All That Jazz: Belva Gaertner και Beulah May Annan, οι φόνισσες του Σικάγο – II

•13/01/2018 • Σχολιάστε

Beulah Annan

Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Beulah Annan

Η Beulah May Sheriff γεννήθηκε στις 18 Νοέμβρη του 1899, στο Owensboro του Kentucky. Γονείς της ήταν η Mary Neel και ο John R. Sheriff. Στην ίδια πόλη γνώρισε και τον πρώτο της σύζυγο, τον λινοτύπη Perry Stephens. Σύντομα ο γάμος διαλύθηκε και η Beulah δημιούργησε σχέση με τον Albert «Al» Annan, έναν μηχανικό αυτοκινήτων.

Το ζευγάρι έφυγε για το Σικάγο, όπου και παντρεύτηκε στις 29 Μαρτίου του 1920. Ο Al βρήκε δουλειά σ’ ένα συνεργείο αυτοκινήτων και η Beulah εργαζόταν ως λογίστρια στο καθαριστήριο Tennant’s Model Laundry. Εκεί ήταν που συνάντησε τον Harry Kalstedt, με τον οποίο σύντομα ξεκίνησε σχέση.

Στις 3 Απριλίου του 1924, μέσα στο σπίτι της και στην συζυγική κρεβατοκάμαρα, η Beulah πυροβολεί τον Kalstedt στην πλάτη και τον σκοτώνει. Σύμφωνα με την αρχική της κατάθεση έπιναν κρασί, που είχε φέρει ο Kalstedt, και σε κάποιο σημείο λογομάχησαν. Πάνω στο κρεβάτι ήταν αφημένο ένα όπλο, το οποίο έσπευσαν και οι δύο να αρπάξουν. Το έπιασε πρώτη η Beulah και πυροβόλησε τον Kalstedt, ενώ φορούσε το παλτό και το καπέλο του.

Με τον αιμόφυρτο και βαριά τραυματισμένο Kalstedt στο πάτωμα του δωματίου, η Beulah έβαλε έναν δίσκο φοξ-τροτ στο πικάπ: ήταν το «Hula Lou», ένα κομμάτι του  Clarence M. Jones και μεγάλη επιτυχία της εποχής που παιζόταν σε όλα τα καμπαρέ, το οποίο άκουγε ξανά και ξανά για πάνω από τέσσερις ώρες, πίνοντας κοκταίηλς και παρακολουθώντας τον Kalstedt να αδειάζει από ζωή. Όταν, τελικά, εκείνος ξεψύχησε, η Beulah τηλεφώνησε στον άνδρα της και του είπε ότι είχε σκοτώσει έναν άνδρα «ο οποίος προσπάθησε να της κάνει έρωτα».

Τις ημέρες που ακολούθησαν, η Beulah άλλαξε την ιστορία της. Αρχικά ομολόγησε την δολοφονία, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε πως σκότωσε τον Kalstedt βρισκόμενη σε αυτοάμυνα, φοβούμενη πως θα την βιάσει. Σε μια μεταγενέστερη εκδοχή της των γεγονότων, ο Kalstedt της ανακοίνωσε πως η σχέση τους είχε τελειώσει και την εγκατέλειπε κι εκείνη, θυμωμένη, τον σκότωσε. Αυτή την εκδοχή υιοθέτησε και η κατηγορούσα αρχή, αποδίδοντας τα αίτια του φόνου στην έξαλλη ζήλια της Annan. Μετά από όλα αυτά, όταν η υπόθεση έφθασε στο δικαστήριο, ο τελικός ισχυρισμός της Beulah ήταν πως είπε στον Kalstedt ότι ήταν έγκυος, λογομάχησαν, ήρθαν στα χέρια κι όρμησαν αμφότεροι να πιάσουν το όπλο.

H Beulah στη δίκη της

Σε όλη τη διάρκεια αυτής της δοκιμασίας, ο Albert Annan στάθηκε στο πλευρό της γυναίκας του. Ξόδεψε όλες του τις οικονομίες για να της εξασφαλίσει τους καλύτερους δικηγόρους –συνήγορος υπεράσπισης της Beulah ήταν ο W. W. O’Brien– και ήταν δίπλα της καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης, η οποία κατέληξε με την αθώωση της κατηγορουμένης, στις 25 Μαΐου του 1924. Την επομένη ημέρα η Beulah ανακοίνωσε στους δημοσιογράφους: «άφησα τον άνδρα μου, είναι πολύ αργός». Τελικά, το ζευγάρι θα χωρίσει δυο χρόνια αργότερα, το 1926, με την Beulah να κατηγορεί τον Al για εγκατάλειψη.

Το 1927, και αφού το διαζύγιό της με τον Annan είχε οριστικοποιηθεί, η Beulah παντρεύτηκε τον μποξέρ Edward Harlib. Μετά από μόλις τρεις μήνες εγγάμου βίου, υπέβαλε αίτηση διαζυγίου, κατηγορώντας τον για σκληρότητα. Κατά τον δικαστικό συμβιβασμό, ο Harlib της κατέβαλε 5.000 δολλάρια, 70.000 με το σημερινό τους αντίστοιχο. Μετά και από το διαζύγιο με τον Harlib, ο τέταρτος γνωστός άντρας στη ζωή της Beulah ήταν ο Able Marcus.

Όμως η Beulah δεν θα ζήσει πολύ για να χαρεί τον καινούργιο της έρωτα. Τον επόμενο χρόνο –και συγκεκριμένα στις 10 Μαρτίου του 1928- η Beulah θα πεθάνει από φυματίωση, στο Fresh Air Sanatorium του Σικάγο, όπου νοσηλευόταν με το όνομα Beulah Stephens, χρησιμοποιώντας το επώνυμο του πρώτου της συζύγου. Είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από την απαλλαγή της για τον φόνο του Kalstedt και ήταν μόλις 28 χρονών.

Η σορός της επέστρεψε στη γενέτειρά της κι ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο Mount Pleasant Cumberland Presbyterian Church Cemetery, της Κομητείας Daviess του Kentucky. Στην ταφόπλακα, από λάθος, ως χρονολογία θανάτου της έχει αναγραφεί το 1927.

Παράρτημα

Δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο για το Σικάγο των ’20 άντρες να πεθαίνουν δολοφονημένοι από συζύγους κι ερωμένες. Η ζωή είχε ήδη πολύ μικρή αξία στην πρωτεύουσα των αμερικανών γκάνγκστερς και τα όπλα ήταν αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Αν σε αυτά προσθέσουμε και την υπερβολική κατανάλωση παντός είδους αλκοόλ, αντιλαμβανόμαστε πως δεν χρειάζονταν πολλά ώστε μια απλή συζήτηση – ή ακόμη και ερωτική συνεύρεση- να καταλήξει σε φόνο.

Από τα παραπάνω βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι κάποιος άλλος λόγος πρέπει να υπάρχει που το «Έγκλημα και Τιμωρία» καταπιάστηκε με δυο, απόλυτα κοινότοπες για την εποχή τους, ιστορίες γυναικών που δολοφόνησαν τους εραστές τους. Κι ο λόγος αυτός ακούει στο όνομα Maurine Dallas Watkins.

Maurine Watkins

Η Maurine Watkins γεννήθηκε στο Kentucky -όπου και διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα- και αποφοίτησε από γυμνάσιο της Indiana. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο Butler της ίδιας πολιτείας και στη συνέχεια μετέβη στην Massachusetts, προκειμένου να ακολουθήσει σπουδές πάνω στα Αρχαία Ελληνικά. Όμως έγινε δεκτή στο περίφημο Εργαστήρι Συγγραφής Θεατρικού Έργου του George Pierce Baker, στο Πανεπιστήμιο του Harvard, εργαστήρι από το οποίο αποφοίτησαν συγγραφείς όπως οι Eugene O’Neill και Thomas Wolfe.

Ο Baker ενθάρρυνε τους φοιτητές του να αναζητούν εμπειρίες και έμπνευση για τα θεατρικά τους έργα στον πραγματικό κόσμο και συνιστούσε την δημοσιογραφία ως μιαν εξαιρετική ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Η Maurine, ακολουθώντας τη συμβουλή του, έφυγε για το Σικάγο κι άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Chicago Tribune. Από αυτή της τη θέση, την οποία διατήρησε για επτά μήνες, κάλυψε τις υποθέσεις δολοφονίας καθώς και τις δίκες που ακολούθησαν, των Belva Gaertner και Beulah Annan.

Η Belva και η Beulah έρχονταν να προστεθούν σε μια μακριά σειρά γυναικών –ωραίων γυναικών- που αθωώθηκαν για δολοφονίες που είχαν διαπράξει. Μην ξεχνάμε πως στην εποχή το σώμα των ενόρκων απαρτιζόταν μόνο από άντρες, οι οποίοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως αυτά τα γλυκά και όμορφα θηλυκά που βρίσκονταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου, ήταν ικανά για βίαιες πράξεις. Τα κορίτσια, από την άλλη, έπαιξαν το ρόλο της θλιμμένης, ανυπεράσπιστης γατούλας με τόσο μεγάλη επιτυχία, ώστε οδήγησε στην αθώωσή τους.

Τα κείμενα της Maurine για τις δυο γυναίκες –τις οποίες η ίδια θεωρούσε απολύτως ένοχες- ήταν γλαφυρά γραμμένα, με βιτριολικό χιούμορ και ειρωνεία για το πώς ο υπόλοιπος τύπος, αλλά και το κοινό, αντιμετώπιζαν τα δυο «μωρά της Τζαζ»: ερωτοχτυπημένοι νεανίες κατέκλυζαν με γράμματα τη φυλακή όπου περίμεναν τις δίκες τους οι δυο γυναίκες, ενώ νέο-χειραφετημένες γυναίκες ξεχείλιζαν τα γραμματοκιβώτια των εφημερίδων με γράμματα συμπαράστασης. Η Maurine αποκαλούσε την Beulah «καλλονή των κελιών» και την Belva «πιο στιλάτη από τις φόνισσες».

Η Maurine είχε συναντήσει από κοντά τις δυο γυναίκες και τους είχε κάνει συνεντεύξεις. Σε μια από αυτές, όταν είπε ξεκάθαρα στην Belva ότι την θεωρούσε ένοχη, εκείνη της απάντησε: «Καμιά γυναίκα δεν μπορεί να ερωτευτεί άντρα τόσο πολύ, ώστε να τον σκοτώσει. Δεν αξίζει να χαραμίσει τη ζωή της, υπάρχουν τόσοι άλλοι τριγύρω. Ο Walter ήταν ένα παιδί, μόλις 29 χρονών, κι εγώ είμαι 38. Για ποιο λόγο να ανησυχούσα αν με αγαπούσε ή αν σκόπευε να με εγκαταλείψει; Τζιν και όπλα, αγαπητή μου, το καθένα μόνο του είναι αρκετά κακό, αλλά σε συνδυασμό μπορούν να σε βάλουν σε μεγάλους μπελάδες, σωστά;».

Στη συνέχεια η Maurine επέστρεψε να συνεχίσει τη μαθητεία της με τον Baker, ο οποίος στο μεταξύ είχε πάει στο πανεπιστήμιο του Yale. Για μια εργασία του εργαστηρίου ήταν που η Maurine έγραψε το θεατρικό της έργο «Chicago», με τις ιστορίες των δύο γυναικών. Η Belva Gaertner έγινε Velma Kelly, η Beulah Annan Roxie Hart, ο Albert Annan Amos Hart και οι δικηγόροι William Scott Stewart και W.W. O’Brien αποδόθηκαν στον σύνθετο χαρακτήρα του Billy Flynn (με τον O’Brien να πλησιάζει περισσότερο τον ήρωα).

Το έργο ανέβηκε στο Broadway στις 30 Δεκεμβρίου του 1926 και έγινε μεγάλη επιτυχία και περιόδευσε σε πολλές πόλεις. Στην παραγωγή του Los Angeles τον ρόλο του Amos Hart υποδύθηκε ο ακόμη άγνωστος Clark Gable, ενώ όταν το έργο ανέβηκε στο Chicago, η Belva Gaertner ήταν ανάμεσα στους θεατές της επίσημης πρεμιέρας. To 1927 γυρίστηκε μια βωβή ταινία σε παραγωγή Cecil B. DeMille με πρωταγωνίστρια την Phyllis Haver και το 1942 μια ομιλούσα με τίτλο «Roxie Hart» με την Ginger Rogers στον ομώνυμο ρόλο.

Το 1960 ο Bob Fosse πλησίασε την Maurine Watkins προκειμένου να ζητήσει τα δικαιώματα του έργου για να το διασκευάσει σε μιούζικαλ, αλλά εκείνη απέρριψε την προσφορά του. Μόνο μετά τον θάνατό της (από καρκίνο του πνεύμονα, το 1969) οι κληρονόμοι της θα πουλήσουν στον Fosse τα δικαιώματα. Το «Chicago: A Musical Vaudeville» ανέβηκε στο θέατρο το 1975, αναδιασκευάστηκε το 1997 και γυρίστηκε σε ταινία το 2002. Velma Kelly ήταν η Catherine Zeta-Jones, την Roxie Hart υποδύθηκε η Renée Zellweger, ενώ ο Richard Gere ενσάρκωσε τον δαιμόνιο Billy Flynn. H ταινία ήταν υποψήφια για δώδεκα όσκαρς και, τελικά, κέρδισε έξι από αυτά, κατά τη διάρκεια της 75ης Τελετής Απονομής Βραβείων Όσκαρ.

Πηγές

-Chicago Tribune (1924) άρθρα της Maurine Watkins
– Douglas Perry: The Girls of Murder City, Viking, 2010
-Wikipedia

Advertisements

All That Jazz: Belva Gaertner και Beulah May Annan, οι φόνισσες του Σικάγο – Ι

•06/01/2018 • 4 Σχόλια

Belva Gaertner και Beulah May Annan

Της Νίνας Κουλετάκη

Εισαγωγή

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’20, δύο είναι οι πιο χαρακτηριστικοί ήχοι που μπορούσε ν’ ακούσει ο καθένας στην πόλη του Σικάγο, στην Αμερική: η τζαζ, που ξεχυνόταν από τα νυχτερινά κέντρα και οι πυροβολισμοί στους δρόμους, ανάμεσα σε αντίπαλες συμμορίες γκάνγκστερς.

Το Σικάγο αντιμετώπιζε ένα κεφαλαιώδες πρόβλημα. Η οικονομική ολιγαρχία από τη μια και οι γκάνγκστερς από την άλλη, κυβερνούσαν τις αυστηρά οριοθετημένες περιοχές τους, με αποτέλεσμα ο αρχετυπικός «μέσος άνθρωπος» να μην νοιώθει –αλλά και πραγματικά να μην έχει- ασφάλεια πουθενά. Περνούσε τη ζωή του δουλεύοντας ολημερίς σε σκληρές, ψυχοφθόρες και χωρίς καμία ασφάλεια δουλειές και προσπαθούσε τις νύχτες να ξεκουράσει το σώμα του σε φρικτές κατοικίες βαριά υποβαθμισμένων περιοχών.

Η αντίδραση σε αυτές τις συνθήκες διαβίωσης που –αναπόφευκτα- ήρθε, είχε δυο εντελώς διαφορετικούς πόλους που οδήγησαν σε δυο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Στον ένα, η πολιτικά συνειδητοποιημένη εργατική τάξη, με πρωτεργάτες αναρχικούς ιταλούς μετανάστες, που χτυπά την ολιγαρχία με όλα τα μέσα, ακόμα και βίαια, και στον άλλο ο παραιτημένος και υποταγμένος στη μοίρα του μέσος άνθρωπος ο οποίος θεωρεί ότι το μόνο που χρειάζεται κάποιος για να βελτιώσει τη ζωή του είναι ένα όπλο. Όσο για βελτίωση και ποιότητα ζωής αυτό που έχει στο μυαλό του είναι τα καταγώγια της πόλης όπου ο ηδονισμός έχει βρει τον παράδεισό του. Μπορεί η ποτοαπαγόρευση να είχε ως στόχο το «καλό» του μέσου πολίτη, όμως η ποινικοποίηση του αλκοόλ δεν κατάφερε παρά να μεγαλώσει την αίγλη του και, φυσικά, την επιθυμία για αυτό. Πολύ γρήγορα άντρες και γυναίκες όλων των κοινωνικών τάξεων άρχισαν να συχνάζουν σε στέκια όπου μέχρι το πρωί κατανάλωναν παράνομο αλκοόλ και τζαζ μουσική, με αποτέλεσμα το σταδιακό ξήλωμα των ραφών του καθωσπρεπισμού και την ανάταση του πνεύματος –και όχι μόνο. Προσφιλής προτροπή ανάμεσα στις ελευθεριάζουσες νεαρές, γοητευτικές υπάρξεις της εποχής ήταν το «άρπαξε ένα κοκτέιλ κι έναν άντρα, γλύκα, αύριο μπορεί να είμαστε όλοι νεκροί».

Δύο άντρες και δύο γυναίκες θα δικαστούν για δολοφονίες τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’20. Οι άντρες είναι οι αναρχικοί ιταλοί μετανάστες Nicola Sacco και Bartolomeo Vanzetti οι οποίοι, σε μια δίκη που μπάζει νερά από παντού, θα κριθούν ένοχοι, θα καταδικαστούν σε θάνατο, θα φυλακιστούν και θα εκτελεστούν λίγα χρόνια αργότερα. Οι γυναίκες δεν είναι άλλες από τις Belva Gaertner και Beulah May Annan, που δικάστηκαν για τους φόνους των εραστών τους και αθωώθηκαν αμφότερες. Στο Σικάγο των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του ’20 η απόδειξη της ενοχής σου είχε να κάνει με το αν ήσουν αναρχικός μετανάστης ή όμορφη, αμερικανίδα flapper (έτσι αποκαλούσαν τις όμορφες, νεαρές γυναίκες που ακολουθούσαν τη μόδα και περνούσαν τις νύχτες τους στα καμπαρέ της πόλης, ζώντας έξω από κάθε κοινωνική σύμβαση της εποχής). Και μιας για τους Nicola Sacco και Bartolomeo Vanzetti έχω προ πολλού γράψει εδώ κι εδώ, σήμερα θα ασχοληθώ με τα κορίτσια απ’ το Σικάγο. Δυο κορίτσια που δεν διέφεραν πολύ από τα υπόλοιπα της εποχής τους. Ας μην ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στην Αμερική, στις αρχές της δεκαετίας του ’20, που μόλις έχει αρχίσει να βρυχάται. Η γυναικεία εργασία μπαίνει δυναμικά στη σκηνή, καθώς τα καταστήματα, τα γραφεία και τα εργοστάσια χρειάζονται γυναίκες να χαμογελούν γοητευτικά στους πελάτες, να στενογραφούν και να δακτυλογραφούν εμπορικές επιστολές, να ράβουν και να χειρίζονται μηχανές αντίστοιχα. Και υπήρχαν και τα καμπαρέ και τα παράνομα μπαρ τα οποία, επίσης χρειάζονταν τις γυναίκες για να τραβήξουν τους άντρες εκεί, εργαζόμενες ως τραγουδίστριες, χορεύτριες ή σερβιτόρες. Αρκούσε ένα κορίτσι να «δείξει δέρμα» κατά την εκτέλεση ενός τραγουδιού ή χορευτικού νούμερου, ή να σερβίρει ποτά και να κρατά τον ταβλά με τα τσιγάρα, περιφερόμενη ανάμεσα στους πελάτες με μιαν αποκαλυπτική «στολή εργασίας», για να μεταμορφωθεί από φτωχό και τρομαγμένο πλάσμα σε πλούσια και εξωστρεφή αρτίστα. Σαν τις Belva και Beulah.

Belva Gaertner

Belva Gaertner

Η Belva Eleanora Boosinger γεννήθηκε στο Litchfield, Illinois στις 14 Σεπτέμβρη του 1884. Γονείς της ήταν η Mary Jane Clark και ο Charles M. Boosinger. Αναζητώντας την ανεξαρτησία της από την πατρική στέγη αλλά και την γρήγορη οικονομική αποκατάσταση, η Belva άρχισε να εργάζεται σε διάφορα καμπαρέ, τραγουδώντας και χορεύοντας. Χρησιμοποιούσε το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Belle Brown και πολύ νωρίς έκανε τον πρώτο της γάμο με κάποιον κ. Overbeck.

Στα 33 της, το 1917, παντρεύτηκε τον William Gaertner, έναν πλούσιο βιομήχανο, 20 χρόνια μεγαλύτερό της. Ο γάμος έγινε στο Crown Point της Indiana, αλλά μόλις πέντε μήνες αργότερα ο Gaertner κατέθεσε αίτηση ακύρωσής του, ισχυριζόμενος ότι ο γάμος της Belva με τον Overbeck ήταν ακόμη σε ισχύ, καθώς το διαζύγιό τους δεν είχε οριστικοποιηθεί. Η αίτησή του έγινε δεκτή και το ζευγάρι χώρισε, για να ξαναπαντρευτεί, όμως, αργότερα για δεύτερη φορά. Και πάλι ο γάμος δεν ήταν επιτυχής καθώς, όταν λίγα χρόνια αργότερα η Belva θα ήταν κατηγορούμενη για φόνο, θα είχε ήδη χωρίσει από τον Gaertner.

Στις 11 Μαρτίου του 1924 η 40χρονη ήδη, αλλά πάντα γοητευτική Belva, κατηγορήθηκε ότι πυροβόλησε και σκότωσε τον εραστή της Walter Law, παντρεμένο και πατέρα ενός παιδιού. Ο Law βρέθηκε ξαπλωμένος στο μπροστινό κάθισμα του αυτοκινήτου της Belva, με ένα μπουκάλι τζιν κι ένα περίστροφο δίπλα του. Όταν οι αστυνομικοί αναζήτησαν την Gaertner, την βρήκαν στο διαμέρισμά της, με μια στοίβα, μουλιασμένα στο αίμα ρούχα, σωριασμένα στο δάπεδο. Παραδέχτηκε αμέσως πως ήταν μεθυσμένη και πως βρισκόταν στο αυτοκίνητο με τον Law οδηγώντας, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί κάτι άλλο. Είχαν περάσει τη βραδυά μαζί, τριγυρνώντας από μπαρ σε μπαρ και πίνοντας. Όσο για το όπλο, η Belva ισχυρίστηκε πως το κουβαλούσε για προστασία, καθώς φοβόταν μην την ληστέψουν.

Η Belva Gaertner στο κελί της

Στις 12 Μαρτίου του 1924 η Belva συνελήφθη για την δολοφονία του Law, προφυλακίστηκε και παραπέμφθηκε σε δίκη. Συνήγορος υπεράσπισής της ανέλαβε ο William Scott Stewart.

Ένας από τους συναδέλφους του Law κατέθεσε ότι, όπως του είχε εμπιστευθεί ο ίδιος, η Belva ήταν μια κτητική ερωμένη, η οποία τον είχε απειλήσει με μαχαίρι όταν εκείνος προσπάθησε να θέσει τέλος στη σχέση τους. Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο Law φοβόταν ότι, κάποια μέρα, η Belva θα τον σκότωνε.

Η υπεράσπιση της Belva ήταν ότι πιθανότατα ο Law είτε είχε αυτοκτονήσει, είτε είχε αυτοπυροβοληθεί κατά λάθος με το όπλο της. Το αξιοπερίεργο είναι ότι αυτή η τόσο ισχνή υπερασπιστική πολιτική, έπεισε το σώμα των ενόρκων (που νομίζω αξίζει να σημειωθεί αποτελούνταν μόνο από άνδρες, γοητευμένους ήδη από την Belva), το οποίο και την αθώωσε πανηγυρικά τον Ιούνιο του 1924.

Η Belva Gaertner στην δίκη της

Έναν χρόνο μετά την αθώωσή της, το 1925, η Belva παντρεύτηκε για τρίτη φορά με τον William Gaertner. Στις 5 Ιουλίου του 1926 ο William ισχυρίστηκε ότι η σύζυγός του απείλησε να τον δολοφονήσει, όταν την συνέλαβε επ’ αυτοφόρω με έναν άλλον άνδρα. Κατέθεσε αγωγή διαζυγίου, ισχυριζόμενος ότι η Belva ήταν βίαιη και αλκοολική. Αργότερα την ίδια χρονιά, τον Νοέμβριο, η Belva συνελήφθη να οδηγεί μεθυσμένη και καταδικάστηκε. Παρά τις φασαρίες η Belva και ο William παρέμειναν παντρεμένοι.

Το 1930 το ζευγάρι πήγε στην Ευρώπη, όπου και παρέμεινε μέχρι το ξέσπασμα του πολέμου, οπότε και επέστρεψε στην Αμερική, στο Wilmette του Illinois. Ο William πέθανε εκεί στις 2 Δεκεμβρίου του 1948 και η Belva εγκαταστάθηκε στην Pasadena της California και έζησε τα υπόλοιπα 27 χρόνια της ζωής της με την αδελφή της, Ethel Kraushaar. Πέθανε από φυσικά αίτια στις 14 Μαΐου του 1965, σε ηλικία 81 ετών.

Συνεχίζεται

Rendez-vous… του χρόνου!

•08/10/2017 • 9 Σχόλια

Λόγω πολλών και διαφορετικών υποχρεώσεων, το «Έγκλημα και Τιμωρία» θα είναι μαζί σας με τη νέα χρονιά.

Μέχρι τότε να σας προσέχετε…

11 χρόνια «Έγκλημα και Τιμωρία»…

•19/08/2017 • 3 Σχόλια

107228979_o…και συνεχίζουμε να μετράμε…

crime_and_punishment

Καλό Καλοκαίρι!!!

•27/05/2017 • 1 σχόλιο

6784a68c607e216675cd86e1c1a7a62fΦέτος οι καλοκαιρινές διακοπές του «Έγκλημα και Τιμωρία» θα κρατήσουν τρεις ολόκληρους μήνες, για τους εξής, σημαντικούς, λόγους:

-Παντρεύουμε παιδί κι έχουμε δουλειές!

-Γράφουμε βιβλίο κι έχουμε φόρτο εργασίας!

-Έτσι γουστάρουμε!

Να έχετε ένα απίθανα τρομακτικό καλοκαίρι, λοιπόν.  Εμείς θα τα ξαναπούμε στις 2 του Σεπτέμβρη, με την καθιερωμένη διακοπή της 19ης Αυγούστου, για τον εορτασμό των 11ων γενεθλίων του blog.

Να περάσετε υπέροχα!!!

crime_and_punishment

Νταβίντ, Ο θάνατος του Μαρά (1793)

•20/05/2017 • 2 Σχόλια
Ζακ Λουί Νταβίντ, Ο Θάνατος του Μαρά - 1793

Ζακ Λουί Νταβίντ, Ο Θάνατος του Μαρά – 1793

Γιώργος Ρόρρης, Ζωγράφος

Θάνατος του Μαρά δικαίως μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα πιο γνωστά έργα τέχνης της περιόδου της Γαλλικής Επανάστασης. Ο δημιουργός του, Ζακ-Λουί Νταβίντ (Jacques-Louis David), είχε ταχθεί με το μέρος των επαναστατών και ήταν φίλος του φονευθέντος. Είχε δε επισκεφθεί τον Μαρά την παραμονή του θανάτου του και κρατούσε ζωντανή την ανάμνηση του λιτού δωματίου του επαναστάτη, μέλους της Λέσχης των Ιακωβίνων και εκδότη της εφημερίδας Ο φίλος του λαού. Ας δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά τα πρόσωπα του ιστορικού δράματος και της αναπαράστασής του.

Οι πρωταγωνιστές: Μαρά, Κορντέ, Νταβίντ

Ο Ζαν-Πωλ Μαρά (Jean-Paul Marat, 1743-1793), ο επιλεγόμενος απλώς Μαρά, υπήρξε εκ των ιθυνόντων της Γαλλικής Επανάστασης, συγκεντρώνοντας στο πρόσωπό του λατρεία και μίσος. Πολυταξιδεμένος, αγγλομαθής και με μια σχετική ιατρική μόρφωση, έγραψε επιστημονικές πραγματείες αλλά και αρκετά πολιτικά κείμενα (για τη δουλεία και τη νομοθεσία για τους παραβάτες του νόμου) στα οποία λαμβάνει θέση ακραία πολιτική για τις συνθήκες της εποχής. Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1783, εκδίδει μια εφημερίδα που γρήγορα παίρνει το όνομα Ο φίλος του λαού. Είναι μέλος της «Λέσχης των Κορδελιέρων» και μέσω της εφημερίδας ζητά τη δίκη και τη θανατική καταδίκη του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ και της Μαρίας Αντουανέτας μετά τη σύλληψή τους στη Βαρέν, ενώ προσπαθούσαν να εγκαταλείψουν την Γαλλία. Μετά τα γεγονότα της 10ης Αυγούστου 1792, γίνεται μέλος της διοίκησης της Κομμούνας του Παρισιού και με το ψευδώνυμο πλέον «Ο φίλος του λαού» γίνεται εκπρόσωπος του Παρισιού στη Συμβατική. Όπως ήταν αναμενόμενο, συντάσσεται με τους Ορεινούς, και μάλιστα βρίσκει θέση στα υψηλά έδρανά τους. Από τη θέση αυτή, ψήφισε υπέρ του αποκεφαλισμού του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ και ήταν ένας από τους πλέον δριμείς και εχθρικούς αντιπάλους των μετριοπαθών Γιρονδίνων, που έπεσαν μετά τα αιματηρά γεγονότα των αρχών Ιουνίου του 1793. Λίγες μέρες αργότερα, στις 8 το βράδυ της 13ης Ιουλίου, δολοφονήθηκε με στιλέτο από τη Σαρλότ Κορντέ. Η δολοφονία του Μαρά προκάλεσε μεγάλη έξαψη και συγκίνηση. Αμέσως θεωρήθηκε μάρτυρας και δεκάδες προτομές του στήθηκαν σ’ όλη την χώρα. Δρόμοι και πλατείες πήραν το όνομα του Μαρά και πολλά παιδιά βαφτίστηκαν Μαρά. Κρίθηκε ότι έπρεπε η σωρός του να μπει στο Πάνθεον, όπως και έγινε τον Σεπτέμβριο του 1794, παίρνοντας τη θέση που κατείχε έως τότε η σωρός του Μιραμπώ (Mirabeau). Αυτός όμως ο ενθουσιασμός δεν είχε μεγάλη διάρκεια. Στις αρχές του 1795, τα λείψανά του βγήκαν από το Πάνθεον και θάφτηκαν κάπου στη Μονμάρτη. Σιγά-σιγά, το όνομά του άρχισε να προφέρεται μετά βδελυγμίας, και ο «φίλος του λαού» μετετράπη σε «τέρας».

Ζαν Ζακ Χάουερ, Ο Θάνατος του Μαρά, 1864

Ζαν Ζακ Χάουερ, Ο Θάνατος του Μαρά, 1864

Η Marie-Anne Charlotte de Corday d’Armont (1768-1793), πιο γνωστή ως Σαρλότ Κορντέ, γεννήθηκε στην Καέν της Νορμανδίας. Η οικογένειά της, μια παλιά αριστοκρατική οικογένεια, είχε ξεπέσει. Σπούδασε σε σχολείο Καλογραιών στην Καέν. Εξ αρχής δύσπιστη απέναντι στις ακρότητες της Επανάστασης, τάχθηκε με τις θέσεις των Γιρονδίνων, καθώς είδε τα δυο της αδέλφια να παραιτούνται από τον στρατό και να ξενιτεύονται. Συντηρητική και με μετριοπαθείς θέσεις, παρίσταται στην άφιξη 18 Γιρονδίνων βουλευτών που είχαν εξοριστεί και τους ακούει να στιγματίζουν την τυραννία του Ροβεσπιέρου και του Μαρά. Εγκαταλείπει την Καέν στις 11 Ιουλίου, έχοντας κατά νου να δολοφονήσει τον Μαρά, εκλαμβάνοντάς το σαν αποστολή της. Αρχικά λογάριαζε να διαπράξει τη δολοφονία μέσα στην Συμβατική – κάτι που θα ήταν άκρως θεαματικό, αν συνέβαινε. Ο Μαρά όμως δεν έβγαινε πια από το σπίτι του: βρισκόταν τις περισσότερες ώρες της μέρας καθισμένος μέσα στην περίφημη μπανιέρα του, λόγω μιας θεραπείας που ήταν υποχρεωμένος να κάνει για να ανακουφίζεται από ένα χρόνιο έκζεμα. Με πρόσχημα αποκαλύψεις που έφερνε για προδότες Γιρονδίνους, η Κορντέ κατάφερε να γίνει δεκτή στο σπίτι του Μαρά, δολοφονώντας τον στην μπανιέρα του. Μετά τη δολοφονία, η Κορντέ δικάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες και αποκεφαλίστηκε στην γκιλοτίνα στις 17 Ιουλίου. Αντιμετώπισε την όλη διαδικασία της μεταφοράς της στο ικρίωμα και της εκτέλεσής της με πρωτοφανή ψυχραιμία και θάρρος. Στάθηκε όρθια πάνω στην άμαξα που τη μετέφερε από τις φυλακές στην Πλατεία της Επανάστασης, φορώντας ένα κόκκινο πουκάμισο, και ζήτησε να της επιτρέψουν να δει την γκιλοτίνα γιατί δεν την είχε δει ποτέ. Μετά τον αποκεφαλισμό της, ο βοηθός του δημίου σήκωσε το κεφάλι της στο πλήθος και το χαστούκισε, προκαλώντας αρνητικές αντιδράσεις, μέχρι σημείου κάποιοι να ισχυριστούν πως είδαν το μάγουλό της να κοκκινίζει.

Ζαν Ζοζέφ Βεερτς, Η Δολοφονία του Μαρά, 1880

Ζαν Ζοζέφ Βεερτς, Η Δολοφονία του Μαρά, 1880

Ο Ζακ-Λουί Νταβίντ (Jacques-Louis David, 1745-1825), πιο γνωστός με το επώνυμό του, Νταβίντ, ήταν ο ζωγράφος που συνέδεσε το όνομά του με την Γαλλική Επανάσταση περισσότερο από κάθε άλλον. Βεβαίως, πρωτίστως μιλάμε για ένα μεγάλο ζωγράφο, εκ των θεμελιωτών του νεοκλασικισμού. Στον βαθμό που μας ενδιαφέρει όμως, περιοριζόμαστε στην σχέση του με την Επανάσταση και ειδικότερα με τον Μαρά. Εμπνεόμενος λοιπόν από επαναστατικό φρόνημα, ζωγραφίζει τον Όρκο του Σφαιριστηρίου, θέλοντας να απαθανατίσει τη ζωντανή εξέλιξη της ιστορίας που λάμβανε χώρα μπροστά στα μάτια του. Το ρεύμα στο οποίο ανήκε κρίνεται επίσης από τα θέματα της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής ιστορίας που τον απασχολούσαν έως το 1789, όταν και αρχίζει να λαμβάνει μέρος ενεργό στη δίνη των γεγονότων. Η επιτυχία αυτού του πίνακα τον καθιστά μέλος της Συμβατικής, όπου αναλαμβάνει και ρόλο οργανωτή δημοσίων θεαμάτων και γιορτών. Υπερψηφίζει τη θανατική καταδίκη του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ και ζωγραφίζει αλλεπάλληλα πορτρέτα των επαναστατών. Το 1793 γίνεται πρόεδρος της Συμβατικής και μέλος της Επιτροπής Γενικής Ασφάλειας. Μέλος των Ορεινών, μπήκε φυλακή μετά την πτώση και τον αποκεφαλισμό του Ροβεσπιέρου.

Μ.Φ Τόμας, Η Σαρλότ Κορντέ ανακρίνεται στο κελί της, 1836

Μ.Φ Τόμας, Η Σαρλότ Κορντέ ανακρίνεται στο κελί της, 1836

Ο πίνακας

Πριν μιλήσουμε για τον πίνακα του Νταβίντ, πρέπει να αναφέρουμε ότι δεν είναι ο μόνος που ζωγραφίστηκε με αφορμή το συγκεκριμένο ιστορικό συμβάν. Κάθε άλλο μάλιστα: τουλάχιστον επτά σχετικοί πίνακες ζωγραφίστηκαν τον 18ο και τον 19ο αιώνα, χωρίς να συνυπολογίζουμε τα πολλά πορτρέτα της Κορντέ. Αμέσως μετά τη δολοφονία στο Σαλόν τον Αύγουστο του 1793, ο Ζαν-Ζακ Χάουερ (Jean-Jacques Hauer) παρουσίασε την πρώτη ζωγραφική αναπαράσταση του θανάτου του Μαρά. Ευρισκόμενος πολύ κοντά στην κατοικία του θύματος, μπόρεσε να πληροφορηθεί από αυτόπτη μάρτυρα τα της σκηνής, κι έτσι έχουμε μια πρώτη εικόνα μάλλον απλοϊκής προσέγγισης, σημαντική όμως γιατί παρουσιάζει όλα τα στοιχεία που αργότερα χρησιμοποίησαν άλλοι ζωγράφοι: το στιλέτο με τη μαύρη λαβή που η Κορντέ είχε αγοράσει τη μέρα της δολοφονίας, το μαύρο ψηλό της καπέλο και το λευκό της φόρεμα, καθώς και την περίφημη μπανιέρα. Έκτοτε, όπως προαναφέραμε, το θέμα γνώρισε πολλές ζωγραφικές αναπαραστάσεις. Οι περισσότερες απεικονίζουν μαζί το θύμα και τη δολοφόνο. Κανείς δεν δείχνει την πράξη εν τη τελέσει της, αλλά λίγες στιγμές αργότερα, π.χ. τα δευτερόλεπτα που μεσολαβούν έως την ανακάλυψη του εγκλήματος (πίνακας του Paul Baudry) ή την εισβολή των μαινόμενων Αβράκωτων, έτοιμων να λυντσάρουν τη δολοφόνο. Οι περισσότεροι από αυτούς τους πίνακες επιλέγουν να αποτελέσουν ιστορική μαρτυρία και γι’ αυτό καταφεύγουν στον νατουραλισμό: ίχνη πάλης, αναστάτωσης κλπ.

Πωλ Ζακ Eμέ Μποντρί, Σαρλότ Κορντέ, 1860

Πωλ Ζακ Eμέ Μποντρί, Σαρλότ Κορντέ, 1860

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν συμβαίνει στον πίνακα του David. Ουδεμία νύξη πάλης, ουδέν ίχνος αγωνίας, η δε δολοφόνος έχει εξοβελιστεί στη λήθη. Ο πίνακας δεν αποσκοπεί να μιλήσει στενά για τη δολοφονία. Αποβλέπει στο να καταστήσει τη μορφή και τη μνήμη του Μαρά ιδεώδεις, να τις αναγάγει στο επίπεδο του συμβόλου.

Ας δούμε πως εργάζεται ο Νταβίντ. Κατ’ αρχάς, αποφασίζει να μη σεβαστεί τόσο την νατουραλιστική εκδοχή και τη συνακόλουθη προσκόλληση του έργου στον ιστορικό χρόνο του γεγονότος. Έτσι ο πίνακας υποβαθμίζεται σε στιγμιότυπο, ντοκουμέντο δηλαδή. O Νταβίντ δεν ακολουθεί αυτή την οδό. Επιλέγει την οδό της αυστηρής λιτότητας, αφαιρώντας ο,τιδήποτε είναι πιθανόν να υπήρχε στην κάμαρα του θύματος. Ξέρουμε ότι ο Μαρά είχε πάντα μαζί του δύο πιστόλια, ο τοίχος του δωματίου του ήταν διακοσμημένος με έναν χάρτη της Γαλλίας και τον κάλυπτε ταπετσαρία. Τίποτα από αυτά δεν κρατά ο Νταβίντ. Συνθέτει την εικόνα τοποθετώντας τις μορφές στο κάτω μισό του πίνακα, ενώ το υπόλοιπο μισό το καλύπτει ο άδειος σκοτεινός χώρος, η σιωπή που καθιστά τη μορφή του νεκρού και το ξύλινο κιβώτιο στο πρώτο πλάνο ακόμη πιο εμφανή. Η μορφή στρέφεται προς τον θεατή άμεσα, ήρεμη, γαλήνια, με μια υποψία χαμόγελου στα χείλη. Οι μόνες ενδείξεις της κατάστασής του είναι η μαχαιριά και το αίμα στο δεξί του στήθος, καθώς και το στιλέτο, εδώ με φιλντισένια λαβή, διακριτικά ζωγραφισμένο στο κάτω μέρος: αυτό είναι και το μόνο στοιχείο της δολοφόνου. Ο πίνακας εξιδανικεύει στο πρόσωπο του Μαρά τον καινούριο άνθρωπο που δημιουργούσε η Επανάσταση: έναν άνθρωπο ήρεμο και σταθερό, ένα φωτεινό πρότυπο. Ο πίνακας απευθύνεται στο μέλλον. Η λιτότητα του χώρου όμως θέλει να τονίσει και κάτι άλλο: την ηθική ανωτερότητα του θύματος, την πενία και την εγκράτειά του. Όπως προαναφέραμε, λίγα πράγματα υπήρχαν στην κάμαρα του Μαρά, όπως π.χ. τα δύο όπλα του. Ο Νταβίντ επιθυμεί ο εκδότης, λόγιος και δημοσιογράφος Μαρά να κρατά το δικό του μοναδικό όπλο: την πένα. Αυτή η πένα, μαζί με το μελανοδοχείο και τα δύο σημειώματα, είναι οι ελάχιστες λεπτομέρειες που μιλούν δυνατά για την ιδιότητα του θύματος.

Ζακ Λουί Νταβίντ, Ο Θάνατος του Μαρά - λεπτομέρεια, 1793

Ζακ Λουί Νταβίντ, Ο Θάνατος του Μαρά – λεπτομέρεια, 1793

Ας δούμε τα χειρόγραφα σημειώματα. Και τα δύο είναι της Κορντέ, και είναι παραπλανητικά. Αυτό που κρατά στο χέρι το θύμα, και που πιθανόν διάβαζε την ώρα της δολοφονίας, γράφει: «13 Ιουλίου 1793. Η Μαρί-Αν Σαρλότ Κορντέ στον Πολίτη Μαρά. Θα ‘πρεπε να ‘μαι πολύ δυστυχισμένη για ν’ αξίζω την καλοσύνη σας». Το άλλο, ακουμπισμένο πάνω στο ξύλινο καφάσι δίπλα στο μελανοδοχείο, έχει πάνω του έναν ασινιάτο, το νόμισμα που κυκλοφόρησε την περίοδο 1793-1796. Γράφει: «Να δώσετε αυτό το νόμισμα σε αυτή τη μάνα των 5 παιδιών που ο άντρας της πέθανε για την υπεράσπιση της Πατρίδας». Αν το βλέμμα μας κατέβει λίγο πιο κάτω, στην μπροστινή πλευρά του καφασιού, διαβάζουμε με κεφαλαία και φροντισμένα γράμματα: «Στον Μαρά», και από κάτω: Νταβίντ. Υπογράφοντας έτσι, ο ζωγράφος συνδέεται εσαεί με τον Ήρωα. Στις 14 Οκτωβρίου 1793, ο Νταβίντ ανακοινώνει στην ολομέλεια της Συμβατικής ότι ο πίνακας έχει τελειώσει. Αυτό δείχνει ότι ο πίνακας ζωγραφίστηκε κατά το τρίμηνο αμέσως μετά τη δολοφονία, δηλαδή μέσα στη μεγάλη πολιτική, κοινωνική και συνακόλουθα ψυχική ένταση των ημερών. Ο πίνακας ζωγραφίστηκε εν θερμώ. Αυτό κάνει, κατά τη γνώμη μου, το αποτέλεσμα ακόμη πιο εντυπωσιακό.

Ζοζέφ Ροκ, Ο θάνατος του Μαρά, 1793

Ζοζέφ Ροκ, Ο θάνατος του Μαρά, 1793

Ένα στοιχείο θρησκευτικού συναισθήματος ανιχνεύεται στον πίνακα. Ο Νταβίντ δεν ζωγράφισε θρησκευτικές σκηνές. Ήταν μεγάλος ζωγράφος όμως και ενστικτωδώς οδηγήθηκε στην ιεροποίηση του θέματός του. Για παράδειγμα, έχει παρατηρηθεί από πολλούς μελετητές η μεγάλη σχέση ανάμεσα στην πόζα, και ιδιαίτερα στο πεσμένο, κρεμασμένο χέρι του θύματος, και τη θέση του χεριού του Χριστού στο αριστούργημα του Καραβάτζο Η Ταφή του Χριστού, που βρίσκεται στο μουσείο του Βατικανού. Αυτό έκανε τον Ρεζίς Μισέλ (Regis Michel) να χαρακτηρίσει τον πίνακα «Πιετά των Αβράκωτων». Η αμεσότητα δε με την οποία στρέφεται προς τον θεατή με οδηγεί στην όλως αυθαίρετη, και ελπίζω συγχωρητέα, σύνδεση του πίνακα με την εικόνα Ecce Homo («Ίδε ο άνθρωπος») της Αναγέννησης και του Μπαρόκ.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Τhe Art of Crime», τ. Νοεμβρίου 2016

crime_and_punishment

Υπόθεση Στέλλας Σπυριδάκη: έρωτας δολοφόνος

•13/05/2017 • Σχολιάστε
Στέλλα Σπυριδάκη

Στέλλα Σπυριδάκη

Της Νίνας Κουλετάκη

Αθήνα, Νέα Σμύρνη, 28 Μαΐου 1997, ώρα περίπου 4.30’ το πρωί. Ο Γιώργος και η Άννα Βαπορίδη πετάγονται έντρομοι από το κρεβάτι τους, καθώς τους έχουν ξυπνήσει απανωτοί πυροβολισμοί.  Βγαίνουν προσεκτικά στον κήπο, από το ισόγειο του σπιτιού όπου κατοικούν στην οδό Πισιδίας 7, για να αντικρύσουν αιμόφυρτη στο χώμα την ενοικιάστριά τους Στέλλα Σπυριδάκη, 44 ετών. «Πού βρίσκομαι; Τα παιδιά μου, πού είναι τα παιδιά μου; Κάποιος με έριξε από το μπαλκόνι. Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο», ψιθυρίζει η τραυματισμένη γυναίκα και χάνει τις αισθήσεις της.  Το ζευγάρι ειδοποιεί ασθενοφόρο και την αστυνομία.

Η γυναίκα μεταφέρεται με το ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο «Eρυθρός Σταυρός», ενώ ο πρώτος αστυνομικός που μπαίνει στο διαμέρισμα της οικογένειας παθαίνει σοκ: σφηνωμένο πίσω από την πόρτα, που άνοιξε με δυσκολία, αντίκρυσε μέσα στα αίματα το πτώμα ενός 18χρονου αγοριού. Προχώρησε στη μια κρεβατοκάμαρα και το θέαμα που αντίκρυσε του έκοψε την ανάσα. Στο δωμάτιο κοντά στην μπαλκονόπορτα κοιτόταν νεκρή μια νεαρή κοπέλα με το πρόσωπο παραμορφωμένο και γεμάτο αίματα. Πεσμένος στο πάτωμα, με το κεφάλι του να ακουμπάει πάνω στην κοπέλα, κοιτόταν νεκρός ένας άνδρας. Κάλυκες διάσπαρτοι στο πάτωμα και σφαίρες σφηνωμένες στους τοίχους συμπλήρωναν το σκηνικό της βίας και του αίματος.  Για να αντιληφθούμε τι οδήγησε σε αυτό το θέατρο καταστροφής, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Το μπαλκόνι του σπιτιού της οικογένειας Σπυριδάκη

Το μπαλκόνι του σπιτιού της οικογένειας Σπυριδάκη

Η Στέλλα Σπυριδάκη ζούσε στον πάνω όροφο της διπλοκατοικίας των Βαπορίδη τους τελευταίους 14 μήνες, μαζί με τα δυο της παιδιά, την 23χρονη Ιωάννα και τον 18χρονο Λευτέρη.  Είχε χωρίσει τον σύζυγό της Πέτρο Σπυριδάκη από το 1993 κι εκείνος είχε μεταναστεύσει στην Αμερική, αφήνοντας πίσω του χρέη και ακάλυπτες επιταγές.  Η Στέλλα ήταν μια πετυχημένη επαγγελματίας που διατηρούσε δύο καταστήματα με ρούχα, ένα στην Νέα Σμύρνη κι ένα στην Καλλιθέα. Η κόρη της Ιωάννα εργαζόταν μαζί της στο μαγαζί, ενώ ο Λευτέρης ήταν μαθητής της Γ’ Λυκείου: μόλις είχε επιστρέψει στο σπίτι του από την πενθήμερη εκδρομή του σχολείου.  Η  Ιωάννα ήταν αρραβωνιασμένη και σε δύο μήνες επρόκειτο να γίνει ο γάμος της.

Δημήτρης Κίτσος

Δημήτρης Κίτσος

Το 1995 η Στέλλα Σπυριδάκη γνώρισε τον 30χρονο Δημήτρη Κίτσο, έμπορο πυροσβεστικών ειδών.  Ο έρωτάς τους ήταν κεραυνοβόλος και θυελλώδης και γρήγορα έκαναν σχέση.

Όλα πήγαιναν καλά στην αρχή. Τα πρώτα σύννεφα άρχισαν εξαιτίας της παθολογικής ζήλειας του Δημήτρη Κίτσου. Την πίεζε ασφυκτικά. Δεν την άφηνε σε ησυχία, όπως κατέθεσαν στην αστυνομία στενοί συγγενείς της άτυχης Στέλλας. Κάθε λίγο της τηλεφωνούσε στο μαγαζί και στο σπίτι της για να μάθει πού βρίσκεται. Ήθελε να ξέρει όλες τις κινήσεις της και γινόταν φορτικός. Η κατάσταση είχε αρχίσει να γίνεται αφόρητη για τη Στέλλα. Συχνές ήταν οι σκηνές ζηλοτυπίας που κατέληγαν σε καβγάδες. Κάποιες φορές την είχε χτυπήσει. Όσο περνούσε ο καιρός η κατάσταση χειροτέρευε. Πριν από λίγους μήνες μάλιστα, σε μια τέτοια σκηνή ζηλοτυπίας, ο Κίτσος της επιτέθηκε και λίγο έλειψε να την πνίξει.

Η Στέλλα Σπυριδάκη δεν μπορούσε πια να ανεχθεί την παθολογική του ζήλεια. Όταν της ζήτησε να τον παντρευτεί, αυτή αρνήθηκε. Αυτός όμως συνέχισε να την πιέζει. Η γυναίκα ήθελε να διακόψουν τη σχέση τους. Είχε αρχίσει να τον φοβάται καθώς την είχε απειλήσει αρκετές φορές. Τα παιδιά της ανησυχούσαν και αυτά πολύ. Ένα κλίμα φόβου υπήρχε τους τελευταίους μήνες στην οικογένεια, το οποίο είχε γίνει αντιληπτό από φίλους και συγγενείς.

Ιωάννα Σπυριδάκη

Ιωάννα Σπυριδάκη

Τελικά, τον Μάιο του 1997 η Στέλλα Σπυριδάκη πήρε την απόφαση να χωρίσουν επειδή δεν άντεχε άλλο τη ζήλεια του. Το απόγευμα της παραμονής των φόνων, ο Δημήτρης Κίτσος τηλεφώνησε στο μαγαζί της. Ήταν μπροστά και η κόρη της. «Θελω να χωρίσουμε. Δεν μπορώ άλλο. Αυτή είναι η απόφασή μου. Μη με ξαναενοχλήσεις», του είπε η Στέλλα. «Μόνο νεκρή…» ήταν η απάντηση του Δημήτρη Κίτσου και έκλεισε το τηλέφωνο. Λίγο αργότερα θα πραγματοποιούσε την απειλή του. Ήταν αποφασισμένος.

Στις 11 το βράδυ, την ώρα που η Στέλλα Σπυριδάκη και η κόρη της Ιωάννα επέστρεφαν στο σπίτι τους, είδαν σταθμευμένο απέναντι το αυτοκίνητο του Κίτσου. Η Στέλλα προσποιήθηκε ότι δεν τον είδε και μπήκε με την κόρη της στο σπίτι. Φαινόταν ανήσυχη. Είχε ένα κακό προαίσθημα: «Κλείστε την πόρτα και μην του ανοίξετε όσο και αν χτυπάει», είπε στα παιδιά της. Πράγματι κλείδωσαν την πόρτα και έπεσαν για ύπνο. Δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι ο δράστης θα έπαιρνε, με κάθε τρόπο, τη σκληρή του εκδίκηση.

Ο Κίτσος περίμενε ώρες μέσα στο αυτοκίνητό του έξω από το σπίτι. Λίγο πριν από τις 4.30 τα ξημερώματα, μπήκε στον ακάλυπτο χώρο του σπιτιού και αναρριχήθηκε στο μπαλκόνι του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου. Από την μπαλκονόπορτα, που όπως φαίνεται ήταν ανασφάλιστη, μπήκε στο υπνοδωμάτιο της φίλης του.

«Κοιμόμουν όταν αισθάνθηκα ένα σφίξιμο στον λαιμό. Ξύπνησα και τότε τον είδα. Με είχε πιάσει από τον λαιμό. Προσπάθησα να του μιλήσω. Αυτός όμως με έσυρε στο μπαλκόνι», κατέθεσε στους αστυνομικούς η Στέλλα Σπυριδάκη. «Με άρπαξε, με πέταξε από το μπαλκόνι και με πυροβόλησε».

Λευτέρης Σπυριδάκης

Λευτέρης Σπυριδάκης

Τα παιδιά της άτυχης γυναίκας άκουσαν τον πυροβολισμό και πετάχτηκαν από τα κρεβάτια τους. Ο μακελάρης, σε κατάσταση αμόκ, στράφηκε εναντίον τους και ξέσπασε πάνω τους την οργή του. Το αγόρι, όπως φαίνεται, προσπάθησε να φύγει. Ο δολοφόνος το πρόλαβε την ώρα που ξεκλείδωνε την πόρτα του διαμερίσματος και το πυροβόλησε στο κεφάλι. Ο Λευτέρης σωριάσθηκε στο πάτωμα. Ο εξολοθρευτής συνέχισε να πυροβολεί και γάζωσε με το πιστόλι του τους τοίχους του σπιτιού. Στη συνέχεια μπήκε στο υπνοδωμάτιο των παιδιών. Η άτυχη Ιωάννα ήταν κοντά στην μπαλκονόπορτα. Την πυροβόλησε στο πρόσωπο στο ύψος του σαγονιού. Όταν η κοπέλα σωριάσθηκε αιμόφυρτη, έβαλε το πιστόλι του στον κρόταφο και πάτησε τη σκανδάλη.

Η Στέλλα Σπυριδάκη, που δέχθηκε πρώτη την επίθεση του 30χρονου, όταν την άρπαξε από το κρεβάτι και την πέταξε από το μπαλκόνι στον ακάλυπτο, πυροβολώντας την ταυτόχρονα, σώθηκε από θαύμα. Η σφαίρα την έπληξε στον γλουτό. Η γυναίκα έπεσε από τον πρώτο όροφο, στις πέργκολες του κήπου και γλίτωσε με κατάγματα.

Ο δράστης εκδικήθηκε την άτυχη γυναίκα με τον χειρότερο τρόπο. Της σκότωσε τα δυο παιδιά της. Η ίδια δεν έμαθε την αλήθεια παρά μετά το χειρουργείο στο οποίο υπεβλήθη.  Κοντά της ήταν η μητέρα και οι αδελφές της, καθώς και ο νονός της. Ρωτούσε συνέχεια για τα παιδιά της και η αλήθεια της αποκαλύφθηκε, με την παρουσία ψυχολόγου, την ημέρα της κηδείας τους, λίγο πριν την ταφή στο Νεκροταφείο της Νέας Σμύρνης.  Ο Πέτρος Σπυριδάκης δεν παρέστη στην κηδεία των παιδών του, καθώς φοβόταν σύλληψή του για χρέη από τις Αρχές.

Η Στέλλα Σπυριδάκη μετά το φονικό

Η Στέλλα Σπυριδάκη μετά το φονικό

Από την αποφράδα ημέρα έχουν περάσει είκοσι χρόνια.  Σήμερα, η άλλοτε πανέμορφη και πετυχημένη επιχειρηματίας, έχει εγκαταλείψει τα εγκόσμια κι έχει ασπασθεί τον μοναχισμό.  Μετά το μοναστήρι του Οσίου Μελετίου στην Οινόη όπου κατέφυγε αρχικά, σήμερα βρίσκεται στην Μονή της Αγίας Αικατερίνης στην Σαλαμίνα. Έχει επιλέξει το όνομα Αδελφή Ιωάννα, προφανώς στη μνήμη της κόρης της.  Όπως συχνότατα συμβαίνει μετά από μεγάλες τραγωδίες, οι άνθρωποι ζητούν παρηγοριά όπου μπορούν.  Κάποιοι επιλέγουν την κοινωνική προσφορά, κάποιοι άλλοι το αλκοόλ ή/και τις ουσίες, κάποιοι τρίτοι στρέφονται στα θεία και αναζητούν την λύτρωση μέσα από την θρησκευτική πίστη.  Έχει αφήσει πίσω της το κοσμικό της παρελθόν και οι μοναστικοί της όρκοι δεν της επιτρέπουν να αναφέρεται σε αυτό.

Μονή Αγίας Αικατερίνης, Σαλαμίνα

Μονή Αγίας Αικατερίνης, Σαλαμίνα

Η τραγική ιστορία της Στέλλας Σπυριδάκη δραματοποιήθηκε για τις ανάγκες της σειράς «10η Εντολή» του ALPHA.  Το επεισόδιο προβλήθηκε 16ο στην πρώτη σαιζόν της σειράς και είχε τίτλο «Σε στενό οικογενειακό κύκλο».  Στους ρόλους του ζευγαριού είναι η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και ο Γιώργος Καραμίχος και στους ρόλους των παιδιών η Ιζαμπέλα Κογεβίνα κι ο Θοδωρής Αντωνιάδης. Η σκηνή του φονικού (καθώς και άλλα στοιχεία, π.χ. τα επαγγέλματα των πρωταγωνιστών της ιστορίας) διαφέρει απ’ αυτό που έγινε στην πραγματικότητα, καθώς ο Καραμίχος πυροβολεί την Καραμπέτη μέσα στο σπίτι ενώ ο Κίτσος έριξε την Σπυριδάκη από το μπαλκόνι, όπου και συνέχισε να την πυροβολεί. Ωστόσο, το τραγικό τέλος τις ιστορίας δεν αλλάζει, κι αυτό έχει να κάνει με το ότι τελικά η μάνα επέζησε και στο νοσοκομείο πληροφορήθηκε ότι ο εραστής της προτού αυτοκτονήσει σκότωσε τα παιδιά της.

Παρακολουθείστε το επεισόδιο εδώ:

Σύνθεση κειμένου από άρθρα εφημερίδων της εποχής

crime_and_punishment

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: