Hermine Braunsteiner: η φοράδα του Majdanek – 1

•22/04/2017 • Σχολιάστε
Hermine Braunsteiner

Hermine Braunsteiner

Της Νίνας Κουλετάκη

Ισραήλ, 1964.  Σε ένα μικρό καφέ ο Simon Wiesenthal, ένας από τους μεγαλύτερους κυνηγούς Ναζί εγκληματιών πολέμου, συναντά επιζώντες του Majdanek, γερμανικού στρατοπέδου εργασίας και εξόντωσης στην Πολωνία, όπου θανατώθηκαν τουλάχιστον 200.000 άνθρωποι.  Στην συζήτηση που θα ακολουθήσει οι επιζώντες θα του πουν: «Να βρεις την «Φοράδα».  Πρέπει να δικαστεί και να πληρώσει».  Ο Wiesenthal θα βρει τα ίχνη της και θα τα ακολουθήσει μέχρι την Αμερική.  Η «Φοράδα» θα βρεθεί, θα δικαστεί και θα καταδικαστεί σχεδόν 20 χρόνια μετά από αυτήν την συνάντηση στο ισραηλινό καφέ.

Η αρχή

Η Hermine Braunsteiner, μετέπειτα Ryan, γεννήθηκε στην Βιέννη στις 16 Ιουλίου του 1919.  Ήταν το μικρότερο παιδί μιας φτωχής, εργατικής οικογένειας φανατικών ρωμαιοκαθολικών.  Ο πατέρας της, Friedrich Braunsteiner, ήταν οδηγός σε μια ζυθοποιΐα, ενώ εργαζόταν περιστασιακά και ως χασάπης για να ενισχύει το οικογενειακό εισόδημα.  Η Hermine ήθελε να γίνει νοσοκόμα, αλλά η κακή οικονομική κατάσταση της οικογένειας δεν της επέτρεψε να σπουδάσει.  Έτσι, η μόνη επιλογή που είχε, ήταν να γίνει υπηρέτρια, όπως η μητέρα της.  Αφού εργάστηκε σε κάποια σπίτια στην Βιέννη, το 1937 πήγε στην Αγγλία, όπου εργάστηκε για έναν χρόνο στο σπίτι ενός αμερικανού μηχανικού.  Το 1938 η Αυστρία προσαρτάται στο Γερμανικό Ράιχ και η Braunsteiner, όπως όλοι οι Αυστριακοί, αποκτά την γερμανική υπηκοότητα.  Επιστρέφει στην Βιέννη και στο τέλος του ίδιου χρόνου θα μετακομίσει στο Βερολίνο, όπου θα πιάσει δουλειά ως εργάτρια στην αεροβιομηχανία Heinkel.

Hermine Braunsteiner

Hermine Braunsteiner

Στο Βερολίνο ζει μόνη της.  Νοικιάζει ένα μικρό διαμέρισμα κοντά στη δουλειά της και η ζωή της είναι μοναχική και μετρημένη.  Ο σπιτονοικοκύρης της την προτρέπει να αναζητήσει αλλού εργασία και συγκεκριμένα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εργασίας που είχαν αρχίσει να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια στην Γερμανία και την Αυστρία. Ο μισθός που θα λάμβανε θα ήταν τετραπλάσιος από αυτόν της αεροβιομηχανίας κι έτσι, η 20χρονη Braunsteiner, αποφασίζει να ξεκινήσει την εκπαίδευσή της ως φύλακας στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ravensbrück, λίγο έξω από το Βερολίνο, στις 15 Αυγούστου του 1939.

Maria Mandel

Maria Mandel

Στο Ravensbrück προϊσταμένη της είναι η Maria Mandel, μετέπειτα διαβόητη SS φύλακας στο στρατόπεδο εξόντωσης του Auschwitz γνωστή με το παρατσούκλι «Το Κτήνος του Άουσβιτς», που θα παίξει σημαντικό ρόλο στο Ολοκαύτωμα, καθώς θα θεωρηθεί ότι είχε προσωπική εμπλοκή σε πάνω από 500.000 θανάτους γυναικών κρατουμένων.  Στο Ravensbrück η Braunsteiner θα μείνει μέχρι το 1942, οπότε και μια σύγκρουσή της με την Mandel θα την αναγκάσει να ζητήσει μετάθεση.  Έτσι, στις 16 Οκτωβρίου του 1942 η Braunsteiner  ξεκινά να εργάζεται στο στρατόπεδο του Majdanek, που βρισκόταν κοντά στο Lublin της Πολωνίας.

Majdanek

Majdanek

Στο Majdanek

Πριν αναφερθώ στην δράση της Braunsteiner στο στρατόπεδο του Majdanek, ας πω λίγα πράγματα για τα γερμανικά στρατόπεδα.  Την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξαν πενήντα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης κατανεμημένα σε δεκαέξι χώρες: 18 στην Γερμανία, 9 στην Πολωνία, 4 στην Νορβηγία, 2 στην Ιταλία, 3 στη Γαλλία, 2 στην Ολλανδία, 2 στην Εσθονία, 2 στην Ελλάδα και από 1 στο Βέλγιο, στη Λιθουανία, στην Ουκρανία, στη Λευκορωσία, στην Αυστρία, στην Λετονία, στην Τσεχία και στα Νησιά της Μάγχης (Βρετανικό έδαφος).  Όλα τα στρατόπεδα δεν εξυπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό.  Άλλα ήταν απλά στρατόπεδα συγκέντρωσης ή/και μεταγωγών (όπως τα δύο στην Ελλάδα: του San Giovanni στην Ρόδο και του Χαϊδαρίου), άλλα εργασίας, άλλα εξόντωσης και άλλα όλα μαζί.  Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα 18 στρατόπεδα που βρίσκονταν στην Γερμανία, ούτε ένα δεν ήταν στρατόπεδο εξόντωσης.  Ο γερμανικός λαός έπρεπε να μείνει προστατευμένος και οποιαδήποτε μαρτυρία για ομαδικούς θανάτους σε θαλάμους αερίων και φούρνους να θεωρείται αποκύημα της φαντασίας των εχθρών του Ράιχ.

Majdanek, Φούρνοι

Majdanek, Φούρνοι

Το στρατόπεδο του Majdanek ήταν και εργασίας (Arbeitslager) και εξόντωσης (Vernichtungslager).  Μόλις δύο μήνες μετά την τοποθέτησή της εκεί, τον Ιανουάριο του 1943, η Braunsteiner πήρε προαγωγή, μαζί με άλλες πέντε γυναίκες-φύλακες, έχοντας ως προϊσταμένη την Elsa Erich, άλλη μια SS που εκτελέστηκε για εγκλήματα πολέμου.  Η Braunsteiner αποδείχτηκε άξια βοηθός της.

 Elsa Erich

Elsa Erich

Η δράση της στο στρατόπεδο πήρε πολλές μορφές.  Ενεπλάκη στην «επιλογή» γυναικών και παιδιών που οδηγήθηκαν στους θαλάμους αερίων και μαστίγωσε μέχρι θανάτου πολλές γυναίκες. Με τις συναδέλφους της Hildegard chert, Marta Ulrich, Alice Orlowski, Charlotte Karla Mayer-Woellert, Erna Wallisch και Elisabeth Knoblich, η Braunsteiner ήταν διαβόητη για τα άγρια ξεσπάσματά της και τους θυμούς της.

Majdanek, Θάλαμος Αερίων

Majdanek, Θάλαμος Αερίων

Σύμφωνα με καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων στην μετέπειτα δίκη της στο Dusseldorf, «άρπαζε τα παιδιά από τα μαλλιά και τα πετούσε πάνω στα φορτηγά που τα μετέφεραν στους θαλάμους αερίων».  Άλλοι επιζώντες κατέθεσαν ότι δολοφονούσε γυναίκες ποδοπατώντας τις με τις βαριές στρατιωτικές της μπότες με τα καρφιά, γεγονός που έκανε τις κρατούμενες να της δώσουν το παρατσούκλι «Η Φοράδα του Majdanek».

maxresdefaultΚατά την διάρκεια μιας επιλογής, χτύπησε με το μαστίγιό της δυνατά το σακίδιο που ένας άνδρας κρατούμενος, που μόλις είχε φθάσει στο στρατόπεδο, κουβαλούσε στην πλάτη του.  Ένας λυγμός ακούστηκε από μέσα και τον διέταξε να το ανοίξει.  Από μέσα η Braunsteiner τράβηξε ένα μικρό παιδί που ήδη αιμοραγούσε. Σ’ αυτό το σημείο οι απόψεις διίστανται.  Άλλες πηγές λένε ότι το σκότωσε επί τόπου και άλλες ότι το πέταξε, σαν άδειο σακί, στο φορτηγό που κατευθυνόταν προς τους θαλάμους αερίων.  Η Braunsteiner έδειχνε να τρέφει ιδιαίτερο μίσος για τις γυναίκες με παιδιά.  Η ίδια ήταν στείρα, γεγονός που ίσως να εξηγεί την απέχθειά της. «Είναι σαν σκατά», θα δήλωνε κατά την διάρκεια της δίκης του Majdanek, 40 χρόνια αργότερα.

Για αυτές τις πολύτιμες «υπηρεσίες» της στο Ράιχ, το 1943 της απενεμήθη ο Σιδηρούς Σταυρός Δευτέρας Τάξεως, για πολεμικές υπηρεσίες εκτός μάχης.

Σιδηρούς Σταυρός Δευτέρας Τάξεως, για πολεμικές υπηρεσίες εκτός μάχης

Σιδηρούς Σταυρός Δευτέρας Τάξεως, για πολεμικές υπηρεσίες εκτός μάχης

Η φυγή, η σύλληψη, η δίκη, η μετανάστευση

Τον Ιανουάριο του 1944 επέστρεψε στο στρατόπεδο του Ravensbrück, καθώς είχε αρχίσει η εκκένωση του Majdanek.  Tοποθετήθηκε υπεύθυνη στο Genthin, παράρτημα του Ravensbrück, λίγο έξω από το Βερολίνο. «Διέπρεψε» κι εκεί, καθώς υπάρχουν μαρτυρίες ότι βασάνισε πολλούς από τους κρατούμενους χτυπώντας τους αλύπητα με ένα ειδικό μαστίγιο που κουβαλούσε.

Στις 7 Μαΐου του 1945 η Hermine Braunsteiner έφυγε από το στρατόπεδο, πριν φτάσει εκεί ο Σοβιετικός Κόκκινος Στρατός.  Επέστρεψε στη Βιέννη όπου συνελήφθη από την αυστριακή αστυνομία και παραδόθηκε στις Βρετανικές στρατιωτικές αρχές κατοχής.  Έμεινε στη φυλακή από τις 6 Μαΐου του 1946 μέχρι τις 18 Απριλίου του 1947.  Δικάστηκε στο Graz της Αυστρίας για βασανισμό, κακομεταχείρηση κρατουμένων και εγκλήματα κατά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στο Ravensbrück (όχι στο Majdanek) και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκιση.  Η ποινή της άρχισε να μετρά από τις 7 Απριλίου του 1948.  Αποφυλακίστηκε στις αρχές Απριλίου του 1950.           Ένα ακόμη δικαστήριο την απάλλαξε από οποιαδήποτε μελλοντική δίωξη στην Αυστρία.

Hermine Braunsteiner Ryan

Hermine Braunsteiner Ryan

Στην συνέχεια, και για οκτώ χρόνια, εργάστηκε σε κατώτερες δουλειές σε ξενοδοχεία και εστιατόρια.  Το καλοκαίρι του 1958, γνωρίζει τον  Russell Ryan, έναν αμερικανό εργάτη οικοδομών, που βρίσκεται σε διακοπές στην Αυστρία.  Θα παντρευτούν τον Οκτώβρη του ίδιου έτους και θα μετοικήσουν στην Nova Scotia του Καναδά.  Τον Απρίλιο του 1959 θα περάσουν στις Η.Π.Α. και θα εγκατασταθούν στο Maspeth, στο Queens.

Στις 19 Ιανουαρίου του 1963, η Hermine Braunsteiner Ryan θα αποκτήσει την αμερικανική υπηκοότητα.

Συνεχίζεται

crime_and_punishment

Καλό Πάσχα!

•08/04/2017 • 1 σχόλιο

11hs2t

…άντε, και χρόνια πολλά!!!

Θα τα πούμε πάλι στις 22/4.

crime_and_punishment

Monsieur Simenon, Commissaire Simenon

•01/04/2017 • Σχολιάστε

1Κώστας Θ. Καλφόπουλος
Δημοσιογράφος, συγγραφέας

Η θέση του Ζωρζ Σιμενόν (1903-1989) στη σύγχρονη ευρωπαϊκή λογοτεχνία είναι δεσπόζουσα και αδιαμφισβήτητη. Όμως ο χαρακτηρισμός «αστυνομικός συγγραφέας», όπως και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις (Γκράχαμ Γκρην, Πατρίσια Χάισμιθ, Κόρνελλ Γούλριτς, ακόμα και ο «δικός μας» Γιάννης Μαρής), αδικεί μία πολυσχιδή προσωπικότητα και ένα συγγραφικό δημιούργημα, που, ως Romanbaum («μυθιστορηματικό δέντρο», όπως το χαρακτήρισε ο Friedrich Ani σε ένα παλαιότερο εκτενές κείμενό του στη Neue Zürcher Zeitung με αφορμή τα εκατοστά γενέθλια του Σιμενόν), όμοιό του δύσκολα εντοπίζεται.

Η περίπτωσή του είναι συνυφασμένη με την παραδοσιακή σύγχυση που επικρατεί στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες ένας κυρίαρχος πολιτισμός ενσωματώνει και «εθνικοποιεί» δημιουργούς που έγραψαν σε μία «μείζονα γλώσσα» (γαλλικά, γερμανικά), αν και η καταγωγή τους ήταν άλλη, συγγενής ή γειτονική με το κυρίαρχο πολιτισμικά έθνος –Βέλγος ο Σιμενόν, Τσέχος ο Κάφκα, Αυστριακός ο Χάντκε– και δεν είναι πολύ διαφορετική από εκείνη των συμπατριωτών του Georges Rémi (Hergé), του δημιουργού του Τεντέν, του βάρδου Jacques Brel, αλλά και του ποδηλάτη και πολυνείκη του «Γύρου της Γαλλίας», Eddy Merckx: και οι τέσσερις αυτοί Βέλγοι είχαν συνήθως τη μοίρα του Ηρακλή Πουαρώ, καθώς ο περισσότερος κόσμος τούς συγχέει και τους θεωρεί Γάλλους, όπως συχνά συμβαίνει με τον δαιμόνιο ντετέκτιβ στα βιβλία της Άγκαθα Κρίστι. Εδώ είναι η αδιαφιλονίκητη κυριαρχία της francophonie, καθώς αφομοιώνονται στον κυρίαρχο γαλλόφωνο (λαϊκό) πολιτισμό (λογοτεχνία, κόμιξ, μουσική, σπορ) τέσσερις σημαντικές προσωπικότητες του Βελγίου.

2Ο Σιμενόν είναι –στην κυριολεξία– ένα ιερόν τέρας: γράφει ακατάπαυστα (ξεκινώντας από τη λεγόμενη «ευτελή λογοτεχνία»), ταξιδεύει διαρκώς (σε χώρες και ηπείρους), ερωτεύεται συνεχώς (με οργιώδεις ρυθμούς και εναλλαγές στις παρτεναίρ του, όπως ο ίδιος αφήνει να εννοηθεί). Το μαρτυρά αδιάψευστα ο βίος και η πολιτεία του και το επιβεβαιώνει ο όγκος του έργου του. Ουσιαστικά, κάθε ολοκληρωμένο κείμενο γι’ αυτόν θα έπρεπε να λαμβάνει υπ’ όψη του την βιογραφία του Pierre Assouline, παρά τις όποιες ενστάσεις υπάρχουν για αυτή, αλλά και κάποια από τα Ημερολόγιά του, όπως και την αλληλογραφία του με τον André Gide. Για τον Ασσουλίν, ο Σιμενόν γράφει για τους «ασήμαντους ανθρώπους που ζούνε ανάμεσα στους καταναγκασμούς και την επιβίωση, αναζητώντας την ανθρωπιά» και «την ψυχή του Παρισιού» σε πολλά από τα έργα του, που παρήγαγε κατά κόρον με ρυθμό 5-6 βιβλία τον χρόνο.

Στο κομμάτι της αστυνομικής λογοτεχνίας ο Σιμενόν δημιουργεί έναν ήρωα (τον επιθεωρητή Ζυλ Μαιγκρέ) παγκόσμιας εμβέλειας και αναγνωρισιμότητας (χάρις, επιπλέον, στην πίπα του, που θαρρεί κανείς πως κλείνει το μάτι στον –επίσης Βέλγο!– Magritte στο «Αυτό δεν είναι μία πίπα»), καθώς και τη διαισθητική του μέθοδο, αλλά, ταυτόχρονα, εμφανίζει ένα alter ego, καθώς διεμβολίζει και εμπλουτίζει μία σημαντική λογοτεχνική παράδοση, εκείνη του roman policier, εμπεδώνοντας σε συγγραφικό και κινηματογραφικό επίπεδο την εμβληματική φυσιογνωμία του επιθεωρητή Μαιγκρέ στα πρόσωπα των Ζαν Γκαμπέν, Χάιντς Ρύμανν, Μπρoύνο Κρεμέρ κ.ά.

5b6045c842ef63855c024fe5ab6ac392Το έργο του Ζωρζ Σιμενόν χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες (δημοσιογραφικό, παντελώς άγνωστο στην Ελλάδα, και συγγραφικό) και σε τρία (και όχι δύο) μέρη: στα romans alimentaires (ευτελή μυθιστορήματα γραμμένα με εικοσιτέσσερα διαφορετικά ψευδώνυμα, προς βιοπορισμόν, κάτι που θα επαναληφθεί αρκετά χρόνια αργότερα και στην περίπτωση του δικού μας Γιάννη Μαρή-Τσιριμώκου), στα romans durs («σκληρά μυθιστορήματα»), όπου ο άνθρωπος εμφανίζεται ουσιαστικά γυμνός μπροστά στη μοίρα και την κοινωνία, και στα roman policiers, δηλαδή σ’ εκείνα που πρωταγωνιστεί, εκ πρώτης όψεως και αναγνώσεως, ο επιθεωρητής Μαιγκρέ, αλλά και η συμβία του, όπου όμως πρωτίστως αναδεικνύεται ο κοινωνικός περίγυρος (milieu) του μικροαστού (petit bourgeois), η γαλλική (και όχι μόνο) επαρχία με τα ένοχα μυστικά της, αλλά και η ατμόσφαιρα (και ατμοσφαιρικότητα) των παρισινών μπιστρό, των λαϊκών ξενοδοχείων και των κλαμπ, εκεί που αναπνέει βαριά, ασθματικά σχεδόν «η ανθρώπινη μοναξιά μέσα στο πλήθος», όπως εύστοχα το διατύπωσε ο Paul Morand.

Ο Σιμενόν είναι ένας συγγραφέας που συμπάσχει με τους ήρωές του, ίσως για τον κύριο λόγο, ότι γράφοντας γι’ αυτούς, όπως παραδέχεται, μπαίνει στο πετσί τους, στη θέση τους: μοιράζεται μαζί τους τη διάθεση για φυγή και απόδραση, τη δίψα για ερωτικές βραδιές κι ανθρώπινη επαφή, την ανάγκη για στοργή και συντροφικότητα, αλλά μόνο όσο διαρκεί η συγγραφή του κάθε έργου.

BELGIAN WRITER GEORGES SIMENON

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον επιθεωρητή Μαιγκρέ: ένας μικροαστός με λαϊκά χαρακτηριστικά, ένας κατ’ εξοχήν εσωστρεφής χαρακτήρας, «μπαλωματής της κατεστραμμένης ανθρώπινης μοίρας», ένας αντι-Ιαβέρης, που «κατανοεί χωρίς να καταδικάζει» (Φρ. Άνι) και αφήνεται στις περιποιήσεις και τη φροντίδα της συζύγου του (πιθανόν, φόρος τιμής στη μητέρα του, αν διαβάσει κανείς παράλληλα το ύστερο Γράμμα στη μητέρα), σε βαθμό που ακόμα και το αν θα πάρει μία ασπιρίνη εναπόκειται στην προθυμία της Μαντάμ Μαιγκρέ.

Ο Σιμενόν δεν γράφει απλώς για τον Μαιγκρέ: περιπλανιέται μαζί του στους παρισινούς δρόμους, κάνει διακοπές στην Κυανή Ακτή, επισκέπτεται τη γαλλική επαρχία, ταξιδεύει στην Ολλανδία, στην Αφρική και την Αμερική, κυρίως όμως ονειρεύεται μαζί του, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Hans Altenheim («Ένα όνειρο του Μαιγκρέ»): «είναι το όνειρο της μικροαστικής σταθερότητας, ένα –εκρομαντισμένο– όνειρο των μικρών ανθρώπων, ένα νοσταλγικό ενύπνιο από ένα Παρίσι που είναι ακόμα προσκολλημένο στον 19ο αιώνα». Πρόκειται για μία τρόπον τινά εκλαϊκευμένη αντιστροφή μπενγιαμινικού Passagenwerk: όμως, αντί για φαντασμαγορικές στοές και ιστορικά μπουλβάρ προβάλλουν λαϊκά εστιατόρια και φτωχικές συνοικίες που θυμίζουν φωτογραφίες του Cartier-Bresson, του Brassaï ή του Doisneau, όπου, χάρις στη συγγραφική δεινότητα, ο αναγνώστης μετατρέπεται σε πλάνητα, καθώς χάνεται (και βρίσκεται εκ νέου) στην δαιδαλώδη παρισινή τοπογραφία του Σιμενόν, που συνυπάρχει με τον γαλλικό ποιητικό ρεαλισμό, όπως θεμελιώνεται με τον μύθο του Ζαν Γκαμπέν και αρθρώνεται πρωτίστως στα έργα του Jean Renoir.

5Στο έργο του εμφανίζεται ο «γυμνός άνθρωπος» (l’ homme nu) στα «σκληρά μυθιστορήματα» (roman dur) σε μια γραφή που αποβάλλει προγραμματικά τη «λογοτεχνικότητα» και στηρίζεται, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, σ’ ένα λεξιλόγιο που περιλαμβάνει περίπου 2000 λέξεις: το «ανθρώπινο κτήνος» ή, στην ξεχωριστή περίπτωσή του, «ο γυμνός άνθρωπος», που ξαναβρίσκει τον εαυτό του αργά, επώδυνα, σχεδόν βασανιστικά, δραπετεύοντας συχνά από τις ψυχαναγκαστικές καταστάσεις του κοινωνικού περίγυρου, ακόμα κι όταν εξαναγκάζεται σε φόνο: για τον Σιμενόν «δεν υπάρχουν εγκληματίες, παρά μόνο εγκληματικές πράξεις, που διαπράττονται συχνά από φυσιολογικούς ανθρώπους που δεν ήταν προετοιμασμένοι για το έγκλημα» (Georg Hensel), αναζητώντας συστηματικά κι επίμονα «συγκεκριμένους όρους και συγκεκριμένους ανθρώπους, που δεν περιγράφουν την ψυχική τους κατάσταση, αλλά πράττουν». Ένα δομικό στοιχείο που ξεχωρίζει επί πλέον, είναι τα ψυχογραφικά πορτραίτα των ζευγαριών, φαινομενικά αρμονικά, ενίοτε αταίριαστα, στην ουσία όμως καταπονημένα, ραγισμένα, συχνά απόμακρα.

4Στα βιβλία του, έρωτας και θάνατος, αγάπη και μίσος, φυγή και μοναξιά είναι αναπόσπαστα συστατικά της εργοβιογραφίας του, όχι απλά sujets ενός ευφάνταστου, πληθωρικού συγγραφέα. Στο Œuvre του (75 Maigret και 118 non-Maigret μυθιστορήματα, χώρια τα διηγήματα και οι κινηματογραφικές μεταφορές των μυθιστορημάτων) αναδεικνύεται και τέμνεται, μέσα από μια ξεχωριστή οικονομία της αφήγησης, η «ανθρώπινη κατάσταση» στον 20ό αιώνα. Ταυτόχρονα όμως αποτυπώνεται, μελαγχολικά, ανθρωπολογικά και συνάμα ουμανιστικά, ο αμοραλισμός ενός ολόκληρου «κόσμου του χτες», που είναι ευρωπαϊκός και υπερατλαντικός, πραγματικός και συγγραφικός, ευαίσθητος και κυνικός, μικροαστικός και λαϊκός, και βρίσκεται σε διαρκή αναταραχή, όπου όμως προτεραιότητα έχουν συνήθως οι μοίρες των «μικρών ανθρώπων»: γι’ αυτούς γράφει και αυτοί τον αγάπησαν ως συγγραφέα.

Τέλος, για τους νομικούς υπάρχει (τουλάχιστον) ένα βιβλίο του με ιδιαίτερο ενδιαφέρον: το Γράμμα στον δικαστή μου (Lettre à mon juge, 1946), μία ενδοσκόπηση στην ανθρώπινη ψυχή, που αναζητεί την κατανόηση μέσα από μια βαθειά εξομολόγηση απέναντι στον θεσμικό κριτή της. Bonne lecture!

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Art of Crime, τ. Νοεμβρίου 2016

crime_and_punishment

 

Marie Alexandrine Becker: Η Βοργία του Βελγίου – 2

•25/03/2017 • 5 Σχόλια

marie_becker_1879-1942Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Περνούν αρκετοί μήνες χωρίς κανένας ύποπτος θάνατος να σημειωθεί στο περιβάλλον της Becker, μέχρι τον Αύγουστο του 1936 όπου, σε ένα πάρκο, θα γνωρίσει μιαν ηλικιωμένη, καλόβολη χήρα, την κα Martin, η οποία γοητευμένη από την Marie θα την προσλάβει για να την συντροφεύει και, μάλιστα, θα την καλέσει να μένει μαζί της στο σπίτι της στην οδό Pont D’Avrory.  Οι δύο γυναίκες θα τα πάνε εξαιρετικά καλά με αποτέλεσμα η Martin να φτιάξει διαθήκη και να αφήνει όλα της τα υπάρχοντα στην Marie.  Έναν μήνα αργότερα, στις 15 του Σεπτέμβρη, θα πεθάνει αιφνιδίως.  Τόσο ο Επιθεωρητής Le Brun όσο και ο ντετέκτιβ Schmidt προσπαθούν να πείσουν το δικαστήριο να επανεξετάσει την υπόθεση Becker, καθώς είναι πεπεισμένοι ότι ο θάνατος της Martin οφείλεται σε δολοφονία, χωρίς να το καταφέρουν.  Ο Schmidt, αν και δεν έχει πλέον καμία αρμοδιότητα στην υπόθεση, αποφασίζει να παρακολουθεί στενά την Becker, σίγουρος ότι έχει να κάνει με μιαν ιδιαίτερα έξυπνη δολοφόνο.  Ήταν σίγουρος ότι κάποια στιγμή θα έκανε το μοιραίο λάθος κι εκείνος θα ήταν έτοιμος να επέμβει.

Τον Φεβρουάριο του 1937, άλλη μια πρόσφατη γνωριμία της Becker θα πεθάνει ξαφνικά.  Πρόκειται για την συνταξιούχο καμαριέρα Julia Bossy, η οποία θα εκπνεύσει μόλις δέκα ημέρες μετά από την γνωριμία της με την Marie.  Aκόμη δύο θάνατοι θα ακολουθήσουν, αυτοί της 68χρονης χήρας Jeanne Perot και της AlineLouise Dammotte (του νεαρώτερου από τα θύματα της Becker).  Αιτία όλων των θανάτων η οξεία δυσπεψία!

Ο Schmidt έχει, εμμονικά, γίνει η σκιά της Marie και παρακολουθεί την κάθε της κίνηση.  Όταν εκείνη προσλαμβάνεται ως νοσοκόμα στο σπίτι της 42χρονης Anne Stevart, ευκατάστατης μπακάλισσας της γειτονιάς, βρίσκεται καθημερινά απ’ έξω, περιμένοντας κάτι να συμβεί.  Η ευκαιρία θα παρουσιαστεί στο πρόσωπο του αδελφού της μπακάλισσας.  Βλέποντάς τον ένα απόγευμα να βγαίνει από το σπίτι, ο Schmidt θα τον πλησιάσει, θα του συστηθεί, θα του μιλήσει για τις υποψίες του.  Ο νεαρός θα παραδεχτεί ότι η αδελφή του χειροτέρεψε από τότε που ανέλαβε την φροντίδα της η Marie.  O Schmidt θα του συστήσει να κρατήσει την επικοινωνία τους μυστική.  Σκεπτόμενος ότι αν πράγματι η Marie δηλητηρίαζε την Anne, αποκλείεται να άφηνε το δηλητήριο στο σπίτι, από φόβο ότι κάποιος θα το ανακάλυπτε: θα το κουβαλούσε επάνω της.  Έτσι, με το που την είδε να βγαίνει από το σπίτι της μπακάλισσας, την συνέλαβε και την οδήγησε στο αστυνομικό τμήμα.  Εκεί, μια γυναίκα φύλακας την επέβαλε σε σωματική έρευνα και, σε μια κρυφή πτυχή του εσωρούχου της ανακάλυψε ένα πράσινο φιαλίδιο, το οποίο περιείχε γύρω στους είκοσι σπόρους δακτυλίτιδας.

becker-headline-colorΗ digitalis ή δακτυλίτιδα είναι ένα από τα πιο σπουδαία φαρμακευτικά φυτά.  Ενδημικό φυτό της Ευρώπης και της δυτικής Ασίας αλλά πλέον είναι διαδεδομένο σε ολόκληρο τον κόσμο.  Είναι δηλητηριώδες φυτό σε όλα τα μέρη του, μέχρι τις ρίζες και τα σπόρια. Μάλιστα η τοξικότητα του δεν μειώνεται καθόλου ακόμη και μετά την αποξήρανση του φυτού. Φτάνει η κατανάλωση ελάχιστων γραμμαρίων φύλλων για να επιφέρουν τον θάνατο.  Αλλά η δηλητηριώδης δακτυλίτιδα είναι και ένα από τα πιο σπουδαία φαρμακευτικά φυτά της γης. Είναι ισχυρό καρδιοτονωτικό (αυξάνει τη δύναμη συστολής του καρδιακού μυός), χάριν στα γλυκοσίδια (63 τον αριθμό) που περιέχει με σπουδαιότερα από αυτά τη διγοξίνη και τη διγιτοξίνη.

Η Marie ισχυρίστηκε πως η δακτυλίτιδα ήταν για δική της χρήση, καθώς υπέφερε από την καρδιά της, αλλά το κρατούσε μυστικό.  Φυσικά κανένας γιατρός δεν επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς της και δόθηκε νέα εντολή εκταφής των πτωμάτων, αφού τώρα πια οι ιατροδικαστές είχαν μια συγκεκριμένη ουσία να αναζητήσουν.  Σε όλα τα πτώματα (Weiss, Lange, Becker, Beyer, Bosy, Perot, Dammotte και κάποιων ακόμη) αλλά και στην ακόμη ζωντανή Stevart, βρέθηκαν ίχνη δαχτυλίτιδας.  Η έρευνα που έγινε στο σπίτι της έφερε στο φως κοσμήματα και πολύτιμα αντικείμενα που είχαν αφαιρεθεί από τα σπίτια των θυμάτων της καθώς και άλλο ένα φιαλίδιο με σπόρους δακτυλίτιδας. Ο ντετέκτιβ Schmidt είχε νικήσει: επιτέλους, η Marie Becker θα αντιμετώπιζε την δικαιοσύνη!

13 Jun 1938, Liège, Belgium --- Marie Becker, 59-year-old widow, in the dock in the Palais de Justice here as she went on trial accused of murdering ten women and one man with poison and attempting to poison five other persons. Becker, who begin her poisining spree with her husband and then her lover then moved onto elderly victims, whom she is said to have met in a Liege park. Becker often convinced the victims to allow her to be their nurse and then to have poisoned them for their money and other valuables. She was convicted and spent the rest of her life in prison. --- Image by © Bettmann/Corbis

Η δίκη της άρχισε στις 7 Ιουνίου του 1938.  Βαμμένη και ντυμένη σαν δεκαεξάχρονη η 58χρονη Becker κάθησε στο εδώλιο της κατηγορουμένης και υπερασπίστηκε ζωηρά τον εαυτό της, κατηγορώντας την αστυνομία και τον Schmidt ότι είχαν στήσει μια σκευωρία εναντίον της.  Αλλά όταν πάνω από δώδεκα νεαροί εραστές της κατέθεσαν ενόρκως ότι τους είχε προσφέρει χρήματα και δώρα, η Marie παραδέχτηκε ότι χρειαζόταν διαρκώς χρήματα, προκειμένου να εξασφαλίζει τις «υπηρεσίες» τους, αν και αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι τα αποσπούσε από τα θύματά της.  Αντιθέτως, παρουσίασε τον εαυτό της ως «Άγγελο του Ελέους» καθώς δεν έτρεφε παρά αισθήματα αφοσίωσης και αγάπης για τους «ασθενείς» της.  Όσο για το πάθος της προς τους νεαρότερους άνδρες υποστήριξε ότι «καθένας είναι τόσο νέος όσο αισθάνεται κι εκείνη αισθανόταν πολύ νέα».  Ο τύπος της εποχής είχε, βέβαια, διαφορετική άποψη.  Την αποκάλεσε «Βοργία της Λιέγης», καθώς δηλητηρίζε τα θύματά της όπως η διαβόητη και ακόλαστη Λουκρητία Βοργία.  Το μόνο σημείο της δίκης που έχασε την ψυχραιμία της και έβαλε τα κλάμματα, ήταν όταν οι ιατυροδικαστές ολοκλήρωσαν την κατάθεσή τους και είπαν για την δακτυλίτιδα που βρέθηκε σε όλα τα θύματα.

becker-headline-sep11-colorΈχοντας ήδη περάσει 19 μήνες στη φυλακή, από την σύλληψη μέχρι την δίκη της, η Marie Becker κρίθηκε ένοχη από το σώμα των ενόρκων και καταδικάστηκε για τις δολοφονίες δέκα γυναικών, δύο ανδρών και για απόπειρα δολοφονίας άλλων πέντε ατόμων.  Δέκα επιφανείς δικηγόροι, 294 μάρτυρες συνολικά και 1,800 αποδεικτικά στοιχεία συνετέλεσαν στην καταδίκη της σε ισόβια κάθειρξη.  Η θανατική ποινή, την οποία ήταν σίγουρο πως θα αντιμετώπιζε, δεν εφαρμοζόταν στο Βέλγιο ήδη από το 1863.

Η Marie Becker, η «Βοργία της Λιέγης» πέθανε στην φυλακή των Βρυξελλών μόλις τέσσερα χρόνια μετά την δίκη της, στις 19 Ιουνίου του 1942, δυο χρόνια μετά την είσοδο του Βελγίου στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.  Ο θάνατός της μπορεί να εκληφθεί ως ένα μακάβριο αστείο: η Marie Becker πέθανε από οξεία δυσπεψία!

marie-becker-bookΠΗΓΕΣ

Michael Newton – An Encyclopedia of Modern Serial Killers – Hunting Humans

Jay Robert Nash, Look For the Woman, M. Evans Company, and Inc. 1981

Usersites.horrorfind.com

Crimelife.com

Terry McShane, “The Strange Case of the Borgia of Belgium,” The Albuquerque Journal (N.M.), Aug. 23, 1942

“The ‘Belgian Borgia’ Tries To Explain How Eleven Trusting Patients Died,” The American Weekly (San Antonio, Tx.), Sep. 11, 1938,  Magazine section of the San Antonio Express, p. 2

https://laspistasteria.wordpress.com

crime_and_punishment

Marie Alexandrine Becker: Η Βοργία του Βελγίου – 1

•18/03/2017 • 3 Σχόλια

marie-beckΤης Νίνας Κουλετάκη

Το πρωί της 3ης Οκτωβρίου του 1935, ο Αστυνομικός Επιθεωρητής της Λιέγης Honoré Le Brun, έριχνε μια ματιά στους θανάτους που είχαν συμβεί στην πόλη την προηγούμενη ημέρα.  Ήταν μια δουλειά ρουτίνας που την εκτελούσε πλέον μηχανικά, αλλά κάτι σε ένα όνομα που εμφανιζόταν σε μια από τις αναφορές, τον έκανε να σταθεί και να διαβάσει με προσοχή τα σχετικά με τον θάνατο της 62χρονης Theresa Weiss, στο σπίτι της στην οδό Saint-Gilles.  Το όνομα που του κίνησε το ενδιαφέρον ήταν αυτό της  Marie Becker, νοσοκόμας της Weiss, και ο επιθεωρητής ήταν σίγουρος πως το είχε ξανασυναντήσει.

Πήρε από το αρχείο το βιβλίο πιστοποιητικών θανάτων κι άρχισε να γυρίζει τις σελίδες του προς τα πίσω.  Όταν έφτασε στην 26η Σεπτεμβρίου, βρήκε το πιστοποιητικό θανάτου της 86χρονης  Yvonne Lange, που είχε κοινά με την Weiss τα εξής στοιχεία: κατοικούσε στην ίδια οδό, είχε πεθάνει όπως κι εκείνη από οξεία δυσπεψία και είχε την ίδια νοσοκόμα, την Marie Becker.  Στοιχεία αρκετά ώστε να κάνουν τον επιθεωρητή να ξεκινήσει μια ενδελεχή έρευνα για την Marie Becker και να την αναθέσει στον ικανό ντετέκτιβ του Edouard Schmidt, η έρευνα του οποίου έφερε στο φως τα εξής.

Η Marie Alexandrine Pettijohn, η αποκαλούμενη και «Βοργία του Βελγίου», γεννήθηκε το 1877 στο Warmont, ένα χωριό κοντά στη Λιέγη. Προερχόταν από μιαν αξιοσέβαστη οικογένεια σκληρά εργαζομένων ανθρώπων, η οποία την είχε αναθρέψει με τον «καθωσπρεπισμό» μιας σωστής επαρχιακής πόλης.  Ήταν μια όμορφη κοπέλα που έκανε όνειρα για τη ζωή της, την οποία φανταζόταν γεμάτη ρομαντικούς έρωτες, διασκεδάσεις και ταξίδια.  Αντ’ αυτών –και όπως ήταν το σύνηθες εκείνη την εποχή- παντρεύτηκε και πέρασε όλη της τη ζωή στη Λιέγη.  Ήταν πολύ επιδέξια με τις βελόνα κι έπιασε δουλειά ως μοδίστρα σε έναν από τους μεγαλύτερους οίκους μόδας της Λιέγης, όπου εργάστηκε για δέκα χρόνια.

Το 1906, σύμφωνα με τα αρχεία της τοπικής εκκλησίας, παντρεύτηκε τον Charles Becker.  Ο άνδρας της ήταν ένας ευκατάστατος επιπλοποιός, με δικό του πριονιστήριο, ένας καλός και ήσυχος άνθρωπος. Η Marie εξακολούθησε να εργάζεται για λίγα κόμη χρόνια, μέχρι το ζευγάρι να εξοικονομήσει αρκετά και να φτιάξει ένα εργοστάσιο επίπλων, το οποίο ήταν εξαιρετικά επιτυχημένο από την αρχή.  Ο Becker φρόντιζε να μη λείπει τίποτα στην αγαπημένη του γυναίκα και η Marie σταμάτησε τη δουλειά. Το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά και η Marie βρέθηκε «παγιδευμένη και αποκλεισμένη» με έναν καλό μεν, προβλέψιμο και βαρετό δε σύζυγο.

H Marie το 1905

H Marie το 1905

To 1930 αποδείχθηκε μια καθοριστική για την Marie χρονιά.  Ήταν ήδη 53 χρονών και είκοσι τέσσερα χρόνια παντρεμένη και είχε πάψει να ελπίζει ότι η ζωή της επιφύλασσε, πια, συγκινήσεις και συναρπαστικές στιγμές. Κι αποφάσισε να αλλάξει τα πάντα, όχι μόνο παίρνοντας τη ζωή της στα χέρια της, αλλά καθορίζοντας και προδιαγράφοντας το μέλλον της.  Άρχισε να βάφεται έντονα, να ντύνεται σαν εικοσάχρονη πόρνη και να βγαίνει τις νύχτες με νεαρούς που θα μπορούσαν να είναι γιοι της, αν είχε παιδιά.  Ο άντρας της, με την αδυναμία που της είχε, ανεχόταν αυτές τις «παραξενιές» της, όπως τις αποκαλούσε, πιστεύοντας ότι οφείλονταν στον τρόμο για τα γηρατειά που ήταν προ των πυλών και μην θεωρώντας ότι η Marie έκανε κάτι πραγματικά κακό.

Ήδη η Marie είχε αρχίσει να κάνει στενή παρέα με τον Paul Castadot, ένα νεαρό χωροφύλακα στο αστυνομικό τμήμα της Λιέγης, ο οποίος νοίκιαζε, μαζί με την γυναίκα του, ένα διαμέρισμα στο σπίτι που κατοικούσαν και οι Becker, που ήταν και οι ιδιοκτήτες.  Η Marie και το νεαρό ζευγάρι έγιναν τόσο στενοί φίλοι, ώστε η Becker έκανε διαθήκη στην οποία τους καθιστούσε κληρονόμους της.  Κι ενώ ο αθώος Charles πίστευε πως με τους Castadot η Marie ικανοποιούσε το μητρικό της ένστικτο, η αλήθεια είναι πως η ίδια ονειρευόταν να γίνει η δεύτερη κα Castadot!

Kάτι τέτοιο, όμως, δεν ήταν δυνατόν όσο εκείνη ήταν ακόμη κα Becker.  Έτσι, πολύ βολικά, ο Charles Becker θα πεθάνει το 1932.  Αιτία θανάτου: οξεία δυσπεψία!  Αν και, πλέον, η Marie είναι μια ευκατάστατη χήρα, θα διαπιστώσει, προς μεγάλη της απογοήτευση ότι ο γοητευτικός χωροφύλακας προτιμά να απατά την γυναίκα του με μια όμορφη νεαρή.  Η Marie, αποκαρδιωμένη, θα αναζητήσει νέες συντροφιές, ωραίων νεαρών, τους οποίους θα πληρώνει για τις υπηρεσίες τους.  Ζει μια σπάταλη ζωή η οποία, μέσα σε δυο χρόνια θα οδηγήσει στην εξανέμιση της περιουσίας που της είχε αφήσει ο Charles. Για να συμπληρώσει το εισόδημά της θ’ αρχίσει να εργάζεται ως νοσοκόμα.

beckerΣτο μεταξύ οι περίεργοι θάνατοι από «οξεία δυσπεψία» εξακολουθούν.  Επόμενος στον κατάλογο είναι ο 43χρονος Lambert Beyer, γνωστός γόης και γυναικάς της Λιέγης, ο οποίος θα πεθάνει στις 29 Οκτωβρίου του 1934. Η έρευνα του Schmidt θα αποκαλύψει ότι ο ευκατάστατος Beyer είχε γνωρίσει την Marie στην εκκλησία, όπου πήγαινε κάθε Κυριακή.  Ξεκίνησαν σχέση και γρήγορα την ζήτησε σε γάμο.  Καθώς δεν ήταν καθόλου αφελής, φρόντισε να ελέγξει την οικονομική της κατάσταση για να διαπιστώσει πως η «πλούσια» χήρα είχε ήδη κατασπαταλίσει όλη την περιουσία του μακαρίτη.  Ο αρραβώνας διαλύθηκε, αλλά η ερωτική σχέση συνεχίστηκε.  Στις 19 Οκτωβρίου ο Beyer αρρωσταίνει και η Marie τον περιθάλπτει με τις γνώσεις της.  Δέκα μέρες αργότερα θα είναι νεκρός.  Μαζί με τη ζωή του θα εξαφανιστεί μυστηριωδώς από το σπίτι του κι ένα κουτί όπου φύλαγε 10.000 φράγκα.

Τέσσερις θάνατοι γύρω από την Marie Becker ήταν πάνω από αρκετοί για να αποτελούν σύμπτωση και ο Schmidt θα υποβάλει την αναφορά του στην οποία θα κάνει λόγο για τις βάσιμες υποψίες του εναντίον της.  Η Marie συλλαμβάνεται και οδηγείται ενώπιον του ειρηνοδίκη Oscar Destreshe, ο οποίος την ρωτά για τις υπηρεσίες νοσοκόμας που προσέφερε στους Weiss, Lange, Becker and Beyer και οι οποίες οδήγησαν στον θάνατο όλων με τα ίδια αιτία και τα ίδια συμπτώματα.  Εκείνη ισχυρίστηκε πως τους έδινε μόνο φυσικά αφεψήματα από βότανα, αλλά ο Destreshe διέταξε αφενός μεν την προφυλάκισή της και αφετέρου την εκταφή των πτωμάτων, προκειμένου να εξεταστούν ενδελεχώς από τους ιατροδικαστές.  Η εξέταση δεν βρήκε ούτε ίχνος δηλητηρίου στα πτώματα και ο Destreshe –αν και σίγουρος ότι η Becker ήταν serial killer- αναγκάστηκε να υπογράψει την αποφυλάκισή της.  Η «εύθυμη χήρα» ήταν και πάλι ελεύθερη.

Συνεχίζεται

crime_and_punishment

Ανάλυση σκηνής εγκλήματος: Υπόθεση Christopher Vaughn

•11/03/2017 • 1 σχόλιο
Christopher Vaughn

Christopher Vaughn

Αθηνά Κουφού
Υποψήφια Διδάκτωρ Εγκληματολογίας
Τομέας Ποινικών Επιστημών Νομικής Σχολής Αθηνών

Η ανάλυση της σκηνής του εγκλήματος αποτελεί μια επίπονη πνευματική (και σε κάποιες περιπτώσεις, ανάλογα με τον χώρο, «χειρωνακτική») εργασία. Στόχος της είναι αφενός να δώσει απάντηση στο πού, πώς, πότε, ποιος και γιατί, ήτοι στο να «ξεκλειδώσει» τη δυναμική του εγκληματογόνου γεγονότος που έλαβε χώρα υπό ορισμένες συνθήκες, αφετέρου να χρησιμοποιηθούν τα ευρήματα αυτής με αποδεκτό, δικονομικά, τρόπο ενώπιον του Δικαστή. Μια τέτοια διαδικασία, όπως είναι κατανοητό, ενέχει πολλές προκλήσεις: Με ποιον τρόπο θα γίνει συλλογή των πειστηρίων; Ποια είναι η καλύτερη επιστημονική μέθοδος; Πόσο εξειδικευμένο θα πρέπει να είναι το επιστημονικό προσωπικό που θα αναλάβει να διεκπεραιώσει την ανωτέρω εργασία;

Ο κλάδος που ασχολείται με τα παραπάνω ερωτήματα είναι αυτός της εφαρμοσμένης εγκληματολογίας, η οποία συγκεντρώνει μεθοδολογίες διαφορετικών επιστημών. Έτσι για παράδειγμα, χρησιμοποιούνται οι αρχές της βαλλιστικής για την ανάλυση σφαιρών και καλύκων, της ψυχολογίας/ψυχιατρικής για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης στα θύματα και στους φερόμενους ως δράστες, της βιολογίας και γενετικής για την ανάλυση των σωματικών υγρών (αίμα, γενετικό υλικό, σάλιο, κτλ), των μαθηματικών, της φυσικής, της χημείας, της εντομολογίας, της γεωλογίας, και σε κάποιες περιπτώσεις και η συνδυασμένη εφαρμογή περισσοτέρων εξ αυτών. Το προσωπικό που ασχολείται με την συγκέντρωση των ευρημάτων της σκηνής ενός εγκλήματος οφείλει να είναι άρτια καταρτισμένο και εξειδικευμένο καθώς πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος μόλυνσης της τελευταίας (για παράδειγμα λόγω μη ασφαλούς περιφρούρησής της) άρα και ο κίνδυνος τα ευρήματα να μην γίνουν αποδεκτά από το δικαστήριο (στο πλαίσιο έγερσης σχετικής ένστασης της υπερασπιστικής γραμμής του κατηγορούμενου).

Η επιστήμη της βαλλιστικής, ειδικότερα, έχει πολλές φορές συνδράμει στη διαλεύκανση βίαιων εγκλημάτων όπου έχουν χρησιμοποιηθεί όπλα για την τέλεση του εγκλήματος (ληστείες, ανθρωποκτονίες, κτλ). Σφαίρες, κάλυκες και κάποιες φορές και το ίδιο το όπλο έχουν μείνει πίσω στην σκηνή του εγκλήματος αποτελώντας μέρος της με αποτέλεσμα την υποβολή των στοιχείων αυτών σε ενδελεχείς ελέγχους προκειμένου να εξακριβωθεί ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν (αριθμός σφαιρών, ταυτοποίησή τους με το φονικό όπλο, έρευνα μήπως το τελευταίο έχει χρησιμοποιηθεί και σε άλλο έγκλημα, κτλ). Χαρακτηριστική περίπτωση όπου έχουμε συνδυασμό της βαλλιστικής επιστήμης με διεξαγωγή ειδικότερων ερευνών (τοξικολογίας και ανάλυσης κηλίδων αίματος) είναι η υπόθεση του Christopher Vaughn.

Οικογένεια Vaughn

Οικογένεια Vaughn

Ο Christopher Vaughn κατηγορήθηκε για την δολοφονία της συζύγου του Kimberly, 34 ετών και των τριών παιδιών του, Abigail (12 ετών), Cassandra (11 ετών) και Blake (8 ετών). Ειδικότερα, στις 14 Ιουνίου 2007, αστυνομικοί της περιοχής Channahon στο Illinois, ανταποκρινόμενοι σε κλήση, βρήκαν τον κατηγορούμενο σταματημένο σε δρόμο με τραύματα από όπλο στον αριστερό του μηρό και καρπό. Σε κοντινή απόσταση βρέθηκε ένα αυτοκίνητο μoντέλου Ford Expedition SUV, όπου μέσα υπήρχαν μια νεκρή γυναίκα (στην μπροστινή θέση του επιβάτη) και τρία νεκρά παιδιά (στις πίσω θέσεις επιβατών). Όλα τα θύματα έφεραν τραύματα από όπλο, ένα ημιαυτόματο πιστόλι Taurus των 9mm, το οποίο ανευρέθη εντός του αυτοκινήτου. Το αυτοκίνητο μεταφέρθηκε από την αστυνομία στο νεκροτομείο μαζί με τα θύματα στις ακριβείς θέσεις τους ώστε να μην υπάρξει αλλοίωση της σκηνής του εγκλήματος, ενώ στον κατηγορούμενο δόθηκαν οι πρώτες βοήθειες. Στο ακροατήριο η θέση του Εισαγγελέα ήταν η εξής: Ο κατηγορούμενος σκότωσε την οικογένειά του προκειμένου να μπορέσει να ζήσει μόνος του χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις στον Καναδά, παρουσιάζοντας ως υπεύθυνη για το έγκλημα την σύζυγό του, η οποία κατά τα λεγόμενά του αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα. Η θέση της υπεράσπισης, αντιστοίχως, ήταν η εξής: Η σύζυγος του κατηγορούμενου σκότωσε τα παιδιά της, πυροβολώντας και τον ίδιο, λόγω αυτοκτονικής συμπεριφοράς την οποία είχε προκαλέσει η λήψη δύο φαρμάκων [Nortriptyline (NT) και Topamax (TP)], σε συνδυασμό με συζυγικά προβλήματα που αντιμετώπιζε το ζευγάρι. Τα αποτελέσματα των βαλλιστικών εξετάσεων ήταν τα εξής:

Με βάση το σημείο εισόδου της σφαίρας, η σύζυγος έφερε τραύμα εξ επαφής στο σαγόνι (στην δικαστική απόφαση αναφέρεται ως «angle gunshot wound») το οποίο και προκάλεσε τον άμεσο θάνατό της. Αναφορικά,δε, με τα τραύματα εισόδου που έφεραν τα τρία παιδιά (το καθένα έφερε δύο πυροβολισμούς, έναν στο κεφάλι και έναν στον κορμό), υπήρχαν υπολείμματα πυρίτιδας στο δέρμα γύρω από το τραύμα, τα οποία θυμίζουν δερματοστιξία (μικρές μαύρες κουκκίδες που μοιάζουν να έχουν γίνει με μολύβι). Οι μικρές αυτές κουκκίδες είναι διακριτές στους πυροβολισμούς από μικρή απόσταση («close range gunshots»), όταν το όπλο βρίσκεται μέχρι 45-60 cm περίπου μακριά από το θύμα. Οι πυροβολισμοί αυτοί, όπως αναφέρει η δικαστική απόφαση και με βάση τον υπολογισμό της τροχιάς των σφαιρών, προήλθαν από την μπροστινή θέση του επιβάτη του αυτοκινήτου. Αυτό σημαίνει ότι, μετά τον πυροβολισμό της συζύγου του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι εκείνη έγειρε στα αριστερά, κάποιος άλλος πυροβόλησε τα τρία παιδιά πάνω από τον αριστερό της ώμο με κατεύθυνση προς τις πίσω θέσεις όπου εκείνα ήταν καθισμένα.

Το οικογενειακό Ford Expedition SUV μεταφέρεται για ανάλυση μαζί με τα τέσσερα θύματα εντός του, πηγή: http://articles.chicagotribune.com

Το οικογενειακό Ford Expedition SUV μεταφέρεται για ανάλυση μαζί με τα τέσσερα θύματα εντός του, πηγή: http://articles.chicagotribune.com

Πρέπει, δε, να επισημανθεί σε αυτό το σημείο ότι η υπεράσπιση τόνισε την ύπαρξη «πλημμελειών» ως προς την συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων. Για παράδειγμα, ο εμπειρογνώμων που κατέθεσε υπέρ του κατηγορουμένου υποστήριξε ότι κακώς τα ρούχα του, μετά την παροχή των πρώτων βοηθειών, συσκευάστηκαν όλα μαζί στο νοσοκομείο καθώς ήταν άμεσος ο κίνδυνος «μόλυνσής» τους μέσω της μεταφοράς πυρίτιδας από το ένα ρούχο στο άλλο, οπότε θα έπρεπε να είχαν συσκευαστεί χωριστά για αποφυγή του ενδεχομένου αλλοίωσης των πειστηρίων. Επιπροσθέτως, υποστηρίχθηκε ότι λανθασμένα οι τεχνικοί έλαβαν δείγμα για ενδεχόμενη ύπαρξη βιολογικού υλικού μόνο από τις ραβδώσεις της κάννης του όπλου και μάλιστα μόνο σε μικρό μέρος του εσωτερικού της, καθώς θα έπρεπε να λάβουν αντίστοιχα δείγματα από ολόκληρη την κάννη σε περίπτωση που ιστός ή αίμα προερχόμενο από το τραύμα της συζύγου βρισκόταν σε μεγαλύτερο βάθος αυτής. Το ανωτέρω ζήτημα ήταν σύμφυτο με το ερώτημα του εάν η σύζυγος διέπραξε τελικά αυτοκτονία ή την σκότωσε ο κατηγορούμενος. Με βάση πάντως την ανάλυση των κηλίδων αίματος, σε περίπτωση αυτοκτονίας, στα χέρια του αυτόχειρα υφίσταται μια σχετικά μεγάλη περιοχή καλυπτόμενη από πολλές μικρές κηλίδες αίματος προερχομένων από το τραύμα λόγω της εκπυρσοκρότησης του όπλου (φαινόμενο back spatter). Αντιθέτως, όπως κατέθεσε ο πραγματογνώμων, η θανούσα σύζυγος είχε μόνο μία μικρή κηλίδα αίματος στο αριστερό της χέρι, το ίδιο το όπλο δεν εμφάνιζε σταγόνες αίματος συμβατές με το μοντέλο του back spatter, ενώ δεν υπήρχε αίμα ούτε στην περιοχή της σκανδάλης. Και ενώ τα αποτελέσματα των ανωτέρω τοξικολογικών και βαλλιστικών εξετάσεων μνημονεύονται στο κείμενο της δικαστικής απόφασης ως πειστήρια ενοχής του κατηγορουμένου, οδηγώντας έτσι  στην καταδίκη του, οι μαρτυρικές καταθέσεις των εμπειρογνωμόνων δεν ήταν τόσο ξεκάθαρες καθώς αρκετοί ήταν αυτοί (και από την πλευρά της Εισαγγελίας αλλά και της υπεράσπισης) που παραδέχτηκαν κατά την διάρκεια της εξέτασής τους ότι ότι τα πειστήρια επιδέχονται τέτοιας ερμηνείας ώστε να μην μπορούν να αποκλείσουν την πιθανότητα αυτοκτονίας της συζύγου του κατηγορούμενου (άρα και το σενάριο να πυροβόλησε εκείνη τον κατηγορούμενο και να σκότωσε τα παιδιά).

Ανακατασκευή της σκηνής του εγκλήματος εντός του αυτοκινήτου με υπολογισμό της τροχιάς των σφαιρών (bullet trajectory reconstruction), πηγή:https://www.researchgate.net.

Ανακατασκευή της σκηνής του εγκλήματος εντός του αυτοκινήτου με υπολογισμό της τροχιάς των σφαιρών (bullet trajectory reconstruction), πηγή:https://www.researchgate.net.

Η ποινή που τελικά επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στις 26 Νοεμβρίου 2012 ήταν τέσσερις φορές ισόβια (μία για κάθε ένα μέλος της οικογένειας που σκότωσε) χωρίς δυνατότητα αναστολής. Παρά το ότι το 2007, όταν συνελήφθη, η θανατική ποινή ήταν ακόμη εν ισχύ στο Illinois, στην συνέχεια επήλθε κατάργησή της στην συγκεκριμένη πολιτεία των ΗΠΑ με επιβολή, πλέον, της ισόβιας κάθειρξης. Ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απερρίφθη.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η αποσαφήνιση των συνθηκών υπό τις οποίες ένα έγκλημα τελέστηκε είναι αποτέλεσμα τόσο διεπιστημονικής έρευνας όσο και ερμηνείας. Σπάνια μια σκηνή εγκλήματος θα είναι τόσο «ξεκάθαρη» από την αρχή ώστε να επιτρέψει στον ερευνητή να προβεί άμεσα στην εξαγωγή συμπερασμάτων με ασφάλεια, ενώ ερωτηματικά και αμφιβολίες μπορούν να παραμείνουν ακόμα και σε ύστερο στάδιο, ήτοι μετά την απονομή (?) δικαιοσύνης. Στα επόμενα τεύχη θα επιχειρηθεί μια σύντομη θεωρητική προσέγγιση των επιστημονικών κλάδων των οποίων ζητείται συνήθως η συνδρομή για την διαλεύκανση ενός εγκλήματος, με ταυτόχρονη παρουσίαση μιας αντιπροσωπευτικής περίπτωσης (case study) που απασχόλησε την ποινική δικαιοσύνη.

skini-eglimatos-243x300Ενδεικτική βιβλιογραφία και ηλεκτρονικοί σύνδεσμοι:

–  http://www.illinoiscourts.gov/R23_Orders/AppellateCourt/2015/3rdDistrict/3120996_R23.pdf

– Andy Grimm, «Forensics expert disputes Vaughn’s account of shootings», 11 Σεπτεμβρίου 2012,http://articles.chicagotribune.com/2012-09-11/news/ct-met-christopher-vaughn-trial-0911-20120911_1_wife-shot-dollars-at-strip-clubs-christopher-vaughn

– «Christopher Vaughn murder trial: Dad convicted of killing wife and three children sentenced to life in prison», 27 Νοεμβρίου 2012, http://www.nydailynews.com/news/crime/chicago-dad-sentenced-life-prison-killing-family-article-1.1208822

– Vincent J.M Di Maio «Gunshot wounds, Practical Aspects of Firearms, Ballistics AND Forensic Techniques», second edition, CRC Press, 1999.

– Andrea Berti, Filippo Barni, Alexei Pace, «Analisi delle macchie di sangue sulla scena del crimine», Edi.Ermes, 2011.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό The Art of Crime, τ. Νοεμβρίου 2016

crime_and_punishment

Υπόθεση Christine και Léa Papin – 6

•04/03/2017 • 3 Σχόλια

Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

20091202022944_paularegomaidsO πίνακας

Η υπόθεση των αδελφών Papin αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την ζωγράφο Paula Rego στην δημιουργία του πίνακα «The Maids», ακρυλικό σε καμβά διαστάσεων 213 Χ 244 εκ., το 1987.  Η Rego προσπάθησε να εικονοποιήσει το πνεύμα του θεατρικού έργου του Genet, εστιάζοντας στην αφύσικη εγγύτητα μεταξύ των δύο αδελφών αλλά και στην σχέση τους με τις γυναίκες που δολοφόνησαν. Ο πίνακας αποπνέει αμφιβολία και απειλητική ψύχωση η οποία, εκτός από τα πρόσωπα, μοιάζει να μεταφέρεται και στα αντικείμενα που γεμίζουν κλειστοφοβικά το δωμάτιο.

Παρατηρώντας τον πίνακα έχουμε την αίσθηση ότι παρατηρούμε μια σκηνή θεάτρου, όπου μόλις έχει σηκωθεί η αυλαία. Μεταφερόμαστε σε ένα, φαινομενικά, αθώο και ακίνδυνο δωμάτιο ενός πορτογαλλικού σπιτιού των αρχών της δεκαετίας του 1950.  Δύο καμαριέρες εξυπηρετούν τις κυρίες τους, μια μητέρα με ανδρικό πρόσωπο και την ξανθή κόρη της.  Το πάτωμα καλύπτεται από ένα παχύ χαλί, στο δωμάτιο κρέμονται βελούδινες κουρτίνες.  Η μυστακοφόρος μητέρα (πιθανότατα μια νύξη της ζωγράφου για το ποιος ήταν το πραγματικό αφεντικό του σπιτιού) φαίνεται να κάθεται αδύναμη και παραδομένη στην καρέκλα της τουαλέττας της, ενώ μια μαύρη υπηρέτρια μοιάζει να ασχολείται με τα μαλλιά της, έχοντας το ένα χέρι της στο πίσω μέρος του κεφαλιού της καθισμένης γυναίκας, απαλά μεν, αλλά όχι χωρίς μιαν αίσθηση απειλής δε, ενώ το άλλο μοιάζει να αναζητά κάτι κρυμμένο στις δίπλες της ροζ ποδιάς της.  Η λευκή καμαριέρα έχει φυλακίσει το κεφάλι του επίσης καθισμένου κοριτσιού κάτω από το σαγόνι της, ενώ έχει στρέψει το βλέμμα της στο κέντρο του δωματίου.  Το κορίτσι μοιάζει να προσπαθεί να απελευθερωθεί από τα χέρια της ενώ, στον τοίχο του δωματίου οι σκιές των δέντρων του κήπου σχηματίζουν απειλητικά χέρια.

Η μόνη νύξη ανδρικής παρουσίας στο σπίτι είναι η ρόμπα που κρέμεται, αλλά ο ίδιος ο άνδρας είναι άφαντος, καθιστώντας τον πίνακα της Rego καθαρά γυναικεία υπόθεση.   ‘Ενα μικρό, μαύρο -δαιμονικό θάλεγε κάποιος- αγριογούρουνο δείχνει τα δόντια του στο κάτω μέρος του πίνακα -προάγγελος ίσως των όσων θα επακολουθήσουν.  Πάνω σε ένα τραπεζάκι πίσω του υπάρχει ένα ανοιχτό βιβλίο προσευχών κι ένας κρίνος, αμφότερα σύμβολα του ελέους του Θεού, της αγνότητας αλλά και του θανάτου που θα πλημμυρίσει το δωμάτιο.

les_soeurs_papin_siteΕπίλογος

Δεν γνωρίζω τι από όλα έκανε το έγκλημα των αδελφών Papin να συζητιέται μέχρι σήμερα και να επηρεάζει σε τέτοιο βαθμό καλλιτέχνες, στοχαστές κι επιστήμονες.  Ήταν η πρωτοφανής για γυναίκα-δράστη αγριότητά του;  Ήταν η ταυτόχρονη, στιγμιαία «τρέλα» που κυρίευσε τις δύο αδελφές και τις οδήγησε σε ένα μη προμελετημένο έγκλημα;  Ήταν η ανακάλυψη, από τις Lancelin, της αιμομικτικής και ομοφυλοφιλικής σχέσης των αδελφών και ο φόβος της διαπόμπευσης που θα ακολουθούσε; Ήταν ένα έγκλημα ταξικό, μια πράξη επανάστασης των καταπιεσμένων υπηρετριών εναντίον των εργοδοτριών τους;  Ήταν το –από άλλους- προδιαγεγραμμένο μέλλον των δύο κοριτσιών, για το οποίο δεν είχαν λόγο και επιλογή;  Ήταν η αδυναμία των γονέων τους, όχι μόνο να παίξουν σωστά τον ρόλο τους αλλά και να είναι παρόντες ουσιαστικά στη ζωή των παιδιών τους; Ήταν η αυστηρή, θρησκευτική έως θρησκόληπτη υποτυπώδης εκπαίδευση των δύο αδελφών, που στόχο είχε να δημιουργήσει υποτακτικές και φοβισμένες προσωπικότητες, επομένως αρεστές στους επίδοξους εργοδότες; Ήταν η, σαφέστατα διαταραγμένη, προσωπικότητα της Christine, που σήμερα θα είχε αντιμετωπιστεί πιθανότατα με επιτυχία με θεραπεία, ψυχολογική στήριξη και φαρμακευτική αγωγή, αλλά στην εποχή του μεσοπολέμου ήταν ένα θέμα που έφερνε το «μίασμα» στον ασθενή και οδηγούσε στον κοινωνικό του αποκλεισμό και αφανισμό, άρα δεν υπήρχε περίπτωση να διαγνωστεί και να αντιμετωπιστεί σωστά;

Κατά την γνώμη μου ήταν τα πάντα, το καθένα μόνο του και όλα μαζί.  Το ίδιο το έγκλημα «φωνάζει» γι αυτό, η αγριότητά του μιλά και αποκαλύπτει.  Τα μάτια των Lancelin που «είδαν» το είδος της σχέσης των Papin, ξεριζώνονται, τα πρόσωπά τους πολτοποιούνται κάτω από αμέτρητα χτυπήματα, αποκαλύπτοντας ένα έγκλημα απόλυτα προσωπικό: η κυρία και η δεσποινίς δεν μπορούν πλέον να παίρνουν αυτές τις αυστηρές και απαξιωτικές για τις υπηρέτριές τους εκφράσεις.  Από το υπόλοιπο σώμα των Lancelin, τo πιο κακοποιημένo σημείo είναι η περιοχή των γεννητικών οργάνων.  Η Christine αντιλαμβάνεται το ανάρμοστο της σχέσης της με την αδελφή της, αλλά δεν μπορεί να το αρνηθεί και να το υποτάξει: η αδελφή της είναι η μόνη της παρηγοριά, ο μόνος της συνδετικός κρίκος με το ανθρώπινο είδος.  Ο αποχωρισμός τους θα οδηγήσει, μοιραία, στον αφανισμό της.

Το έγκλημα των αδελφών Papin είναι ακόμη ένα έγκλημα δηλωτικό της εποχής, της χώρας, των κοινωνικών διαχωρισμών, των επικρατουσών αντιλήψεων.  Σε μια άλλη εποχή, με διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες, σε άλλο πολιτικοκοινωνικό περιβάλλον, πιθανότατα θα ήταν διαφορετικό.  Ίσως και να είχε προληφθεί ή να μην είχε υπάρξει.

Πηγές

Όλα τα βιβλία, άρθρα, ταινίες κ.λ.π. που αναφέρονται στα έξι μέρη του άρθρου, καθώς και πολλά ακόμη.

crime_and_punishment

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: