντήσω στην προσωπική μας επικοινωνία, προφορική και γραπτή.

afiervsi-goltsosΈνα άλλο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του Αντώνη είναι ο –και από τον ίδιο αναγωριζόμενος- υποχονδριασμός του.  Αν δεν σας έχει γράψει η μοίρα σας να επιμεληθεί ο Γκόλτσος γραπτό σας, έχω να σας είπω τούτο: ο θεός –που δεν υπάρχει- σας αγαπά πολύ!  Με τον επιμελητή Γκόλτσο οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν στην «ΕΙΣΟΔΟ ΚΙΝΔΥΝΟΥ».  Δεν τον ήξερα πολύ καλά ακόμη κι ήμουν συγκρατημένη κι ευγενική.  Μετά τις πρώτες του παρατηρήσεις, όλες στη σφαίρα της σχολαστικότητας και της υποχονδρίας, σκέφτηκα ότι δεν μπορεί να τα εννοεί αυτά που λέει, άρα κάτι υποβόσκει.  Αρχικά υπέθεσα –επειδή είμαι και ωραία γυναίκα- ότι θέλει να κάνουμε σεξ, απλά ντρέπεται να μου το πει και δημιουργεί προφάσεις.  Στη συνέχεια διαπίστωσα ότι ουδόλως συμβαίνει αυτό και εννοεί κάθε παρατήρηση.  Καταλήξαμε σε δυο-τρεις διορθώσεις, αποδεκτές κι απ’ τους δύο –εννοείται μετά από πολύωρες, εξαντλητικές συζητήσεις- ενώ σε άλλες υπερίσχυσε η άποψή μου με το ακλόνητο επιχείρημα «έτσι τόλεγε η γιαγιά μου, έτσι το θέλω»!

Και μετά είναι κι ο συνάδελφος-συγγραφέας Γκόλτσος, ένας από τους πρώτους που θα διαβάσει ό,τι καινούριο γράφω, την κρίση του οποίου εμπιστεύομαι κι επιζητώ.  Αυτός ο, εκ γενετής, ευγενής άνθρωπος, με το καυστικό και σε εξαιρετικές δόσεις χιούμορ, είναι ασύλληπτα γενναιόδωρος στα συναισθήματα και καθόλου εγωιστής στην κριτική του.  Μελετά το έργο σου με τρομακτικό αίσθημα ευθύνης, βασανίζεται και το βασανίζει και καταλήγει, πάντα, με τις πιο καίριες και ουσιαστικές παρατηρήσεις.  Ξέρετε, εάν δεν ήμουν ήδη πολύ ερωτευμένη, θα μπορούσα να τον ερωτευρώ, τον Αντώνη.  Βέβαια, μετά δοκίμασα τα πιτάκια της υπέροχης γυναίκας του, της Ντέπυς, κι αποφάσισα να ερωτευτώ εκείνη.

Και τώρα θα σας αποκαλύψω κάτω από ποιες αντίξοες συνθήκες δοκίμασα τα πιτάκια της Ντέπυς.  Πριν από αυτό, όμως, επιτρέψτε μου να πω το εξής.  Γνωρίζετε όλοι ότι υπάρχουν καταραμένοι ποιητές, καταραμένοι συγγραφείς.  Αυτό που δεν γνωρίζετε είναι ότι υπάρχουν και καταραμένοι αναγνώστες: έχετε μπροστά σας μία απ’ αυτούς.  Και η κατάρα μου είναι «Η ΑΦΙΕΡΩΣΗ» του Γκόλτσου, με την οποία καταπιάστηκα τρεις φορές.

Ήταν τον χειμώνα του ΄12, όταν προγραμματίσαμε μια παρουσίαση της «ΕΙΣΟΔΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ» και της «ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΟΥ ΜΠΕΚΑ» στην Καβάλα.  «Να πάμε μαζί», είπε ο Γκόλτσος.  «Θα σε πάρω εγώ με το αυτοκίνητο, να μην ταλαιπωρηθείς να οδηγείς».  Είπα το «ναι» χωρίς δεύτερη σκέψη.  Ας πρόσεχα…  Αυτό δεν ήταν αυτοκίνητο, ήταν το μάτζικ μπας!  Στην θήκη της πόρτας μου είχε χυμούς και νερό.  Σ’ ένα κρυφό ντουλαπάκι είχε σακουλάκια με δυο λογιών πιτάκια (τα της Ντέπυς, που λέγαμε).  Φαντάστηκα και μουσικούλα απ’ τα ηχεία κι ονειρεύτηκα το τέλειο ταξίδι.  Αμ’ δε!  Αθήνα – Καβάλα υπό βροχήν κι ο Γκόλτσος να μου αφηγείται επί επτάωρον την «ΑΦΙΕΡΩΣΗ» –που τότε άρχιζε να γράφει- με το νι και με το σίγμα.  Καβάλα – Αθήνα στην επιστροφή, υπό βροχήν ομοίως, κι εγώ να του σχολιάζω τα όσο μου είχε αφηγηθεί κατά την άνοδο.  Ευτυχώς στην Καβάλα φιλοξενήθηκε κι έτσι πέρασα δυο ήσυχες μέρες στο ξενοδοχείο μου. Αυτή ήταν η πρώτη φορά.

Μετά, για αρκετό καιρό, με άφησε ήσυχη, μέχρι που έλαβα την «ΑΦΙΕΡΩΣΗ» σε δακτυλόγραφο.  Και την διάβασα.  Και με συνεπήρε.  Όπως θα συνεπάρει κι εσάς.  Αυτή ήταν η δεύτερη φορά.  Η τρίτη ήταν πρόσφατα, όταν έλαβα, πια, το βιβλίο.  Όμως, επιτρέψτε μου, να μην μιλήσω άλλο για το βιβλίο.  Αντιλαμβάνομαι ότι η βραδυά είναι αφιερωμένη σ’ αυτό, η Πολύμνια το παρουσίασε επίσης εξαιρετικά.  Ξέρετε, όταν τελειώνω κάτι που γράφω, παύει να μ’ ενδιαφέρει, μέσα μου έχουν ήδη ξεκινήσει οι διεργασίες για το επόμενο.  Θεωρώ ότι δεν μου ανήκει πια, σαν τα παιδιά ένα πράγμα, που η μάνα εξουσιάζει τη ζωή και τον θάνατό τους μόνο για το διάστημα που τα κυοφορεί.  Έτσι, σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, θέλω να κάνω μια παρατήρηση.  Η «ΑΦΙΕΡΩΣΗ» θα σας αρέσει πολύ, όπως άρεσε και σ’ εμένα.  Όμως, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν είναι ό,τι καλύτερο έχει γράψει ο Γκόλτσος μέχρι σήμερα.

goltsosΚάθε καλοκαίρι, μια αμιγώς λογοτεχνική συντροφιά, απομονωνόμαστε σ’ ένα υπέροχο πέτρινο σπίτι, σ’ ένα βουνό της Κρήτης.  Τα βιβλία που έχουμε μαζί μας είναι περισσότερα από τα ρούχα μας.  Το περσινό καλοκαίρι είχα μαζί μου και το δακτυλόγραφο μιας –αδημοσίευτης ακόμη- νουβέλλας του Γκόλτσου.  Όταν τελείωσα την ανάγνωση αναφώνησα, εις επήκοον όλης της συντροφιάς τέσσερις λέξεις, που συνοψίζουν την ύπατη λογοτεχνική κριτική: «ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ, Ο ΠΟΥΣΤΗΣ!!!»  Κυρίες και κύριοι, τα καλύτερα του Αντώνη Γκόλτσου έπονται,

Έχοντας την τύχη να συμμετέχω στην ΕΛΣΑΛ, μου δόθηκε η ευκαιρία αφενός μεν να συναναστρέφομαι μεγάλους συγγραφείς του είδους και αφετέρου να συνειδητοποιήσω ότι ποτέ, μα ποτέ, δεν θα γίνω μία απ’ αυτούς.  Ο σωστός συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, πρέπει να έχει εμμονές στο έργο του.  Π.χ. ο Ανδρέας Αποστολίδης έχει την πολιτική, ο Δημήτρης Μαμαλούκας τα αυτοκίνητα κι άλλες δέκα, ο Αντώνης Γκόλτσος τις γυναίκες με δερμάτινα πάνω σε μηχανές μεγάλου κυβισμού.  Υποψιάζομαι ότι, κάπου στο σπίτι, έχει τέτοιες φωτογραφίες και τις κοιτάζει κρυφά!  Εγώ, ως άνθρωπος, έχω πολλές εμμονές, άλλες διασκεδαστικές, άλλες άκρως ανησυχητικές, αλλά ως συγγραφέας καμία.  Το συγγραφικό μου μέλλον στην αστυνομική λογοτεχνία διαγράφεται ζοφερό…

Είχα σκοπό να τελειώσω απόψε διαβάζοντάς σας ένα απόσπασμα από το βιβλίο και συγκεκριμένα αυτό που αναφέρει τα τρία προαπαιτούμενα της συγγραφής.  Θα το ακούσετε αμέσως τώρα από τους αναγνώστες της βραδυάς.  Κάνω μόνο την διαπίστωση ότι αυτά τα τρία προαπαιτούμενα, στην περίπτωση Γκόλτσου και «ΑΦΙΕΡΩΣΗΣ» βρέθηκαν σ’ εξαιρετική συναστρία.

Κανονικά θα σταματούσα εδώ.  Δεν προτίθεμαι, όμως, να κλείσω αυτήν την ομιλία, χωρίς να πω κάτι σημαντικό.  Ξέρετε, στις παρουσιάσεις συγγραφέων και βιβλίων ισχύει ο άγραφος κανόνας «αν δεν έχεις κάτι καλό να πεις, μη μιλήσεις καθόλου».  Τον σεβάστηκα, γι αυτό κι ακούσατε μόνο καλά λόγια για τον Αντώνη από τα χείλη μου.  Όμως, πάντα στη ζωή μου πορεύτηκα με σημαία μου την αλήθεια, οπότε θα ήθελα να σας πω μιαν οδυνηρή αλήθεια για τον Αντώνη.  Είναι άτομο αδίστακτο, δεν ορρωδεί προ ουδενός.  Για να με πείσει να είμαι στο αποψινό πάνελ –είμαι εξαιρετική ομιλήτρια, βλέπετε, κι έχω μεγάλη ζήτηση.  Τις προάλλες έκανε ο Μαμαλούκας παρουσίαση εδώ και με ήθελε κι εκείνος, πολύ.  Με κέρδισε στα σημεία ο Πέτρος Τατσόπουλος που είχε τη μισή Αθήνα, ενώ εγώ μόνο τις δυτικές συνοικίες και τον Πειραιά.  Για να με πείσει, λοιπόν, μου έταξε ότι θα μου επιτραπεί να δαγκώσω τα μπουτάκια του Lucien και προτίθεμαι να απαιτήσω την «πληρωμή» μου αμέσως μετά το πέρας της εκδήλωσης.

Ευχαριστώ σας που με ακούσατε με τόση προσοχή».

Ομιλία στον ΙΑΝΟ, 02.06.2016

crime_and_punishment22

 

Κράτα το

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: