ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

•25/06/2016 • Σχολιάστε

bfe93fb4700e858bd278cadd421a0281

…και να προσέχετε στις ακρογιαλιές! 

Ραντεβού ξανά στις 3 του Σεπτέμβρη.

crime_and_punishment22

Αντώνης Γκόλτσος – «Η Αφιέρωση»

•18/06/2016 • 1 σχόλιο

unnamed2Της Νίνας Κουλετάκη

Ο Αντώνης Γκόλτσος είναι ένας από τους αγαπημένους συναδέλφους στην ΕΛΣΑΛ (Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας), που μου κάνει την τιμή να είναι και φίλος μου.  Πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο του αστυνομικό βιβλίο, «Η ΑΦΙΕΡΩΣΗ», ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.  Στις 2 Ιουνίου έγινε η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα, με ομιλήτριες την Πολύμνια Κοσσόρα κι εμένα.  Ενώ η Πολύμνια εστίασε στο έργο, προσωπικά προτίμησα να εστιάσω στον δημιουργό.  Το κείμενο που ακολουθεί είναι, αυτή ακριβώς, η ομιλία μου.

«Καλησπερίζω, με τη σειρά μου, την αποψινή «πλήθουσα αγορά» προς τιμήν του Αντώνη Γκόλτσου.  Το τελευταίο διάστημα έχω απορήσει κι αναρωτηθεί πλειστάκις, για το τι είχε στο μυαλό του ο Αντώνης, ποιο όνειρο είχε δει το βράδυ της προηγουμένης όταν μου ζήτησε να παρουσιάσω το βιβλίο του.  Η εξαιρετική συνάδελφος Πολύμνια που προηγήθηκε, τίμησε την συνονόματή της Μούσα, την υμνωδό των ιερών ύμνων, της ευγλωτίας, της σοβαρής και θρησκευτικής ποίησης, παρουσιάζοντας με τρόπο υποδειγματικό το πόνημα του Αντώνη.  Εγώ, καθώς δεν έχω αντιστοίχου μεγέθους όνομα, θα περιοριστώ σε άλλα, μικρότερα αλλά –ίσως- πιο ενδιαφέροντα.  Γιατί πριν από συγγραφέας είμαι αναγνώστρια.  Ξέρω, λοιπόν, πως ουδόλως σας ενδιαφέρει «τι ήθελε να πει ο ποιητής» αλλά, αντίθετα, καίγεστε να μάθετε τι φορούσε όταν έγραφε, με την προϋπόθεση ότι φορούσε κάτι.  Αυτά είναι που ενδιαφέρουν μια Νίνα και για τα οποία θα σας μιλήσω απόψε.

Με τον Αντώνη γνωριστήκαμε κάποια στιγμή το 2010, όταν φτιάχναμε την ΕΛΣΑΛ.  Πρωτοσυναντηθήκαμε σ’ ένα πατάρι βιβλιοκαφέ «μες σε καπνούς και σε βρισιές» ή περίπου, κι αμέσως εντυπωσιάσητκα από τον λόγο του.  Τον προφορικό, βεβαίως, μια και τον γραπτό τον αγνοούσα τότε.  Πριν σας μιλήσω για τον λόγο του Αντώνη, θέλω να σας διηγηθώ μια σύντομη και διδακτική ιστορία, από τα χρόνια της άγριας νιότης μου.  Το 1979, προπτυχιακή φοιτητριούλα 19 χρονών, με τον αέρα αποφοίτου γαλλικού σχολείου και με τα γαλλικά της εποχής, ενδεχομένως, καλύτερα από τα ελληνικά μου, βρέθηκα για πρώτη φορά στο Παρίσι.  Το σοκ ήταν μεγάλο, ήδη από τις πρώτες στιγμές της άφιξής μου, καθώς ίδρωσα να συνεννοηθώ με τον ταξιτζή –αραβικής καταγωγής να σημειώσω- οπότε απέδωσα την δυσκολία επικοινωνίας στην ελλιπή του γνώση της γαλλικής.  Το επόμενο βράδυ, όμως, σε δείπνο με παριζιάνους φίλους –κι ενώ διηγούμαι μιαν ιστορία- παρατηρώ βλέμματα ημιαποχαυνωμένα να με παρακολουθούν.  Τρακαρισμένη, σταματώ την αφήγησή μου και τους ερωτώ αν τα γαλλικά μου είναι τόσο χάλια, ώστε να δυσκολεύονται να με καταλάβουν.  Η απάντηση με άφησε άφωνη.  «Μιλάς τόσο καλά γαλλικά», μου είπαν, «τόσο σωστά, που εδώ τα ακούμε μόνο στην τηλεόραση από καθηγητές πανεπιστημίου».  Αυτή την ιστοριούλα σας την είπα για να καταλήξω ακριβώς εδώ: τα ελληνικά του Αντώνη είναι σαν τα γαλλικά μου του ’79: άψογα.  Κι έχει, βέβαια, την εξήγησή του αυτό, καθώς τα διαφύλαξε από «τον εξευτελισμό τους μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομίλίες», μια και πολλά χρόνια της ζωής του τα έζησε στο εξωτερικό.

Πέρα κι από τον προφορικό λόγο του Αντώνη –που έμοιαζε με τον γραπτό κάποιων από εμάς- περισσότερο με κέρδισε το χιούμορ του.  Ένα χιούμορ υπόγειο, αόρατο δια γυμνού οφθαλμού, τόσο δυνατό και βιτριολικό όμως, που μπορεί να σε ανατινάξει, έτσι όπως κάθεσαι ήσυχος και –κυρίως- ανυποψίαστος.  Αυτό το χιούμορ είχα πολλές φορές την τύχη να συναντήσω στην προσωπική μας επικοινωνία, προφορική και γραπτή.

afiervsi-goltsosΈνα άλλο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του Αντώνη είναι ο –και από τον ίδιο αναγωριζόμενος- υποχονδριασμός του.  Αν δεν σας έχει γράψει η μοίρα σας να επιμεληθεί ο Γκόλτσος γραπτό σας, έχω να σας είπω τούτο: ο θεός –που δεν υπάρχει- σας αγαπά πολύ!  Με τον επιμελητή Γκόλτσο οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν στην «ΕΙΣΟΔΟ ΚΙΝΔΥΝΟΥ».  Δεν τον ήξερα πολύ καλά ακόμη κι ήμουν συγκρατημένη κι ευγενική.  Μετά τις πρώτες του παρατηρήσεις, όλες στη σφαίρα της σχολαστικότητας και της υποχονδρίας, σκέφτηκα ότι δεν μπορεί να τα εννοεί αυτά που λέει, άρα κάτι υποβόσκει.  Αρχικά υπέθεσα –επειδή είμαι και ωραία γυναίκα- ότι θέλει να κάνουμε σεξ, απλά ντρέπεται να μου το πει και δημιουργεί προφάσεις.  Στη συνέχεια διαπίστωσα ότι ουδόλως συμβαίνει αυτό και εννοεί κάθε παρατήρηση.  Καταλήξαμε σε δυο-τρεις διορθώσεις, αποδεκτές κι απ’ τους δύο –εννοείται μετά από πολύωρες, εξαντλητικές συζητήσεις- ενώ σε άλλες υπερίσχυσε η άποψή μου με το ακλόνητο επιχείρημα «έτσι τόλεγε η γιαγιά μου, έτσι το θέλω»!

Και μετά είναι κι ο συνάδελφος-συγγραφέας Γκόλτσος, ένας από τους πρώτους που θα διαβάσει ό,τι καινούριο γράφω, την κρίση του οποίου εμπιστεύομαι κι επιζητώ.  Αυτός ο, εκ γενετής, ευγενής άνθρωπος, με το καυστικό και σε εξαιρετικές δόσεις χιούμορ, είναι ασύλληπτα γενναιόδωρος στα συναισθήματα και καθόλου εγωιστής στην κριτική του.  Μελετά το έργο σου με τρομακτικό αίσθημα ευθύνης, βασανίζεται και το βασανίζει και καταλήγει, πάντα, με τις πιο καίριες και ουσιαστικές παρατηρήσεις.  Ξέρετε, εάν δεν ήμουν ήδη πολύ ερωτευμένη, θα μπορούσα να τον ερωτευρώ, τον Αντώνη.  Βέβαια, μετά δοκίμασα τα πιτάκια της υπέροχης γυναίκας του, της Ντέπυς, κι αποφάσισα να ερωτευτώ εκείνη.

Και τώρα θα σας αποκαλύψω κάτω από ποιες αντίξοες συνθήκες δοκίμασα τα πιτάκια της Ντέπυς.  Πριν από αυτό, όμως, επιτρέψτε μου να πω το εξής.  Γνωρίζετε όλοι ότι υπάρχουν καταραμένοι ποιητές, καταραμένοι συγγραφείς.  Αυτό που δεν γνωρίζετε είναι ότι υπάρχουν και καταραμένοι αναγνώστες: έχετε μπροστά σας μία απ’ αυτούς.  Και η κατάρα μου είναι «Η ΑΦΙΕΡΩΣΗ» του Γκόλτσου, με την οποία καταπιάστηκα τρεις φορές.

Ήταν τον χειμώνα του ΄12, όταν προγραμματίσαμε μια παρουσίαση της «ΕΙΣΟΔΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ» και της «ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΟΥ ΜΠΕΚΑ» στην Καβάλα.  «Να πάμε μαζί», είπε ο Γκόλτσος.  «Θα σε πάρω εγώ με το αυτοκίνητο, να μην ταλαιπωρηθείς να οδηγείς».  Είπα το «ναι» χωρίς δεύτερη σκέψη.  Ας πρόσεχα…  Αυτό δεν ήταν αυτοκίνητο, ήταν το μάτζικ μπας!  Στην θήκη της πόρτας μου είχε χυμούς και νερό.  Σ’ ένα κρυφό ντουλαπάκι είχε σακουλάκια με δυο λογιών πιτάκια (τα της Ντέπυς, που λέγαμε).  Φαντάστηκα και μουσικούλα απ’ τα ηχεία κι ονειρεύτηκα το τέλειο ταξίδι.  Αμ’ δε!  Αθήνα – Καβάλα υπό βροχήν κι ο Γκόλτσος να μου αφηγείται επί επτάωρον την «ΑΦΙΕΡΩΣΗ» –που τότε άρχιζε να γράφει- με το νι και με το σίγμα.  Καβάλα – Αθήνα στην επιστροφή, υπό βροχήν ομοίως, κι εγώ να του σχολιάζω τα όσο μου είχε αφηγηθεί κατά την άνοδο.  Ευτυχώς στην Καβάλα φιλοξενήθηκε κι έτσι πέρασα δυο ήσυχες μέρες στο ξενοδοχείο μου. Αυτή ήταν η πρώτη φορά.

Μετά, για αρκετό καιρό, με άφησε ήσυχη, μέχρι που έλαβα την «ΑΦΙΕΡΩΣΗ» σε δακτυλόγραφο.  Και την διάβασα.  Και με συνεπήρε.  Όπως θα συνεπάρει κι εσάς.  Αυτή ήταν η δεύτερη φορά.  Η τρίτη ήταν πρόσφατα, όταν έλαβα, πια, το βιβλίο.  Όμως, επιτρέψτε μου, να μην μιλήσω άλλο για το βιβλίο.  Αντιλαμβάνομαι ότι η βραδυά είναι αφιερωμένη σ’ αυτό, η Πολύμνια το παρουσίασε επίσης εξαιρετικά.  Ξέρετε, όταν τελειώνω κάτι που γράφω, παύει να μ’ ενδιαφέρει, μέσα μου έχουν ήδη ξεκινήσει οι διεργασίες για το επόμενο.  Θεωρώ ότι δεν μου ανήκει πια, σαν τα παιδιά ένα πράγμα, που η μάνα εξουσιάζει τη ζωή και τον θάνατό τους μόνο για το διάστημα που τα κυοφορεί.  Έτσι, σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, θέλω να κάνω μια παρατήρηση.  Η «ΑΦΙΕΡΩΣΗ» θα σας αρέσει πολύ, όπως άρεσε και σ’ εμένα.  Όμως, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν είναι ό,τι καλύτερο έχει γράψει ο Γκόλτσος μέχρι σήμερα.

goltsosΚάθε καλοκαίρι, μια αμιγώς λογοτεχνική συντροφιά, απομονωνόμαστε σ’ ένα υπέροχο πέτρινο σπίτι, σ’ ένα βουνό της Κρήτης.  Τα βιβλία που έχουμε μαζί μας είναι περισσότερα από τα ρούχα μας.  Το περσινό καλοκαίρι είχα μαζί μου και το δακτυλόγραφο μιας –αδημοσίευτης ακόμη- νουβέλλας του Γκόλτσου.  Όταν τελείωσα την ανάγνωση αναφώνησα, εις επήκοον όλης της συντροφιάς τέσσερις λέξεις, που συνοψίζουν την ύπατη λογοτεχνική κριτική: «ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ, Ο ΠΟΥΣΤΗΣ!!!»  Κυρίες και κύριοι, τα καλύτερα του Αντώνη Γκόλτσου έπονται,

Έχοντας την τύχη να συμμετέχω στην ΕΛΣΑΛ, μου δόθηκε η ευκαιρία αφενός μεν να συναναστρέφομαι μεγάλους συγγραφείς του είδους και αφετέρου να συνειδητοποιήσω ότι ποτέ, μα ποτέ, δεν θα γίνω μία απ’ αυτούς.  Ο σωστός συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, πρέπει να έχει εμμονές στο έργο του.  Π.χ. ο Ανδρέας Αποστολίδης έχει την πολιτική, ο Δημήτρης Μαμαλούκας τα αυτοκίνητα κι άλλες δέκα, ο Αντώνης Γκόλτσος τις γυναίκες με δερμάτινα πάνω σε μηχανές μεγάλου κυβισμού.  Υποψιάζομαι ότι, κάπου στο σπίτι, έχει τέτοιες φωτογραφίες και τις κοιτάζει κρυφά!  Εγώ, ως άνθρωπος, έχω πολλές εμμονές, άλλες διασκεδαστικές, άλλες άκρως ανησυχητικές, αλλά ως συγγραφέας καμία.  Το συγγραφικό μου μέλλον στην αστυνομική λογοτεχνία διαγράφεται ζοφερό…

Είχα σκοπό να τελειώσω απόψε διαβάζοντάς σας ένα απόσπασμα από το βιβλίο και συγκεκριμένα αυτό που αναφέρει τα τρία προαπαιτούμενα της συγγραφής.  Θα το ακούσετε αμέσως τώρα από τους αναγνώστες της βραδυάς.  Κάνω μόνο την διαπίστωση ότι αυτά τα τρία προαπαιτούμενα, στην περίπτωση Γκόλτσου και «ΑΦΙΕΡΩΣΗΣ» βρέθηκαν σ’ εξαιρετική συναστρία.

Κανονικά θα σταματούσα εδώ.  Δεν προτίθεμαι, όμως, να κλείσω αυτήν την ομιλία, χωρίς να πω κάτι σημαντικό.  Ξέρετε, στις παρουσιάσεις συγγραφέων και βιβλίων ισχύει ο άγραφος κανόνας «αν δεν έχεις κάτι καλό να πεις, μη μιλήσεις καθόλου».  Τον σεβάστηκα, γι αυτό κι ακούσατε μόνο καλά λόγια για τον Αντώνη από τα χείλη μου.  Όμως, πάντα στη ζωή μου πορεύτηκα με σημαία μου την αλήθεια, οπότε θα ήθελα να σας πω μιαν οδυνηρή αλήθεια για τον Αντώνη.  Είναι άτομο αδίστακτο, δεν ορρωδεί προ ουδενός.  Για να με πείσει να είμαι στο αποψινό πάνελ –είμαι εξαιρετική ομιλήτρια, βλέπετε, κι έχω μεγάλη ζήτηση.  Τις προάλλες έκανε ο Μαμαλούκας παρουσίαση εδώ και με ήθελε κι εκείνος, πολύ.  Με κέρδισε στα σημεία ο Πέτρος Τατσόπουλος που είχε τη μισή Αθήνα, ενώ εγώ μόνο τις δυτικές συνοικίες και τον Πειραιά.  Για να με πείσει, λοιπόν, μου έταξε ότι θα μου επιτραπεί να δαγκώσω τα μπουτάκια του Lucien και προτίθεμαι να απαιτήσω την «πληρωμή» μου αμέσως μετά το πέρας της εκδήλωσης.

Ευχαριστώ σας που με ακούσατε με τόση προσοχή».

Ομιλία στον ΙΑΝΟ, 02.06.2016

crime_and_punishment22

 

Κράτα το

Η ομηρία του Λάμπρου Ευταξία

•11/06/2016 • 5 σχόλια
Ο Λάμπρος Ευταξίας, το 1920 στις Κάννες. Φωτογραφία από Ε.Λ.Ι.Α.

Ο Λάμπρος Ευταξίας, το 1920 στις Κάννες. Φωτογραφία από Ε.Λ.Ι.Α.

Από την Δώρα Στρουμπούκη για το «Έγκλημα και Τιμωρία»

Πρωτοφανής στα εγκληματολογικά χρονικά της Ελλάδας, υπήρξε η ομηρία του νεαρού βουλευτή –και μετέπειτα προσωπικού φίλου του Κωνσταντίνου ΚαραμανλήΛάμπρου Ευταξία, από κρατούμενο των φυλακών Συγγρού.

Στις 18 Απριλίου του 1936, λίγους μήνες πριν ο Πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς αποφασίσει ότι η Βουλή ήταν άχρηστη και κηρύξει στρατιωτικό νόμο στη χώρα, ολόκληρη η Αθήνα αναστατώθηκε από τα νέα που έρχονταν από τις φυλακές Συγγρού: κρατούμενος των φυλακών είχε αιχμαλωτίσει τον βουλευτή Λάμπρο Ευταξία και απειλούσε να τον σκοτώσει και να σκοτωθεί κι αυτός, αν δεν απαλασσόταν από το υπόλοιπο της ποινής του.

Όπως γρήγορα μαθεύτηκε, ο ισοβίτης, κρατούμενος για φόνο, Παναγιώτης Μαρίνος, αφού με δόλο κατάφερε τον βουλευτή να πάει στις φυλακές για να μιλήσουν, κλείστηκε μαζί του σε ένα δωμάτιο και υπό την απειλή περιστρόφου, απειλούσε θεούς και δαίμονες αν δεν έρχονταν μέσα σε λίγες ώρες, υπογραμμένη απο τον βασιλιά – η χάρη για το υπόλοιπο της ποινής του.

Ο δασοκόμος Παναγιώτης Μαρίνος όπως απεικονιζόταν στην υπηρεσιακή του ταυτότητα.

Ο δασοκόμος Παναγιώτης Μαρίνος όπως απεικονιζόταν στην υπηρεσιακή του ταυτότητα.

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΜΑΡΙΝΟΣ – Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ

Το μεσημέρι της 17ης Σεπτέμβρη του 1929 ο Παναγιώτης Μαρίνος, σκότωσε στην είσοδο του υπουργείου Γεωργίας- που τότε βρισκόταν στην οδό Φιλελλήνων – και εν μέσω περαστικών, τον  Πέτρο Μαρκόπουλο, διευθυντή της δασονομικής υπηρεσίας και τον Μιχαήλ Δαβερώνη, γενικό επιθεωρητή της δασονομικής υπηρεσίας, πυροβολώντας τους τρεις φορές.

Αμέσως ο δράστης άρχισε να τρέχει για να ξεφύγει αλλά άρχισαν να τον καταδιώκουν οι περαστικοί, καθώς και κάποιοι αστυφύλακες που βρίσκονταν εκεί κοντά. Κατευθύνθηκε προς το Ζάππειο, και τελικά συνελήφθη μπροστά στο άγαλμα του Δισκοβόλου στην έξοδο του Ζαππείου, απο τον αστυφύλακα Γκανά. Ο Μαρίνος, όταν ο Γκανάς ήταν ο μόνος που έμεινε να τον καταδιώκει, σήκωσε το χέρι του για να τον πυροβολήσει, αλλά ο αστυνομικός πιο γρήγορος, τον χτύπησε με το γκλομπ στο χέρι, του έφυγε το περίστροφο, και έτσι τον συνέλαβε.

Εν τω μεταξύ, ο πυροβοληθείς στο ινιακό οστό, από απόσταση δυο μέτρων Μαρκόπουλος, αφού η σφαίρα πέρασε το κεφάλι και βγήκε απο το στόμα, πέθανε εκεί στο πεζοδρόμιο. Ο δε Δαβερώνης γυρίζοντας να δει τι συνέβαινε, έφαγε δυο σφαίρες στο στήθος. Αμέσως οι περαστικοί τον μετέφεραν στο παρακείμενο φαρμακείο του Μαρινόπουλου για τις πρώτες βοήθειες, μετά στον Σταθμό Πρώτων Βοηθειών αλλά στη διαδρομή πέθανε και αυτός.

Ο Διευθυντής Δασών Πέτρος Μαρκόπουλος το 1929, ο ένας εκ των δυο δασολόγων που δολοφόνησε ο δασοκόμος Παναγιώτης Μαρίνος

Ο Διευθυντής Δασών Πέτρος Μαρκόπουλος το 1929, ο ένας εκ των δυο δασολόγων που δολοφόνησε ο δασοκόμος Παναγιώτης Μαρίνος

Ο Μαρίνος, 27 χρονών τότε, από το χωριό Μώλος της Φθιώτιδας, ήταν δασοφύλακας στην Κηφισιά όπου και έμενε μαζί με την οικογένειά του.Αποφοίτησε απο τη δασική σχολή Βυτίνας και τοποθετήθηκε στο δασαρχείο Αττικής.

Πρώην συνάδελφοί του είπαν -εκ των υστέρων – οτι “είχε γίνει ο τρόμος των ποιμένων, της οικογένειάς του και όλων. Δεν είχε κανένα ευγενές ελατήριο. Υπο το πρόσχημα ότι ήταν αυστηρός στην υπηρεσία εξεβίαζε τους υλοτόμους και τους ποιμένες και τους έπαιρνε χρήματα, έκανε δε συγχρόνως τον παληκαρά και εγύριζε ένοπλος, απειλών τους πάντες και τα πάντα.”

 Όταν το υπουργείο Γεωργίας έμαθε απο καταγγελίες των χωρικών της περιοχής ότι τους εκβίαζε, διέταξε ανακρίσεις. Τις ανακρίσεις αυτές τις ανέλαβε ο επίσης επιθεωρητής του υπουργείου, Οικονόμος και απαγόρευσε στον Μαρίνο να παρευρίσκεται κατά τη διάρκειά τους. Ο Μαρίνος θύμωσε και έβγαλε περίστοφο με το οποίο απείλησε τον Οικονόμου. Σαν αποτέλεσμα αυτής της ενέργειάς του, απολύθηκε απο το υπουργείο, και προφυλακίστηκε, κατόπιν μηνύσεως του Οικονόμου, για απόπειρα δολοφονίας. Όταν βγήκε με εγγύηση άρχισε την προσπάθεια να διαψεύσει το δυσμενές γι’ αυτόν πόρισμα του Οικονόμου. Υπέβαλλε συνέχεια αναφορές προς το υπουργείο με σκοπό να επαναπροσληφθεί αλλά αυτές απορρίπτονταν συνέχεια.

Ο Γενικός Επιθεωρητής Δασών, Μιχαήλ Δαβερώνης, το 1929. Ένας εκ των δυο δασολόγων που δολοφόνησε ο δασοκόμος Παναγιώτης Μαρίνος

Ο Γενικός Επιθεωρητής Δασών, Μιχαήλ Δαβερώνης, το 1929. Δεύτερο θύμα του Παναγιώτη Μαρίνου

Στην προσπάθειά του να μιλήσει με τους διευθυντές Μαρκόπουλο και Δαβερώνη, αυτοί τον απέπεμψαν σκαιότατα. Θυμωμένος πήγε μέχρι το οπλοπωλείο του Μπούσουλα, αγόρασε ένα περίστροφο Μπράουνιγκ και 50 σφαίρες. Περίμενε έξω απο το υπουργείο και μόλις τους είδε τους πυροβόλησε.

Ο Μαρίνος παραπέμφθηκε σε δίκη και καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά. Μάλιστα, το πιστοποιητικό νευρασθένειας που προσκόμισε στο δικαστήριο ήταν η αιτία που δεν καταδικάστηκε στη ποινή του θανάτου, αλλά του δόθηκε το ελαφρυντικό της σύγχυσης λόγω νευρασθένειας.

Εκεί ισχυρίστηκε οτι απολύθηκε μόνο και μόνο για να προσληφθεί κάποιος προστατεύομενος των δυο ανωτέρων υπαλλήλων και όχι λόγω κακής συμπεριφοράς του ιδίου. Φυλακίστηκε κατ’ αρχήν στις φυλακές της Αίγινας. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, αποδύθηκε σε έναν αγώνα να βρεί το δίκιο του και να μετριαστεί η ποινή του. Μάλιστα για αυτό το σκοπό, το 1934 έγραψε και εξέδωσε και το βιβλίο “Το έγκλημα του δημοσίου υπαλλήλου”, που αναφερόταν λεπτομερώς σε όλα τα περιστατικά. Υπέβαλε συχνά αιτήσεις μετριασμού της ποινής του που όλες απορρίφθηκαν και χρησιμοποίησε και πολιτικά μέσα -γνωστούς βουλευτές της περιοχής του – για να αναλάβει κάποιος να προωθήσει την υποθεσή του.

Σε αυτό το πλαίσιο κατάφερε να προσελκύσει την προσοχή του βουλευτή Φθιωτιδοφωκίδας, Λάμπρου Ευταξία, ενω οι συγγενείς του στη Φθιώτιδα προσεταιρίζονταν και άλλους ντόπιους βουλευτές για να τον βοηθήσουν.

Ο Ευταξίας ήταν ανιψιός του πρώην πρωθυπουργού Αθανάσιου Ευταξία και γιός του πρώην διοικητή της Εθνικής τράπεζας, Ι. Ευταξία. Ήταν επίσης νεοεκλεγείς βουλευτής.

Με τη μεσολάβηση του Ευταξία μεταφέρθηκε απο τις φυλακές της Αίγινας στις φυλακές Συγγρού πριν απο ένα χρόνο περίπου, με τη μεσολάβηση πάλι του Ευταξία ανέλαβε προσωρινά χρέη γραμματέως των φυλακών και για αυτό το λόγο είχε το προνόμιο να περνά τις περισσότερες ώρες της μέρας σε ένα γραφείο ευάερο και ευήλιο δίπλα στο γραφείο του διευθυντή των φυλακών. Του είχε δώσει επίσης κάποια χρήματα και φρόντιζε για νέα αίτηση μετριασμού της ποινής του.

Ο Λάμπρος Ευταξίας, το 1924. Φωτογραφία από Ε.Λ.Ι.Α.

Ο Λάμπρος Ευταξίας, το 1924. Φωτογραφία από Ε.Λ.Ι.Α.

Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΠΑΓΩΓΗΣ

Στις 16 Απρίλη 1936 ο Ευταξίας έλαβε ένα γράμμα απο τον Μαρίνο που τον παρακαλούσε να κατέβει στις φυλακές για να μιλήσουν.

Έτσι στις 17 Απρίλη κατά τις 1:00 το μεσημέρι-συνοδεία του αδερφού του Μαρίνου, πήγε στις φυλακές και μπήκε στο κελί του Μαρίνου για να μιλήσουν.

Ύστερα απο μερικά λεπτά, οι φύλακες ακούσανε την πόρτα του κελιού να κλείνει με πάταγο και τον Ευταξία να φωνάζει «Βοήθεια!».

Ο Μαρίνος είχε κλείσει τη πόρτα και είχε βάλει πίσω της ότι έπιπλα υπήρχαν στο γραφείο, ενώ με ένα περίστροφο απειλούσε να σκοτώσει τον βουλευτή. Οι φύλακες κατάφεραν να ανοίξουν λίγο τη πόρτα, αλλά ο Μαρίνος τους απείλησε να μην μπουν μέσα γιατί θα σκοτώσει τον βουλευτή. Ο διευθυντής των φυλακών Κρίτσας ειδοποίησε το υπουργείο Δικαιοσύνης και άρχισαν να καταφτάνουν τα ανώτερα στελέχη αυτού. Όταν μαθεύτηκαν περαιτέρω τα της απαγωγής έφτασαν επίσης οι υφυπουργοί του Πολιτικού γραφείου του πρωθυπουργού και των Οικονομικών, οι πρώην υπουργοί Χέλμης, Χατζίσκος, Πεσμαζόγλου και ο ναύαρχος Δουσμάνης, θείος του Ευταξία.

975707a93e93dcd6f155cdde9a620b01da15ca10Σε ένα σημείωμα που έριξε κάτω απο τη πόρτα ο Μαρίνος ζητούσε προκειμένου να απελευθερώσει τον βουλευτή:

α. να του δώσουν μέχρι τις 5 το πρωι της επομένης το πρωτότυπο του βασιλικού διάταγματος απονομής χάριτος.

β. να του δοθεί το φύλλο της εφημερίδας της Κυβέρνησης στο οποίο δημοσιεύεται το παραπάνω διάταγμα

γ. και να του δοθεί και του ιδίου αντίγραφο της διαταγής προς την διεύθυνση των φυλακών της απολύσεώς του.

Γύρω στις 3 το μεσημέρι είχε ενημερωθεί το υπουργείο Δικαιοσύνης, ο πρωθυπουργός Μεταξάς, η Αστυνομία, ο εισαγγελέας και άρχισαν οι συσκέψεις για το πώς θα ελευθερωθεί ο απαχθείς.

Ο ναύαρχος Δουσμάνης επένεμε να του δοθεί χάρις για να μην κινδυνέψει ούτε κατ’ ελάχιστο η ζωή του ανιψιού του, αλλά κάτι τέτοιο αποκλείστηκε απο την αρχή.

Ο Μεταξάς αρνήθηκε την δυνατότητα να του δώσουν χάρη και επιφόρτισε τον προσωπάρχη του υπουργείου Στρατιωτικών και δεινό σκοπευτή συνταγματάρχη Γερολυμάτο, να τελειώσει την υπόθεση.

Συγκεκριμένα η εντολή του ήταν: “Κύριε Γερολυμάτε καθίστασθε υπεύθυνος να μη καταρρακωθεί η έννοια του Κράτους. Ενεργήσατε όπως θέλετε, αλλά θέλω νεκρό τον κακούργο και ζώντα τον βουλευτή.”

Η πρώτη σκέψη ήταν να τον σκοτώσουν με το πολυβόλο της φυλακής. Έτσι μεταφέρθηκε το πολυβόλο κοντά στο παράθυρο του κελιού, αλλά δεν υπήρχε η απαιτούμενη ορατότητα για να βληθεί μόνο ο Μαρίνος και όχι ο Ευταξίας.

Εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ της 18ης Απριλίου 1936

Εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ της 18ης Απριλίου 1936

Η δεύτερη προσπάθεια ήταν να τον δηλητηριάσουν με το μεσημεριανό φαγητό. Έτσι με την βοήθεια του καθηγητή ιατρικής Ιωακείμογλου, παραγγέλνονται απο ταβέρνες καλαμαράκια τηγανητά, κεφτέδες, πατάτες τηγανητές στα οποία ρίχνεται ποσότητα μορφίνης. Αλλά ο Μαρίνος δεν θέλει να φάει. Όταν αργότερα ο ίδιος φωνάζει για καφέ, ρίχνεται στους καφέδες ποσότητα σκοπολαμίνης, σε ελάχιστη βέβαια ποσότητα. Οι καφέδες πίνονται και ενώ ο Ευταξίας νυστάζει, ο Μαρίνος μένει ακατάβλητος.

Ο Γερολυμάτος αποφάσισε να περιμένει να βραδιάσει που η κούραση θα τον είχε καταβάλει και να πυροβολήσει με περίστροφο απο κοντινή απόσταση.

Το μοιραίο λάθος του Μαρίνου γίνεται τώρα. Το δωμάτιο, δεν είχε λάμπα. Είχε καεί και δεν είχε αντικατασταθεί. Έτσι, οι δυο τους ήταν παντελώς αθέατοι απο έξω. Του δίνουν μια λάμπα – και αυτός την παίρνει και την τοποθετεί. Έτσι, οι άλλοι απο έξω γίνονται αόρατοι ενώ αυτός ορατός σε όλους.

Εν τω μεταξύ όλη τη νύχτα, λέγοντάς του οτι θα του δώσουν χάρη, προσπαθούσαν να τον κάνουν να παραδοθεί. Ο γενικός διευθυντής των φυλακών των Κράτους, Παπαευσταθίου του το είπε αυτό, ο υφυπουργός Οικονομικών Βαλαωρίτης – που πήγε στη φυλακή – επίσης του το υποσχέθηκε, ο διευθυντή των φυλακών Συγγρού και συντοπίτης του Κρίτσας, οι υπαρχιφύλακες και οι δεσμοφύλακες αλλά εκείνος δεν πειθόταν με τίποτα. Περίμενε πρώτα τα χαρτιά. κι όχι μόνο αυτό, αλλά ζήτησε να πάνε τον αδερφό του στο βασιλιά για να του υποσχεθεί ο βασιλιάς στο λόγο της τιμής του, οτι δεν θα ανακαλούσε την απονομή χάριτος!

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ της 18ης Απριλίου 1936

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ της 18ης Απριλίου 1936

Έτσι έφτασε 3:00 το πρωί και αποφάσισαν να ξεμπερδεύουν. Ύστερα απο σύσκεψη που έγινε τέθηκαν σε εφαρμογή τα παρακάτω:

Είχε ήδη φτάσει στη φυλακή, ο Ευάγγελος Δενδρινός, σωματοφύλακας του Μεταξά που θεωρούνταν ο καλύτερος σκοπευτής στην Ελλάδα. Ο Δενδρινός, μαζί με τον αρχιφύλακα Πούλο και το φύλακα Χαρίτο είχαν, περπατώντας στα γόνατα, φτάσει κάτω απο το παράθυρο του γραφείου χωρίς ο Μαρίνος να τους καταλάβει. Άλλοι τέσσερις αστυνομικοί, και αυτοί με φήμη καλού σκοπευτή, οι Λαμπρινόπουλος, Αρχιμανδρίτης, Μπαϊλάκης και Φαράκλας είχαν πάρει θέση πίσω απο τη πόρτα του γραφείου, ενώ ο Ευταξίας -ειδοποιημένος σε μια στιγμή της κουβέντας, Μαρίνου-δεσμοφυλάκων- είχε πάρει μια κουβέρτα, ήταν σκυμμένος στο τραπέζι και έκανε πως κοιμάται. Μόλις ο Κρίτσας που είχε ανέβει σε ένα κελί του απέναντι ορόφου για να βλέπει όλο το γραφείο, θα έδινε σήμα με ένα μαντίλι που θα άφηνε να έπεφτε, θα σηκώνονταν και θα πυροβολούσαν. Όπως πηγαινοερχόταν κόβοντας βόλτες ο Μαρίνος σταμάτησε για λίγο μπροστά στο παράθυρο και με το σύνθημα του Κρίτσα οι τρεις σηκώθηκαν και πυροβόλησαν απο μια φορά ο καθένας. Αν και τον πέτυχαν και οι τρεις σφαίρες δεν σκοτώθηκε αλλά πήγε και κρύφτηκε πίσω απο το τραπέζι. Τότε ο Δενδρινός ανέβηκε στο περβάζι του παραθύρου και τον πυροβόλησε ενω οι αστυνομικοί ταυτόχρονα έσπαγαν την πόρτα και έμπαιναν και αυτοί μέσα, πυροβολώντας. Ο Μαρίνος πυροβόλησε τρεις φορές, δυο κατά των φυλάκων και μία κατά του Ευταξία, πριν πέσει κάτω και πεθάνει.

Όταν έφτασαν στις φυλακές για να κάνουν αυτοψία και νεκροψία οι ιατροδικαστές Τρουπάκης και Ψημάρας, βρήκαν 23 σφαίρες μέσα στο δωμάτιο και 6 πάνω στον Μαρίνο. Μία στην αριστερή ωμοπλάτη, μία στο δεξιό ώμο, μία στον αριστερό ώμο και τρεις στο μπροστινό μέρος του κρανίου. Η σφαίρα του Μαρίνου βρήκε τον Ευταξία λίγο πάνω απο το δεξί αυτί και σφηνώθηκε στο κόκκαλο χωρίς όμως να τον βλάψει περαιτέρω.

Ο βουλευτής μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό όπου έμεινε τρεις μέρες και μετά βγήκε και πάλι υγιής.

ethniki 19 apΤΑ ΠΑΡΕΠΟΜΕΝΑ  

Στις ανακρίσεις που ακολούθησαν αποκαλύφθηκε οτι ο αδερφός του Παναγιώτη Μαρίνου, Χριστόφορος, πέρασε το περίστροφο, στη φυλακή, μεταφέροντάς το μέσα σε έναν χαρτοφύλακα πολυτελείας, ξεγελώντας τον θυρωρό, οτι ο χαρτοφύλακας ήταν του βουλευτή. Όπως πολύ συνηθίζεται στη χώρα μας, ο θυρωρός και ο αρχιφύλακας της βάρδιας αφού είδαν βουλευτή, ούτε σωματικό έλεγχο του έκαναν, ούτε -πολύ περισσότερο- του απαγόρευσαν την είσοδο, ώρα που δεν υπήρχε επισκεπτήριο και που απαγορευόταν η είσοδος στον οποιονδήποτε.

Αυτά τα λάθη τα πλήρωσαν με τη θέση τους, αφού απολύθηκαν. Όσο για το γεγονός των ελευθεριών που απολάμβανε ο Μαρίνος τον τελευταίο καιρό μέσα στη φυλακή, γι’ αυτό κρίθηκε ένοχος ο διευθυντής των φυλακών και απολύθηκε και αυτός.

Εφημερίδα ΒΡΑΔΥΝΗ της 18ης Απριλίου 1936

Εφημερίδα ΒΡΑΔΥΝΗ της 18ης Απριλίου 1936

Το απόγευμα της 22ης Απριλίου απολογήθηκε ενώπιον του ανακριτή ο αδερφός του Μαρίνου. Ο Χριστόφορος Μαρίνος κατηγορήθηκε για συνεργεία σε απόπειρα εκβιάσεως και σε συνεργεία σε απόπειρα φόνου του Ευταξία και προφυλακίστηκε.

Όταν η σφαίρα βγήκε απο το κεφάλι του Ευταξία στάλθηκε για ιατροδικαστική εξέταση για να βεβαιωθεί απο ποιό περίστροφο προερχόταν. Και ενώ οι εφημερίδες ήταν βέβαιες οτι ο Μαρίνος είχε πυροβολήσει τον βουλευτή, έρχεται το ιατροδικαστικό πόρισμα του καθηγητή Γεωργιάδη, να τους εκπλήξει! Η σφαίρα προερχόταν απο τους αστυνομικούς.

Ο Γεωργιάδης σχολιάζοντας τον τρόπο της εκτέλεσης είπε οτι εκτός του ότι έγινε αψήφιστα, και ο Ευταξίας σώθηκε μόνο από θαύμα δεν έπρεπε να χρησιμοποιηθούν νικέλινες σφαίρες περιστρόφων οι οποίες αποστρακίζονται εύκολα, αλλά χοντρά σφαιρίδια κυνηγετικών όπλων ή καραμπίνες.

Αργότερα ο Μεταξάς παρασημοφόρησε τους Δενδρινό, Χαρίτο και Πούλο με το παράσημο του Αργυρού Σταυρού του Φοίνικος.

Στις 18 Γενάρη του 1937 έγινε η δίκη του αδερφού του Μαρίνου ο οποίος με την κατηγορία της συνέργειας σε απόπειρα φόνου, καταδικάστηκε σε κάθειρξη 10 ετών και 1 μηνός.

ΠΗΓΕΣ

Τύπος της εποχής και διαδίκτυο

03853f8b7b7cbd561d6d6b41aae0fdf5adb6a9bb

crime_and_punishment22

Κράτα το

Μαρία Τζαρδή: Εξορία είναι η επιστροφή

•04/06/2016 • Σχολιάστε

Εξώφυλλο Βιβλίου ΜαρίαςΤης Νίνας Κουλετάκη

«Εκτός αν τα περίεργα βλέμματα των περαστικών, το τρέξιμο του τετράχρονου παιδιού, οι εμμονές της γριάς και η έγκυος γυναίκα που είχε σταματήσει, ήταν όλο κι όλο το νόημα της αποικίας – μιμητή.»

Με την Μαρία Τζαρδή γνωρίστηκα πριν από πολλά χρόνια, καθώς είναι η σύντροφος αγαπημένου φίλου και συναδέλφου.  Διαπίστωσα πόσο αγαπούσε το βιβλίο και πόσο ενημερωμένη αναγνώστρια είναι.  Κι επειδή ο καλός συγγραφέας –εκτός από ταλαντούχος- πρέπει να έχει υπάρξει και καλός αναγνώστης, μπορούμε να ισχυριστούμε ασφαλώς ότι η Μαρία είναι καλή συγγραφέας.

Δεν είμαι φαν της επιστημονικής φαντασίας, αλλά είμαι φαν της Μαρίας.  Είχα την τύχη να διαβάσω κάποια κείμενά της, αρκετά χρόνια πριν, και ήταν φανερό ότι είχε το «χάρισμα». Αυτή η ολοκληρωμένη της δουλειά που παρουσιάζουμε σήμερα, μας δίνει την ευκαιρία να «προβλέψουμε» το μέλλον της.

Ας δούμε, λίγο πιο αναλυτικά, το βιβλίο: 9 διηγήματα, 5 με άντρες πρωταγωνιστές, 4 με γυναίκες, τρία κοινά σημεία να υπάρχουν σε όλα τους.  Το πρώτο είναι η δυστοπία, το σκοτεινό, ζοφερό μέλλον της ανθρωπότητας.  Ο χρόνος δεν αναφέρεται μεν, είναι σαφέστατα μελλοντικός δε.

Το δεύτερο κοινό σημείο των εννέα διηγημάτων είναι ο εγκλεισμός, σε όλες του τις μορφές, πιθανές και απίθανες.  Κάποιες απολύτως αναμενόμενες (όπως μια φυλακή ή ένα διαμέρισμα), άλλες μεταφορικές (όπως η δουλειά σ’ ένα κοινόβιο ή σ’ ένα επιστημονικό εργαστήριο), κάποιες ακόμη απροσδόκητες (όπως η αχανής έρημος, ένα διαδικτυακό forum ή ένα παιχνίδι στον υπολογιστή).

Στον αντίποδα των δύο πρώτων κοινών σημείων των διηγημάτων, βρίσκεται το τρίτο τους.  Υπάρχουν σε όλα χαραμάδες αισιοδοξίας, απ’ όπου καταφέρνει να περάσει η χαρά της ζωής: ένα ποτήρι κρασί, η μουσική, ένα τραγούδι, η αγάπη για τη ζωή, το δροσερό χορτάρι, οι αναμνήσεις ενός παιδιού, ένα χαμόγελο τη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι μπορείς να ζήσεις, α;π’ την αρχή, μια νέα ζωή.

Οι ήρωες της Τζαρδή είναι απολύτως σαρκωμένοι, καθόλου χάρτινοι.  Άνθρωποι σαν όλους μας, ασχέτως αν ζουν σ’ ένα σύμπαν που εμείς δεν θα γνωρίσουμε ποτέ.  Άνθρωποι του μέλλοντος, ωστόσο απόλυτα σημερινοί, με τις ίδιες φοβίες κι ανασφάλειες.  Άνθρωποι τόσο παραιτημένοι και παραδομένοι στη μοίρα τους που, ακόμη κι όταν τους χαρίζεται η πολυπόθητη ελευθερία, δεν ξέρουν τι να την κάνουν.  Άνθρωποι που αναλώνουν μια ζωή στην προσμονή ενός πράγματος ή ενός συμβάντος, μόνο και μόνο για διαπιστώσουν ότι δεν ήταν και τόσο σπουδαίο, τελικά.  Πικρές αλλά και, ταυτόχρονα, αισιόδοξες διαπιστώσεις ότι η ευτυχία βρίσκεται στα μικρά, απλά και καθημερινά: σε μιαν αυλή μ’ έναν γάτο και περιστέρια, που συνυπάρχουν αρμονικά.  Εκεί, σε μικρές αυλές φωλιάζει η ευτυχία κι όχι στ’ αστέρια.

Είναι, ίσως, η πρώτη φορά που η ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ «η ζωή μιμείται την τέχνη», δεν ισχύει.  Η ζωή σήμερα τρέχει με ιλιγγιώδεις κι εγκληματικούς ρυθμούς κι η τέχνη αγωνίζεται να την φτάσει.  Κάποιος είπε ότι «η τέχνη γεννήθηκε για να διορθώνει τα λάθη του Θεού».  Καθώς εγώ δεν πιστεύω σε θεό, αλάνθαστο ή όχι, θα έλεγα πως η τέχνη είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να σώσει τον άνθρωπο από τον εαυτό του.  Αλλά βλέποντας την παντελή απουσία της από τη ζωή του (δουλειά, σχολείοκ.λ.π.), σκέφτομαι πως –ίσως- και να μη θέλει να σωθεί.  Κι ακόμα υπάρχουν η μοναξιά κι η απομόνωση (εμφανείς και οι δύο στα διηγήματα της Μαρίας), που συντελούν κι αυτές στην αποδυνάμωση της τέχνης.

Στον δυστοπικό κόσμο της Τζαρδή, η απουσία της τέχνης είναι φυσικό επακόλουθο.  Ζούμε, πια, σε νησίδες, ομάδες, παρέες, συντροφιές, άνθρωποι με τα ίδια ενδιαφέροντα.  Δημιουργούμε για τους εαυτούς μας και για τους ομοίους μας, τους ίδους μας, τους φίλους μας.  Όμως, πιστεύω ακράδαντα, πως η μεγάλη τέχνη είναι λαϊκή.  Αυτή θα επιβιώσει των καταστροφών, αυτή θα παρηγορήσει στις δυστυχίες, αυτή θα διασωθεί και θα διασώσει.  Η τέχνη για την τέχνη είναι καταδικασμένη σε θάνατο.  Το ίδιο και τα βιβλία που γράφουμε μόνο για εμάς.

Αν δεχτούμε ότι το κλίμα κάθε εποχής αντικατοπτρίζεται και στα βιβλία της, παρατηρούμε ότι σήμερα όλο και περισσότεροι έλληνες συγγραφείς δημιουργούν ήρωες που αγωνίζονται μέσα σε δυστοπίες, να βρουν διέξοδο κι ελπίδα. Η Ελλάδα της κρίσης και της απελπισίας εμφανής, χωρίς να χρειάζεται να κατονομαστεί και να αναγνωριστεί. Δυο εξαιρετικά παραδείγματα του είδους είναι το «Κοπέλα που σε λένε Φίνι» του Δημήτρη Μαμαλούκα κι η «Ασημένια Θάλασσα» του Πάνου Τσερόλα.

Με το «Εξορία είναι η επιστροφή» η Μαρία Τζαρδή έρχεται να βάλει το λιθαράκι της στο δυστοπικό οικοδόμημα που θεμελίωσαν ο Άλντους Χάξλεϋ και ο Τζωρτζ Όργουελ και να το στριμώξει δίπλα στις πέτρες ελλήνων συναδέλφων της.  Και είμαι σίγουρη πως, όταν αποφασίσει να δοκιμαστεί στην μεγαλύτερη φόρμα του μυθιστορήματος, θα το ψηλώσει –το οικοδόμημα αυτό- έναν όροφο.

13010848_10205893025554808_8562679669321007486_n

20.04.2016

Underflow Record Store and Art Gallery

Παρουσίαση βιβλίου Μαρίας Τζαρδή «Εξορία είναι η επιστροφή»

crime_and_punishment22

 

Julia Fazecas, η δηλητηριάστρια του Nagyrév

•28/05/2016 • 1 σχόλιο
Julia Fazecas

Julia Fazecas

Της Νίνας Κουλετάκη

Η τηλεοπτική σειρά του BBC «Call the Midwife», που προβάλλεται από το 2012, με μεγάλη επιτυχία, τόσο στη Μεγάλη Βρετανία αλλά και σε άλλες χώρες μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα (ΕΡΤ – «Επειγόντως τη μαμή!»), παρουσιάζει τις προσπάθειες μιας ομάδας μαιών κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όχι μόνο να βοηθήσουν και να συμπαρασταθούν στις μέλλουσες μητέρες και τα μωρά τους, αλλά να ανακουφίσουν γενικώτερα τον δοκιμαζόμενο, από την ανέχεια και τις ασθένειες, πληθυσμό του ανατολικού Λονδίνου.  Οι γυναίκες εργάζονται με αυταπάρνηση και αγάπη προς όλους όσοι έχουν ανάγκη της φροντίδας τους.

Η ιστορία που θα μας απασχολήσει σ’ αυτό το κεφάλαιο απέχει πολύ από εκείνη της τηλεοπτικής σειράς.  Αλλάζει ο χρόνος (δεκαετίες ’10 και ’20), ο τόπος (Ουγγαρία), μα –κυρίως- αλλάζει το περιεχόμενο.  Δεν έχουμε να κάνουμε με μιαν υπόθεση προσφοράς, αλλά με μιαν ιστορία θανάτου.  Το μόνο που, τελικά, οι δυο ιστορίες έχουν κοινό είναι το επάγγελμα των πρωταγωνιστριών τους.

Οι «Άγγελοι του Θανάτου του Nagyrév», ήταν μια ομάδα γυναικών στο Nagyrév της Ουγγαρίας που, από το 1911 μέχρι και το 1929 οπότε και συνελήφθησαν, δολοφόνησαν με δηλητήριο πάνω από 45 άτομα (αν και υπήρξαν υποψίες ότι τα θύματά τους ξεπερνούσαν τα 300).  Τους φόνους ενορχήστρωνε μια μαία, η Julia Fazecas, μαζί με την βοηθό της  Zsuzsanna Oláh.

tumblr_ntwem4Oy3U1qben8co1_500H Fazecas εγκαταστάθηκε στο Nagyrév το 1911, σ’ ένα σπίτι στο τέλος του κεντρικού δρόμου, έχοντας θέα όλο το χωριό.  Στα χαρτιά φαινόταν παντρεμένη, όμως κανείς δεν γνώρισε τον σύζυγό της, καθώς δεν εμφανίστηκε ποτέ στο χωριό.  Ασκούσε το επάγγελμα της μαίας, κυρίως κάνοντας παράνομες αμβλώσεις, γεγονός που την οδήγησε πολλές φορές στα χέρια των αρχών.  Άλλες φορές καταδικάστηκε και φυλακίστηκε και άλλες όχι, αναλόγως με το εάν ο δικαστής ήταν υπέρ ή κατά της πρακτικής των αμβλώσεων.

Ας ρίξουμε μια ματιά στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον του μικρού χωριού.  Το Nagyrév ήταν ένα χωριό χτισμένο στις όχθες του ποταμού Tisza, περίπου 60 χλμ. νοτιοανατολικά της Βουδαπέστης, με λιτά, χαμηλά σπίτια και μονίμως λασπωμένους δρόμους.  Αν και δεν ήταν μακριά από της πρωτεύουσα, ή και ίσως εξαιτίας αυτού, του έλειπαν αρκετές βασικές υποδομές όπως, για παράδειγμα, νοσοκομείο ή –έστω- ένας γιατρός.  Το κενό ήρθε να καλύψει η Fazecas, η οποία ήταν το πλησιέστερο σε γιατρό που διέθετε το Nagyrév.

Για την εποχή που εξετάζουμε, αρχές και διάρκεια Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο κανόνας ήταν τα κορίτσια να παντρεύονται πολύ νέα, από την εφηβική ηλικία και, μάλιστα, χωρίς να έχουν λόγο στην επιλογή του μελλοντικού τους συντρόφου.  Αυτό ήταν καθήκον των γονιών και το εκτελούσαν χωρίς να δέχονται παρεμβάσεις.  Έτσι, πολλές κοπέλες, κατέληγαν με συζύγους αρκετά μεγαλύτερους σε ηλικία από αυτές, οι οποίοι πολύ απείχαν από την εικόνα του «γαλάζιου πρίγκηπα» που, ενδεχομένως, οι έφηβες είχαν στο μυαλό τους.

tumblr_inline_nwfrr8UX7k1tegxno_540‘Οταν ξέσπασε ο πόλεμος, το 1914, η πλειονότητα των ανδρών του χωριού έφυγε για το μέτωπο.  Η γεωγραφική θέση του Nagyrév και οι ελεύθερες εκτάσεις του, το ανέδειξαν στον ιδανικό τόπο για την δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης ρώσων αιχμαλώτων, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ως εργάτες γης στα χωράφια του Nagyrév.  Αυτό χαροποίησε ιδιαίτερα τις στερημένες νοικοκυρές του χωριού, καθώς, μόλις λίγα μέτρα από τις εξόδους του, υπήρχαν πολλοί πρόθυμοι, νέοι άνδρες.  Πολλές από τις γυναίκες του Nagyrév ενεπλάκησαν σε σχέσεις με τους αιχμαλώτους.  Όπως ήταν αναμενόμενο, οι σχέσεις αυτές οδήγησαν σε πολυάριθμες ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες τις οποίες «τακτοποιούσε», με το αζημίωτο, η Julia Fazecas.

Όμως όπως όλα, κάποτε, φτάνουν στο τέλος τους, έτσι συνέβη και με τον πόλεμο.  Οι άντρες του χωριού επέστρεψαν στις εστίες τους και μαζί τους ήρθαν ξανά και οι παλιές συνήθειες, που ήθελαν τον άντρα κεφαλή της οικογένειας και την γυναίκα πειθήνια και υποταγμένη. Δυστυχώς γι αυτούς, μια μεγάλη αλλαγή είχε ήδη συντελεστεί: οι γυναίκες τους είχαν μάθει στην ανεξαρτησία και την σεξουαλική απελευθέρωση, προνόμια τα οποία δεν ήταν καθόλου διατεθημένες να παραχωρήσουν.  Και σε αυτό, ακριβώς, το σημείο είναι που αναλαμβάνει δράση η Fazecas, συνεπικουρούμενη από την Susi Oláh, την «μάγισσα» του χωριού.

As-Criadoras-de-Anjos-de-Nagyrev-CapaΣτην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία της εποχής το διαζύγιο ήταν αδιανόητο, τόσο για κοινωνικούς όσο και για θρησκευτικούς λόγους.  Ο μόνος τρόπος για μια γυναίκα να απαλλαγεί από έναν ανεπιθύμητο σύζυγο ήταν ο θάνατος, κι αν δεν ήταν «τυχερό» να γίνει με φυσικό τρόπο, έπρεπε να μεθοδευτεί. Η Fazecas και η Oláh μπαίνουν στην κουζίνα τους κι αρχίζουν να «μαγειρεύουν»: βράζουν σε μεγάλες κατσαρόλες ταινίες μυγοπαγίδας και αποκτούν, με αυτόν τον τρόπο, μεγάλες ποσότητες αρσενικού τις οποίες διαθέτουν στις, αποφασισμένες να απαλλαγούν από τους ενοχλητικούς συζύγους, γυναίκες έναντι αδρής αμοιβής.  Έτσι, σιγά-σιγά, δημιουργείται ένας «στρατός» δηλητηριαστριών, που αριθμεί πάνω από 50 γυναίκες.  Αυτοαποκαλούνται «οι άγγελοι θανάτου του Nagyrév» και είναι ιδιαίτερα υπερήφανες για τα κατορθώματά τους, καθώς πιστεύουν ότι επιτελούν κοινωνικό έργο, στοχευμένο στην απελευθέρωση της γυναίκας.  Οι άντρες του χωριού αρχίζουν να πέφτουν σαν τις μύγες στις μυγοπαγίδες.  Η Fazecas προμηθεύει το δηλητήριο, οι γυναίκες το χρησιμοποιούν και μια ξαδέλφη της Fazecas, δημοτική υπάλληλος, υπογράφει τα πιστοποιητικά θανάτου κι όλα βαίνουν καλώς, τουλάχιστον για τις κυρίες!

Βέβαια προβλήματα στις γυναίκες δεν δημιουργούσαν μόνο οι σύζυγοι, αλλά και οι αυστηροί γονείς, οι γέροντες συγγενείς που απαιτούσαν διαρκή φροντίδα, οι περίεργοι γείτονες, ακόμα και τα εκνευριστικά παιδιά τους.  Κι όταν πιστεύεις ότι έχεις βρει τον τρόπο να εξαφανίζεις από την ζωή σου οποιονδήποτε θεωρείς ότι την καταδυναστεύει και να μπορείς να το κάνεις ατιμώρητος, τότε ο ενθουσιασμός σου σε οδηγεί ακόμα πιο μακρυά.  Ο θάνατος είχε μπει για τα καλά στην καθημερινότητα του Nagyrév και κανείς δεν ήταν ασφαλής.

4d51d5679cc2e4a9b62b68cb06f59cafΗ φήμη της Fazecas δεν άργησε να εξαπλωθεί στα γύρω χωριά.  Το μυστικό κυκλοφορούσε από στόμα σε αυτί γυναίκας και μέσα σε μια δεκαπενταετία όλη η περιοχή ένθεν κακείθεν των όχθεων του Tisza, έφτασε να ονομάζεται «Φονική Γη».  Όλοι είχαν τις υποψίες τους, αλλά κανείς δεν μπορούσε να αποδείξει τίποτα.

Τα ακριβή γεγονότα που οδήγησαν στις συλλήψεις των «Αγγέλων του Θανάτου του Nagyrév» δεν είναι απολύτως ξεκάθαρα.  Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι όλα τελείωσαν όταν μία από τις δηλητηριάστριες, κάποια Szabó, συνελήφθη επ’ αυτοφόρω να δηλητηριάζει το κρασί μέλους της οικογένειάς της.  Κατά την ανάκρισή της ανέφερε το όνομα μιας κ. Bukenoveski η οποία, με τη σειρά της, κατονόμασε την Fazecas.  Άλλες πηγές υποστηρίζουν ότι ένας φοιτητής ιατρικής από γειτονικό χωριό, καθώς πραγματοποιούσε νεκροψία σε ένα πτώμα που ξεβράστηκε στις όχθες του Tisza, ανακάλυψε μεγάλη ποσότητα αρσενικού στον οργανισμό του, γεγονός που οδήγησε τις αρχές σε έρευνα και, αναπόφευκτα, στην αποκάλυψη των ενόχων. Η θεωρία, όμως, που φαίνεται να είναι και η πλησιέστερη στην αλήθεια είναι η αποστολή μιας ανωνύμου επιστολής στον εκδότη μιας μικρής, τοπικής εφημερίδας, που υποστήριζε την ύπαρξη ενός δικτύου δηλητηριαστριών στην περιοχή.  Το σχετικό άρθρο της εφημερίδας ξεσήκωσε σάλο στην τοπική κοινωνία και κινητοποίησε την αστυνομία.  Έγιναν περί τις 50 εκταφές πτωμάτων στα νεκροταφεία χωριών της περιοχής και σε 46 από αυτά βρέθηκαν ίχνη αρσενικού, καθώς το συγκεκριμένο δηλητήριο έχει την ιδιότητα να παραμένει επί μακρόν στο σώμα.

fazekas-search-rΣτη συνέχεια τα γεγονότα που ακολούθησαν έπεσαν σαν χιονοστιβάδα στο χωριό του Nagyrév.  Τα στόματα άνοιξαν κι άρχισαν οι συλλήψεις.  Όλοι οι μάρτυρες, κατηγορούμενοι και μη, υπέδειξαν την Julia Fazecas ως ηθική αυτουργό.  Η σατανική μαία είδε, από το κατώφλι του σπιτιού της, τους αστυνομικούς να έρχονται και κατάλαβε πως όλα είχαν τελειώσει.  Μπήκε στο σπίτι, όπου στην κουζίνα έβραζαν δυο κατσαρόλες με μυγοπαγίδες, και πήρε μια θανατηφόρα δόση αρσενικού.  Πέθανε με τον ίδιο τρόπο που, άμεσα ή έμμεσα, είχε δολοφονήσει τόσους ανθρώπους.

Την ίδια μέρα που η Fazecas άφησε την τελευταία της πνοή, 38 γυναίκες συνελήφθησαν.  Τις επόμενες ημέρες έγιναν και άλλες συλλήψεις όμως, μετά τις ανακρίσεις, μόνο 26 οδηγήθηκαν σε δίκη.  Οκτώ από αυτές καταδικάστηκαν σε θάνατο (μόνο οι δύο εκτελέστηκαν), επτά σε ισόβια και οι υπόλοιπες έλαβαν διάφορες ποινές φυλάκισης.  Η μία από αυτές που εκτελέστηκαν ήταν η Zsuzsanna Oláh, δεξί χέρι της Fazecas.  Ακόμη, σε ισόβια φυλάκιση καταδικάστηκε η υπάλληλος που εξέδιδε τα πλαστά πιστοποιητικά θανάτου.

static1.squarespace.comΜέχρι σήμερα στην ιστορία της Julia Fazecas δεν έχει πέσει άπλετο φως.  Δεν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, αν η ίδια είχε δολοφονήσει -με τον προσφιλή της τρόπο- τον σύζυγο, τους γονείς ή τα παιδιά της.  Το Nagyrév, όπως και πολλά άλλα χωριά της κραταιάς Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, ήταν ένας τόπος παραμελημένος, βυθισμένος στην φτώχεια, ξεχασμένος από την κυβέρνηση, η οποία εξαντλούσε το πρόγραμμα εξοικονόμησης πόρων στην ανυπαρξία ειδικευμένου γιατρού στο χωριό και στον ελλειπέστατο έλεγχο των πιστοποιητικών θανάτου που εκδίδονταν από τις δημόσιες υπηρεσίες.  Αυτοί ακριβώς ήταν και οι λόγοι που επέτρεψαν σε μια εγκληματική συμμορία, όπως οι «Άγγελοι του Θανάτου του Nagyrév», να δράσει ανενόχλητη για σχεδόν είκοσι χρόνια.

H υπόθεση του ντοκυμαντέρ The Angelmakers  (Astrid Bussink, 2005) και της ταινίας Hukkle (György Pálfi, 2002), βασίζονται στην ιστορία της Julia Fazecas και των δηλητηριαστριών του Nagyrév.

fazekas-grave-digger-rΠηγές

The American Weekly, τ. 24ης Νοεμβρίου 1929

Oakland Tribune, τ. 7ης Νοεμβρίου 1937

Ogden Standard – Examiner, τ. 9ης Φεβρουαρίου 1930

LeMars Globe – Post, τ. 11ης Νοεμβρίου 1929

Murder by Proxy, Katherine Ramsland, Trutv.com

Unearthing Hungary Husband Murders, Jim Fish, BBC News

crime_and_punishment22

 

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας στον κρυφό πυρήνα των Ερυθρών Ταξιαρχιών

•20/05/2016 • 1 σχόλιο

13100872_10153386233170938_2193120338641322265_nΤης Νίνας Κουλετάκη

Επιτέλους, η στιγμή που όλοι περιμέναμε έφθασε!  Το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του Δημήτρη Μαμαλούκα, «Ο Κρυφός Πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών», βρίσκεται ήδη στα βιβλιοπωλεία από τις 9 Μαΐου και τις Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ.

Μετά την «Μοναξιά της Ασφάλτου», χρειάστηκε να περιμένουμε οκτώ βασανιστικά χρόνια, για να δούμε καινούριο αστυνομικό από τον Μαμαλούκα, χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει ότι ο συγγραφέας έμεινε αδρανής. Στο διάστημα της αναμονής μας για τούτο το «μεγάλο» αστυνομικό, μας έδωσε την παιδική τετραλογία «Κρις Πινόκιο – Νοεμί Αστράκη, Τα Παιδιά του Χρόνου» και τα δύο –υπέροχα κατά τη γνώμη μου- μυθιστορήματα «Κοπέλα που σε λένε Φίνι» και «Κράτα μου το χέρι».

Στο «Ο Κρυφός Πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών» συναντάμε δυο παλιούς γνώριμους, τον Νικόλα Μιλάνο και τον Γκαμπριέλε, ήρωες της «Χαμένης Βιβλιοθήκης του Δημητρίου Μόστρα», που εμπλέκονται σε μιαν υπόθεση εκδίκησης και αίματος. Χώρος η Ιταλία, αγαπημένη του συγγραφέα από τα φοιτητικά του χρόνια.  Χρόνος τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και το 2007.

Η υπόθεση του βιβλίου, με λίγα λόγια, έχει ως εξής:

Όταν ο νεαρός φοιτητής Αλεσάντρο Φοντάνα εξαφανίζεται ξαφνικά από την Μπολόνια, η μητέρα του ζητάει τη βοήθεια του Γκαμπριέλε Αμπιάτι, παλιού της γνωστού και ερασιτέχνη ντετέκτιβ. Ο Γκαμπριέλε με τη βοήθεια του φίλου του, Νικόλα Μιλάνο, αναζητούν την τύχη του νεαρού σε μια σκοτεινή κι εχθρική Ιταλία, μέχρι που ένας γνωστός συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας εκδίδει το τελευταίο του μυθιστόρημα. Το βιβλίο θα κινητοποιήσει έναν ολόκληρο μηχανισμό αντιδράσεων αφού φαίνεται να ξεθάβει θανάσιμα μυστικά, καλά κρυμμένα μέχρι τότε, μιας τρομοκρατικής ομάδας που έδρασε στο Μιλάνο τα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του ’70, και να σχετίζεται άμεσα με την εξαφάνιση του Αλεσάντρο.

Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών είναι μια καταβύθιση στα μολυβένια χρόνια, με τις πολιτικές ανακατατάξεις, τα κλασικά αυτοκίνητα, τα μικρά μουσικά γκρουπ προγκρέσιβ, την αμφισβήτηση, αλλά κυρίως με τη σκιά των τρομοκρατικών ομάδων.

Είμαι περίεργη να δω πόσες -και ποιες- από τις γνωστές εμμονές του συγγραφέα (αυτοκίνητα, ρολόγια, ποτά, εγκλεισμός κ.λ.π.) επιστρέφουν και σ’ αυτό το βιβλίο.  Για τα αυτοκίνητα έχω σιγουρευτεί, ανυπομονώ να το διαβάσω για να ανακαλύψω και τα υπόλοιπα.

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας, φωτογραφημμένος από τον Γιώργο Μαυρόπουλο

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας, φωτογραφημένος από τον Γιώργο Μαυρόπουλο

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα όπου και κατοικεί. Έχει γράψει τα αστυνομικά μυθιστορήματα «Ο Μεγάλος Θάνατος του Βοτανικού», «Η απαγωγή του εκδότη», «Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα» (υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών ΕΚΕΒΙ – ΕΡΤ 2007), «Η μοναξιά της ασφάλτου», καθώς και τα μυθιστορήματα «Κοπέλα που σε λένε Φίνι» (μεταφράστηκε στα τουρκικά) και «Κράτα μου το χέρι».

Το πρώτο του βιβλίο, «Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα», μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη ενώ διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε πολλές ανθολογίες. Έχει γράψει επίσης το τετράτομο έργο παιδικής λογοτεχνίας «Κρις Πινόκιο – Νοεμί Αστράκη, Τα Παιδιά του Χρόνου». Ο «Κρυφός Πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών» είναι το πέμπτο του αστυνομικό μυθιστόρημα.

indexΟ «Κρυφός Πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών» θα κάνει την πρώτη του παρουσίαση στο αναγνωστικό κοινό της Αθήνας, την Τρίτη 24 Μαΐου 2016 στον ΙΑΝΟ, στις 8.30’ το βράδυ.  Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος και ο δημοσιογράφος Νίκος Κουρμουλής, ενώ αποσπάσματα θα διαβάσει ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Αυγουστίνος Ρεμούνδος.

Και μ’ ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο, θα τελειώσουμε κι εμείς.

«Όταν πήγαμε στο Μιλάνο, ήταν μια τρέλα. Μέναμε όπου βρίσκαμε, σε πάρκα, σε σταθμούς, σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, σε κοινόβια, μας φιλοξενούσαν άγνωστοι τύποι που γνωρίζαμε σε πλατείες, σε διαδηλώσεις. Ήταν η εποχή με τις απεργίες, τα συνδικάτα, το ξύλο, τις δολοφονίες, τις βόμβες… Όπως είπε κάποιος, “το πρωί ανάβαμε το ραδιόφωνο, για να μάθουμε ποιον είχαν πυροβολήσει το προηγούμενο βράδυ οι τρομοκρατικές ομάδες”. Τα ταραγμένα χρόνια, Νικόλα. Τα μολυβένια χρόνια».

Η φωτογραφία του εξωφύλλου του βιβλίου, έχει τραβηχτεί στην Ρώμη το 1977, από τον Εnrico Scuro

Η φωτογραφία του εξωφύλλου του βιβλίου, έχει τραβηχτεί στην Ρώμη το 1977, από τον Εnrico Scuro

crime_and_punishment22

Anna Mansdotter: η δολοφονία του Yngsjö – II

•14/05/2016 • 2 σχόλια
Anna Mansdotter

Anna Mansdotter

Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Το πρωί της 28ης Μαρτίου του 1889, μια γειτόνισσα επισκέφθηκε την Hanna, αλλά δεν την βρήκε στο σπίτι.  Προσπάθησε και αργότερα, χωρίς αποτέλεσμα.  Τελικά, προς το μεσημέρι που επέστρεψε ο Per, της είπε πως είχε βγει μια βόλτα.  Η γυναίκα επανήλθε το απόγευμα κι όταν ο Per την πληροφόρησε πως η Hanna δεν είχε επιστρέψει, επέμεινε να την αναζητήσουν.  Διαπίστωσαν ότι η καταπακτή στην κουζίνα, που οδηγούσε στο υπόγειο ήταν ανοικτή.  Στην βάση της σκάλας διέκριναν το πτώμα της Hanna. «Ω!», είπε χωρίς ιδιαίτερο συναίσθημα ή ανησυχία ο Per, «νάτη, έπεσε απ’ τη σκάλα και σκοτώθηκε!».

Η γειτόνισσα, πραγματικά σοκαρισμένη, με τις φωνές της έκανε το μισό χωριό να σπεύσει στο σπίτι της Hanna.  Όταν την ανέβασαν, διαπίστωσαν ότι γύρω στον λαιμό της υπήρχε ένα έντονο, κόκκινο σημάδι, σαν αυτό που θα άφηνε ένας σφιχτός βρόγχος.  Εντύπωση, επίσης, προκάλεσε το γεγονός ότι η Hanna, δεν ήταν ντυμένη πλήρως, αλλά φορούσε μόνο το μισοφόρι της.  Οι γείτονες άρχισαν να υποψιάζονται πως, ίσως, ο θάνατος της κοπέλας να μην οφειλόταν σε ατύχημα.

Κι εδώ ακριβώς είναι που συμβαίνει το παράδοξο. Κανείς δεν σκέφτεται να ειδοποιήσει την αστυνομία.  Αντιθέτως πηγαίνουν στον ιερέα του χωριού και μοιράζονται μαζί του τις υποψίες τους.  Η θρησκόληπτη, μικρή κοινωνία του Yngsjö είχε, προφανώς, την άποψη ότι για ένα έγκλημα αλλά και για την τιμωρία του, πρέπει να επιβάλεται ο θείος νόμος και όχι ο ανθρώπινος.  Ο ιερέας ειδοποιεί τον γιατρό του χωριού, ο οποίος εξετάζει το πτώμα της νέας γυναίκας και επιβεβαιώνει τις υποψίες όλων: η Hanna Johansdotter είχε, χωρίς καμία αμφιβολία, δολοφονηθεί.

Οι θύτες και το θύμα

Οι θύτες και το θύμα

Στο μεταξύ, ειδοποιήθηκε και η οικογένεια της Hanna.  Ο πατέρας της, με μερικούς άνδρες από το χωριό, κρατούν τον Per και την Månsdotter στο σπίτι, ανακρίνοντάς τους και προσπαθώντας να τους κάνουν να ομολογήσουν τον φόνο.  Μετά από πέντε ημέρες ο Per θα σπάσει και θα ομολογήσει την δολοφονία της γυναίκας του, αλλά αρνήθηκε να εμπλέξει την μητέρα του σ’ αυτή.  Τότε και μόνο τότε ειδοποιούνται οι αρχές και η αστυνομία αναλαμβάνει τον ρόλο της, διεξάγοντας τις επίσημες ανακρίσεις. Φυσικά, μετά από τόσες ημέρες η κοινή γνώμη είχε ήδη διαμορφωθεί: η Månsdotter, όχι μόνον θεωρήθηκε συνεργός στο έγκλημα, αλλά και η κύρια εμπνεύστριά του.  Οι ανακρίσεις της αστυνομίας προσανατολίστηκαν στο να αποδείξουν ακριβώς αυτό.

Το ζευγάρι μάνας και γιου έπεσε σε αντιφάσεις στις καταθέσεις του.  Παραπέμθηκαν και οι δύο σε δίκη, όπου το κοινό μυστικό ήρθε και επίσημα στην επιφάνεια.  Πολλοί μάρτυρες κατέθεσαν την γνώση τους για την αιμομικτική σχέση της Månsdotter με τον Per και την πεποίθησή τους ότι, αυτή ακριβώς η σχέση, οδήγησε στον αφανισμό της Hanna.  Όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία, ο φόνος της Hanna διαπράχθηκε το βράδυ της 27ης Μαρτίου.  Μάνα και γιος την χτύπησαν με ένα ξύλο και, στη συνέχεια, η Månsdotter την στραγγάλισε.  Μετά την έντυσαν πρόχειρα και την πέταξαν από τη σκάλα του υπογείου, ώστε να φανεί σαν ατύχημα.  Κι όλα αυτά γιατί η Hanna είχε γίνει μάρτυρας της αιμομικτικής σχέσης του άντρα της με την μητέρα του, υπογράφοντας έτσι την καταδίκη της.

Anna Mansdotter, λίγο πριν την εκτέλεση

Anna Mansdotter, λίγο πριν την εκτέλεση

Τόσο η Månsdotter όσο και ο Per καταδικάστηκαν σε ισόβια για την αιμομιξία και σε θάνατο για την δολοφονία της Hanna.  O Per ζήτησε χάρη από τον βασιλιά της Σουηδίας, η οποία και του δόθηκε. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι οι κάτοικοι του χωριού υποστήριξαν την αίτηση του Per, καθώς θεωρούσαν ότι η κυρίως υπεύθυνη για την τραγωδία της αιμομιξίας αλλά και του φόνου ήταν η Månsdotter. Η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια καταναγκαστικά έργα αλλά, τελικά, αποφυλακίστηκε το 1913, έχοντας εκτίσει 24 χρόνια φυλάκισης.  Επέστρεψε στο σπίτι του και όλη η κοινότητα του Yngsjö τον δέχθηκε ως ισότιμο μέλος και τον περιέθαλψε με στοργή.  Η υγεία του, όμως, είχε υποστεί σοβαρές βλάβες από την σκληρή εργασία και τον εγκλεισμό και πέντε χρόνια αργότερα, το 1918, ο Per Nilsson πέθανε από φυματίωση.

Για την Månsdotter δεν υπήρξε καμία επιείκεια.  Στις 6 Αυγούστου του 1890, στις 8 το πρωί, η Anna οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης.  Ήταν ντυμένη σαν να πήγαινε σε γιορτή, με ένα ολόλευκο φόρεμα και, χάρη στην λεπτή της σιλουέτα, από μακριά έμοιαζε σαν κοριτσάκι.  Πλησίασε με τρεμάμενο βήμα στο σημείο όπου την περίμενε ο δήμιος και γονάτισε μπροστά στο ξύλο του αποκεφαλισμού.  Της έδεσαν τα μάτια και ακούμπησε το κεφάλι της στο ξύλο, κλαίγοντας σιγανά.  Την ώρα που κατέβαινε το τσεκούρι, ανασήκωσε το κεφάλι της, με αποτέλεσμα ο δήμιος να μην πετύχει τον λαιμό της.  Το χτύπημα την βρήκε λοξά, έχοντας σαν συνέπεια ο λαιμός, η βάση του κρανίου και το σαγόνι να παραμείνουν συνδεδεμένα με το σώμα της.

Ένας φοιτητής ιατρικής την ανακήρυξε επίσημα νεκρή.  Το σώμα της παραδόθηκε στο πανεπιστήμιο για έρευνα, όπως συχνά συνέβαινε με τα πτώματα καταδίκων σε πολλές χώρες του κόσμου.  Το κομμένο της κεφάλι δόθηκε σ’ έναν γλύπτη, ο οποίος έφτιαξε το νεκρικό της προσωπείο για το μουσείο κέρινων ομοιωμάτων Panoptikum της Στοκχόλμης.

H νεκρική μάσκα της Mansdotter

H νεκρική μάσκα της Mansdotter

Η Månsdotter ήταν η τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε στην Σουηδία, γεγονός που κάνει ακόμη πιο αξιομνημόνευτη αυτήν τη φροϋδική τραγωδία του 19ου αιώνα.

Η υπόθεση αυτή, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, ήταν φυσικό να αποτυπωθεί σε ταινίες και βιβλία.  Ενδεικτικά αναφέρω την, μεγάλου μήκους, ταινία «Yngsjömordet» (1966) του Αrne Mattson με τους Gösta Ekman, Gunnel Lindblom και Christina Schollin, στους ρόλους του Per, της Månsdotter και της Hanna αντίστοιχα.  Στο video που ακολουθεί η σκηνή της εκτέλεσης της Mansdotter από την ταινία «Yngsjömordet».

Πηγές

-Yngve Lyttkens, Yngsjömordet, Stockholm 1951

-Lars Palmborg, Anna strop sonens fru, Kvällsposten 2007

-Death Row Divas

-Exploring the Victorian World

crime_and_punishment22

 

whodoneit1942dvd.jpg
 
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 5.330 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: