Καλό Πάσχα…

•31/03/2018 • 1 σχόλιο

…με προσοχή στο πήγαιν’ – έλα…

Ξανά μαζί τον Απρίλη.

Advertisements

Robert Hansen, o κυνηγός της Αλάσκα

•17/03/2018 • Σχολιάστε

Της Νίνας Κουλετάκη

Στις 13 Ιουνίου του 1983, ο αξιωματικός υπηρεσίας του αστυνομικού τμήματος του Anchorage της Alaska δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από μια νεαρή γυναίκα, που καλούσε, πανικόβλητη, σε βοήθεια από το Μοτέλ Big Timber και έστειλε ένα περιπολικό να ερευνήσει το συμβάν. Οι αστυνομικοί βρήκαν ένα δεκαεπτάχτονο κορίτσι δεμένο με χειροπέδες και σε κατάσταση σοκ. Παρόλο που δεν το συνειδητοποίησαν εκείνη την στιγμή, η νεαρή είχε καταφέρει να ξεφύγει από τον πιο διαβόητο σειριακό δολοφόνο της Αλάσκα, τον Robert Hansen. Έναν γλυκομίλητο και γοητευτικό φούρναρη της περιοχής, ενθουσιώδη κυνηγό.

Όπως θα ανακάλυπταν αργότερα οι ντετέκτιβς, δεκαεπτά άλλες γυναίκες δεν είχαν υπάρξει τόσο τυχερές. Είχαν απαχθεί, βασανιστεί και –τελικά- δολοφονηθεί από τον Hansen, σε μια περίοδο δώδεκα ετών, κατά την διάρκεια της οποίας πραγματοποιούσε τις νοσηρές του φαντασιώσεις, όπου τις κυνηγούσε σαν να ήταν άγρια ζώα.

Νεανική ηλικία

O Robert Christian Hansen γεννήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου του 1939 στο Estherville της Iowa. Οι γονείς του ήταν μετανάστες από την Δανία και ο πατέρας του, ένας ιδιαίτερα αυστηρός και δεσποτικός άνδρας, ήταν φούρναρης, επάγγελμα που θα ακολουθούσε και ο ίδιος ο Hansen αργότερα. Ως έφηβος ήταν αδύνατος και αφύσικα ντροπαλός, γεγονός όμως που εξηγείται καθώς τραύλιζε όταν μιλούσε και βασανιζόταν από σοβαρή ακμή, η οποία θα άφηνε μόνιμα σημάδια στο πρόσωπό του. Πολλά χρόνια αργότερα ο ίδιος θα περιέγραφε την εφηβεία του ως την εποχή που «το πρόσωπό του δεν ήταν παρά ένα μεγάλο σπυρί».

Το bullying ήταν στην ημερήσια διάταξη σε όλα του τα σχολικά χρόνια, τόσο εξαιτίας του τραυλίσματος όσο και της ακμής. Παρακολουθούσε τις όμορφες συμμαθήτριές του, με τις οποίες δεν είχε καμία τύχη εξαιτίας των προβλημάτων του και κατέληξε να τις μισεί και να επιθυμεί να τις εκδικηθεί. Έτσι άρχισε να φαντασιώνεται διάφορες μεθόδους τιμωρίας και εκδίκησης, όλες σκληρές και νοσηρές. Αν σε αυτά του τα προβλήματα προσθέσουμε και την εντελώς δυσλειτουργική σχέση με τον πατέρα του, δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε την δημιουργία ενός σήριαλ κίλλερ.
Ψάχνοντας για διέξοδο στην δυστυχία του, ο Hansen ανακάλυψε το κυνήγι. Η ενασχόληση με το συγκεκριμένο σπορ τον έκανε να αισθάνεται σίγουρος για τον εαυτό του και τον βοηθούσε να ξεχνά την μειονεκτική του θέση απέναντι στους συνομηλίκους του. Έγινε πολύ καλός σε αυτό και, μάλιστα, διακρίθηκε σε πολλούς σχετικούς τοπικούς διαγωνισμούς, αποσπώντας κάμποσα βραβεία.

Το 1957, σε ηλικία 18 ετών, κατατάχτηκε στην Πολιτοφυλακή των Η.Π.Α., όπου υπηρέτησε για έναν χρόνο. Στη συνέχεια πήγε στο Pocahontas της Iowa και εργάστηκε ως βοηθός εκπαιδευτή στην τοπική ακαδημία της αστυνομίας. Ήταν η εποχή που σχετίστηκε με μια μικρότερή του νέα γυναίκα με την οποία και παντρεύτηκε το καλοκαίρι του 1960.

Στις 7 του Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς συνελήφθη για τον εμπρησμό ενός δημοτικού γκαράζ του Pocahontas, όπου στάθμευαν σχολικά λεωφορεία. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών και εξέτισε είκοσι μήνες στις κρατικές φυλακές της Anamosa. Κατά την διάρκεια του εγκλεισμού του η σύζυγός του κατέθεσε αίτηση διαζυγίου. Μετά την αποφυλάκισή του –και για κάμποσα χρόνια- περιπλανήθηκε σε διάφορες πόλεις και φυλακίστηκε αρκετές φορές για μικροκλοπές. Στο μεταξύ, το 1963, παντρεύτηκε την δεύτερη γυναίκα του, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Το 1967 ο Hansen και η οικογένειά του εγκαταστάθηκαν στο Anchorage της Alaska. Άνοιξε έναν φούρνο και φάνηκε πως είχε αφήσει πίσω του οριστικά τα προβληματικά του νιάτα. Οι γείτονές του μιλούσαν γι αυτόν με τα καλύτερα λόγια και τον θεωρούσαν υπόδειγμα οικογενειάρχη. Συνέχισε να ασχολείται πάντα με το αγαπημένο του κυνήγι και ήταν κάτοχος πολλών τοπικών ρεκόρ.

Η αρχή

Ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1971, το Anchorage της Alaska ξύπνησε κάτω από λαμπρό ήλιο και με θερμοκρασία 4.5 βαθμούς πάνω από το 0, πράγμα σπάνιο για την εποχή. Ήταν, λοιπόν, μια καλή ημέρα για τους κατοίκους του να βγουν και να απολαύσουν την βόλτα τους.

Έτσι έκαναν και τα αδέλφια Garry και Dennis Lawler, οι οποίοι βγήκαν με τις φωτογραφικές τους μηχανές να απαθανατίσουν τα χειμωνιάτικα, χιονισμένα τοπία λουσμένα στην λιακάδα. Η βόλτα τους θα σταματούσε απότομα, καθώς θα ανακάλυπταν το παγωμένο, γυμνό από τη μέση και κάτω, πτώμα μιας νεαρής γυναίκας. Ειδοποίησαν την αστυνομία.

Celia “Beth” Van Zanten

Το πτώμα ανήκε στην Celia “Beth” Van Zanten, μια 18χρονη που είχε εξαφανιστεί δυο ημέρες νωρίτερα, ενώ πήγαινε στο μπακάλικο της γειτονιάς της. Τα χέρια της ήταν δεμένα με σύρμα πίσω στην πλάτη της, είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά και έφερε κοψίματα με μαχαίρι στο στήθος. Όπως έδειξαν τα ευρήματα είχε, με κάποιον τρόπο, καταφέρει να δραπετεύσει από το μέρος που την κρατούσαν φυλακισμένη και είχε διανύσει μια μεγάλη απόσταση. Φαίνεται πως είχε κατορθώσει να πηδήξει από το αυτοκίνητο του απαγωγέα της και να κατρακυλήσει στο χιόνι μιας πλαγιάς. Στη συνέχεια, με υπεράνθρωπη προσπάθεια, συνέχισε να τρέχει πάνω στο παχύ χιόνι και να κατρακυλά στο βουνό, για να καταλήξει στο σημείο που βρέθηκε, όπου και πέθανε από το κρύο. Πάνω στο χιόνι που έλιωνε αργά κάτω από τον ήλιο, οι αστυνομικοί διέκριναν ίχνη ελαστικών που έκαναν κύκλους. Προφανώς ο απαγωγέας της την έψαχνε. Δυστυχώς δεν ήταν δυνατόν να πάρουν εκμαγείο των ιχνών και αρκέστηκαν στο να τα φωτογραφήσουν. Επίσης, παρόλο που εξέτασαν εξονυχιστικά το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον της κοπέλας, καθώς και τη γειτονιά της, δεν μπόρεσαν να ανακαλύψουν κανένα σημαντικό στοιχείο.

Λίγες μέρες αργότερα η Sandra Paterson, μια 18χρονη ναρκομανής που, περιστασιακά, ασκούσε το επάγγελμα της πόρνης για να εξασφαλίζει τις δόσεις της, ήρθε σε επαφή με τον επικεφαλής ντετέκτιβ των ερευνών και διηγήθηκε μια ιστορία διαφυγής της από τον απαγωγέα της, η οποία είχε πολλά κοινά σημεία με όσα υπέθεταν οι αστυνομικοί για την περιπέτεια της Van Zanten.

H Paterson κατέθεσε πως στις 19 Δεκεμβρίου, τέσσερις μόλις ημέρες πριν από την εξαφάνιση της Van Zanten, βρισκόταν στο πάρκινγκ του κέντρου Nevada Club, περιμένοντας πελάτες. Εκεί την πλησίασε ένας άνδρας και, με την απειλή όπλου την απήγαγε, οδηγώντας την στο αυτοκίνητό του. Την απείλησε πως, αν δεν έκανε ό,τι της ζητούσε, θα την σκότωνε. Η Sandra ήταν σε θέση να τον περιγράψει επακριβώς στους αστυνομικούς: ήταν νέος, μεταξύ 23 και 29 ετών, αδύνατος και φορούσε γυαλιά με κοκάλινο σκελετό.

Το μονοπλάνο του Hansen

Της έδεσε τα χέρια με δερμάτινα κορδόνια, της είπε να γλυθεί για να μην το σκάσει και άρχισε να οδηγεί προς την περιοχή του Seward Highway. Κατά διαστήματα σταματούσε στην άκρη του δρόμου, λέγοντάς της πως ήθελε να κάνουν σεξ. Σε μια περίπτωση προσπάθησε και να την φιλήσει. Εκείνη, διατηρώντας την ψυχραιμία της, του είπε πως δεν είχε αντίρρηση, μόνο που δεν ήθελε να το κάνουν στο αυτοκίνητο.

Κατέληξαν σε ένα μοτέλ, 98 μίλια νότια του Anchorage, όπου προσπάθησαν να κάνουν σεξ, χωρίς όμως εκείνος να φτάσει σε οργασμό. Η Paterson είχε υιοθετήσει μια παθητική συμπεριφορά, με σκοπό να μην τον εξαγριώσει και να σώσει την ζωή της. Έτσι δεν του αντιστεκόταν, κάτι που προφανώς τον εμπόδισε από το να διεγερθεί. Την κατηγόρησε ότι του ήταν άχρηστη, καθώς δεν πάλευε και δεν κλωτσούσε «όπως οι άλλες». Η Sandra ήταν σίγουρη ότι όχι μόνο δεν ήταν το μοναδικό του θύμα αλλά και πως όλα τα υπόλοιπα δεν ήταν ζωντανά. Για κάποιο λόγο την άφησε να ζήσει, μόνο απειλώντας την με θάνατο εάν τον κατέδιδε και επέστρεψαν στο Anchorage.

Οι αστυνομικοί την έβαλαν να καθίσει σ’ ένα γραφείο και τοποθέτησαν μπροστά της άλμπουμ με φωτογραφίες υπόπτων. Για ώρες η Sandra τις κοίταζε προσεκτικά μέχρι που έδειξε κάποιον. «Αυτός είναι!», είπε. «Είμαι απόλυτα σίγουρη».

«Αυτός» ήταν ο Robert C. Hansen ο οποίος, ένα μήνα πριν, είχε συλληφθεί για επίθεση με θανατηφόρο όπλο εναντίον μιας 18χρονης γραμματέως μεσιτικού γραφείου. Μπήκε στο σπίτι της και προσπάθησε να την βιάσει με την απειλή όπλου. Η κοπέλα είχε συγκατοίκους, κάτι που ο δράστης δεν γνώριζε, και οι οποίοι έσπευσαν σε βοήθειά της όταν εκείνη έβαλε τις φωνές. Ο επίδοξος βιαστής τράπηκε σε φυγή για να συλληφθεί λίγο αργότερα. Όταν επιτέθηκε στην Sandra, ήταν ελεύθερος με εγγύηση, περιμένοντας τη δίκη του για την επίθεση στην γραμματέα.

Η Sandra ήταν κατηγορηματική. «Αυτός ο τύπος σκοτώνει γυναίκες, είμαι σίγουρη. Μου είπε ότι έχει σκοτώσει και τον πιστεύω. Ό,τι μου είπε πως θα μου έκανε, το έκανε, όλες του τις απειλές τις πραγματοποίησε. Κι αν λέει πως έχει σκοτώσει πριν, τον πιστεύω επίσης. Ψάξτε καλά, είμαι σίγουρη πως ο δρόμος του είναι σπαρμένος πτώματα γυναικών».

Όμως, στο δικαστήριο που ακολούθησε και στα μάτια των ενόρκων, η Sandra δεν ήταν παρά μια ναρκομανής πόρνη, ενώ ο Hansen ένας ευηπόληπτος οικογενειάρχης, που έχαιρε εκτίμησης από τους γειτόνους του. Αρνήθηκε την εμπλοκή του στην απαγωγή της Sandra. Παραδέχθηκε, βέβαια, την επίθεση στην γραμματέα, αλλά το απέδωσε σε ψυχολογικά προβλήματα, γεγονός που επιβεβαίωσε τόσο ο δικηγόρος του όσο και ο γιατρός του. Το αποτέλεσμα ήταν να καταδικαστεί σε πέντε χρόνια φυλάκιση, με ελαφρυντικά λόγω μανιοκατάθλιψης, να υποχρεωθεί να ακολουθήσει ψυχιατρική αγωγή και να εκτίσει μόλις τα δύο. Την 1η Νοεμβρίου του 1973 ο Hansen ήταν ξανά ελεύθερος στους δρόμους.

Θα περάσουν δέκα ολόκληρα χρόνια, χωρίς ο Hansen να απασχολήσει τις αρχές.

O Hansen με το αεροπλάνο του

Ο χασάπης φούρναρης

Στις 13 Ιουνίου του 1983, η δεκαεπτάχρονη Cindy Paulson κατάφερε να ξεφύγει από τον Hansen, καθώς εκείνος προσπαθούσε να την ανεβάσει στο διθέσιο μονοπλάνο του. Αργότερα είπε στην αστυνομία πως της είχε προσφέρει $200 για να του κάνει στοματικό σεξ αλλά, όταν μπήκε στο αυτοκίνητό του έβγαλε όπλο και την οδήγησε στο υπόγειο του σπιτιού του όπου και την φυλάκισε. Την κρατούσε αιχμάλωτη, την βασάνιζε, την βίαζε και την κακοποιούσε σεξουαλικά. Την έδεσε από τον λαιμό με μια αλυσίδα σε μια σωλήνα του υπογείου και ξάπλωσε να πάρει έναν υπνάκο σ’ έναν καναπέ που βρισκόταν εκεί.

Όταν ξύπνησε την έβαλε ξανά στο αυτοκίνητο και οδήγησε μέχρι το αεροδρόμιο Merrill Field όπου βρισκόταν το μονοπλάνο του. Της είπε πως θα πήγαιναν στην καλύβα του, στον ποταμό Knik, στην κοιλάδα Matanuska, η οποία ήταν προσβάσιμη μόνο με βάρκα ή μικρό αεροπλάνο. Η Paulson ήταν κουλουριασμένη στο πίσω κάθισμα, με τα χέρια δεμένα με χειροπέδες μπροστά της. Όταν έφτασαν στο αεροδρόμιο και την ώρα που ο Hansen φόρτωνε το αεροπλάνο του, πήδηξε στο μπροστινό κάθισμα, άνοιξε την πόρτα και έτρεξε προς την 6η Λεωφόρο, που περνούσε δίπλα από το αεροδρόμιο. Ελπίζοντας να σωθεί είχε αφήσει τα παπούτσια της στο δάπεδο του αυτοκινήτου στο πίσω κάθισμα, ώστε να μπορεί να αποδείξει πως βρισκόταν εκεί.

Όταν κατάφερε να βγει στον κεντρικό δρόμο, χωρίς να προλάβει ο απαγωγέας της να την πιάσει, σταμάτησε ένα διερχόμενο φορτηγό και ο οδηγός του, Robert Yount, θορυβημένος από την εικόνα της δέσμιας κοπέλας την πήρε μαζί του και την οδήγησε στο Πανδοχείο Mush και, αφού ειδοποίησε την αστυνομία, συνέχισε το δρομολόγιό του. Στο πανδοχείο η Paulson παρακάλεσε τον υπάλληλο της υποδοχής να τηλεφωνήσει στο Μοτέλ Big Timber, όπου έμενε ο φίλος της και, αφού μίλησε μαζί του επιβιβάστηκε σ’ ένα ταξί κι έφυγε.

Όταν οι αστυνομικοί από το τμήμα του Anchorage έφθασαν στο πανδοχείο Mush, o υπάλληλος τους έστειλε στο μοτέλ, όπου και την βρήκαν μόνη της, ακόμη ημίγυμνη και με τις χειροπέδες. Με τις πληροφορίες που τους έδωσε η κοπέλα οδηγήθηκαν στον Hansen. Εκείνος, κατά την προσφιλή του συνήθεια, έπαιξε το χαρτί του καλού και αγαθού πολίτη, ισχυρίστηκε πως η Paulson τα είπε όλα αυτά επειδή δεν υπέκυψε στους εκβιασμούς της και πως ήθελε να του αποσπάσει περισσότερα χρήματα από εκείνα που είχαν συμφωνήσει, αφέθηκε ελεύθερος και η υπόθεση δεν προχώρησε.

Το όπλο του Hansen

Όμως ο Hansen είχε ήδη τραβήξει την προσοχή του ντετέκτιβ Glenn Flothe, εξαιτίας του παρελθόντος του, του βεβαρημένου με σεξουαλικές επιθέσεις. Ο Flothe επικοινώνησε με τον πράκτορα του FBI Roy Hazelwood και του ζήτησε να τον βοηθήσει με την δημιουργία του προφίλ του δολοφόνου τριών πτωμάτων που είχαν πρόσφατα ανακαλυφθεί στην περιοχή.

Το πρώτο από αυτά είχε ανακαλυφθεί στις 21 Ιουλίου του 1981 από οικοδόμους, κοντά στην οδό Eklutna. Ανήκε σε μια νέα, ξανθή γυναίκα και δεν αναγνωρίστηκε ποτέ. Είχε αρκετά από τα ρούχα της, όπως ένα αμάνικο πλεκτό μπλουζάκι, ένα δερμάτινο σακάκι, μπότες μέχρι το γόνατο και αρκετά κοσμήματα. Οι ερευνητές της έδωσαν το όνομα Eklutna Annie.

Kοσμήματα της «Eklutna Annie»

To δεύτερο, που ανακαλύφθηκε αργότερα την ίδια χρονιά σ’ έναν λάκο με αμμοχάλικο, ανήκε στην Joanna Messina. Το τρίτο, εκείνο της 23χρονης Sherry Morrow, βρέθηκε σ’ έναν ρηχό τάφο κοντά στον ποταμό Knik. Kαι τα τρία πτώματα είχαν κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία μαρτυρούσαν τον ίδιο δολοφόνο.

Οι όχθες του ποταμού Knik, όπου ο Hansen είχε θάψει πολλά από τα θύματά του.

Το προφίλ που παρέδωσε ο Hazelwood σκιαγραφούσε έναν δολοφόνο που ήταν έμπειρος κυνηγός, με χαμηλή αυτοεκτίμηση, ιστορικό απόρριψης από γυναίκες και τύπο που οπωσδήποτε θα κρατούσε «ενθύμια» από τα θύματά του, όπως κοσμήματα ή άλλα προσωπικά είδη. Ανέφερε επιπλέον πως ήταν πολύ πιθανό να τραυλίζει. Χρησιμοποιώντας αυτό το προφίλ, ο Flothe εξέτασε τους φακέλλους πολλών ατόμων, πριν καταλήξει στον Hansen o oποίος όχι μόνο ταίριαζε στο προφίλ, αλλά διέθετε και αεροπλάνο.

Με την υποστήριξη της κατάθεσης της Paulson και του προφίλ του Hazelwood, ο Flothe κατάφερε να πάρει ένταλμα ερεύνης για το σπίτι του Hansen. Στις 27 Οκτώβρη του 1983, οι ερευνητές ανακάλυψαν κοσμήματα που ανήκαν σε διάφορες γυναίκες που ήταν αγνοούμενες και κάμποσα πυροβόλα όπλα και κυνηγετικά μαχαίρια στη σοφίτα του Hansen. Το πιο σημαντικό εύρημά τους ήταν ένας αεροναυτικός χάρτης, τον οποίο χρησιμοποιούσε ο Hansen κατά τις πτήσεις του, με αρκετά μικρά Χ σημειωμένα επάνω του.

Αστυνομικοί κοσκινίζουν την άμμο της όχθης του ποταμού για ευρήματα.

Στην αρχή ο Hansen προσπάθησε ν’ αρνηθεί τα πάντα αλλά, φυσικά, κάτι τέτοιο δεν ήταν αποδεκτό. Στη συνέχεια άρχισε να κατηγορεί τις γυναίκες ότι εκείνες έφταιγαν για τις δολοφονίες τους. Τέλος, απαντώντας για κάθε εύρημα των αστυνομικών, ομολόγησε μια σειρά δολοφονιών γυναικών της Αλάσκα, από το 1971 και μετά. Πιστεύεται ότι επιτέθηκε και βίασε περισσότερες από 30 γυναίκες και θεωρήθηκε υπεύθυνος για την δολοφονία τουλάχιστον 17 από αυτών, ηλικίας από 16 έως 41 ετών. Τα πρώτα του θύματα ήταν νεαρές γυναίκες ενώ, αργότερα, πέρασε σε καλλιτέχνιδες στριπτήζ και πόρνες. Αυτές οι τελευταίες, με τις ακριβείς καταθέσεις τους, διαδραμάτησαν σημαντικό ρόλο στη σύλληψή του.

Τα θύματα του Hansen ήταν τα εξής:
Lisa Futrell, 41ετών (παραδοχή δολοφονίας, το πτώμα της βρέθηκε με υπόδειξη του Hansen)
Malai Larsen, 28 ετών (παραδοχή δολοφονίας, το πτώμα της βρέθηκε με υπόδειξη του Hansen)
Sue Luna, 23 ετών (παραδοχή δολοφονίας, το πτώμα της βρέθηκε με υπόδειξη του Hansen)
Tami Pederson, 20 ετών (παραδοχή δολοφονίας, το πτώμα της βρέθηκε με υπόδειξη του Hansen)
Angela Feddern, 24 ετών (παραδοχή δολοφονίας, το πτώμα της βρέθηκε με υπόδειξη του Hansen)
Teresa Watson (παραδοχή δολοφονίας, το πτώμα της βρέθηκε με υπόδειξη του Hansen)
DeLynn «Sugar» Frey (παραδοχή δολοφονίας, το πτώμα της βρέθηκε στις 20 Αυγούστου του 1985, από έναν πιλότο που δοκίμαζε τα λάστιχα του αεροπλάνου του, στην αμμώδη όχθη του ποταμού Knik)
Paula Goulding (παραδοχή δολοφονίας, το πτώμα της βρέθηκε)
Andrea «Fish» Altiery (παραδοχή δολοφονίας, το πτώμα της δεν βρέθηκε)
Sherry Morrow, 23 ετών (παραδοχή δολοφονίας, το πτώμα της βρέθηκε)
«Eklutna Annie» (παραδοχή δολοφονίας, το πτώμα της βρέθηκε αλλά η πραγματική της ταυτότητα δεν ανακαλύφθηκε ποτέ)
Joanna Messina (παραδοχή δολοφονίας, το πτώμα της βρέθηκε)
«Horseshoe Harriet» (παραδοχή δολοφονίας, το πτώμα της βρέθηκε με υπόδειξη του Hansen αλλά η πραγματική της ταυτότητα δεν ανακαλύφθηκε ποτέ)
Roxane Easland, 24 ετών (παραδοχή δολοφονίας, το πτώμα της δεν βρέθηκε)
Ceilia «Beth» Van Zanten, 17 ετών (ο Hansen αρνήθηκε την δολοφονία, το πτώμα της βρέθηκε σε σημείο που ήταν σημειωμένο με Χ στον αεροναυτικό χάρτη)
Megan Emerick, 17 ετών (ο Hansen αρνήθηκε την δολοφονία, το πτώμα της δεν βρέθηκε, αλλά υπήρχε σημείο που ήταν σημειωμένο με Χ στον αεροναυτικό χάρτη)
Mary Thill, 23 ετών (ο Hansen αρνήθηκε την δολοφονία, το πτώμα της δεν βρέθηκε, αλλά υπήρχε σημείο που ήταν σημειωμένο με Χ στον αεροναυτικό χάρτη)

Από αυτές τις 17 γυναίκες ο Hansen κατηγορήθηκε επίσημα μόνο για την δολοφονία των τεσσάρων: Sherry Morrow, Joanna Messina, Eklutna Annie και Paula Goulding. Επίσης κατηγορήθηκε για την απαγωγή και τον βιασμό της Cindy Paulson.

Σύλληψη του Robert Hansen

Oι ένορκοι καταδίκασαν τον Hansen 461 χρόνια φυλάκισης, επιπλέον άλλη μία φορά ισόβια, χωρίς δικαίωμα αναστολής. Αρχικά κρατήθηκε στις κρατικές φυλακές του Lewisburg στην Pennsylvania. To 1988 τον έφεραν πίσω στην Αλάσκα, όπου για μικρό χρονικό διάστημα κρατήθηκε στις φυλακές Lemon Creek. Έπειτα μεταφέρθηκε στις φυλακές του Spring Creek στο Seward, όπου και παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 2014, όταν και μεταφέρθηκε, για λόγους υγείας στο Anchorage.

Ο Ηansen, λίγο πριν τον θάνατό του.

Πέθανε σε ηλικία 76 ετών στο τοπικό νοσοκομείο του Anchorage, στις 21 Αυγούστου του 2014.

Παράρτημα

Η υπόθεση του Robert Hansen συγκλόνισε την αμερικανική κοινή γνώμη, κυρίως για το γεγονός πως ένας άνθρωπος με πολλά χαρακτηριστικά γνωρίσματα σειριακού δολοφόνου, που δεν ήταν άγνωστος στις διωκτικές αρχές λόγω των αλεπάλληλων σεξουαλικών του επιθέσεων σε γυναίκες, κατάφερε να παραμείνει ασύλληπτος και ανεντόπιστος από τα «ραντάρ» της αστυνομίας για πάνω από δέκα χρόνια, με αποτέλεσμα να αφαιρέσει τη ζωή από 17 απ’ αυτές.

Πάνω στην υπόθεση βασίστηκαν δύο ταινίες:

«Naked Fear», του 2007, σε σκηνοθεσία Thom Eberhardt. Η ταινία βασίζεται ελαφρά πάνω στην υπόθεση Hansen, χρησιμοποιώντας αρκετή μυθοπλασία.

«Τhe Frozen Ground», του 2013, σε σκηνοθεσία Scott Walker, με τον John Cusack να υποδύεται τον Hansen, τον Nicolas Cage ως ντετέκτιβ Jack Halcombe (ρόλος βασισμένος στον Glenn Flothe) και την Vanessa Hudgens στον ρόλο του θύματος Cindy Paulson.

Επίσης γυρίστηκαν αρκετά ντοκυμαντέρ. Αναφορές στην υπόθεση Hansen έγιναν σε αρκετές αστυνομικές τηλεοπτικές σειρές, όπως Cold Case, Criminal Minds και Law and Order SVU.

Οι Walter Gilmour and Leland E. Hale έγραψαν το βιβλίο, Butcher, Baker: The True Account of an Alaskan Serial Killer, όπου εξετάζονται τα εγκλήματα του Hansen και ο αγώνας για τον εντοπισμό και τη σύλληψή του.

Πηγές

• Du Clos, Bernard. Fair GameGilmour,
• Walter & Hale, Leland E. Butcher, Baker: A True Account of a Serial Murder.
• Martin, Reagan (July 9, 2013). Hunted on Ice: The Search for Alaskan Serial Killer Robert Hansen. CreateSpace Independent Publishing Platform
• Εφημερίδα Alaska Dispatch

Η μικροκοινωνία της φυλακής: ιεραρχία, άγραφοι νόμοι και… σιωπή

•24/02/2018 • 1 σχόλιο

της Αγγελικής Καρδαρά

Η φυλακή χαρακτηρίζεται «μικροκοινωνία» των κρατουμένων. Ο πατέρας της σύγχρονης κοινωνιολογίας των φυλακών Donald Clemmer (1), προχωρά ένα βήμα παραπάνω και κάνει λόγο για το αθέατο περιβάλλον της φυλακής (unseen environment), το οποίο ορίζει ως «κοινωνικό σύστημα των εγκλείστων».
Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο και εγκληματολόγο Gresham M. Sykes, (2) αυτό το σύστημα, που αποτελεί την «κοινωνική τάξη» των κρατουμένων, αναπτύσσεται άτυπα κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους αλληλεπίδρασης. Ειδικότερα ο Sykes είχε χρησιμοποιήσει τους ενδιαφέροντες όρους: «η κοινωνία μέσα στην κοινωνία», «η κοινότητα της φυλακής», «η κοινωνία των δέσμιων» ή αλλιώς «ο υποπολιτισμός των κρατουμένων» που, κατ’ αυτόν, δημιουργείται αποκλειστικά στο χώρο της φυλακής, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που έχει απαγορευθεί κάθε επικοινωνία μεταξύ των εγκλείστων.

Ποια είναι, όμως, η σχέση της φυλακής με την ελεύθερη κοινωνία;
Είναι λανθασμένη αντίληψη ότι η φυλακή ταυτίζεται απόλυτα με την κοινωνία, διότι καταγράφονται σημαντικές διαφοροποιήσεις. Σε αντίθεση με τους ελεύθερους πολίτες, οι τρόφιμοι βιώνουν μία παραμορφωτική ή έστω αλλοιωμένη κοινωνική πραγματικότητα όταν εισέρχονται στη φυλακή. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πρέπει να κερδίσουν όλα όσα θεωρούνται αυτονόητα για τα μέλη της ευρύτερης κοινωνίας. Στη φυλακή, με άλλα λόγια, τίποτε δεν είναι δεδομένο, ούτε πράγματα ευτελής αξίας, π.χ. τα τσιγάρα ή η τηλεκάρτα.
Οι αρχές που διέπουν την «μικροκοινωνία» της φυλακής.

Όσον αφορά τις αρχές που διέπουν τον μικρόκοσμο της φυλακής ή σύμφωνα με την εγκληματολογική έρευνα τον «υποπολιτισμό» της φυλακής, διαπιστώνουμε ότι πηγάζουν κατά κύριο λόγο από χαρακτηριστικά που στερεοτυπικά αποδίδονται στο ανδρικό πρότυπο και γι’ αυτό οι έρευνες εστιάζουν το ενδιαφέρον τους σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στον κώδικα των αντρών-κρατουμένων. Το γεγονός αυτό είναι ερμηνεύσιμο και οφείλεται στο ότι οι άντρες κυριαρχούν στα σωφρονιστικά καταστήματα, παγκοσμίως, με τα ποσοστά τους να αυξάνονται συνεχώς.

Εν τούτοις, η έρευνα, έστω και περιορισμένη, στις γυναικείες φυλακές φέρνει στην επιφάνεια ενδείξεις ενός ισχυρού «υποπολιτισμού», στον οποίο κυριαρχούν οι φιλικές-στοργικές σχέσεις μεταξύ των γυναικών κρατουμένων. Για παράδειγμα, μία μελέτη που δημοσιεύτηκε στη Γαλλία με τη συλλογή γραμμάτων και σημειώσεων γυναικών φυλακισμένων προς συγκρατούμενές τους αποκαλύπτει την ύπαρξη έντονων συναισθημάτων: αγάπης, πίστης, θυμού και ζήλειας, τα οποία αναπτύσσονται και βιώνονται στο χώρο της φυλακής. Βασιζόμενοι σε αυτά, αρκετοί μελετητές υποστήριξαν ότι υποκρύπτουν την ανάπτυξη ομοφυλικών δεσμών. Στην πλειονότητα όμως των γραμμάτων οι κρατούμενες έκαναν έκκληση για συντροφικότητα και φιλία, δηλαδή συναισθήματα που στερούνταν και κατά συνέπεια είχαν μεγάλη ανάγκη να νιώσουν. (3)

Ανεξαρτήτως πάντως εάν πρόκειται για έκφραση ομοφυλικής ή όχι αγάπης, καθίσταται εμφανές ότι ο «υποπολιτισμός» έχει μεγάλη επίδραση στην ψυχοσύνθεση όλων των κρατουμένων, τόσο των αντρών όσο και των γυναικών. Η αυστηρότητα μάλιστα των αρχών του αποδεικνύεται από το ότι οι μετέχοντες σε αυτόν ασκούν αυστηρό «κοινωνικό έλεγχο» στα υπόλοιπα μέλη με τη βοήθεια ενός κώδικα επικοινωνίας. Πρόκειται για τους άγραφους νόμους των κρατουμένων που συνθέτουν ένα σύνολο «ηθικών» επιταγών και απαγορεύσεων, καθώς και ορισμένα μοντέλα συμπεριφοράς για τη ζωή μέσα στη φυλακή. (4)

Ο κώδικας των κρατουμένων
Ο εν λόγω κώδικας είναι σκληρός αλλά ταυτόχρονα κατανοητός και απέριττος. Το εντυπωσιακό είναι ότι, παρά τη σημαντική θέση που κατέχει μεταξύ των τροφίμων, στην πράξη ουδέποτε εφαρμόστηκε ως ένας άτεγκτος κώδικας. Ιδιαίτερα σήμερα, με την αλλαγή στη σύνθεση του πληθυσμού των φυλακών, ακολουθείται όλο και πιο ελαστικά, χωρίς βέβαια να στερείται της συμβολικής αξίας του. Αντίθετα, όπως θα δούμε η σημασία του στο χώρο των καταστημάτων κράτησης είναι τεράστια.
Από ποιους ασκείται ο «κοινωνικός έλεγχος» μέσα στις φυλακές;

Από τα προαναφερθέντα εξάγεται μία σημαντική διαπίστωση: ο «κοινωνικός έλεγχος» μέσα στη φυλακή ασκείται όχι μόνο από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, όπως είναι αναμενόμενο λόγω του ρόλου τους, αλλά και από τους ίδιους τους κρατούμενους μέσω του κώδικά τους.

Αναμφίβολα, κατ’ αναλογία με την επικρατούσα στην ελεύθερη κοινωνία κατάσταση, δεν έχουν όλοι οι φυλακισμένοι άμεση πρόσβαση στην εξουσία, δεδομένου ότι οφείλουν να σέβονται την επιβαλλόμενη ιεραρχική δομή.

Η ιεραρχία στα καταστήματα κράτησης
Ειδικότερα, όσον αφορά την ιεραρχία πρέπει να υπογραμμιστεί ότι σε κάθε σωφρονιστικό κατάστημα διαμορφώνονται οι «τάξεις» των φυλακισμένων, οι οποίες διακρίνονται σε «ανώτερες» και «κατώτερες». (5) Από αυτές, η πιο απωθητική για το σύνολο των εγκλείστων περιλαμβάνει τα «καρφιά», τους μητροκτόνους, όσους έχουν σκοτώσει τα παιδιά τους και γενικά όσους φτάνουν στο έγκλημα για ασήμαντη αφορμή.

Στο πλαίσιο της δικής μου έρευνας για τη γλώσσα της φυλακής οι κρατούμενοι αναφέρονταν στους «σοβαρούς παράνομους», δηλαδή όσους έχουν διαπράξει οικονομικά εγκλήματα και μάλιστα χρησιμοποιούσαν το επίθετο «σοβαρός» ως αντιπαραβολή προς τους τοξικομανείς κρατούμενους που βρίσκονταν στο κατώτερο σημείο της αξιακής τους κλίμακας.

Επίσης, η εγκληματολογική έρευνα αποδεικνύει ότι η «μικροκοινωνία» των κρατουμένων είναι οργανωμένη σε τρία επίπεδα. Το πρώτο αποτελείται από τους θεωρούμενους «αρχηγούς» και «οπαδούς» τους, δηλαδή μία μικρή ομάδα ατόμων που αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο και ποικίλες αρμοδιότητες, το δεύτερο από ένα μεγαλύτερο αριθμό ατόμων που φιλοδοξεί να συμπεριληφθεί στον ηγετικό πυρήνα και ενεργοποιείται σε κάθε περίσταση ανάγκης και το τρίτο από τον υψηλό αριθμό των τροφίμων που εκτίει το χρόνο έκτισης της ποινής του χωρίς να εμπλέκεται σε καθημερινούς καυγάδες, ενώ περιστασιακά λαμβάνει πιο δυναμικό ρόλο, ιδίως σε περιπτώσεις αναταραχών ευρείας έκτασης. (6)

Ο «σκληρός» κρατούμενος
Στα καταστήματα κράτησης του 21ου αιώνα, σε διεθνή κλίμακα, ο χαρακτηριζόμενος «σκληρός» κρατούμενος είναι κυρίαρχος και «σκορπίζει» τον τρόμο στο σύνολο των τροφίμων. Οι «σκληροί» εμφανίζονται «πωρωμένοι», δεδομένου ότι προέρχονται από το οργανωμένο έγκλημα. Λυμαίνονται τις φυλακές και δεν διστάζουν να διαπράξουν ακραίες ενέργειες, ακόμα και φόνο, για να επιτύχουν το σκοπό τους. Διατηρούν στενούς «συνδέσμους» εκτός φυλακής, οι οποίοι τους βοηθούν στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους εντός και εκτός, π.χ. μέσω απειλών και εκβιασμών. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο φτωχός και αδύναμος κρατούμενος καταπιέζεται, υποφέρει και αναγκάζεται να χάσει κάθε ίχνος αξιοπρέπειας προκειμένου να επιβιώσει: γίνεται ο προσωπικός μπράβος των ισχυρών, παρέχει καθαριότητα κελιού, προσφέρει το κορμί του προς ικανοποίηση σεξουαλικών ορέξεων. (7) Με λίγα λόγια θυσιάζει ό,τι πιο πολύτιμο διαθέτει για να επιβιώσει και αυτό ακριβώς το στοιχείο οφείλει να προβληματίσει το σύνολο της κοινωνίας και όχι μόνο τους ειδικούς.

Σήμερα καταγράφεται, σύμφωνα με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, η παρουσία τριών τουλάχιστον βασικών ομάδων που έχουν διαμορφωθεί βάσει της φύσης του τελεσθέντος αδικήματος, του ύψους της επιβληθείσας ποινής, της τοπικής καταγωγής και της εθνικότητας. Η καθημερινότητα της φυλακής, με τις ιδιόμορφες συνθήκες διαβίωσης, καθιστά αναγκαία την ύπαρξη αυτών των ομάδων, καθεμία εκ των οποίων αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των προσωπικών της επιδιώξεων και συμφερόντων, με απώτερο στόχο τη βελτίωση των όρων ζωής. Γι’ αυτό συχνές είναι οι περιστάσεις κατά τις οποίες έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους, κυρίως για τον έλεγχο της πτέρυγας ή παράνομων δραστηριοτήτων, όπως είναι η διακίνηση τσιγάρων, ποτών και ναρκωτικών ουσιών.

Ο νόμος της σιωπής
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι τρόφιμοι τηρούν το νόμο της σιωπής όσον αφορά την παρουσία και δράση των παραπάνω ομάδων. Σε περίπτωση που κάποιο άτομο κατηγορηθεί για εμπλοκή του σε μία από αυτές προτιμά να υποστεί από τους σωφρονιστικούς υπάλληλους τις πιο σκληρές τιμωρίες από το να προδώσει τα «αδέλφια» του. Εξάλλου, η τιμωρία που μπορεί να του επιβληθεί από τους συγκρατούμενους δύναται να είναι αμείλικτη. (8)

Ο νόμος της σιωπής επιβεβαιώνει την ύπαρξη ενός ισχυρού κώδικα μεταξύ των εγκλείστων. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του κώδικα είναι ότι, ως αναπόσπαστο στοιχείο του «υποπολιτισμού», διαφοροποιεί το περιεχόμενό του με την πάροδο των ετών και προσαρμόζεται στις αντιλήψεις της ευρύτερης κοινωνίας. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνίας ο κώδικας «εμπλουτίζεται», ιδίως σε φυλακές υψίστης ασφαλείας. Αυτό οφείλεται σε μία σειρά παραγόντων, εκ των οποίων οι σπουδαιότεροι συνοψίζονται στα ακόλουθα σημεία: στη μεταβολή των αξιών της ελεύθερης κοινωνίας, στη διάδοση των ναρκωτικών ουσιών εντός και εκτός φυλακής, στον υψηλό αριθμό κρατουμένων που συνωστίζονται σε στενόχωρα κελιά, στη μεγάλη ηλικιακή απόσταση που τους «χωρίζει» και στο βαθμιαίο κατακερματισμό των δεσμών μεταξύ των κρατουμένων και των οικογενειών τους.


Ωστόσο, ορισμένες βασικές αρχές του παραμένουν αναλλοίωτες, γεγονός που καταδεικνύει, πρώτον την ανάγκη του ατόμου, στις πιο δύσκολες καταστάσεις, να αντλεί δύναμη από καθιερωμένες αξίες που διέπουν την κοινωνική του ζωή και, δεύτερον τη σπουδαιότητα συγκεκριμένων κανόνων για την εξασφάλιση μίας πιο αρμονικής συμβίωσης στο άτεγκτο περιβάλλον της φυλακής.
Οι αρχές που θεμελιώνουν τον κώδικα των εγκλείστων, διαχρονικά.

Ιστορικά, οι κυριότερες «εντολές» ή αλλιώς «προτροπές» (γιατί η λέξη «εντολή» έχει πιο αρνητική χροιά, εφόσον συνεπάγεται τον εξαναγκασμό), στις οποίες θεμελιώθηκε ο κώδικας των εγκλείστων, συνίστανται στα εξής: «ακόμα και αν δεν αισθάνεσαι αρκετά δυνατός για να αντεπεξέλθεις των δυσκολιών στο χώρο της φυλακής, προσποιήσου ότι είσαι», «να υποφέρεις σιωπηλά», «να μην παραδεχτείς, σε καμία περίπτωση, ότι φοβάσαι», «οτιδήποτε κι αν βλέπεις να συμβαίνει μέσα στη φυλακή, ακόμα και βιασμό ή φόνο, να μην εμπλακείς και να μην αποκαλύψεις, ποτέ, τίποτε», «να μην ‘καρφώνεις’ τους συγκρατούμενους, γιατί θα τιμωρηθείς. Η τιμωρία σου μπορεί να είναι και ο θάνατος», «μη συμπεριφέρεσαι με τρόπο που θα κάνει τους συγκρατούμενούς σου να θεωρήσουν ότι είσαι ομοφυλόφιλος ή θηλυπρεπής», «να συμπεριφέρεσαι με σκληρότητα και να αποφεύγεις κάθε ενέργεια που υποδηλώνει μαλθακότητα», «να μη βοηθάς τις αρχές με κανέναν τρόπο», «να μην εμπιστεύεσαι κανέναν», «πάντοτε να είσαι έτοιμος για καυγά, ιδιαίτερα όταν αμφισβητείται ο ανδρισμός σου και να δίνεις την εντύπωση ότι δεν θα διστάσεις να χτυπήσεις ή ακόμα και να σκοτώσεις κάποιον, εάν χρειαστεί».(9)

Από τους παραπάνω κανόνες, οι σημαντικότεροι θεωρήθηκαν οι: «thou shalt not snitch» (μην «καρφώνεις» συγκρατούμενό σου), «do your time» (πέρνα τον καιρό σου, χωρίς να εμπλέκεσαι σε «άσκοπες» εντάσεις), «play it cool» (να προσποιείσαι τον ατάραχο), «be loyal to your class» (να είσαι πιστός στην τάξη σου) «don’t exploit inmates» (να μην εκμεταλλεύεσαι συγκρατούμενους), «don’t interfere with inmates interests» (να μην εμπλέκεσαι με τα συμφέροντα των τροφίμων), «don’t weaken» (να μην είσαι μαλθακός), «don’t be a sucker» (να μην είσαι κοροΐδο), (10) «defend yourself and those you hang out with» (να υπερασπίζεσαι τον εαυτό και όσους κάνεις παρέα) και «mind your own business» (να κοιτάς τη δουλειά σου).(11) Η τελευταία αρχή μπορεί να συνδυαστεί με την αρχή «do your time».

Ο ρόλος του «αρσενικού» στις φυλακές
Επομένως, οι επικρατούσες στο χώρο της φυλακής αρχές, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους, θεμελιώνονται σε μία και μοναδική αξία που στο χώρο της φυλακής υπερεκτιμάται: την αρχή της αρρενωπότητας. Όλοι οι κρατούμενοι οφείλουν να είναι «αρσενικά», δηλαδή να είναι δυνατοί, δυναμικοί και σκληροί. Επίσης, οφείλουν να νοιάζονται για το κοινό καλό, αποφεύγοντας την πρόκληση ταραχών που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των υπολοίπων, να μην «καρφώνουν» τους συγκρατούμενούς τους και να εκτίουν το χρόνο της ποινής τους με αξιοπρέπεια.

Είναι σαφές ότι όσοι εφαρμόζουν τα παραπάνω, γίνονται σεβαστοί και κατέχουν μία υψηλή θέση στην ιεραρχία της φυλακής, σε αντίθεση με όσους δεν επιτυγχάνουν να εκπληρώσουν το ρόλο του «αρσενικού», γιατί εμφανίζονται μαλθακοί, αδύναμοι, ευάλωτοι, «προδότες» ή θηλυπρεπείς, με αποτέλεσμα να περιθωριοποιούνται ή/και να υφίστανται το χλευασμό και την εκμετάλλευση της πλειοψηφίας των φυλακισμένων. Υπό αυτή την έννοια, δύο κώδικες που τελικά ταυτίζονται, επιδρούν στην ψυχοσύνθεση των κρατουμένων και διαμορφώνουν τις σχέσεις στη φυλακή: ο «αντρίκιος» κώδικας (manly code) και ο κώδικας της φυλακής (prison code). Ο πρώτος στηρίζεται στις αρχές: «carry yourself like a man» (φέρσου σαν άντρας), «be hard and tough» (να είσαι σκληρός και ανθεκτικός στις κακουχίες) και «don’t show weakness» (μη δείχνεις αδυναμία), ενώ ο δεύτερος στις αρχές: «mind your own business» (να κοιτάς τη δουλειά σου), «defend yourself and those you hang out with» (να υπερασπίζεσαι τον εαυτό και όσους κάνεις παρέα) και «don’t snitch» (μην «καρφώνεις»). (12)

Ο κώδικας των γυναικών κρατουμένων
Αντίστοιχες είναι οι αρχές που κυριαρχούν μεταξύ των γυναικών φυλακισμένων, γιατί ουσιαστικά η αρρενωπότητα εκτείνεται πέρα από τα ανδρικά πρότυπα και καλύπτει ένα ολόκληρο αξιακό σύστημα που στηρίζεται σε ένα απαραίτητο για τη ζωή κάθε κοινωνικής ομάδας στοιχείο: αυτό που στην κοινή ονομάζουμε «ντομπροσύνη», δηλαδή ευθύτητα, ειλικρίνεια, εντιμότητα και αλληλεγγύη απέναντι στους κοινούς κινδύνους. Όσο παράδοξο κι αν φαίνεται, οι συγκεκριμένες αρχές υιοθετούνται και επιβάλλονται ακόμα και από ανθρώπους που εκτίουν ποινή φυλάκισης για ειδεχθή εγκλήματα.

Η αναγκαιότητα ύπαρξης κανόνων
Συνοψίζοντας, διαπιστώνουμε ότι οι κανόνες και οι αξίες είναι αναγκαίες για την επιβίωση των τροφίμων σε περιβάλλοντα ολοκληρωτικού τύπου, όπως οι φυλακές, έστω κι αν τα ίδια άτομα παραβιάζουν τους νόμους της ελεύθερης κοινωνίας. Επομένως, έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τον ερευνητή να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο οι συγκεκριμένες αρχές διαμορφώνουν την ψυχοσύνθεση του έγκλειστου πληθυσμού και επιδρούν, άμεσα και έμμεσα, στην καθημερινότητά του μέσα στο κατάστημα κράτησης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ – ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. D. Clemmer, The Prison Community, N. York: Rinehart, 1958, σελ. xiii, όπ.π. στο J. Dilulio, Governing Prisons: A Comparative Study of Correctional Management, N. York: Free Press, 1990, σσ. 15-16.
2. G.M. Sykes, The Society of Captives: A Study of a Maximum Security Prison, Princeton: Princeton University Press, 1958, σελ. xii.
3. P. O΄Brien, «The Prison on the Continent: Europe, 1865-1965» στο N. Morris, D. Rothman (επιμ), The Oxford History of the Prison: The Practice of Punishment in Western Society, Oxford: Oxford University Press, 1996, σελ. 187.
4. Π.Δ. Παπαδοπούλου, «Γλώσσα και Φυλακή», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 68Α, Άνοιξη 1988, ειδικό τεύχ. αφιέρωμα στον Ηλία Δασκαλάκη, σσ. 163-164.
5. Ν. Κουράκης, Εγκληματολογικοί Ορίζοντες: Θεωρία και Πρακτική της Ποινικής Καταστολής, Αθήνα-Κομοτηνή: Α.Ν. Σάκκουλας, 1991, σελ. 17.
6. Ε. Λαμπροπούλου, Κοινωνικός Έλεγχος του Εγκλήματος, Αθήνα: Παπαζήσης, 1994, σσ. 254-355.
7. Α. Αθανασίου, «Ο άπορος φυλακισμένος προσφέρει ό,τι έχει για να κερδίσει απλά πράγματα μπορεί να γίνει προσωπικός μπράβος ή να παρέχει καθαριότητα κελιού: Ισχυροί κρατούμενοι και φύλακες…παρατηρητές», ΤΑ ΝΕΑ, 7-11-2000 , σελ. N24.
8. Ν. Μπαρδούνια, «Ο Άγραφος Νόμος της Σιωπής Ενώνει όλες τις Ομάδες», ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 9-04-2006, όπου καταγράφονται οι απόψεις σωφρονιστικών υπαλλήλων σχετικά με τις ομάδες που λυμαίνονται το χώρο των φυλακών και παρουσιάζονται οι σκληρές συνθήκες διαβίωσης των τροφίμων. Στο πλαίσιο της έρευνάς μου για τις φυλακές έχω αντλήσει το συγκεκριμένο άρθρο από την ιστοσελίδα της εφημερίδας http://www.kathimerini.gr
9. D. Sabbo, T.A. Kupers, W. London, « Gender and the Politicks of Punishment» στο D. Sabbo, T.A. Kupers, W. London (επιμ), Prison Masculinities, Philadelphia: Temple University Press, 2001, σσ. 8 και 10-11.
10. Ε. Λαμπροπούλου, ό.π., σελ. 246.
11. D. Corley, «Prison Friendships» στο D. Sabbo, T.A. Kupers, W. London (επιμ), Prison Masculinities, Prison Masculinities, Philadelphia: Temple University Press, 2001.
12. Ό.π. σελ. 106.

*Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ – Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Παν/μίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα και τη συγγραφή.

Καλή, Τρομακτική Αποκριά!!!

•17/02/2018 • Σχολιάστε

Πατέρας – Αφέντης 3: Harvey Rawlings

•10/02/2018 • 1 σχόλιο

Harvey Rawlings

Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Στο προηγούμενο άρθρο ασχοληθήκαμε με την υπόθεση της οικογένειας Oilar, που διαδραματίστηκε την περίοδο των Χριστουγέννων το 1954. Λιγότερο από τρία χρόνια αργότερα και σε απόσταση περίπου 700 μ. από το σπίτι των Oilar, μια άλλη οικογένεια της Pasadena –η οποία, όπως και αυτή των Oilar- περιγράφεται από γείτονες και φίλους ως μια φυσιολογική, ευτυχισμένη κι επιτυχημένη οικογένεια- θα εξολοθρευτεί από τον πατέρα ο οποίος, στη συνέχεια, αυτοκτόνησε.

Ο Harvey Francis Rawlings Jr., 43 ετών, ήταν ένας ανερχόμενος δικηγόρος, εξειδικευμένος στο φορολογικό και εταιρικό δίκαιο, που ζούσε με την γυναίκα του Marjorie Ruth Flynt Rawlings και τους δυο γιους τους Robert Harvey, 16 ετών, και Raymond Richard, 12 ετών, στον αρ. 307 του Tamarac Drive, στην περιοχή του San Rafael Hills της Pasadena.

Τα σπίτια των Oilar και Rawlings

O Harvey Rawlings Jr. γεννήθηκε στο Tennessee, στις 24 Ιανουαρίου του 1914, μοναχοπαίδι του γιατρού Harvey Rawlings Sr. και της συζύγου του, Bee. Όταν ο νεότερος Harvey έγινε 5 ετών, η οικογένεια μετακόμισε στο Champaign του Illinois, και μετά το διαζύγιο των γονιών του, κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1920, πήγε να ζήσει με την μητέρα του στο Long Beach της California, όπου και φοίτησε στο γυμνάσιο Long Beach Polytechnic, απ’ όπου και αποφοίτησε το 1932.

Η Marjorie Ruth Flynt γεννήθηκε στις 20 Μαΐου του 1914 στο Texas, και ήταν η μικρότερη από τις δύο κόρες του αγρότη W.L. Flynt και της γυναίκας του Anna. Μετά τον θάνατο του συζύγου της η Anna Flynt με τις δύο κόρες της, Virginia and Marjorie, εγκαταστάθηκαν στο Long Beach της California. Η Marjorie φοίτησε επίσης στο γυμνάσιο Long Beach Polytechnic, απ’ όπου και αποφοίτησε το 1932. Εκεί γνώρισε και ερωτεύτηκε τον Harvey, με τον οποίο ήταν συμμαθητές.

Το νεαρό ζευγάρι δεν άργησε να παντρευτεί. Νοίκιασαν ένα σπίτι στο Long Beach, όπου ο Harvey άρχισε να εργάζεται σε μια εταιρεία πετρελαίου ενώ, ταυτόχρονα, σπούδαζε νομικά. Όταν πήρε το πτυχίο του το ζευγάρι μετακόμισε στην Pasadena, όπου ο Harvey άνοιξε το νομικό του γραφείο στην Green Street, ασχολούμενος αποκλειστικά με φορολογικές και εταιρικές υποθέσεις.

Marjorie Ruth Flynt Rawlings

Οι Rawlings απόκτησαν δυο αγόρια, τον Robert Harvey Rawlings, γεννημένο στις 11 Νοέμβρη του 1941 και τον Raymond Richard Rawlings, γεννημένο στις 27 Αυγούστου του 1945.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των γειτόνων τους, η οικογένεια Rawlings έμοιαζε μια τυπική, επιτυχημένη κι ευτυχισμένη οικογένεια. Ο Harvey ξόδευε τον περισσότερο χρόνο του στη δουλειά ενώ τα σαββατοκύριακα έπαιζε γκολφ και περνούσε ευχάριστες ώρες με την οικογένειά του. Το σπίτι τους βρισκόταν σε μια καλή γειτονιά, ήταν μοντέρνο και διακοσμημένο με γούστο, ενώ υπήρχε και εγκατεστημένο ένα ηχοσύστημα υψηλής πιστότητας σε όλο το σπίτι, σπάνια πολυτέλεια για την δεκαετία του ’50. Όπως ήταν αναμενόμενο, η προς τα έξω εικόνα των Rawlings έκανε τα γεγονότα του Νοεμβρίου του 1957 να μοιάζουν εντελώς εξωπραγματικά.

Το σπίτι των Rawlings

Την Τρίτη, 26 Νοεμβρίου του 1957, και δυο μέρες πριν την Γιορτή των Ευχαριστιών, στις 4.20 το πρωί, ο Harvey Rawlings χτύπησε την γυναίκα του μ’ ένα σφυρί και την έριξε αναίσθητη. Στη συνέχεια πήγε στο δωμάτιο του γιου του Raymond και τον πυροβόλησε, ενώ κοιμόταν, με ένα 38ρι περίστροφο. Ο πυροβολισμός ξύπνησε τον άλλο του γιο, τον Robert, και καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι του για να δει τι είχε συμβεί, ο πατέρας του μπήκε στο δωμάτιο και τον πυροβόλησε στο κεφάλι. Το πτώμα του βρέθηκε στο πάτωμα, δίπλα από το κρεβάτι του.

Στο μεταξύ, η Marjorie ανέκτησε τις αισθήσεις της, άκουσε τους πυροβολισμούς κι έτρεξε προς τα δωμάτια των αγοριών. Σε απόγνωση και φρίκη, έχοντας μόλις ανακαλύψει το πτώμα του μικρότερου γιου της, έτρεξε στον διάδρομο, όπου την πρόλαβε ο Harvey και την πυροβόλησε δυο φορές στο κεφάλι. Ύστερα μπήκε στο μπάνιο και αυτοκτόνησε, πυροβολώντας ανάμεσα στα μάτια του.

Ο Wilbur Goss, γείτονάς τους από τον αρ, 317 του Tamarac Drive, είπε αργότερα πως άκουσε τους πυροβολισμούς και τις κραυγές από το σπίτι των Rawlings μέσα στη νύχτα, αλλά δεν έκανε τίποτα. «Ανησυχούσα όλο το επόμενο πρωί στη δουλειά», είπε, «αλλά δεν ήθελα να ανακατευτώ». Όταν επέστρεψε σπίτι του το απόγευμα, παρατήρησε ότι δεν είχε υπάρξει καμία δραστηριότητα στο σπιτικό των Rawlings: τα δύο αυτοκίνητα ήταν παρκαρισμένα μπροστά στο σπίτι και τα φώτα της αυλής και της εξώπορτας ήταν αναμμένα, όπως τα άφηναν συνήθως τη νύχτα. Πλησίασε το σπίτι και το μόνο που άκουσε ήταν τα πεινασμένα νιαουρίσματα των δυο γατιών της οικογένειας, των Charcoal και Cinder. « Οι Rawlings μου ζητούσαν πάντα να ταΐζω τις γάτες, όταν έλειπαν. Σιγουρεύτηκα πως κάτι δεν πήγαινε καλά», δήλωσε αργότερα.

Charcoal και Cinder

Ο Goss έφερε μια σκάλα από το σπίτι του, την στήριξε στον τοίχο και κοίταξε μέσα σε ένα από τα παράθυρα του πάνω ορόφου, που άνοιγαν στις κρεβατοκάμαρες. Είδε το πτώμα ενός από τα παιδιά και ειδοποίησε την αστυνομία. Οι αστυνομικοί έσπασαν την εξώπορτα, μπήκαν στο σπίτι και ανακάλυψαν τα τέσσερα πτώματα.

Η αστυνομία είπε πως ο Rawlings δεν είχε αφήσει σημείωμα, αλλά στο σπίτι ανακαλύφθηκαν αποδείξεις πως αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Φίλοι της οικογένειας κατέθεσαν πως ο Harvey βρισκόταν κάτω από μεγάλη πίεση, προκειμένου να ανταποκριθεί σε χρέη που είχε δημιουργήσει μετά από μια σειρά κακών επενδύσεων, και η οικογένεια –κατά πάσα πιθανότατα- θα περνούσε πολύ άσχημα Χριστούγεννα. Αλλά, κατέθεσαν επίσης, πως η κατάσταση έμοιαζε –τους τελευταίους μήνες- να βελτιώνεται.

Ένας επιπλέον λόγος στεναχώριας για τους Rawlings ήταν το γεγονός ότι, αρχικά, είχαν υποθέσει πως ο μικρότερος γιος τους Raymond ήταν διανοητικά καθυστερημένος. Εντούτοις, πρόσφατες ιατρικές εξετάσεις είχαν δείξει πως το παιδί δεν παρουσίαζε νοητική υστέρηση, αλλά έπασχε από ελαφρά κώφωση. Ήδη είχε αρχίσει θεραπεία και ανταποκρινόταν καλά.

Όπως αποδείχτηκε, ο Rawlings είχε αρχίσει να ανησυχεί και ο ίδιος με τις αρνητικές σκέψεις που έκανε και με την απογοήτευσή του. Είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι η διανοητική του κατάσταση έφθινε διαρκώς. Την παραμονή των φόνων είχε τηλεφωνήσει σε έναν φίλο του γιατρό και του είχε εκφράσει τις ανησυχίες του κι εκείνος του ζήτησε να τον δει άμεσα στο ιατρείο. Ο Rawlings αρνήθηκε και τον διαβεβαίωσε πως θα επισκεπτόταν έναν ψυχίατρο στο Los Angeles την επομένη. Φυσικά, η επίσκεψη αυτή δεν έγινε ποτέ…

Τα τέσσερα πτώματα των Rawlings μεταφέρθηκαν στο νεκροτομείο Wendell P. Cabot της Pasadena και στη συνέχεια ενταφιάστηκαν μαζί στο Μαυσωλείο της Pasadena, στο νεκροταφείο Mountain View, στην Altadena της California.

Μαυσωλείο της Pasadena

 

Ο οικογενειακός τάφος των Rawlings

Συμπεράσματα

Τα τρία οικογενειακά εγκλήματα των Lawson, Oilar και Rawlings που παρουσιάσαμε τις τελευταίες εβδομάδες, έχουν κάποια κοινά βασικά χαρακτηριστικά: γίνονται λίγο πριν ή κατά την περίοδο των Χριστουγέννων, θύτης είναι ο πατέρας της οικογένειας και θύματα η σύζυγος και τα παιδιά τους. Πέρα από τα προσωπικά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε υπόθεσης, υπάρχουν και κάποια που μας οδηγούν με ασφάλεια στην εξαγωγή συμπερασμάτων.

Είναι παράδοξο το γεγονός ότι, ενώ τα Χριστούγεννα είναι η κατ’ εξοχήν γιορτή αγάπης για την οικογένεια και –κυρίως- για τα παιδιά, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο η ενδοοικογενειακή βία να φτάνει στο απόγειό της αυτές τις μέρες και από τα θύματα να μην εξαιρούνται ούτε τα παιδιά.

Όλες οι στατιστικές από τις αστυνομίες πολλών χωρών συμφωνούν: την περίοδο των Χριστουγέννων παρατηρείται δραματική αύξηση στην εγκληματική κίνηση. Αυτό, κυρίως, αφορά σε κλοπές και διαρρήξεις, καθώς οι πιθανοί στόχοι αυξάνονται κατά τη γιορτινή περίοδο, αλλά και σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Οι μέρες που η οικογένεια βρίσκεται και πάλι συγκεντρωμένη στο σπίτι, αντί να αποτελέσουν πηγή χαράς για όλους καταλήγουν, ενίοτε, σε λουτρό αίματος.

Η «γλυκιά μελαγχολία» που περιβάλλει τις γιορτινές ημέρες, μετατρέπεται σε αβάσταχτο άγχος, τα όποια προβλήματα μεγεθύνονται, το οικονομικό αδιέξοδο –αν υπάρχει- γίνεται εντονότερο. Και οι διαφωνίες, οι αντιθέσεις, τα προβλήματα ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας έρχονται ξανά στην επιφάνεια. Η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ τις ημέρες αυτές συντελεί σημαντικά, αποφαίνονται οι ειδικοί.

Για τα ενδοοικογενειακά εγκλήματα με δράστη τον πατέρα και θύματα όλη την υπόλοιπη οικογένεια, θα παρατηρούσα το εξής. Κατά τη γνώμη μου, η πρωταρχική απόφαση του πατέρα, είναι να τερματίσει τη δική του ζωή, είτε γιατί δεν είναι ικανοποιημένος από το πώς εκείνη έχει εξελιχθεί, είτε για σοβαρούς οικονομικούς λόγους. Μαζί του, όμως, θα πάρει και την υπόλοιπη οικογένεια. Κι αυτό, ανάλογα με τον τρόπο που έχει μεγαλώσει και γαλουχηθεί, θα συμβεί για δυο λόγους.

Στην πρώτη εκδοχή, θεωρεί τον εαυτό του πατέρα – αφέντη, κυρίαρχο όλων, δική του θα είναι η απόφαση πάνω στη ζωή και τον θάνατο των μελών της οικογένειάς του. Θεωρεί αδιανόητο να συνεχίσουν εκείνοι να ζουν, ενώ αυτός θα έχει πεθάνει. Στο κάτω-κάτω, δική του είναι η οικογένεια, μπορεί να την κάνει ό,τι θέλει!

Στην δεύτερη εκδοχή, πιστεύει πως το να αφαιρέσει τις ζωές των αγαπημένων του είναι μια πράξη αγάπης, μια ενέργεια που υπαγορεύεται από την συμπόνοια. Επιθυμεί να τους διαφυλάξει από την κοινωνική κατακραυγή, από το άγχος της ανταπόκρισης σε υποχρεώσεις (οικονομικές κυρίως) που εκείνος δημιούργησε, από μια ζωή δύσκολη και πολύ διαφορετικού επιπέδου από αυτό στο οποίο ήταν συνηθισμένοι. Αρνείται να τους φανταστεί να γίνονται το αντικείμενο οίκτου συγγενών και φίλων, άρα με το να τους σκοτώσει κι αυτούς τους απαλλάσσει από ένα μαρτύριο.

Και στις δύο εκδοχές, το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο διαπαιδαγώγησης των αγοριών. Από μικρά διδάσκονται πως οι άντρες είναι δυνατοί, επιτυχημένοι, κουβαλητές για την οικογένεια και πως αυτή στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο επάνω τους. Είναι εξηγήσιμο, λοιπόν, πως οποιαδήποτε αναποδιά που θα οδηγήσει σε γκρέμισμα αυτών που έχουν μάθει να πιστεύουν, διαταράσσει τον ψυχισμό τους, θολώνει την κρίση τους και οδηγεί στην εξαγωγή λανθασμένων συμπερασμάτων και στη λήψη ολέθριων αποφάσεων.

Εννοείται, βέβαια, πως κάθε έγκλημα έχει τα δικά του χαρακτηριστικά και τους δικούς του λόγους, φανερούς ή κρυφούς, και δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτοι για το γιατί έγινε ό,τι έγινε. Αλλά αν θέλουμε να βρούμε μια γενική εξήγηση του γιατί οι πατεράδες ξεκληρίζουν την οικογένειά τους και στη συνέχεια αυτοκτονούν, νομίζω πως οι δυο παραπάνω αιτίες μας καλύπτουν.

Πατέρας – Αφέντης 2: Harold Oilar

•03/02/2018 • 1 σχόλιο

Harold Oilar

Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Στις 18 Δεκεμβρίου του 1954, λιγότερο από μιαν εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα, ο Harold Randolph και η Grace Elizabeth «Betty» Oilar, από την Pasadena της California, είχαν προσκαλέσει ένα ζευγάρι φίλων, τους L.W. McConnell, από την South Pasadena, στο σπίτι τους επί της Λεωφόρου 64, για μια προ-χριστουγεννιάτικη βραδυά. Οι Oilar είχαν τρία παιδιά: τον δωδεκάχρονο Raymond, την δεκάχρονη Janet και την επτάχρονη Martha. Στο σπίτι βρισκόταν και η Bronwyn Rayburn, μια φιλενάδα της Martha, το σπίτι της οποίας βρισκόταν κοντά σε αυτό τον Oilar. H Bronwyn ήταν κανονισμένο να διανυκτερεύσει στο σπίτι της φίλης της.

Η οικογένεια και οι καλεσμένοι της κάθησαν στο σαλόνι, όπου τραγούδησαν χριστουγεννιάτικα τραγούδια τα οποία η Betty Oilar έπαιζε στο πιάνο. Στη συνέχεια –και όπως ήταν το έθιμο- βγήκαν στη γειτονιά και τραγούδησαν στους γείτονες.

Ο Harold Oilar είχε γεννηθεί στο Columbus του Ohio και ήταν το μοναχοπαίδι του Forrest και της Harriet Oilar. Λίγο μετά τη γέννησή του, η οικογένεια μετακόμισε στο Little Rock του Arkansas, όπου ο Forrest εργάστηκε στην πώληση αυτοκινήτων. Το 1927 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Long Beach της California, όπου ο Forrest ανέλαβε την διεύθυνση ενός φαρμακείου και η Harriet έπιασε δουλειά στο ταμείο.

Η Betty Oilar γεννήθηκε επίσης το 1915, και ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά του Raymond και της Christina Whitlock. Ο πατέρας της ήταν εργολάβος οικοδομών.

Ο Harold και η Betty συναντήθηκαν στο Bible College του Chicago, όπου φοιτούσαν αμφότεροι. Τον ακολούθησε στη Southern California, όπου ο Harold εργάστηκε με τον πατέρα του –ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν πωλητής ταπήτων στην Alhambra της California, ενώ η Betty δίδασκε στο Κατηχητικό Σχολείο. Η θρησκεία και η ψυχολογία ήταν δύο από τα μεγάλα ενδιαφέροντα του Harold, πάνω στα οποία είχε γράψει αρκετά άρθρα και δοκίμια, με την ελπίδα ότι, κάποτε, θα μπορούσε να τα εκδώσει.

Το μοιραίο βράδυ, ενώ η οικογένεια και οι φίλοι τους βρίσκονταν στο σαλόνι του σπιτιού τραγουδώντας χριστουγεννιάτικα τραγούδια, ο Harold Oilar βγήκε και πήγε στο γκαράζ. Πήρε από εκεί το προσκοπικό τσεκούρι του γιου του και το έκρυψε κάτω από το κρεβάτι του. Το συγκεκριμένο τσεκούρι ο Oilar το είχε αγοράσει χρόνια πριν, για να το χρησιμοποιεί σε εκδρομές και κατασκηνώσεις και στη συνέχεια το χάρισε στον γιο του για να το έχει στους προσκόπους. Ο Harold φρόντιζε το τσεκούρι να είναι πάντα καλά ακονισμένο. Στη συνέχεια συγκέντρωσε τα χειρόγραφα του βιβλίου με τα θρησκευτικά θέματα που έγραφε και τα έκαψε.

Οικογένεια Oilar

Γύρω στις 10 το βράδυ οι McConnell είχαν φύγει και τα παιδιά των Oilar, μαζί με τη φίλη της Martha, είχαν πέσει για ύπνο. Το ζευγάρι θα άκουγε, όπως κάθε βράδυ, τις ειδήσεις αλλά η Betty ήταν κουρασμένη και πήγε κι εκείνη να ξαπλώσει. Ο Harold έμεινε στο σαλόνι για να διαβάσει. Διάλεξε το «Man Against Himself» (Ο Άνθρωπος Εναντίον του Εαυτού του), του Dr. Karl Menninger, μια μελέτη πάνω στην αυτοκτονία και στην –απέναντι στον εαυτό μας- κατευθυνόμενη βία. Καθώς η ψυχολογία αποτελούσε ένα από τα μεγάλα ενδιαφέροντα του Harold, είχε ξαναδιαβάσει το βιβλίο και, μάλιστα, είχε υπογραμμίσει με μολύβι σημαντικά, κατά την άποψή του, αποσπάσματα.

Αφού διάβασε για λίγη ώρα, σηκώθηκε, πήγε στο δωμάτιο των κοριτσιών και ξύπνησε την φίλη της Martha, Bronwyn Rayburn. Tην οδήγησε στον κήπο, σ’ ένα γυάλινο κιόσκι που βρισκόταν δίπλα στην πισίνα, και της είπε να κοιμηθεί εκεί. Μετά έβγαλε τον Scooter, το κόκερ σπάνιελ της οικογένειας, στην πίσω αυλή.

Επέστρεψε στην κρεβατοκάμαρα, πήρε το τσεκούρι κάτω από το κρεββάτι κι επιτέθηκε στην γυναίκα του. Αφού την σκότωσε, πήγε στα δωμάτια των παιδιών κι έκανε το ίδιο. Στη συνέχεια ο Harold πήρε γύρω στα 30 υπνωτικά χάπια, κλειδώθηκε στο μπάνιο κι άνοιξε την παροχή του γκαζιού.

Την επόμενη μέρα, Κυριακή 19 Δεκεμβρίου, ο Robert G. Rayburn, πρόεδρος του Πρεσβυτεριανού Κολλεγίου Highland και πατέρας της μικρής Bronwyn, διαπιστώνοντας ότι η κόρη του δεν είχε επιστρέψει ακόμη από την διανυκτέρευση στους Oilar, για να πάει στο Κατηχητικό όπως ήταν συμφωνημένο, πήγε ο ίδιος να την πάρει. Την βρήκε στον κήπο να κλαίει και να του διηγείται πώς ο Harold την έβγαλε από το σπίτι και την έστειλε να κοιμηθεί στο κιόσκι. Ο Rayburn οδήγησε το παιδί του σπίτι τους και στη συνέχεια επέστρεψε στο σπίτι των Oilar για να αντιμετωπίσει τον Harold.

Στην είσοδο του σπιτιού βρήκε ένα σημείωμα που απευθυνόταν στην κόρη του, γραμμένο από τον Harold. «Πήγαινε σπίτι σου», έγραφε το χαρτί, «μην μπεις στο σπίτι. Πήγαινε σπίτι σου και πες στον μπαμπά σου να ειδοποιήσει την αστυνομία». Ο Rayburn έκανε ακριβώς αυτό.

Bonwyn Rayburn

Ο αστυνόμος Jim Rasmussen που ανταποκρίθηκε στην κλίση, έσπασε την πίσω πόρτα του σπιτιού. Ανακάλυψε τα πτώματα στις κρεββατοκάμαρες, με τα κεφάλια τους τυλιγμένα σε κουβέρτες. Μύρισε το γκάζι στο μπάνιο και, με μια κλωτσιά, έριξε την πόρτα. Βρήκε τον Harold αναίσθητο, καθισμένο στα πλακάκια του πατώματος με την πλάτη στον τοίχο. Ήταν ακόμη ζωντανός.

Στη συνέχεια το σπίτι γέμισε από αστυνομικούς, καθώς ειδοποιήθηκε και γιατρός. Ήταν ο Glenn Blackwelder, από το νοσοκομείο της Pasadena ο οποίος, μετά, δήλωσε: «ήταν ότι πιο αποτρόπαιο έχω δει στη ζωή μου. Επιβεβαίωσα πως ήταν νεκροί κι έφυγα αμέσως από το σπίτι».
Αρκετά σημειώματα του Harold βρέθηκαν διασκορπισμένα στο σπίτι: «Μόνο ο Θεός μπορεί να καταλάβει, μόνο ο Θεός μπορεί να συγχωρήσει», «Δεν υπάρχει βοήθεια κι ελπίδα για τίποτα», «Αυτή είναι η μόνη σωτηρία. Τώρα είναι με τον Θεό», «Πουλήστε τα πάντα για να πληρώσετε τα χρέη».

Όταν ο Harold συνήλθε, συνελήφθη για τις δολοφονίες. Έδωσε πλήρη κατάθεση στην αστυνομία και παραδέχθηκε τα εγκλήματά του. «Δεν μπορεί να είναι αληθινό», είπε. «Είναι ένα κακό όνειρο. Δολοφόνησα τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου».

Όσο βρισκόταν ακόμη στην πτέρυγα, την προορισμένη για κρατούμενους, του Γενικού Νοσοκομείου, ο Harold είχε περισσότερες ερωτήσεις από απαντήσεις: «Θέλω να μάθω το γιατί. Γιατί θα κατέστρεφα ό,τι περισσότερο αγαπούσα, ό,τι πολυτιμότερο είχα στον κόσμο; Γιατί; Γιατί; Ξέρω πως είναι αλήθεια. Είναι αλήθεια, είναι αλήθεια! Ο δικηγόρος μου μου είπε πως είναι αλήθεια και τον πιστεύω. Δεν είναι όνειρο. Είναι αλήθεια. Η μόνη μου υπεράσπιση θα ήταν το να πεθάνω, να κάνω χώρο σ’ αυτόν τον κόσμο για φυσιολογικούς ανθρώπους. Μόνο ένα πράγμα έχω στο μυαλό μου: θέλω να πεθάνω. Γι αυτό που έκανα ελπίζω στην εσχάτη των ποινών. Θέλω να πληρώσω το τίμημα». Και συνέχισε: «Δεν υπάρχει απάντηση στο γιατί το έκανα, εκτός ίσως αν την ξέρει ο Θεός. Είχα προβλήματα, σίγουρα είχα προβλήματα, αλλά δεν ήταν αυτός ο τρόπος για να τα λύσω. Στη δουλειά υπήρχαν σοβαρά προβλήματα, ζούσαμε στην κόψη του ξυραφιού. Ξεκινήσαμε με τίποτα και στόχος μας ήταν τ’ αστέρια».

Όπως αποκάλυψαν τα αστυνομικά αρχεία, ο Oilar είχε συλληφθεί δυο φορές στο παρελθόν: το 1938 ως επιδειξίας και το 1953 ως ηδονοβλεψίας. Του επιβλήθηκαν μικρές ποινές και με δικαστική εντολή παραπέμφθηκε σε ψυχίατρο για θεραπεία.

Το σπίτι των Oilar, σε φωτογραφία του 2010. Ίδιο κι απαράλλαχτο όπως το 1954

Η νεκρώσιμη ακολουθία της Betty Oilar και των τριών παιδιών της έγινε στις 23 Δεκεμβρίου του 1954, στην 1η Εκκλησία του Brethren στο Long Beach και ο ενταφιασμός τους στο Westminster Memorial Park του Westminster. Την τελετή έκανε ο Robert Rayburn, φίλος και γείτονάς τους. Ο Oilar βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο στην πτέρυγα όπου νοσηλεύονταν φυλακισμένοι. Παρ’ολο που οι γιατροί του είχαν δώσει τη συγκατάθεσή τους να παρακολουθήσει την κηδεία των μελών της οικογενείας του, ο ίδιος δεν θέλησε να πάει. Στο τέλος του επικηδείου που εκφώνησε ο Robert Rayburn είπε: «Οι καρδιές μας ας στραφούν προς τον Harold Oilar, για την σωτηρία της ψυχής του και την ηρεμία του πνεύματός του».

Στον Oilar απαγγέλθηκαν κατηγορίες για τέσσερις δολοφονίες, στις 28 Δεκεμβρίου, στις οποίες σκόπευε να δηλώσει αθώος λόγω παραφροσύνης, εντούτοις οι τρεις ψυχίατροι που τον εξέτασαν αποφάσισαν πως ήταν σε πλήρη διαύγεια την ημέρα των φόνων και, κατά την ακροαματική διαδικασία της 3ης Φεβρουαρίου του 1955, ο Oilar δήλωσε ένοχος και για τις τέσσερις δολοφονίες.

Η ετυμηγορία βγήκε στις 14 Φεβρουαρίου του 1955 και ο δικαστής Kenneth C. Newell καταδίκασε τον Oilar σε θάνατο στον Θάλαμο Αερίων της κρατικής φυλακής του San Quentin. «Ήταν μια από τις χειρότερες υποθέσεις στην καριέρα μου ως δικαστού. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως ο Oilar είχε σχεδιάσει τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια», δήλωσε αργότερα ο δικαστής.

Ο Oilar μεταφέρθηκε στις φυλακές του San Quentin, στις 19 Φεβρουαρίου, όπου και θα παρέμενε μέχρι την εκτέλεσή του. Όμως, στις 21 Μαρτίου του 1955, ημέρα κατά την οποία η γυναίκα του θα γιόρταζε τα 40ά γενέθλιά της, απαγχονίστηκε στο κελί του. Χρησιμοποίησε τρεις πετσέτες που είχε κρυμμένες και κρεμάστηκε από τον εξαεριστήρα που βρισκόταν στο πίσω μέρος του κελιού.

Ο Harold Oilar θάφτηκε στο ίδιο νεκροταφείο με τα θύματά του. Ο τάφος του βρίσκεται δίπλα σ’ εκείνους της γυναίκας και των παιδιών του. Το σπίτι όπου διαδραματίστηκε το οικογενειακό μακελειό παραμένει σχεδόν ίδιο μέχρι σήμερα.

Η Bronwyn Rayburn, η μικρή φίλη της κόρης των Oilar, που ο Harold διέσωσε, μετακόμισε με την οικογένειά της στο Missouri, λίγους μήνες μετά τις δολοφονίες. Παντρεύτηκε έναν στρατιωτικό ιερέα και έγραφε βιβλία για κατηχητικά σχολεία για πάνω από 20 χρόνια. Πέθανε από καρκίνο στις 29 Σεπτεμβρίου του 1996, σε ηλικία 49 ετών.

Δεν είχαν περάσει ούτε τρία χρόνια από τις δολοφονίες της οικογένειας Oilar όταν, στην ίδια γειτονιά, ένας ανερχόμενος δικηγόρος της Pasadena θα σκότωνε τη γυναίκα του, τα δύο του παιδιά και στη συνέχεια θα αυτοκτονούσε. Το σπίτι τους βρισκόταν μόλις 700 μ. μακριά από το σπίτι των Oilar. Αλλά για την οικογένεια αυτή θα μιλήσουμε την επόμενη φορά…

Συνεχίζεται

Πατέρας – Αφέντης 1: Charlie Lawson

•27/01/2018 • 3 Σχόλια

Charlie Lawson

Της Νίνας Κουλετάκη

«Πατέρας-Αφέντης, εργάτης, ικανός/ανίκανος, ισχυρός/αδύνατος, πατέρας-δούλος, αγχωμένος, μοναχικός/κοινωνικός, πατέρας υγιής/ασθενής, πατέρας ταπεινός/υπερήφανος, εγωιστής και αλαζόνας, πατέρας-πατερούλης, στοργικός, τρυφερός, ανθρώπινος, πατέρας-τέρας, κέρβερος, βίαιος, απόλυτος, αυταρχικός, πατέρας-ψυχούλα και εφιάλτης».
Από το βιβλίο του ψυχίατρου Δημήτρη Σούρα «Πατέρας – Αφέντης»

Ανήμερα Χριστουγέννων του 1929, μια σειρά διαδοχικών πυροβολισμών διατάραξε την ησυχία της εξοχής στα περίχωρα του Germanton της North Carolina. Ο Charlie Lawson είχε δολοφονήσει την γυναίκα του και έξι από τα παιδιά τους πριν αυτοκτονήσει, λίγες ώρες αργότερα. Μέχρι σήμερα δεν έχουν γίνει γνωστοί οι λόγοι που τον οδήγησαν σε αυτήν του την πράξη.

Ο Charlie Lawson παντρεύτηκε με την Fannie Manring το 1911, και απόκτησαν οκτώ παιδιά, τέσσερα αγόρια και ισάριθμα κορίτσια. Το τρίτο τους παιδί, ο γιος τους William, γεννημένος το 1914, είχε πεθάνει το 1920 μετά από αρρώστια, αλλά τα επτά υπόλοιπα ήταν ακόμη ζωντανά εκείνο το πρωινό της 25ης Δεκεμβρίου του 1929. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας μόνο ο Arthur, ο 16χρονος γιος του ζευγαριού, θα είχε απομείνει ζωντανός.

Τόσο ο Charlie όσο και η Fannie είχαν εργαστεί για πολλά χρόνια σαν εργάτες γης, στα τσιφλίκια των γαιοκτημόνων της περιοχής. Ως αμοιβή έπαιρναν τμήμα της σοδειάς, ένα μέρος από το οποίο χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες της οικογένειάς τους, ενώ το υπόλοιπο το πουλούσαν. Με τον καιρό κατάφεραν ν΄αποταμιεύσουν ένα ποσό που τους εξασφάλισε την αγορά μιας φάρμας στα περίχωρα του Germanton της North Carolina, όπου καλλιεργούσαν καπνό, μόλις δυο χρόνια πριν την τραγωδία.

Το σπίτι των Lawson

Λίγες μέρες πριν τη μοιραία μέρα των Χριστουγέννων, ο Charlie πήγε με ολόκληρη την οικογένειά του στην πόλη. Αγόρασε καινούρια ρούχα για όλους και στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς το φωτογραφείο της πόλης, για ένα οικογενειακό πορτραίτο. Η φωτογραφία αυτή θα ήταν και η τελευταία της οικογένειας. Καθώς τόσο η αγορά καινούργιων ρούχων για όλη την οικογένεια ταυτόχρονα, όσο και η «πολυτέλεια» μιας επαγγελματικής φωτογραφίας ήταν απολαύσεις ασυνήθιστες για ανθρώπους της εργατικής τάξης της εποχής, πολλοί ήταν αυτοί που θεώρησαν ότι η πράξη του Charlie Lawson, η δολοφονία δηλαδή της οικογένειάς του και η αυτοκτονία του στη συνέχεια, ήταν απόλυτα προμελετημένη. Ίσως τα καινούργια ρούχα να ήταν η τελευταία χαρά που θέλησε να τους προσφέρει και η φωτογραφία να απαθανατίσει τα πρόσωπα που, σε λίγες μέρες, ο ίδιος θα τους αφαιρούσε τη ζωή.

H τελευταία φωτογραφία της οικογένειας

Το λουτρό αίματος άρχισε το απόγευμα των Χριστουγέννων, όταν δύο από τις θυγατέρες της οικογένειας, η Carrie 12 ετών και η Maybell 7, έφυγαν για να επισκεφθούν τη θεία και τον θείο τους. Ο Charlie παραμόνευε κοντά στον αχυρώνα κι όταν τα κορίτσια πλησίασαν τις πυροβόλησε με την καραμπίνα του. Στη συνέχεια τις γρονθοκόπησε ανηλεώς, πιθανότατα για να σιγουρευτεί πως ήταν νεκρές. Ύστερα μετέφερε και έκρυψε τα πτώματα των παιδιών στην καπναποθήκη της οικογένειας.

Η καπναποθήκη, όπου τοποθετήθηκαν τα πτώματα της  Carrie και της Maybell

Από εκεί επέστρεψε στο σπίτι και πυροβολησε τη γυναίκα του, η οποία βρισκόταν στο κατώφλι. Μετά κυνήγησε, ξετρύπωσε μέσα στο σπίτι και δολοφόνησε ένα προς ένα τα τέσσερα υπόλοιπα παιδιά του. Πρώτα πυροβόλησε την 17χρονη κόρη του Marie και κατόπιν τους δυο μικρότερους γιους του James και Raymond, ηλικίας 4 και 2 ετών αντίστοιχα.

Σκηνή εγκλήματος στο σπίτι των Lawson

Η μόλις τεσσάρων μηνών μικρότερη κόρη της οικογένειας Mary Lou ήταν το τελευταίο θύμα του. Το μωρό ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου μέσα στην κούνια του.

Το πιστοποιητικό θανάτου της Mary Lou

Αυτό που παραμένει μυστήριο είναι το γεγονός ότι ο Charlie Lawson, λίγο πριν προβεί στο αποτρόπαιο έγκλημά του είχε στείλει στην πόλη, για κάποιο θέλημα, τον 16χρονο γιο του Arthur, σώζωντάς του τη ζωή. Η προσωπική μου υπόθεση είναι ότι το αγόρι ήταν ίσως το μόνο πρόσωπο η επέμβαση του οποίου θα εμπόδιζε τον Charlie από την ολοκλήρωση του σχεδίου του. Ένας γεροδεμένος έφηβος, ένας νεαρός άντρας σχεδόν, θα μπορούσε να του αντιπαρατεθεί. Με την απομάκρυνσή του ο κίνδυνος αυτός εξαφανιζόταν.

Όταν ολοκλήρωσε το δολοφονικό του έργο, ο Charlie Lawson τακτοποίησε προσεκτικά τα πτώματα της οικογένειάς του: τους σταύρωσε τα χέρια και τοποθέτησε κάτω από τα κεφάλια τους πέτρες, σαν μαξιλάρια. Στη συνέχεια πήρε το όπλο του κι εξαφανίστηκε στο δάσος που συνόρευε με τη φάρμα, όπου και παρέμεινε αρκετές ώρες, πριν αυτοκτονήσει. Μέχρι εκείνη την ώρα ο Arthur είχε επιστρέψει για να ανακαλύψει με φρίκη τα πτώματα της μάνας και των αδελφών του, γείτονες είχαν σπεύσει, η αστυνομία είχε κληθεί και στο σπίτι βρισκόταν αρκετός κόσμος. Ο ήχος του πυροβολισμού με τον οποίο ο Charlie έθεσε τέλος και στη δική του ζωή, έγινε αντιληπτός από όλους, Ο Arthur, με έναν από τους αστυνομικούς, έτρεξαν στο δάσος και ανακάλυψαν το πτώμα του δολοφόνου.

Πάνω του είχε γράμματα που απευθύνονταν στους γονείς του, ενώ γύρω από τον κορμό ενός δέντρου διακρίνονταν άπειρα χνάρια του Charlie, γεγονός που μαρτυρά πως γύριζε γύρω από το δέντρο για πολλή ώρα, πριν τερματίσει τη ζωή του.

Κανένας, την εποχή εκείνη, δεν μπόρεσε να εξηγήσει την πράξη του Charlie. Kάποιοι υπέθεσαν πως ένας τραυματισμός που είχε υποστεί στο κεφάλι, κάποιους μήνες πριν, ήταν η αιτία γι αυτή του την πράξη, όμως η νεκροψία που έγινε στο Johns Hopkins Hospital και η ανάλυση του εγκεφάλου του δεν έδειξε καμιά βλάβη. Κάποιοι άλλοι ουδέποτε πίστεψαν πως ο Charlie ήταν ο δολοφόνος της γυναίκας και των παιδιών του, ούτε και είχε αυτοκτονήσει. Υποψιάζονταν πως ο ίδιος ή μέλη της οικογένειάς του είχαν παραστεί μάρτυρες σε κάποια συναλλαγή ή δραστηριότητα συμμοριών του οργανωμένου εγκλήματος της περιοχής, προδιαγράφοντας έτσι το φρικτό τους τέλος.

Τα φέρετρα

Εξήντα χρόνια αργότερα, το 1990, οι M. Bruce Jones και Trudy J. Smith δημοσιεύουν το βιβλίο τους «White Christmas, Bloody Christmas», όπου παρουσιάζουν μια καινούργια εκδοχή της αιτίας των δολοφονιών. Οι συγγραφείς, στηριζόμενοι σε πληροφορίες που τους έδωσαν μη κατονομαζόμενες πηγές αλλά και συγγενείς και φίλοι της οικογένειας, ισχυρίζονται πως υπήρχαν υπόνοιες ότι ο Charlie Lawson διατηρούσε αιμομικτική σχέση με την κόρη του Marie, η οποία έμεινε έγκυος. Το 2006 η Trudy J. Smith ισχυροποιεί ακόμη περισσότερο αυτή τη θεωρία, στο βιβλίο της «The Meaning of Our Tears».

Λίγο καιρό μετά τις δολοφονίες, ο αδελφός του Charlie, άνοιξε το σπίτι των Lawson σαν τουριστική ατραξιόν. Ένα κέηκ που είχε ψήσει η Marie Lawson επιδεικνυόταν κατά την ξενάγηση, αλλά όταν οι επισκέπτες άρχισαν να «μαδάνε» τις σταφίδες και να τις παίρνουν ως ενθύμια, το γλυκό τοποθετήθηκε κάτω από έναν γυάλινο κώδωνα, όπου και παρέμεινε για πολλά χρόνια.

Οι οκτώ Lawson που χάθηκαν εκείνη τη μέρα των Χριστουγέννων – του Charlie συμπεριλαβανομένου- θάφτηκαν στον ίδιο τάφο με τον πρόωρα χαμένο William, με μία ταφόπετρα, κοινή για όλους. Πάνω της υπάρχουν τα ονόματά τους και μια μελαγχολική εγγραφή: «Όχι τώρα, αλλά στα χρόνια που θα έρθουν, σε μια καλύτερη γη, θα ερμηνεύσουμε τα δάκρυά μας και –κάποια στιγμή- θα καταλάβουμε».

Ο οικογενειακός τάφος των Lawson

O Arthur Lawson προσπάθησε να ξεχάσει το τραγικό γεγονός και να συνεχίσει τη ζωή του. Σκοτώθηκε σε τροχαίο το 1945. Ήταν 32 χρονών και άφησε πίσω του γυναίκα και τέσσερα παιδιά.

Η δολοφονία της οικογένειας Lawson ενέπνευσε τους Stanley Brothers να γράψουν το τραγούδι «The Murder of the Lawson Family». Το ακούτε εδώ στην εκτέλεση του Doc Watson.

Συνεχίζεται

whodoneit1942dvd.jpg
Advertisements
 
Αρέσει σε %d bloggers: