Julia Fazecas, η δηλητηριάστρια του Nagyrév

•28/05/2016 • 1 σχόλιο
Julia Fazecas

Julia Fazecas

Της Νίνας Κουλετάκη

Η τηλεοπτική σειρά του BBC «Call the Midwife», που προβάλλεται από το 2012, με μεγάλη επιτυχία, τόσο στη Μεγάλη Βρετανία αλλά και σε άλλες χώρες μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα (ΕΡΤ – «Επειγόντως τη μαμή!»), παρουσιάζει τις προσπάθειες μιας ομάδας μαιών κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όχι μόνο να βοηθήσουν και να συμπαρασταθούν στις μέλλουσες μητέρες και τα μωρά τους, αλλά να ανακουφίσουν γενικώτερα τον δοκιμαζόμενο, από την ανέχεια και τις ασθένειες, πληθυσμό του ανατολικού Λονδίνου.  Οι γυναίκες εργάζονται με αυταπάρνηση και αγάπη προς όλους όσοι έχουν ανάγκη της φροντίδας τους.

Η ιστορία που θα μας απασχολήσει σ’ αυτό το κεφάλαιο απέχει πολύ από εκείνη της τηλεοπτικής σειράς.  Αλλάζει ο χρόνος (δεκαετίες ’10 και ’20), ο τόπος (Ουγγαρία), μα –κυρίως- αλλάζει το περιεχόμενο.  Δεν έχουμε να κάνουμε με μιαν υπόθεση προσφοράς, αλλά με μιαν ιστορία θανάτου.  Το μόνο που, τελικά, οι δυο ιστορίες έχουν κοινό είναι το επάγγελμα των πρωταγωνιστριών τους.

Οι «Άγγελοι του Θανάτου του Nagyrév», ήταν μια ομάδα γυναικών στο Nagyrév της Ουγγαρίας που, από το 1911 μέχρι και το 1929 οπότε και συνελήφθησαν, δολοφόνησαν με δηλητήριο πάνω από 45 άτομα (αν και υπήρξαν υποψίες ότι τα θύματά τους ξεπερνούσαν τα 300).  Τους φόνους ενορχήστρωνε μια μαία, η Julia Fazecas, μαζί με την βοηθό της  Zsuzsanna Oláh.

tumblr_ntwem4Oy3U1qben8co1_500H Fazecas εγκαταστάθηκε στο Nagyrév το 1911, σ’ ένα σπίτι στο τέλος του κεντρικού δρόμου, έχοντας θέα όλο το χωριό.  Στα χαρτιά φαινόταν παντρεμένη, όμως κανείς δεν γνώρισε τον σύζυγό της, καθώς δεν εμφανίστηκε ποτέ στο χωριό.  Ασκούσε το επάγγελμα της μαίας, κυρίως κάνοντας παράνομες αμβλώσεις, γεγονός που την οδήγησε πολλές φορές στα χέρια των αρχών.  Άλλες φορές καταδικάστηκε και φυλακίστηκε και άλλες όχι, αναλόγως με το εάν ο δικαστής ήταν υπέρ ή κατά της πρακτικής των αμβλώσεων.

Ας ρίξουμε μια ματιά στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον του μικρού χωριού.  Το Nagyrév ήταν ένα χωριό χτισμένο στις όχθες του ποταμού Tisza, περίπου 60 χλμ. νοτιοανατολικά της Βουδαπέστης, με λιτά, χαμηλά σπίτια και μονίμως λασπωμένους δρόμους.  Αν και δεν ήταν μακριά από της πρωτεύουσα, ή και ίσως εξαιτίας αυτού, του έλειπαν αρκετές βασικές υποδομές όπως, για παράδειγμα, νοσοκομείο ή –έστω- ένας γιατρός.  Το κενό ήρθε να καλύψει η Fazecas, η οποία ήταν το πλησιέστερο σε γιατρό που διέθετε το Nagyrév.

Για την εποχή που εξετάζουμε, αρχές και διάρκεια Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο κανόνας ήταν τα κορίτσια να παντρεύονται πολύ νέα, από την εφηβική ηλικία και, μάλιστα, χωρίς να έχουν λόγο στην επιλογή του μελλοντικού τους συντρόφου.  Αυτό ήταν καθήκον των γονιών και το εκτελούσαν χωρίς να δέχονται παρεμβάσεις.  Έτσι, πολλές κοπέλες, κατέληγαν με συζύγους αρκετά μεγαλύτερους σε ηλικία από αυτές, οι οποίοι πολύ απείχαν από την εικόνα του «γαλάζιου πρίγκηπα» που, ενδεχομένως, οι έφηβες είχαν στο μυαλό τους.

tumblr_inline_nwfrr8UX7k1tegxno_540‘Οταν ξέσπασε ο πόλεμος, το 1914, η πλειονότητα των ανδρών του χωριού έφυγε για το μέτωπο.  Η γεωγραφική θέση του Nagyrév και οι ελεύθερες εκτάσεις του, το ανέδειξαν στον ιδανικό τόπο για την δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης ρώσων αιχμαλώτων, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ως εργάτες γης στα χωράφια του Nagyrév.  Αυτό χαροποίησε ιδιαίτερα τις στερημένες νοικοκυρές του χωριού, καθώς, μόλις λίγα μέτρα από τις εξόδους του, υπήρχαν πολλοί πρόθυμοι, νέοι άνδρες.  Πολλές από τις γυναίκες του Nagyrév ενεπλάκησαν σε σχέσεις με τους αιχμαλώτους.  Όπως ήταν αναμενόμενο, οι σχέσεις αυτές οδήγησαν σε πολυάριθμες ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες τις οποίες «τακτοποιούσε», με το αζημίωτο, η Julia Fazecas.

Όμως όπως όλα, κάποτε, φτάνουν στο τέλος τους, έτσι συνέβη και με τον πόλεμο.  Οι άντρες του χωριού επέστρεψαν στις εστίες τους και μαζί τους ήρθαν ξανά και οι παλιές συνήθειες, που ήθελαν τον άντρα κεφαλή της οικογένειας και την γυναίκα πειθήνια και υποταγμένη. Δυστυχώς γι αυτούς, μια μεγάλη αλλαγή είχε ήδη συντελεστεί: οι γυναίκες τους είχαν μάθει στην ανεξαρτησία και την σεξουαλική απελευθέρωση, προνόμια τα οποία δεν ήταν καθόλου διατεθημένες να παραχωρήσουν.  Και σε αυτό, ακριβώς, το σημείο είναι που αναλαμβάνει δράση η Fazecas, συνεπικουρούμενη από την Susi Oláh, την «μάγισσα» του χωριού.

As-Criadoras-de-Anjos-de-Nagyrev-CapaΣτην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία της εποχής το διαζύγιο ήταν αδιανόητο, τόσο για κοινωνικούς όσο και για θρησκευτικούς λόγους.  Ο μόνος τρόπος για μια γυναίκα να απαλλαγεί από έναν ανεπιθύμητο σύζυγο ήταν ο θάνατος, κι αν δεν ήταν «τυχερό» να γίνει με φυσικό τρόπο, έπρεπε να μεθοδευτεί. Η Fazecas και η Oláh μπαίνουν στην κουζίνα τους κι αρχίζουν να «μαγειρεύουν»: βράζουν σε μεγάλες κατσαρόλες ταινίες μυγοπαγίδας και αποκτούν, με αυτόν τον τρόπο, μεγάλες ποσότητες αρσενικού τις οποίες διαθέτουν στις, αποφασισμένες να απαλλαγούν από τους ενοχλητικούς συζύγους, γυναίκες έναντι αδρής αμοιβής.  Έτσι, σιγά-σιγά, δημιουργείται ένας «στρατός» δηλητηριαστριών, που αριθμεί πάνω από 50 γυναίκες.  Αυτοαποκαλούνται «οι άγγελοι θανάτου του Nagyrév» και είναι ιδιαίτερα υπερήφανες για τα κατορθώματά τους, καθώς πιστεύουν ότι επιτελούν κοινωνικό έργο, στοχευμένο στην απελευθέρωση της γυναίκας.  Οι άντρες του χωριού αρχίζουν να πέφτουν σαν τις μύγες στις μυγοπαγίδες.  Η Fazecas προμηθεύει το δηλητήριο, οι γυναίκες το χρησιμοποιούν και μια ξαδέλφη της Fazecas, δημοτική υπάλληλος, υπογράφει τα πιστοποιητικά θανάτου κι όλα βαίνουν καλώς, τουλάχιστον για τις κυρίες!

Βέβαια προβλήματα στις γυναίκες δεν δημιουργούσαν μόνο οι σύζυγοι, αλλά και οι αυστηροί γονείς, οι γέροντες συγγενείς που απαιτούσαν διαρκή φροντίδα, οι περίεργοι γείτονες, ακόμα και τα εκνευριστικά παιδιά τους.  Κι όταν πιστεύεις ότι έχεις βρει τον τρόπο να εξαφανίζεις από την ζωή σου οποιονδήποτε θεωρείς ότι την καταδυναστεύει και να μπορείς να το κάνεις ατιμώρητος, τότε ο ενθουσιασμός σου σε οδηγεί ακόμα πιο μακρυά.  Ο θάνατος είχε μπει για τα καλά στην καθημερινότητα του Nagyrév και κανείς δεν ήταν ασφαλής.

4d51d5679cc2e4a9b62b68cb06f59cafΗ φήμη της Fazecas δεν άργησε να εξαπλωθεί στα γύρω χωριά.  Το μυστικό κυκλοφορούσε από στόμα σε αυτί γυναίκας και μέσα σε μια δεκαπενταετία όλη η περιοχή ένθεν κακείθεν των όχθεων του Tisza, έφτασε να ονομάζεται «Φονική Γη».  Όλοι είχαν τις υποψίες τους, αλλά κανείς δεν μπορούσε να αποδείξει τίποτα.

Τα ακριβή γεγονότα που οδήγησαν στις συλλήψεις των «Αγγέλων του Θανάτου του Nagyrév» δεν είναι απολύτως ξεκάθαρα.  Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι όλα τελείωσαν όταν μία από τις δηλητηριάστριες, κάποια Szabó, συνελήφθη επ’ αυτοφόρω να δηλητηριάζει το κρασί μέλους της οικογένειάς της.  Κατά την ανάκρισή της ανέφερε το όνομα μιας κ. Bukenoveski η οποία, με τη σειρά της, κατονόμασε την Fazecas.  Άλλες πηγές υποστηρίζουν ότι ένας φοιτητής ιατρικής από γειτονικό χωριό, καθώς πραγματοποιούσε νεκροψία σε ένα πτώμα που ξεβράστηκε στις όχθες του Tisza, ανακάλυψε μεγάλη ποσότητα αρσενικού στον οργανισμό του, γεγονός που οδήγησε τις αρχές σε έρευνα και, αναπόφευκτα, στην αποκάλυψη των ενόχων. Η θεωρία, όμως, που φαίνεται να είναι και η πλησιέστερη στην αλήθεια είναι η αποστολή μιας ανωνύμου επιστολής στον εκδότη μιας μικρής, τοπικής εφημερίδας, που υποστήριζε την ύπαρξη ενός δικτύου δηλητηριαστριών στην περιοχή.  Το σχετικό άρθρο της εφημερίδας ξεσήκωσε σάλο στην τοπική κοινωνία και κινητοποίησε την αστυνομία.  Έγιναν περί τις 50 εκταφές πτωμάτων στα νεκροταφεία χωριών της περιοχής και σε 46 από αυτά βρέθηκαν ίχνη αρσενικού, καθώς το συγκεκριμένο δηλητήριο έχει την ιδιότητα να παραμένει επί μακρόν στο σώμα.

fazekas-search-rΣτη συνέχεια τα γεγονότα που ακολούθησαν έπεσαν σαν χιονοστιβάδα στο χωριό του Nagyrév.  Τα στόματα άνοιξαν κι άρχισαν οι συλλήψεις.  Όλοι οι μάρτυρες, κατηγορούμενοι και μη, υπέδειξαν την Julia Fazecas ως ηθική αυτουργό.  Η σατανική μαία είδε, από το κατώφλι του σπιτιού της, τους αστυνομικούς να έρχονται και κατάλαβε πως όλα είχαν τελειώσει.  Μπήκε στο σπίτι, όπου στην κουζίνα έβραζαν δυο κατσαρόλες με μυγοπαγίδες, και πήρε μια θανατηφόρα δόση αρσενικού.  Πέθανε με τον ίδιο τρόπο που, άμεσα ή έμμεσα, είχε δολοφονήσει τόσους ανθρώπους.

Την ίδια μέρα που η Fazecas άφησε την τελευταία της πνοή, 38 γυναίκες συνελήφθησαν.  Τις επόμενες ημέρες έγιναν και άλλες συλλήψεις όμως, μετά τις ανακρίσεις, μόνο 26 οδηγήθηκαν σε δίκη.  Οκτώ από αυτές καταδικάστηκαν σε θάνατο (μόνο οι δύο εκτελέστηκαν), επτά σε ισόβια και οι υπόλοιπες έλαβαν διάφορες ποινές φυλάκισης.  Η μία από αυτές που εκτελέστηκαν ήταν η Zsuzsanna Oláh, δεξί χέρι της Fazecas.  Ακόμη, σε ισόβια φυλάκιση καταδικάστηκε η υπάλληλος που εξέδιδε τα πλαστά πιστοποιητικά θανάτου.

static1.squarespace.comΜέχρι σήμερα στην ιστορία της Julia Fazecas δεν έχει πέσει άπλετο φως.  Δεν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, αν η ίδια είχε δολοφονήσει -με τον προσφιλή της τρόπο- τον σύζυγο, τους γονείς ή τα παιδιά της.  Το Nagyrév, όπως και πολλά άλλα χωριά της κραταιάς Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, ήταν ένας τόπος παραμελημένος, βυθισμένος στην φτώχεια, ξεχασμένος από την κυβέρνηση, η οποία εξαντλούσε το πρόγραμμα εξοικονόμησης πόρων στην ανυπαρξία ειδικευμένου γιατρού στο χωριό και στον ελλειπέστατο έλεγχο των πιστοποιητικών θανάτου που εκδίδονταν από τις δημόσιες υπηρεσίες.  Αυτοί ακριβώς ήταν και οι λόγοι που επέτρεψαν σε μια εγκληματική συμμορία, όπως οι «Άγγελοι του Θανάτου του Nagyrév», να δράσει ανενόχλητη για σχεδόν είκοσι χρόνια.

H υπόθεση του ντοκυμαντέρ The Angelmakers  (Astrid Bussink, 2005) και της ταινίας Hukkle (György Pálfi, 2002), βασίζονται στην ιστορία της Julia Fazecas και των δηλητηριαστριών του Nagyrév.

fazekas-grave-digger-rΠηγές

The American Weekly, τ. 24ης Νοεμβρίου 1929

Oakland Tribune, τ. 7ης Νοεμβρίου 1937

Ogden Standard – Examiner, τ. 9ης Φεβρουαρίου 1930

LeMars Globe – Post, τ. 11ης Νοεμβρίου 1929

Murder by Proxy, Katherine Ramsland, Trutv.com

Unearthing Hungary Husband Murders, Jim Fish, BBC News

crime_and_punishment22

 

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας στον κρυφό πυρήνα των Ερυθρών Ταξιαρχιών

•20/05/2016 • 1 σχόλιο

13100872_10153386233170938_2193120338641322265_nΤης Νίνας Κουλετάκη

Επιτέλους, η στιγμή που όλοι περιμέναμε έφθασε!  Το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του Δημήτρη Μαμαλούκα, «Ο Κρυφός Πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών», βρίσκεται ήδη στα βιβλιοπωλεία από τις 9 Μαΐου και τις Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ.

Μετά την «Μοναξιά της Ασφάλτου», χρειάστηκε να περιμένουμε οκτώ βασανιστικά χρόνια, για να δούμε καινούριο αστυνομικό από τον Μαμαλούκα, χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει ότι ο συγγραφέας έμεινε αδρανής. Στο διάστημα της αναμονής μας για τούτο το «μεγάλο» αστυνομικό, μας έδωσε την παιδική τετραλογία «Κρις Πινόκιο – Νοεμί Αστράκη, Τα Παιδιά του Χρόνου» και τα δύο –υπέροχα κατά τη γνώμη μου- μυθιστορήματα «Κοπέλα που σε λένε Φίνι» και «Κράτα μου το χέρι».

Στο «Ο Κρυφός Πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών» συναντάμε δυο παλιούς γνώριμους, τον Νικόλα Μιλάνο και τον Γκαμπριέλε, ήρωες της «Χαμένης Βιβλιοθήκης του Δημητρίου Μόστρα», που εμπλέκονται σε μιαν υπόθεση εκδίκησης και αίματος. Χώρος η Ιταλία, αγαπημένη του συγγραφέα από τα φοιτητικά του χρόνια.  Χρόνος τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και το 2007.

Η υπόθεση του βιβλίου, με λίγα λόγια, έχει ως εξής:

Όταν ο νεαρός φοιτητής Αλεσάντρο Φοντάνα εξαφανίζεται ξαφνικά από την Μπολόνια, η μητέρα του ζητάει τη βοήθεια του Γκαμπριέλε Αμπιάτι, παλιού της γνωστού και ερασιτέχνη ντετέκτιβ. Ο Γκαμπριέλε με τη βοήθεια του φίλου του, Νικόλα Μιλάνο, αναζητούν την τύχη του νεαρού σε μια σκοτεινή κι εχθρική Ιταλία, μέχρι που ένας γνωστός συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας εκδίδει το τελευταίο του μυθιστόρημα. Το βιβλίο θα κινητοποιήσει έναν ολόκληρο μηχανισμό αντιδράσεων αφού φαίνεται να ξεθάβει θανάσιμα μυστικά, καλά κρυμμένα μέχρι τότε, μιας τρομοκρατικής ομάδας που έδρασε στο Μιλάνο τα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του ’70, και να σχετίζεται άμεσα με την εξαφάνιση του Αλεσάντρο.

Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών είναι μια καταβύθιση στα μολυβένια χρόνια, με τις πολιτικές ανακατατάξεις, τα κλασικά αυτοκίνητα, τα μικρά μουσικά γκρουπ προγκρέσιβ, την αμφισβήτηση, αλλά κυρίως με τη σκιά των τρομοκρατικών ομάδων.

Είμαι περίεργη να δω πόσες -και ποιες- από τις γνωστές εμμονές του συγγραφέα (αυτοκίνητα, ρολόγια, ποτά, εγκλεισμός κ.λ.π.) επιστρέφουν και σ’ αυτό το βιβλίο.  Για τα αυτοκίνητα έχω σιγουρευτεί, ανυπομονώ να το διαβάσω για να ανακαλύψω και τα υπόλοιπα.

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας, φωτογραφημμένος από τον Γιώργο Μαυρόπουλο

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας, φωτογραφημένος από τον Γιώργο Μαυρόπουλο

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα όπου και κατοικεί. Έχει γράψει τα αστυνομικά μυθιστορήματα «Ο Μεγάλος Θάνατος του Βοτανικού», «Η απαγωγή του εκδότη», «Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα» (υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών ΕΚΕΒΙ – ΕΡΤ 2007), «Η μοναξιά της ασφάλτου», καθώς και τα μυθιστορήματα «Κοπέλα που σε λένε Φίνι» (μεταφράστηκε στα τουρκικά) και «Κράτα μου το χέρι».

Το πρώτο του βιβλίο, «Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα», μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη ενώ διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε πολλές ανθολογίες. Έχει γράψει επίσης το τετράτομο έργο παιδικής λογοτεχνίας «Κρις Πινόκιο – Νοεμί Αστράκη, Τα Παιδιά του Χρόνου». Ο «Κρυφός Πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών» είναι το πέμπτο του αστυνομικό μυθιστόρημα.

indexΟ «Κρυφός Πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών» θα κάνει την πρώτη του παρουσίαση στο αναγνωστικό κοινό της Αθήνας, την Τρίτη 24 Μαΐου 2016 στον ΙΑΝΟ, στις 8.30’ το βράδυ.  Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος και ο δημοσιογράφος Νίκος Κουρμουλής, ενώ αποσπάσματα θα διαβάσει ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Αυγουστίνος Ρεμούνδος.

Και μ’ ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο, θα τελειώσουμε κι εμείς.

«Όταν πήγαμε στο Μιλάνο, ήταν μια τρέλα. Μέναμε όπου βρίσκαμε, σε πάρκα, σε σταθμούς, σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, σε κοινόβια, μας φιλοξενούσαν άγνωστοι τύποι που γνωρίζαμε σε πλατείες, σε διαδηλώσεις. Ήταν η εποχή με τις απεργίες, τα συνδικάτα, το ξύλο, τις δολοφονίες, τις βόμβες… Όπως είπε κάποιος, “το πρωί ανάβαμε το ραδιόφωνο, για να μάθουμε ποιον είχαν πυροβολήσει το προηγούμενο βράδυ οι τρομοκρατικές ομάδες”. Τα ταραγμένα χρόνια, Νικόλα. Τα μολυβένια χρόνια».

Η φωτογραφία του εξωφύλλου του βιβλίου, έχει τραβηχτεί στην Ρώμη το 1977, από τον Εnrico Scuro

Η φωτογραφία του εξωφύλλου του βιβλίου, έχει τραβηχτεί στην Ρώμη το 1977, από τον Εnrico Scuro

crime_and_punishment22

Anna Mansdotter: η δολοφονία του Yngsjö – II

•14/05/2016 • 2 σχόλια
Anna Mansdotter

Anna Mansdotter

Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Το πρωί της 28ης Μαρτίου του 1889, μια γειτόνισσα επισκέφθηκε την Hanna, αλλά δεν την βρήκε στο σπίτι.  Προσπάθησε και αργότερα, χωρίς αποτέλεσμα.  Τελικά, προς το μεσημέρι που επέστρεψε ο Per, της είπε πως είχε βγει μια βόλτα.  Η γυναίκα επανήλθε το απόγευμα κι όταν ο Per την πληροφόρησε πως η Hanna δεν είχε επιστρέψει, επέμεινε να την αναζητήσουν.  Διαπίστωσαν ότι η καταπακτή στην κουζίνα, που οδηγούσε στο υπόγειο ήταν ανοικτή.  Στην βάση της σκάλας διέκριναν το πτώμα της Hanna. «Ω!», είπε χωρίς ιδιαίτερο συναίσθημα ή ανησυχία ο Per, «νάτη, έπεσε απ’ τη σκάλα και σκοτώθηκε!».

Η γειτόνισσα, πραγματικά σοκαρισμένη, με τις φωνές της έκανε το μισό χωριό να σπεύσει στο σπίτι της Hanna.  Όταν την ανέβασαν, διαπίστωσαν ότι γύρω στον λαιμό της υπήρχε ένα έντονο, κόκκινο σημάδι, σαν αυτό που θα άφηνε ένας σφιχτός βρόγχος.  Εντύπωση, επίσης, προκάλεσε το γεγονός ότι η Hanna, δεν ήταν ντυμένη πλήρως, αλλά φορούσε μόνο το μισοφόρι της.  Οι γείτονες άρχισαν να υποψιάζονται πως, ίσως, ο θάνατος της κοπέλας να μην οφειλόταν σε ατύχημα.

Κι εδώ ακριβώς είναι που συμβαίνει το παράδοξο. Κανείς δεν σκέφτεται να ειδοποιήσει την αστυνομία.  Αντιθέτως πηγαίνουν στον ιερέα του χωριού και μοιράζονται μαζί του τις υποψίες τους.  Η θρησκόληπτη, μικρή κοινωνία του Yngsjö είχε, προφανώς, την άποψη ότι για ένα έγκλημα αλλά και για την τιμωρία του, πρέπει να επιβάλεται ο θείος νόμος και όχι ο ανθρώπινος.  Ο ιερέας ειδοποιεί τον γιατρό του χωριού, ο οποίος εξετάζει το πτώμα της νέας γυναίκας και επιβεβαιώνει τις υποψίες όλων: η Hanna Johansdotter είχε, χωρίς καμία αμφιβολία, δολοφονηθεί.

Οι θύτες και το θύμα

Οι θύτες και το θύμα

Στο μεταξύ, ειδοποιήθηκε και η οικογένεια της Hanna.  Ο πατέρας της, με μερικούς άνδρες από το χωριό, κρατούν τον Per και την Månsdotter στο σπίτι, ανακρίνοντάς τους και προσπαθώντας να τους κάνουν να ομολογήσουν τον φόνο.  Μετά από πέντε ημέρες ο Per θα σπάσει και θα ομολογήσει την δολοφονία της γυναίκας του, αλλά αρνήθηκε να εμπλέξει την μητέρα του σ’ αυτή.  Τότε και μόνο τότε ειδοποιούνται οι αρχές και η αστυνομία αναλαμβάνει τον ρόλο της, διεξάγοντας τις επίσημες ανακρίσεις. Φυσικά, μετά από τόσες ημέρες η κοινή γνώμη είχε ήδη διαμορφωθεί: η Månsdotter, όχι μόνον θεωρήθηκε συνεργός στο έγκλημα, αλλά και η κύρια εμπνεύστριά του.  Οι ανακρίσεις της αστυνομίας προσανατολίστηκαν στο να αποδείξουν ακριβώς αυτό.

Το ζευγάρι μάνας και γιου έπεσε σε αντιφάσεις στις καταθέσεις του.  Παραπέμθηκαν και οι δύο σε δίκη, όπου το κοινό μυστικό ήρθε και επίσημα στην επιφάνεια.  Πολλοί μάρτυρες κατέθεσαν την γνώση τους για την αιμομικτική σχέση της Månsdotter με τον Per και την πεποίθησή τους ότι, αυτή ακριβώς η σχέση, οδήγησε στον αφανισμό της Hanna.  Όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία, ο φόνος της Hanna διαπράχθηκε το βράδυ της 27ης Μαρτίου.  Μάνα και γιος την χτύπησαν με ένα ξύλο και, στη συνέχεια, η Månsdotter την στραγγάλισε.  Μετά την έντυσαν πρόχειρα και την πέταξαν από τη σκάλα του υπογείου, ώστε να φανεί σαν ατύχημα.  Κι όλα αυτά γιατί η Hanna είχε γίνει μάρτυρας της αιμομικτικής σχέσης του άντρα της με την μητέρα του, υπογράφοντας έτσι την καταδίκη της.

Anna Mansdotter, λίγο πριν την εκτέλεση

Anna Mansdotter, λίγο πριν την εκτέλεση

Τόσο η Månsdotter όσο και ο Per καταδικάστηκαν σε ισόβια για την αιμομιξία και σε θάνατο για την δολοφονία της Hanna.  O Per ζήτησε χάρη από τον βασιλιά της Σουηδίας, η οποία και του δόθηκε. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι οι κάτοικοι του χωριού υποστήριξαν την αίτηση του Per, καθώς θεωρούσαν ότι η κυρίως υπεύθυνη για την τραγωδία της αιμομιξίας αλλά και του φόνου ήταν η Månsdotter. Η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια καταναγκαστικά έργα αλλά, τελικά, αποφυλακίστηκε το 1913, έχοντας εκτίσει 24 χρόνια φυλάκισης.  Επέστρεψε στο σπίτι του και όλη η κοινότητα του Yngsjö τον δέχθηκε ως ισότιμο μέλος και τον περιέθαλψε με στοργή.  Η υγεία του, όμως, είχε υποστεί σοβαρές βλάβες από την σκληρή εργασία και τον εγκλεισμό και πέντε χρόνια αργότερα, το 1918, ο Per Nilsson πέθανε από φυματίωση.

Για την Månsdotter δεν υπήρξε καμία επιείκεια.  Στις 6 Αυγούστου του 1890, στις 8 το πρωί, η Anna οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης.  Ήταν ντυμένη σαν να πήγαινε σε γιορτή, με ένα ολόλευκο φόρεμα και, χάρη στην λεπτή της σιλουέτα, από μακριά έμοιαζε σαν κοριτσάκι.  Πλησίασε με τρεμάμενο βήμα στο σημείο όπου την περίμενε ο δήμιος και γονάτισε μπροστά στο ξύλο του αποκεφαλισμού.  Της έδεσαν τα μάτια και ακούμπησε το κεφάλι της στο ξύλο, κλαίγοντας σιγανά.  Την ώρα που κατέβαινε το τσεκούρι, ανασήκωσε το κεφάλι της, με αποτέλεσμα ο δήμιος να μην πετύχει τον λαιμό της.  Το χτύπημα την βρήκε λοξά, έχοντας σαν συνέπεια ο λαιμός, η βάση του κρανίου και το σαγόνι να παραμείνουν συνδεδεμένα με το σώμα της.

Ένας φοιτητής ιατρικής την ανακήρυξε επίσημα νεκρή.  Το σώμα της παραδόθηκε στο πανεπιστήμιο για έρευνα, όπως συχνά συνέβαινε με τα πτώματα καταδίκων σε πολλές χώρες του κόσμου.  Το κομμένο της κεφάλι δόθηκε σ’ έναν γλύπτη, ο οποίος έφτιαξε το νεκρικό της προσωπείο για το μουσείο κέρινων ομοιωμάτων Panoptikum της Στοκχόλμης.

H νεκρική μάσκα της Mansdotter

H νεκρική μάσκα της Mansdotter

Η Månsdotter ήταν η τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε στην Σουηδία, γεγονός που κάνει ακόμη πιο αξιομνημόνευτη αυτήν τη φροϋδική τραγωδία του 19ου αιώνα.

Η υπόθεση αυτή, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, ήταν φυσικό να αποτυπωθεί σε ταινίες και βιβλία.  Ενδεικτικά αναφέρω την, μεγάλου μήκους, ταινία «Yngsjömordet» (1966) του Αrne Mattson με τους Gösta Ekman, Gunnel Lindblom και Christina Schollin, στους ρόλους του Per, της Månsdotter και της Hanna αντίστοιχα.  Στο video που ακολουθεί η σκηνή της εκτέλεσης της Mansdotter από την ταινία «Yngsjömordet».

Πηγές

-Yngve Lyttkens, Yngsjömordet, Stockholm 1951

-Lars Palmborg, Anna strop sonens fru, Kvällsposten 2007

-Death Row Divas

-Exploring the Victorian World

crime_and_punishment22

 

Anna Mansdotter: η δολοφονία του Yngsjö – I

•07/05/2016 • 3 σχόλια
H Anna Mansdotter σε νεαρή ηλικία

H Anna Mansdotter σε νεαρή ηλικία

Της Νίνας Κουλετάκη

To 1890 o αποκεφαλισμός μιας γυναίκας, καταδικασμένης σε θάνατο για την δολοφονία της νύφης της, αποτέλεσε τον επίλογο σε μιαν υπόθεση η οποία όχι μόνο είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη της εποχής, αλλά παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα ορόσημα της «εγκληματικής» ιστορίας της Σουηδίας.  Η «δολοφονία του Yngsjö», όπως έγινε διεθνώς γνωστή, συγκεντρώνει πολλά από τα χαρακτηριστικά που καθιστούν μιαν υπόθεση εγκλήματος ενδιαφέρουσα και αλησμόνητη: γυναίκα δράστη, γυναίκα θύμα, ιστορικό αιμομιξίας, ενδοοικογενειακό έγκλημα και, τέλος, την τελευταία εκτέλεση γυναίκας που έλαβε χώρα σε σουηδικό έδαφος.

Η υπόθεσή μας εκτυλίσσεται στο Yngsjö, έναν μικρό και μάλλον ασήμαντο δήμο της νοτιότερης κομητείας της Σουηδίας και, όπως πολλά από τα μέρη όπου διεπράχθησαν ειδεχθή εγκλήματα, ο μόνος λόγος που το γνωρίζει κάποιος είναι ακριβώς αυτός.  Ξετυλίγοντας το κουβάρι της ιστορίας μας, βρίσκουμε την αρχή της κάπου στο 1860, όταν η 19χρονη Anna Månsdotter παντρεύεται τον, κατά 13 χρόνια μεγαλύτερό της Nils Nilsson, προσδοκώντας σε μια πλούσια ζωή, απαλλαγμένη από τα άγχη και της ανησυχίες για την εξασφάλιση του επιούσιου.  Επειδή, όμως, σπανίως τα όνειρα βγαίνουν αληθινά, βρέθηκε με έναν άντρα που δεν αγαπούσε, βουτηγμένη στην φτώχεια και τα χρέη και με τρία μικρά παιδιά, δύο από τα οποία πέθαναν πριν ολοκληρώσουν τον κύκλο της παιδικής ηλικίας.  Μόνη παρηγοριά της Månsdotter, απέμεινε το μοναδικό ζωντανό της παιδί, ο Per Nilsson.

Per Nilsson

Per Nilsson

Στα χρόνια που ακολούθησαν, κι ενώ ο Per είχε μόλις διανύσει τον όγδοο χρόνο ζωής, η παρηγοριά της Månsdotter επεκτάθηκε και σε άλλα επίπεδα, αδιανόητα για τη σχέση μάνας-γιου.  Η Månsdotter άρχισε να κακοποιεί σεξουαλικά τον Per κάτι που, από μια ηλικία και μετά, γινόταν και με την δική του πλήρη συγκατάθεση.  Αν και η κατάσταση αυτή έγινε ευρέως γνωστή κατά την διάρκεια της δίκης και για πρώτη φορά ακούστηκε η λέξη «αιμομιξία», αναφορικά με την σχέση της Månsdotter με τον γιο της, εντούτοις αποτελούσε κοινό μυστικό μεταξύ των ανθρώπων του χωριού.  Είναι γνωστό ότι στις μικρές κοινωνίες τα μυστικά δεν μένουν για πολύ μυστικά.

Ο Nils Nilsson πέθανε το 1883, όταν ο Per ήταν 21 ετών.  Δεν υπάρχει πληροφόρηση για το αν γνώριζε τα πεπραγμένα της γυναίκας του και οι έρευνες που έγιναν, μετά την σύλληψη της Månsdotter, για τα αίτια του θανάτου του δεν είχαν κανένα επιβαρρυντικό, για εκείνη, αποτέλεσμα.  Απαλλαγμένο από την σκιά της παρουσίας του πατέρα, το αιμομικτικό ζευγάρι -τουλάχιστον μέσα στο σπίτι- έπαψε να κρατά τα προσχήματα και άρχισε να μοιράζεται μέχρι και το συζυγικό κρεβάτι της Månsdotter. Τα κουτσομπολιά στο χωριό έδιναν κι έπαιρναν.  Η Månsdotter σκέφτηκε ότι έπρεπε να δράσει για να τα σταματήσει.

Η αιμομιξία, ούτε σήμερα είναι αποδεκτή από την κοινωνία, πολύ δε περισσότερο στην θρησκόληπτη και συντηρητική λουθηρανική Σουηδία του 19ου αιώνα.  Η Anna Månsdotter αποφάσισε ότι, για να κλείσει τα στόματα του χωριού, έπρεπε να παντρέψει τον Per.  Ακολουθώντας την ιδεοληψία της για το τι θεωρείται «καλός» γάμος, επέλεξε για τον Per μια πλούσια και πολύφερνη νύφη, την 21χρονη Hanna Johansdotter, θυγατέρα του Johan Olsson, τοπικού δικαστή κι εκκλησιαστικού επιτρόπου.  Ο γάμος έγινε το 1888 και αμέσως μετά άρχισαν τα προβλήματα.

Hanna Johansdotter

Hanna Johansdotter

Η συμφωνία ήταν η Månsdotter να μετακομίσει με την μητέρα της, ώστε το νέο ζευγάρι να μείνει μόνο στο σπίτι των Nilsson, κάτι που ουδέποτε συνέβη.  Το αποτέλεσμα ήταν δυο γυναίκες να διεκδικούν όχι μόνο τον πρώτο λόγο στο νοικοκυριό του σπιτιού, αλλά και το κρεββάτι του νοικοκύρη!  Φυσικά καλυμμένα στην αρχή, εκ μέρους της Månsdotter, η εκτόνωση της οποίας λάμβανε χώρα μέσα από ομηρικούς καυγάδες με την νύφη της.  H Månsdotter αντιδρούσε σε όλες τις πρωτοβουλίες της νύφης της, δεν ανεχόταν την παρουσία της στο σπίτι κι απεχθανόταν τον γάμο του Per, παρόλο που αποτελούσε δική της ιδέα.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η νεαρή Hanna δεν έμεινε με τα χέρια σταυρωμένα.  Όντας ερωτευμένη με τον σύζυγό της, αντιλήφθηκε ότι η οικογενειακή της γαλήνη κι ευτυχία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την Månsdotter και, ειδικώτερα, με την απουσία της από την καθημερινή τους ζωή.  Έτσι ζήτησε την προστασία και την επέμβαση του πατέρα της, προκειμένου να πείσει την Månsdotter να ακολουθήσει το αρχικό πλάνο, την μετοίκηση στο σπίτι της μητέρας της.  Προκειμένου ο Olsson να δελεάσει την πεθερά της κόρης του και να επιτύχει την αναχώρησή της από το σπίτι του ζεύγους, προσφέρθηκε να της χτίσει ένα ολόδικό της σπίτι εκεί κοντά.  Η απάντηση ήταν, φυσικά, αρνητική.  Η Hanna, διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρχε τρόπος να βγάλει την πεθερά από τη ζωή της, άρχισε να πιέζει τον Per να πουλήσουν τη φάρμα και το σπίτι και να φύγουν, οι δυο τους, για άλλη πόλη.

Anna Mansdotter

Anna Mansdotter

Την ίδια εποχή, όπως θα αποκαλυφθεί αργότερα, η Hanna εκμυστηρεύεται ορισμένα πολύ ανησυχητικά γεγονότα σε φίλους και συγγενείς.  Μία ξαδέλφη της θα καταθέσει ότι, σύμφωνα με αυτά που της είχε εμπιστευθεί η Hanna, ο γάμος της δεν είχε ολοκληρωθεί καθώς εκείνη και ο Per δεν ξάπλωναν στο ίδιο κρεβάτι.  Επίσης, την τελευταία ημέρα της ζωής της, η Hanna κλαίγοντας και τρέμοντας από φόβο, είπε σε μια γειτόνισσα: «Φοβάμαι τόσο πολύ την Anna Månsdotter, που νοιώθω σαν κάποιος να καρφώνει ένα μαχαίρι στο στήθος μου κάθε φορά που την αντικρύζω.  Το τελευταίο διάστημα, κλείνονται με τον Per στον στάβλο και συσκέπτονται με τις ώρες.  Το ίδιο έγινε και σήμερα.  Έχω την αίσθηση πως συνωμοτούν εναντίον μου.  Δεν θέλω να μένω στο σπίτι, σχεδόν μου έρχεται να ουρλιάξω από φόβο, νομίζω πως κάτι πολύ κακό θα μου συμβεί».  Κάτι αντίστοιχο εκφράζεται και στο τελευταίο γράμμα που έστειλε στους γονείς της. «Δεν υπάρχει περίπτωση να μείνω στο Yngsjö.  Το έχω, ήδη, πει στον Per».

Τα γεγονότα που ακολούθησαν δεν είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένα και γνωστά καθώς, από τους τρεις ανθρώπους που τα γνώριζαν σε όλη τους την έκταση και το βάθος, η μία ήταν νεκρή και οι άλλοι δύο άλλαζαν συνεχώς τις καταθέσεις τους. Πιθανότατα, η Hanna αντιλήφθηκε την πραγματική φύση της σχέσης του άντρα της με την μητέρα του –ορισμένοι ισχυρίστηκαν ότι τους έπιασε επ’ αυτοφώρω.  Η Månsdotter θα πει αργότερα ότι η Hanna της δήλωσε ότι γνωρίζει τα πάντα.  Όπως και νάχε, αποφάσισε ότι η ζωή της νύφης της έπρεπε να τελειώσει.

Συνεχίζεται

crime_and_punishment22

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!!!

•30/04/2016 • 2 σχόλια

54b8d3deb6355923791ccc946f7ce525

…και να προσέχετε…

crime_and_punishment22

Παιδιά δολοφόνοι – 4

•23/04/2016 • Σχολιάστε

Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

 jones06. Curtis Jones & Catherine Jones

Η ιστορία των σαδιστών αδελφών Curtis και Catherine Jones, εξακολουθεί να προκαλεί το ενδιαφέρον του κοινού, καθώς έγιναν θέμα στα πρωτοσέλιδα πρόσφατα.

Το 1999, όταν ο Curtis ήταν δώδεκα χρονών και η Catherine δεκατριών, καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δεκαοκτώ ετών, για φόνο δεύτερου βαθμού. Τα δύο αδέλφια ομολόγησαν την δολοφονία της φιλενάδας του πατέρα τους με το όπλο του, της 29χρονης Sonya Speights, στο Cocoa Beach της Florida.

Η αρχική θεωρία, αυτή που ακούστηκε στη δίκη και οδήγησε στην δεκαοχτάχρονη κάθειρξή τους, ήταν ότι αποφάσισαν να δολοφονήσουν την Sonya επειδή ο πατέρας τους ήθελε να την παντρευτεί, κάτι με το οποίο εκείνοι δεν ήταν σύμφωνοι. Αργότερα, όμως, θα έβγαιναν στην επιφάνεια ορισμένα στοιχεία που θα έθεταν σε αμφισβήτηση αυτόν τον ισχυρισμό. Συγκεκριμένα, αποκαλύφθηκε ότι τα δύο παιδιά είχαν πέσει θύματα σεξουαλικής κακοποίησης και ότι σχεδίαζαν να δολοφονήσουν τον πατέρα τους και άλλον ένα άνδρα που ζούσε μαζί τους στο σπίτι.

Ο λόγος που η υπόθεση αυτή επανήλθε στη δημοσιότητα είναι ότι, στα τέλη Ιουλίου του 2015, τα δύο αδέλφια αποφυλακίστηκαν. Σε μια συνέντευξη που έδωσε, η Catherine είπε ότι ήταν ευχαριστημένη στην φυλακή, καθώς εκεί ένοιωθε μεγαλύτερη ασφάλεια απ’ ότι στο σπίτι της.

tate07. Lionel Tate

Ο Lionel Tate κατέχει ένα ρεκόρ που, αναμφίβολα, κανείς δεν θα ήθελε να καταρίψει: είναι το νεαρότερο άτομο στις Η.Π.Α. που καταδικάστηκε σε ισόβια, χωρίς δυνατότητα αναστολής, στις αρχές του 2001, όταν ο Tate ήταν μόλις δεκατριών ετών. Πριν ένα χρόνο, το 1999, όταν ήταν δώδεκα, είχε δολοφονήσει ένα εξάχρονο κορίτσι, την Tiffany Eunick, στη κομητεία Broward της Florida.

Τα δύο παιδιά πρόσεχε η μητέρα του Tate, ο οποίος σε κάποια στιγμή ανέβηκε στον πάνω όροφο του σπιτιού, όπου βρισκόταν η μητέρα του, και της είπε ότι η Tiffany δεν ανέπνεε. Ισχυρίστηκε ότι πάλευαν, αλλά η ιατροδικαστική έκθεση αποκάλυψε ότι ο Tate είχε πατήσει πάνω στο σώμα της μικρής με τόση δύναμη, ώστε είχε διαρραγεί το συκώτι της και το κρανίο της είχε υποστεί κατάγματα.

Μετά από λίγα χρόνια, η ποινή του μετατράπηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό αλλά, καθώς παραβίασε τους όρους κράτησής του, επέστρεψε στη φυλακή, χωρίς ελπίδα αποφυλάκισης.

8-Amarjeet-Sada-08. Amarjeet Sada

Το ρεκόρ του μικρότερου σε ηλικία δολοφόνου στον κόσμο, κατέχει ένα αγόρι από το Bihar της Ινδίας, ο οκτάχρονος Amarjeet Sada.

Το 2006 δολοφόνησε την πρώτη του ξαδέλφη, ένα μωρό 6 μηνών, και λίγο αργότερα την ίδια του την αδελφή, ηλικίας 8 μηνών. Τόσο η οικογένειά του όσο και μερικοί από τους χωρικούς ήταν σίγουροι για την εμπλοκή του Amarjeet στους φόνους, το όλο ζήτημα θεωρήθηκε «οικογενειακή υπόθεση» και αποσιωπήθηκε.

Το 2007 θα σκοτώσει ξανά. Η Chunchum Devi είχε αφήσει την 6 μηνών κόρη της Kushboo στον παιδικό σταθμό του χωριού, για να πάει στη δουλειά της. Το αγόρι θα μπει κρυφά στον σταθμό, θα πάρει το μωρό από την κούνια του και θα το πάει σ’ ένα κοντινό χωράφι. Θα το ξαπλώσει στο έδαφος και θα το σκοτώσει, χτυπώντας το στο πρόσωπο και στο κεφάλι με ένα τούβλο. Στη συνέχεια θα σκάψει έναν ρηχό τάφο και θα το θάψει. Όταν η Devi επέστρεψε στον σταθμό για να παραλάβει το μωρό της, διαπίστωσε ότι έλειπε. Ειδοποίησε τις αρχές και κάποιοι που γνώριζαν το παρελθόν του Amarjeet τον υπέδειξαν ως ύποπτο.

Όταν ο μικρός ήρθε αντιμέτωπος με την αστυνομία, ομολόγησε το έγκλημα και οδήγησε τους αστυνομικούς στο σημείο όπου είχε δολοφονήσει και θάψει το μωρό. Ένας από τους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν δήλωσε: «Στην ανάκριση μιλούσε λίγο και χαμογελούσε πολύ. Ομολόγησε και τους άλλους δύο φόνους. Εξακολουθούσε να χαμογελάει και ζήτησε μπισκότα».

Καθώς οι δύο πρώτοι φόνοι δεν είχαν καταγγελθεί, ο Amarjeet δικάστηκε μόνο για τον τρίτο. Κλείστηκε σε αναμορφωτήριο, όπου θα παραμείνει μέχρι την συμπλήρωση των 18 του χρόνων, δηλαδή κάποια στιγμή μέσα στο 2016.

alyssa-bustamante09. Alyssa Bustamante

Η Alyssa Bustamante ήταν 15 ετών όταν διέπραξε μια προμελετημένη δολοφονία. Αν παρατηρούσε κανείς τους λογαριασμούς που διατηρούσε στα διάφορα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Myspace, YouTube, Twitter και Facebook), θα διαπίστωνε εύκολα ότι επρόκειτο για μια διαταραγμένη εφηβική προσωπικότητα, με εμμονές γύρω από τους φόνους. Ανάμεσα στα χόμπυ της και τα πράγματα που της άρεσε να κάνει ανέφερε και το «να σκοτώνω ανθρώπους». Ζούσε στο Missouri και στη γειτονιά της ήταν γνωστή για τις βίαιες αντιδράσεις της απέναντι στα άλλα παιδιά. Είχε τρία ετεροθαλή αδέλφια, μία αδελφή και δυο δίδυμους αδελφούς.

Η εξάχρονη ετεροθαλής αδελφή της Alyssa είχε μια ενιάχρονη φίλη, την Elizabeth Olten, την οποία η Alyssa είχε αποφασίσει ότι την αντιπαθούσε. Όταν η Elizabeth έφυγε για το σπίτι της, μετά από μία επίσκεψη που είχε κάνει σ’ αυτό της φιλενάδας της, η Bustamante την πρόλαβε στον δρόμο και την παρέσυρε στο δάσος, σε ένα σημείο όπου είχε ήδη σκάψει δυο τάφους, πιθανότατα για τα δίδυμα αδέλφια της. Εκεί στραγγάλισε το κορίτσι, το μαχαίρωσε, του έκοψε τον λαιμό και τις φλέβες των καρπών και το έριξε στον ένα λάκκο.

Ένα ανώνυμο γράμμα στην αστυνομία υπέδειξε την Alyssa ως δολοφόνο της Elizabeth. Οι αστυνομικοί την κάλεσαν για ανάκριση και εκείνη ομολόγησε, οδηγώντας τους και στο σημείο που είχε θάψει την μικρή. Καταδικάστηκε σε ισόβια που, με την έφεση, μετατράπηκαν σε φυλάκιση 35 ετών.

paul-gingerich10. Paul Henry Gingerich

Η τελευταία υπόθεση έλαβε χώρα στην πολιτεία της Indiana, όπου ένας δωδεκάχρονος έγινε ο νεαρότερος σε ηλικία υπόδικος που καταδικάστηκε ως ενήλικας. Είναι ο Paul Henry Gingerich και καταδικάστηκε για την δολοφονία του 49χρονου Phillip Danner.

Ο Paul μαζί με δύο φίλους του, τον Colt Lundry κι ένα άλλο αγόρι, είχαν αποφασίσει να φύγουν για την Arizona. Ο Colt είπε πως ο πατριός του Phillip Danner ήταν πολύ αυστηρός και δεν θα τον άφηνε να φύγει. Εύκολα, λοιπόν, τα αγόρια αποφάσισαν να τον σκοτώσουν, όπως και έγινε.

Ο Lundry έκλεψε το όπλο του πατριού του και ειδοποίησε τους φίλους του. Ο Gingerich μπήκε μαζί του στο σπίτι, ενώ το άλλο αγόρι φύλαγε τσίλιες έξω. Πυροβόλησαν τον Danner, τέσσερις φορές, ρίχνοντας τον νεκρό, με δυο σφαίρες ο καθένας.

Ο Lundry έκανε συμφωνία με την εισαγγελία, ομολόγησε τον φόνο και έδωσε τα ονόματα των άλλω δύο, με αντάλλαγμα να μην κατηγορηθεί για φόνο, παρά μόνο για συνωμοσία και συνέργεια. Τόσο ο ίδιος όσο και το άλλο αγόρι, καταδικάστηκαν σε εγκλεισμό σε αναμορφωτήριο, μέχρι την συμπλήρωση των 18 τους χρόνων. Αντίθετα ο Gingerich καταδικάστηκε σε κάθειρξη 30 ετών, γεγονός που οδήγησε σε έντονες αντιδράσεις για την τόσο μεγάλη διαφορά στις επιωληθείσες, στα τρία αγόρια, ποινές.

Σκηνή από την ταινία "The Bad Seed", του 1956

Σκηνή από την ταινία «The Bad Seed», του 1956

crime_and_punishment22

Παιδιά δολοφόνοι – 3

•16/04/2016 • 2 σχόλια

Προηγούμενο

Σκηνή από την ταινία "Village of the Damned", του 1960

Σκηνή από την ταινία «Village of the Damned», του 1960

Της Νίνας Κουλετάκη

Αν και η ανθρωποκτονία, ευτυχώς, δεν βρίσκεται μέσα στις 10 πρώτες αιτίες θανάτου, εντούτοις υπάρχει παντού γύρω μας: τα βιβλία, ο κινηματογράφος, η μουσική, τα βιντεοπαιχνίδια, η τέχνη, οτιδήποτε μπορεί να τραβήξει την προσοχή μας και να εξάψει την φαντασία μας κατακλύζεται από εικόνες υπερβολικής βίας. Έτσι, ένας ιδιαίτερα ειδεχθής φόνος είναι σίγουρο πως θα βρει την μέγιστη κάλυψη στον τύπο, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Οι δολοφόνοι ασκούν μιαν περίεργη γοητεία πάνω μας και θέλουμε να μάθουμε όσο το δυνατόν περισσότερα γι αυτούς και το έγκλημά τους. Αναρωτιόμαστε για το τι προκάλεσε το ξέσπασμά τους, πώς γίνεται να είναι τόσο ψυχροί και χωρίς συνασισθήματα, τι είναι αυτό που τους οδηγεί να αφανίσουν μιαν ανθρώοθνη ζωή, στην οποία δεν δίνουν καμία αξία.

Αυτό, όμως, που πάντα θα μας σοκάρει είναι όταν ο δολοφόνος είναι παιδί. Ως κοινωνία είμαστε συνηθισμένοι να βλέπουμε το παιδί στο ρόλο του θύματος και όχι του θύτη. Όλα τα παιδιά υποτίθεται πως είναι αγνά και αθώα, επομένως πώς γίνεται κάποια από αυτά να κάνουν ταινίες τρόμου σαν το «Village of the Damned» και το «Τhe Bad Seed» να μοιάζουν με κωμωδίες; Κι όμως. Οι ανήλικοι δολοφόνοι είναι γεγονός. Τα εγκλήματά τους χαράζονται τόσο έντονα στη μνήμη και τη συνείδησή μας ώστε, αν και πολλά από αυτά έχουν διαπραχθεί πολλές δεκάδες χρόνια πριν, όταν τα ανακαλούμε μας φαίνεται σαν να έγιναν χθες. Είναι ακριβώς αυτή η ασυμβατότητα μεταξύ της παιδικής φύσης κι ενός αιμοσταγούς εγκλήματος, που μας δίνει αυτή την αίσθηση.

Σε δύο μέρη, δέκα ακόμα υποθέσεις παιδιών (με χρονολογική σειρά) που έκαναν τον φόνο παιχνίδι τους.

1.HannahOccuish01. Hannah Ocuish

H Hannah Ocuish ήταν μια μικρή μιγάδα της φυλής των Ινδιάνων Pequot, με νοητική υστέρηση. Κατηφορήθηκε ότι δολοφόνησε την Eunice Bolles, ηλικίας 6,5 χρονών, που ήταν κόρη ενός πλούσιου αγρότη της περιοχής. Στις 21 Ιουλίου του 1786 και γύρω στις 10 το πρωί, ανακαλύφθηκε το πτώμα της Eunice στον δημόσιο δρόμο που οδηγούσε από το New London στο Norwich. To παιδί ήταν χτυπημένο και στραγγαλισμένο. Η Hannah, η οποία είχε θεαθεί μαζί με την μικρή Eunice νωρίς το πρωί της ίδια ημέρας, όταν ρωτήθηκε σχετικά ισχυρίστηκε πως είχε δει μια παρέα τεσσάρων άγνωστων αγοριών εκεί κοντά. Η έρευνα για τα αγόρια δεν απέφερε καρπούς και η Hannah ανακρίθηκε ξανά, αυτή την φορά μπροστά στον πατέρα της Eunice και στο πτώμα της μικρής. Εκεί ξέσπασε σε κλάματα και ομολόγησε τα πάντα. Πριν από πέντε εβδομάδες, η Eunice την είχε κατηγορήσει ότι έκλεβε φράουλες από τα χωράφια του πατέρα της, κατά την διάρκεια της συγκομιδής τους. Με συνοπτικές διαδικασίες η Hannah τιμωρήθηκε σκληρά. Μην ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στο 1786, η μαύρη φυλή δεν έχει αποκτήσει πλήρη ισοτιμία και η Hannah, αν και δεν είναι μαύρη, δεν παύει να είναι αποδέκτης ρατσιστικού μίσους ως Ινδιάνα και μάλιστα του χειρότερου είδους: μιγάδα. Η Hannah, ένοιωσε αδικημένη και, με το λιγοστό της μυαλό, αποφάσισε να εκδικηθεί την Eunice. Έτσι, την παραμόνεψε ενώ έφευγε για το σχολείο, την παρέσυρε σ’ ένα δρομάκι με το πρόσχημα ότι είχε ένα δώρο για εκείνη, την χτύπησε και την στραγγάλισε.

Η Hannah Ocuish εκτελέστηκε δι’ απαγχονισμού στις 20 Δεκεμβρίου του 1786, στο New London. Ενώ ανέβαινε στο ικρίωμα, ευχαρίστησε τον σερίφη για την ευγένειά του και για τον καλό τρόπο με τον οποίο της συμπεριφέρθηκε κατά την διάρκεια της κράτησής της. Ήταν μόλις δώδεκα χρονών και εννέα μηνών και είναι το νεαρότερο άτομο που εκτελέστηκε νόμιμα στις Η.Π.Α.

2. George Junius Stinney, Jr.02. George Junius Stinney Jr.

O George Junius ήταν ένας αφροαμερικανός που το 1944, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, καταδικάστηκε σε θάνατο για φόνο, στο Alcolu της Νότιας Καρολίνας, στις Η.Π.Α.  Ήταν το νεαρότερο άτομο που καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στις Η.Π.Α., τον 20ο αιώνα.

Η δίκη του κράτησε μόνο μία ημέρα και στο τέλος της οι ένορκοι τον βρήκαν ένοχο για την δολοφονία δύο λευκών κοριτσιών: της εντεκάχρονης Betty June Binnicker και της οκτάχρονης Mary Emma Thames. Υποτίθεται ότι ο George, αμέσως μετά την σύλληψή του, ομολόγησε τους φόνους. Δεν υπάρχει γραπτή και υπογεγραμμένη ομολογία του, πέρα από τις ανεπίσημες σημειώσεις του σερίφη που διεξήγαγε την ανάκριση. Πέθανε στην ηλεκτρική καρέκλα.

Η καταδίκη και η εκτέλεση του Stinney, η αμφισβήτηση της ενοχής του, η υποτιθέμενη –αλλά μη αποδεικνυόμενη- ομολογία του και το σύντομο της δικαστικής διαδικασίας, αμφισβητήθηκαν σφοδρά για μακρά σειρά ετών. Μία ομάδα δικηγόρων και ακτιβιστών επανεξέτασαν την υπόθεση του Stinney, για λογαριασμό της οικογένειάς του. Το 2013 η οικογένεια έκανε αίτηση για επανάληψη της δίκης. Στις 17 Δεκεμβρίου του 2014, η καταδίκη του ακυρώθηκε, 70 χρόνια μετά την εκτέλεσή του, καθώς η έδρα έκρινε ότι ο μικρός δεν είχε μια δίκαιη δίκη. Η υπεράσπισή του ήταν απολύτως ανεπαρκής και μόνο για τους τύπους και παραβιάστηκαν τα δικαιώματά του σύμφωνα με την Έκτη Τροπολογία του Συντάγματος των Η.Π.Α. Η νέα απόφαση όριζε πως, αν και ο Stinney είχε ενδεχομένως όντως διαπράξει τους φόνους, η διαδικασία κατά την δίκη του και η καταδικαστική απόφαση ήταν ελλειπείς και με προβλήματα.

The Leader Files | Eric Smith sits in court during his trial for the murder of 4-year-old Derrick Robie in 1994. Smith, now 24, is an inmate at Clinton Correctional Facility.

03. Eric Smith

O διαβόητος παιδί-δολοφόνος Eric Smith είναι σήμερα 36 ετών, αλλά ήταν μόλις 13 όταν δολοφόνησε άγρια ένα τετράχρονο αγόρι, τον Derrick Robie, τον Αύγουστο του 1993.

Η υπόθεση του Smith είναι ιδιαίτερα σκληρή, καθώς –από πολύ νεαρή ηλικία- είχε διαγνωστεί με διαλείπουσα εκρηκτική διαταραχή (intermittent explosive disorder), που χαρακτηρίζεται από αναιτιολόγητα και έντονα ξεσπάσματα υπερβολικού θυμού. Έτσι, μια ημέρα, συναντήθηκε στον δρόμο με τον Derrick και τον παρέσυρε στο κοντινό δάσος με κάποιο πρόσχημα. Εκεί, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο, επιτέθηκε στο παιδί, το στραγγάλισε και το χτύπησε στο κεφάλι με μια μεγάλη πέτρα, σχεδόν συνθλίβοντας το κρανίο του.

Δεν σταμάτησε, όμως, εκεί. Έγδυσε τον, ήδη νεκρό, μικρό Derrick και τον σοδόμισε με ένα κλαδί. Το πτώμα του παιδιού ανακαλύφθηκε λίγες ώρες αργότερα, καθώς η μητέρα του είχε ειδοποιήσει την αστυνομία αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την εξαφάνισή του, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να συλληφθεί άμεσα ο Smith και να καταδικαστεί, για φόνο δεύτερου βαθμού, το 1994. Παραμένει έγκλειστος μέχρι σήμερα, καθώς έχουν απορριφθεί πάνω από έξι αιτήσεις του για αποφυλάκιση, πρωτίστως για να εξασφαλιστεί η ασφάλεια των γονιών του Derrick, εναντίον της ζωής των οποίων ο Smith έχει εξαπολύσει τρομακτικές απειλές.

loukaitis04. Barry Dale Loukaitis

Στις 2 Φεβρουαρίου του 1996, ο δεκατετράχρονος Barry Loukaitis, ντυμένος σαν πιστολέρο του Far West, μπήκε στο Γυμνάσιο Frontier στο Moses Lake της Washington. Μαζί του είχε δύο πιστόλια, μια επαναληπτική καραμπίνα και 78 δεσμίδες πυρομαχικών. Πυροβόλησε και σκότωσε την καθηγήτριά του των μαθηματικών Leona Caires και δύο συμμαθητές του, τους δεκατετράχρονους Arnold Fritz and Manuel Vela, Jr. Τραυμάτισε σοβαρά την δεκατριάχρονη Natalie Hintz και κράτησε ομήρους τους συμμαθητές του για δέκα λεπτά, πριν τον θέσει εκτός μάχης ο γυμναστής του σχολείου.

Ο Loukaitis απέδωσε το γεγονός στις ευμετάβλητες διαθέσεις του και είπε πως σκέφτηκε ότι «θα είχε πλάκα» να κάνει τους σκοτωμούς. Καταδικάστηκε για τις τρεις δολοφονίες για φόνο πρώτου βαθμού και καταδικάστηκε δις σε ισόβια, με ημερομηνί δυνατής αίτησης αποφυλάκισης το 2021.

article-2248651-1686e8b3000005dc-914_306x423505. Andrew Golden & Mitchell Johnson

Οι Golden και Johnson ήταν μαθητές στο Γυμνάσιο Westside της Κομητείας Craighead στο Arkansas. Ο Johnson ήταν δεκατριών ετών και ο Golden μόλις έντεκα. Τα παιδιά είχαν γνωριστεί και γίνει φίλοι στο σχολικό λεωφορείο. Ήταν αρκετά ατίθασοι, ισχυρίζονταν πως ανήκαν σε συμμορία, έμπλεκαν σε καυγάδες με τους συμμαθητές τους και μιλούσαν άσχημα στους καθηγητές.

Την παραμονή του μακελειού, φόρτωσαν στο φορτηγάκι της μητέρας του Johnson εφόδια και εξοπλισμό για κάμπινγκ, διάφορα τρόφιμα, εννέα όπλα κλεμμένα από το σπίτι του παππού του Golden και πολλές σφαίρες. Την επομένη, 24 Μαρτίου 1998, οδήγησαν το φορτηγάκι στο σχολείο, πήραν τα όπλα και τα πυρομαχικά και, ενώ ο Johnson τα έκρυψε στο δασάκι απέναντι από το σχολείο, ο Golden μπήκε μέσα και ενεργοποίησε τον συναγερμό φωτιάς. Όταν μαθητές και καθηγητές εκκένωσαν το σχολείο και βγήκαν έξω, τα δύο αγόρια πήραν τα όπλα από το δασάκι και άνοιξαν πυρ κατά του πλήθους. Το αποτέλεσμα ήταν να τραυματίσουν δέκα άτομα και να σκοτώσουν πέντε. Νεκρές από τις σφαίρες των Golden και Johnson έπεσαν οι μαθήτριες Natalie Brooks (11), Paige Ann Herring (12), Stephanie Johnson (12), Brithney Ryen Vamer (11) και η καθηγήτρια Shannon Wright (32).

Στη συνέχεια προσπάθησαν να κατευθυνθούν στο φορτηγάκι με σκοπό να εξαφανιστούν. Αυτός ήταν και ο λόγος που είχαν μαζί τους τρόφιμα και εφόδια. Δεν τα κατάφεραν καθώς αστυνομικοί, που είχαν ήδη σπεύσει στο σχολείο, τους συνέλαβαν. Δικάστηκαν ως ανήλικοι στην μεγαλύτερη δυνατή ποινή για την περίπτωσή τους, να παραμείνουν δηλαδή έγκλειστοι μέχρι την ενηλικίωσή τους, στα 21 τους χρόνια.

Ο Johnson αποφυλακίστηκε στις 11 Αυγούστου του 2005, ημέρα των 21ων γενεθλίων του και έχοντας περάσει επτά χρόνια στη φυλακή και ο Golden, αντίστοιχα, στις 25 Μαΐου του 2007, μετά από εννέα χρόνια εγκλεισμού. Ο πρώτος ξαναμπήκε φυλακή, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα, μετά από νέα σύλληψη και καταδίκη του για οπλοκατοχή.

Συνεχίζεται

crime_and_punishment22

whodoneit1942dvd.jpg
 
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 5.322 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: