Mutsuo Toi: η σφαγή της Tsuyama

•28/02/2015 • 4 σχόλια
Η σφαγή της Tsuyama

Η σφαγή της Tsuyama

Της Νίνας Κουλετάκη

Στις 21 Μαΐου του 1938, ένας νεαρός 21 ετών χρησιμοποιώντας μια καραμπίνα Browning, ένα γιαπωνέζικο σπαθί και ένα τσεκούρι, δολοφόνησε 30 άτομα και τραυμάτισε σοβαρά άλλα τρία, πριν αυτοκτονήσει με την καραμπίνα. Η υπόθεση, μια από τις πλέον πολύνεκρες του κόσμου προκληθείσες από ένα μόνο άτομο, έμεινε στην ιστορία ως «η σφαγή της Tsuyama».

painting1Το yobai

Πριν προχωρήσω στην καταγραφή των γεγονότων που είχαν ως αποτέλεσμα τον αφανισμό μεγάλου μέρους των κατοίκων του χωριού, είναι αναγκαίο να μιλήσουμε για ένα γιαπωνέζικο έθιμο και να προσπαθήσουμε να το καταλάβουμε. Πρόκειται για το yobai που, σε απολύτως ελεύθερη μετάφραση, θα μπορούσαμε να το αποδώσουμε ως «νυχτερινό σούρσιμο».

Μέχρι πολύ πρόσφατα στην επαρχιακή Ιαπωνία, το yobai αποτελούσε την βασική μέθοδο γνωριμίας των νέων με το σεξ. Κατά την διάρκεια της νύχτας, κι ενώ μια κοπέλα κοιμόταν, ένας σιωπηλός εισβολέας έμπαινε αθόρυβα στο δωμάτιό της, γλιστρούσε στο στρώμα δίπλα της και καθιστούσε σαφείς τις προθέσεις του. Αν η κοπέλα συγκατένευε, έκαναν έρωτα διακριτικά μέχρι τις πρώτες πρωϊνές ώρες, οπότε το αγόρι έφευγε εξίσου αθόρυβα, όπως είχε έρθει.

Ο νεαρός μπορούσε να είναι γνωστός της οικογένειας ή της κοπέλας, ή και όχι. Το yobai ήταν ευρέως διαδεδομένο και δεν αποτελούσε στίγμα για τα κορίτσια. Υπήρχαν, βέβαια, φορές που οι πλούσιοι γαιοκτήμονες έβαζαν ορισμένους από τους εργάτες τους να κοιμούνται μέσα στο σπίτι, προκειμένου να προφυλάξουν τις κόρες τους από το yobai. Επίσης, παρέες νεαρών συνήθιζαν να επισκέπτονται γειτονικά χωριά, προκειμένου να αποφύγουν να αναγνωριστούν από τους γονείς των κοριτσιών, αλλά και να μην ντροπιαστούν σε περίπτωση που η κοπέλα αρνιόταν να δώσει την συγκατάθεσή της. To yobai δεν ήταν βιασμός. Γινόταν πάντα και μόνο με την σύμφωνη γνώμη της κοπέλας.

s320x240Όπως και νάχει, στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι γονείς γνώριζαν και έκαναν τα στραβά μάτια, τουλάχιστον για τις δυο-τρεις πρώτες φορές του yobai. Στη συνέχεια, και σύμφωνα με το έθιμο, ο νυχτερινός εισβολέας «συλλαμβανόταν» επ’ αυτοφόρω και άρχιζε, πλέον, το δημόσιο φλερτ του νεαρού ζευγαριού, το οποίο οδηγούσε στον γάμο.

To yobai απαιτούσε συγκεκριμένες ενέργειες. Ο εισβολέας έβγαζε όλα του τα ρούχα πριν μπει στο σπίτι. Έτσι, αν γινόταν αντιληπτός πριν πετύχει τον σκοπό του, ήταν σαφές ότι είχε μπει στο σπίτι για yobai και όχι για να κλέψει ή να προβεί σε κάποια εγκληματική ενέργεια. Έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός να μην κάνει θόρυβο, ώστε να μην ξυπνήσει τους ενοίκους του σπιτιού. Πολλοί συνήθιζαν να ουρούν κατά μήκος του κάτω μέρους των πορτών, έτσι ώστε αυτές να μην τρίζουν καθώς τις ανοιγοέκλειναν. Συχνότατα, ο εισβολέας κάλυπτε το πρόσωπό του με ένα κομμάτι ύφασμα, ώστε να μην ντροπιαστεί, ούτε να φέρει την νεαρή εκλεκτή του σε δύσκολη θέση, αν εκείνη τον απέρριπτε.

Αν και το yobai έχει πια ατονίσει, εντούτοις υπάρχουν περιοχές, κυρίως σε απομονωμένα τμήματα της Ιαπωνίας, όπου εφαρμόζεται ακόμη. Επίσης υπάρχουν πάντα οι νοσταλγοί, που εξακολουθούν να γοητεύονται από αυτό. Η αποπλάνηση μιας κοιμισμένης κοπέλας αποτελεί ένα από τα πιο αγαπημένα θέματα της ιαπωνικής πορνογραφίας και δεν είναι λίγα τα πορνεία της χώρας που το προσφέρουν στους πελάτες τους: οι πόρνες υποδύονται τις κοιμισμένες χωριατοπούλες, καθώς ο πελάτης γλιστρά αθόρυβα στο δωμάτιο και πλαγιάζει στο φουτόν δίπλα τους.

Mutsuo Toi

Mutsuo Toi

Η σφαγή της Tsuyama

Κοντά στην πόλη Tsuyama, στην επαρχία της Okayama στην Ιαπωνία, βρίσκεται το μικρό, αγροτικό χωριό Kaio. Εκεί, στις 5 Μαρτίου του 1917, γεννήθηκε ο Mutsuo Toi σε μια ευκατάστατη οικογένεια. Οι γονείς του πέθαναν από φυματίωση, όταν ήταν μωρό, έτσι ο Mutsuo και η μεγαλύτερη αδελφή του πήγαν να ζήσουμ με την γιαγιά τους. Ήταν ένα γελαστό κι εξωστρεφές παιδί, μέχρι την ηλικία των 17 ετών, οπότε η αδελφή του παντρεύτηκε κι έφυγε για να ζήσει με τον άνδρα της, το 1934.

Ο Mutsuo κλείστηκε στον εαυτό του κι άρχισε να γράφει ένα βιβλίο (!). Είχε παθιαστεί με την ιστορία της Sada Abe, της πόρνης που τον Μάιο του 1936 στραγγάλισε τον εραστή της και, στην συνέχεια, του έκοψε το πέος. Ταυτόχρονα άρχισε να επιδίδεται στο yobai.

Mutsuo Toi

Mutsuo Toi

Το βράδυ της 20ης Μαΐου 1937, ο Mutsuo Toi έκοψε τα καλώδια του ηλεκτρικού ρεύματος στο χωριό Kaio, βυθίζοντάς το στο σκοτάδι. Γύρω στην 1.30’ το πρωί της 21ης Μαΐου, σκότωσε την γιαγιά του, αποκεφαλίζοντάς την μ’ ένα τσεκούρι. Στη συνέχεια, έδεσε δυο φακούς στο κεφάλι του κι άρχισε να περιπλανιέται στο χωριό, μπαίνοντας στα σπίτια των γειτόνων του και δολοφονώντας τους. Σκότωσε 29 γείτονές του, εκ των οποίων οι 27 πέθαναν επί τόπου, ενώ δύο ξεψύχησαν αργότερα στο νοσοκομείο. Επίσης τραυμάτισε σοβαρά άλλα τρία άτομα. Κατά την διάρκεια της δολοφονικής του μανίας ο Mutsuo χρησιμοποίησε μια καραμπίνα Browning, ένα γιαπωνέζικο σπαθί και ένα τσεκούρι για να εξολοθρεύσει τον μισό πληθυσμό του χωριού. Τα ξημερώματα αυτοκτόνησε πυροβολώντας τον εαυτό του στο στήθος.

Το γεγονός στον τοπικό τύπο της εποχής

Το γεγονός στον τοπικό τύπο της εποχής

Ο Mutsuo Toi άφησε πίσω του πολυπληθή σημειώματα αυτοκτονίας. Όπως προέκυψε από αυτά, μετά τον Μάιο του 1937, οπότε και διαγνώστηκε με φυματίωση, οι κοπέλες του χωριού τον απέρριπταν ως νυχτερινό εραστή κατά το yobai. Κατά την δεκαετία του ’30 η φυματίωση θέριζε όχι μόνο την Ιαπωνία αλλά ολόκληρο τον κόσμο και δεν ήταν ιάσιμη. Λόγω των αλλεπάλληλων απορρίψεων, εξαιτίας της αρρώστιας του αλλά και του υπερσεξουαλισμού του, από τις κοπέλες του χωριού, ο Mutsuo άρχισε να αισθάνεται αποκλεισμένος από όλα όσα απολάμβαναν οι υπόλοιποι συνομήλικοί του. Για να εκδικηθεί αποφάσισε το μακελειό και μάλιστα, μίλησε σε κάποιους γι αυτό. Οι αρχές ειδοποιήθηκαν και κατέσχεσαν ένα όπλο που είχε. Ο Mutsuo Toi δεν ξαναμίλησε για τα σχέδιά του, αλλά σε καμία περίπτωση δεν τα είχε εγκαταλείψει και προμηθεύτηκε κρυφά νέα όπλα.

Σ’ ένα του σημείωμα έγραφε ότι λυπόταν που δεν πρόλαβε να σκοτώσει μερικούς ακόμη που ήθελε, αλλά αν έμπαινε στα σπίτια τους κινδύνευε να τραυματίσει ή και να σκοτώσει άτομα που τα θεωρούσε αθώα. Σε ένα άλλο σημείωμα έγραφε ότι σκότωσε την γιαγιά του γιατί δεν άντεχε να την αφήσει να ζει με την ρετσινιά της «γιαγιάς του δολοφόνου».

Andrew Kehoe και  Woo Bum-kon
Andrew Kehoe και Woo Bum-kon

Η σφαγή της Tsuyama, παραμένει μέχρι σήμερα η τρίτη, σε αριθμό θυμάτων, μαζική δολοφονία από ένα μόνο άτομο. Στην δεύτερη θέση βρίσκονται οι βομβιστικές επιθέσεις του Andrew Kehoe που σκότωσε 44 άτομα και τραυμάτισε άλλα 58, στις 18 Μαΐου του 1927 στην Αμερική και στην πρώτη οι δολοφονίες του Woo Bum-kon, ενός Νοτιοκορεάτη που την νύχτα της 26ης προς 27η Απριλίου του 1982 σκότωσε 56 άτομα και τραυμάτισε άλλα 35. Και οι δύο άλλοι δράστες αυτοκτόνησαν, όπως ο Mutsuo.

MV5BMTM1NjIyMzAzMl5BMl5BanBnXkFtZTcwNjIxNjk5Mw@@._V1_SY317_CR3,0,214,317_AL_To 1983 κυκλοφόρησε η ιαπωνικής παραγωγής ταινία «Ushimitsu no mura» (Το χωριό των καταδικασμένων), που βασίζεται στην υπόθεση του Mutsuo Toi.

crime_and_punishment22

Η υπόθεση Amber Hagerman και το Amber Alert

•21/02/2015 • 1 σχόλιο
Amber Hagerman

Amber Hagerman

Της Νίνας Κουλετάκη

Η υπόθεση

Το απόγευμα της 13ης Ιανουαρίου του 1996, η 9χρονη Amber Hagerman και ο 5χρονος αδελφός της Ricky, κατευθύνθηκαν με τα ποδήλατά τους σ’ ένα εγκαταλελειμένο μπακάλικο στο Arlington του Texas. Λίγα λεπτά αργότερα ο Ricky επέστρεψε στο σπίτι τους, το οποίο βρισκόταν μόλις ένα τετράγωνο μακριά, μόνος του. Κανείς δεν είδε ξανά την Amber ζωντανή.

O Jim Keil, ένας 78χρονος συνταξιούχος που βρισκόταν στην αυλή του, είχε δει την Amber να ποδηλατεί πάνω-κάτω στον δρόμο. Κάποια στιγμή ένα φορτηγάκι σταμάτησε κι ο οδηγός πετάχτηκε έξω κι άρπαξε την Amber. To κοριτσάκι έβαλε τις φωνές αλλά το αυτοκίνητο απομακρύνθηκε αναπτύσσοντας ταχύτητα. Ο Keil ειδοποίησε την αστυνομία, η οποία έφθασε μέσα σε λίγα λεπτά. Ο Keil περιέγραψε το φορτηγάκι σαν ένα σκούρο, πιθανότατα μαύρο αυτοκίνητο. Όσο για τον απαγωγέα είπε ότι ήταν λευκός ή λατίνος.

Στο μεταξύ, ο παππούς της Amber, Jimmie Whitson, βλέποντας τον Ricky να επιστρέφει μόνος, ανησύχησε για την εγγονή του και κατευθύνθηκε προς το πρώην μπακάλικο, όπου έπαιζαν τα παιδιά. Όταν έφθασε οι αστυνομικοί ήταν ήδη εκεί.

Amber και Ricky

Amber και Ricky

Οι ειδικοί μαρτυρούν ότι οι απαγωγές από ξένους είναι σπάνιες αφενός, αλλά από τις πιο δύσκολες για να επιλυθούν αφετέρου. Ακόμη και με την παρουσία αυτόπτη μάρτυρα, στην συγκεκριμένη περίπτωση, οι αρχές δεν βοηθήθηκαν ιδιαίτερα. Κατέληξαν πως η απαγωγή της Amber ήταν ένα ευκαιριακό έγκλημα: ο απαγωγέας την είδε μόνη της και αποφάσισε, παρορμητικά, να την αρπάξει. Το άδειο μαγαζί, στο οποίο συνήθιζαν να παίζουν τα παιδιά της γειτονιάς, βρισκόταν κοντά σε μια τεράστια εγκατάσταση της General Motors, με πάρα πολλούς εργαζομένους. Από την αρχή της έρευνας η αστυνομία είχε καταλήξει ότι ο απαγωγέας ήταν εξοικιωμένος με την περιοχή.

Μια τεράστια, ενδελεχής έρευνα άρχισε. Οι αστυνομικοί του τοπικού τμήματος πλαισιώθηκαν τόσο από το FBI, όσο και από μια στρατιά εθελοντών πολιτών. Υπήρξαν μαρτυρίες ότι ένα φορτηγάκι, σαν αυτό που χρησιμοποιήθηκε στην απαγωγή της Amber, είχε γίνει αντιληπτό έξω από ένα πλυντήριο αυτοκινήτων, αλλά οι ερευνητές δεν το εντόπισαν ποτέ.

Τέσσερις μέρες αργότερα, ένας άνδρας που είχε βγάλει βόλτα τον σκύλο του έξω από το μπλοκ διαμερισμάτων Forest Hill, λίγα χιλιόμετρα μακρυά από το σημείο αρπαγής της Amber, εντόπισε το πτώμα ενός παιδιού σ’ ένα χαντάκι. Η Amber Hagerman είχε βρεθεί.

Ο τάφος της Amber

Ο τάφος της Amber

Η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε ότι η Amber είχε κρατηθεί ζωντανή δυο ημέρες πριν δολοφονηθεί, κατά την διάρκεια των οποίων είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά.

Η αστυνομία του Arlington και το FBI σχημάτισαν μια κοινή ομάδα έρευνας για τον εντοπισμό και την σύλληψη του δράστη. Ακολούθησαν χιλιάδες ενδείξεις, μαρτυρίες και ίχνη χωρίς, όμως, να καταφέρουν να πλησιάσουν –έστω- στον δράστη. Το 1999, τρία χρόνια μετά την αρπαγή και την δολοφονία της Amber, η ομάδα αυτή διαλύθηκε και η υπόθεση πάγωσε. Παραμένει άλυτη μέχρι σήμερα, 19 χρόνια μετά. Ο ντετέκτιβ Jim Ford, του τμήματος του Arlington, δήλωσε πρόσφατα ότι τίποτα δεν θα ήταν πιο σημαντικό και παρηγορητικό από την επίλυση της συγκεκριμένης υπόθεσης, καθώς η απαγωγή, η σεξουαλική κακοποίηση και, εν τέλει, η δολοφονία ενός παιδιού είναι από τα πλέον ειδεχθή εγκλήματα.

Glenda Whitson

Glenda Whitson

H Glenda Whitson, γιαγιά της Amber, εύχεται να συλληφθεί ο δολοφόνος της, αν και δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξη. «Δεν έχουν σχεδόν τίποτα για να προσωρήσουν», λέει, «παρά μόνο λίγες ίνες υφάσματος που βρέθηκαν στο σώμα της. Εξακολουθούν να ψάχνουν, μας φωνάζουν από καιρού εις καιρόν για να μας πουν ότι δεν έχουν βρει ακόμη κάτι, λένε ότι δεν θα εγκαταλείψουν την προσπάθεια ποτέ. Αλλά μετά από τόσα χρόνια, χάνεις κάθε ελπίδα ότι θα τον ανακαλύψουν».

Λίγες εβδομάδες μετά την δολοφονία της Amber, η αστυνομία έδωσε στην δημοσιότητα το προφίλ του δολοφόνου. Δυστυχώς τα στοιχεία ήταν ελάχιστα, οπότε το προφίλ του ήταν πολύ γενικό. Νεαρός άνδρας, τουλάχιστον 25 ετών, εξοικιωμένος με την περιοχή, ζούσε ή εργαζόταν σ’ αυτήν και κάτι πυροδότησε την ενέργειά του. Καθώς αποδείχτηκε ότι κράτησε την Amber ζωντανή για δύο ημέρες μετά την απαγωγή, έπρεπε να διαθέτει κάποιο σχετικά ασφαλές μέρος για την κράτησή της.

Από το 1996 ένας δολοφόνος διαφεύγει. Κράτησε κάποιο «τρόπαιο» από το θύμα του, ώστε να μπορεί να ξαναζεί το έγκλημά του; Έχει σκοτώσει πριν ή μετά από αυτό; Είναι ελεύθερος ή βρίσκεται στην φυλακή για κάποια άλλη αιτία; Η Amber Hagerman δικαιούται δικαιοσύνη και ο δολοφόνος της τιμωρία.

AMBER-ALERT-LOGOΤο Amber Alert

Λίγο μετά την απαγωγή της Amber, ένας ακροατής του ραδιοφώνου του Dallas, έθεσε μιαν απλή ερώτηση: γιατί η αστυνομία δεν συνεργαζόταν με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ώστε η πληροφόρηση του κοινού και, κατά συνέπεια, η παροχή τυχόν πληροφοριών από αυτό, να είναι άμεση, σε περιπτώσεις απαγωγής παιδιού. Η ιδέα του βρήκε απήχηση και, έτσι, γεννήθηκε το AMBER ALERT. Ξεκίνησε τοπικά, σαν Dallas Amber Alert, στην συνέχεια έγινε πολιτειακό και, κατόπιν, εθνικό. Από την δημιουργία του μέχρι σήμερα, το Amber Alert έχει συμβάλει στον εντοπισμό και την διάσωση πάνω από 400 παιδιών, που είχαν πέσει θύματα απαγωγής. Στις μέρες μας το Amber Alert έχει εξαπλωθεί σε πολλές χώρες του κόσμου.

Αν και επίσημα το όνομα AMBER είναι το ακρωνύμιο για το America’s Missing Broadcast Emergency Response (άμεση ανταπόκριση μέσω ΜΜΕ για εξαφανισμένα παιδιά στην Αμερική), είναι σαφές ότι ονομάστηκε έτσι στη μνήμη της Amber. Οι ειδοποιήσεις Amber Alert μεταδίδονται, τόσο στην Αμερική όσο και στις υπόλοιπες χώρες, μέσω ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, καλωδιακής τηλεόρασης, διαδικτύου, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, πινακίδων ενημέρωσης κυκλοφορίας, μέσων κοινωνικής δικτύωσης –όπως το facebook και οι εφαρμογές του Google-, συσκευασίες τροφίμων κ.λ.π.

amber_alertΗ απόφαση για να εκδοθεί μια ειδοποίηση Amber Alert, λαμβάνεται πάντα από την τοπική αστυνομία, η οποία έχει την ευθύνη για την έρευνα της εξαφάνισης. Οι ειδοποιήσεις συνήθως περιλαμβάνουν το όνομα και την φωτογραφία του εξαφανισμένου παιδιού, περιγραφή υπόπτου για την απαγωγή αν υπάρχει καθώς και στοιχεία του οχήματος αρπαγής (όπως αριθμός πινακίδων), αν είναι διαθέσιμα. Για να αποφευχθούν τυχόν φάρσες ή κακόβουλες ενέργειες, οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενός Amber Alert είναι αρκετά αυστηρές: οι αστυνομικές αρχές πρέπει να επιβεβαιώσουν ότι πρόκειται περί απαγωγής, να υπάρχουν ενδείξεις ότι η ζωή του παιδιού ή η υγεία του κινδυνεύει, να υπάρχει σαφής περιγραφή του παιδιού και του απαγωγέα ή/και του αυτοκινήτου που χρησιμοποίησε (όπου αυτό είναι δυνατόν) και, τέλος, το παιδί να είναι κάτω των 18 ετών.

Σ΄αυτές τις βασικές προϋποθέσεις του Amber Alert, έχουν επέλθει διαφοροποιήσεις σε διάφορες χώρες. Για παράδειγμα, άλλες δεν θεωρούν υποχρεωτική την αναφορά στον απαγωγέα, καθώς αυτό το στοιχείο δεν είναι πάντα διαθέσιμο αφενός, αλλά κάποιος μπορεί να έχει εντοπίσει το παιδί αφετέρου. Σε άλλες χωρές δεν θεωρείται αναγκαία συνθήκη για την έκδοση Amber Alert ο κίνδυνος για την ζωή ή την υγεία του παιδιού, κι αυτό γιατί –σε κάποιες περιπτώσεις- ο απαγωγέας είναι ένας εκ των γονέων, ο οποίος βρίσκεται σε αντιδικία με τον άλλον για την επιμέλεια του παιδιού. Το απήγαγε μεν, δεν θα το βλάψει δε κ.λ.π.

Το Amber Alert έχει εφαρμογή μόνο σε εξαφανίσεις ανηλίκων. Για ηλικίες πάνω από τα 18 χρόνια εκδίδεται Silver Alert.

crime_and_punishment22

Εισαγωγή στη μελέτη των εγκλημάτων από ερωτικό πάθος

•14/02/2015 • 1 σχόλιο

του Νέστορα Ε. Κουράκη,

Καθηγητή Εγκληματολογίας στη Νομική Σχολή

Πανεπιστημίου Αθηνών

Νέστωρ Κουράκης
Νέστωρ Κουράκης

Εύλογα μπορεί να διερωτηθεί κανείς για τους λόγους που καθιστούν το έγκλημα από ερωτικό πάθος τόσο συναρπαστικό και ενδιαφέρον για το κοινό, αλλά και που οδηγούν αυτό το κοινό να βλέπει συχνά τον δράστη ενός τέτοιου εγκλήματος με κατανόηση και επιείκεια. Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση στο ερώτημα αυτό συναρτάται με την ίδια τη σημασία των δύο εννοιών, εγκλήματος και έρωτα. Συγκεκριμένα, το έγκλημα υποδηλώνει μια σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών ηθικοκοινωνικών κανόνων, διαμορφωμένων από το Κράτος σε νόμους. Περαιτέρω, ο έρωτας ενσαρκώνει μια σφοδρή και συχνά αξεπέραστη επιθυμία για κάποιο πρόσωπο. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι δύο έννοιες συμπλέκονται συνήθως με την εξής μορφή: Από τη μια πλευρά, το ερωτικό πάθος σπρώχνει τον υποψήφιο δράστη να εξασφαλίσει, και δη με κάθε μέσο1, την πλήρη κατάκτηση του αγαπημένου του προσώπου, ιδίως μάλιστα όταν το πρόσωπο αυτό αντιστέκεται ή αποχωρεί.2 Από την άλλη πλευρά, η προοπτική διάπραξης ενός εγκλήματος λειτουργεί στον υποψήφιο δράστη ανασχετικά, καθώς είναι έξω από τη φύση του ανθρώπου να παραβιάζει θεμελιώδεις ηθικοκοινωνικούς κανόνες, απαραίτητους για την επιβίωση και την ευημερία του, όπως π.χ. ότι δεν πρέπει να αφαιρεί τη ζωή του άλλου.

Υπάρχει, λοιπόν, στις περιπτώσεις αυτές, μια δραματική διαπάλη ανάμεσα στις ψυχικές δυνάμεις που εξωθούν κάποιον στο έγκλημα λόγω του ερωτικού του πάθους και σε εκείνες που τον συγκρατούν εκ φύσεως από κάτι τέτοιο, θέτοντας του τα όρια έως τα οποία επιτρέπεται να φθάσει. Αλλ’ ακριβώς αυτή η σφοδρή διαπάλη αντίθετων δυνάμεων και μάλιστα δυνάμεων υπαρξιακού χαρακτήρα, τις οποίες ο άνθρωπος αδυνατεί να εξηγήσει και, ενίοτε, ξεπεράσει,3 είναι αυτή που καθιστά τα εγκλήματα από ερωτικό πάθος τόσο συναρπαστικά και που ταυτόχρονα μας ωθεί να αντιμετωπίζουμε τον ερωτικό εγκληματία με διάθεση κατανόησης, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν αυτός δρα χωρίς ιδιοτέλεια και σκοπιμότητες. Όπως ορθά επεσήμανε ο πρωτοπόρος βέλγος εγκληματολόγος Etienne De Greeff στην εισαγωγή τού κλασικού έργου του “Έρωτας και Εγκλήματα από Έρωτα”, που πρωτοεκδόθηκε στις Βρυξέλλες το 1942,4 το άτομο, περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση, παρουσιάζεται στα εγκλήματα πάθους σαν το παιχνίδι καταναγκασμών που δεν μπορεί να ξεπεράσει. Χιλιάδες άνθρωποι ταυτίζονται με τον δράστη και το θύμα κι έτσι δημιουργείται μια συλλογική τάση ευνοϊκή για τον δράστη.

5154K157NZL._SY344_BO1,204,203,200_II. Το πόσο εύστοχη είναι αυτή η παρατήρηση, φαίνεται από τη συγκίνηση και αποδοχή που εξακολουθούν να προκαλούν έως τις ημέρες μας ορισμένα κλασικά έργα της αρχαιοελληνικής και ελισαβετιανής λογοτεχνίας που πραγματεύονται εγκλήματα από ερωτικό πάθος. Πρόκειται για έργα που όχι μόνο μας προκαλούν μιαν υψηλή αισθητική απόλαυση, αλλά και που μας προδιαγράφουν με αριστοτεχνικό τρόπο την ψυχοσύνθεση και τις αντιδράσεις ενός ανθρώπου που οδηγείται στο έγκλημα από ερωτικό πάθος. Ιδίως περιγράφονται σ’ αυτά οι έντονες αμφιταλαντεύσεις τις οποίες βιώνει ο επίδοξος δράστης κάθε φορά που σκέπτεται να σκοτώσει για εκδίκηση ή και για τιμωρία5 το υποψήφιο θύμα του, αφού το πρόσωπο τούτο είναι γι’ αυτόν η ίδια του η ζωή. Επίσης, καταγράφεται η ψυχολογική κατάσταση του ερωτικού εγκληματία, όταν αυτός, μέσα σε φοβερή συναισθηματική φόρτιση, πραγματώνει τελικά ο ίδιος ή μέσω άλλου προσώπου την αποτρόπαιη πράξη του και παράλληλα, όπως συνήθως συμβαίνει, αυτοκτονεί. Αυτό βλέπουμε, π.χ., να συμβαίνει στην κλασική τραγωδία “Ιππόλυτος” του Ευριπίδη, όπου ο φερώνυμος ήρωάς της, γιος του Θησέα, αποκρούει με οργή και αγανάκτηση τον παράφορο έρωτα που αισθάνεται γι’ αυτόν η μητριά του Φαίδρα6 κι έτσι εκείνη στην απελπισία της εξωθείται σε αυτοκτονία, αλλ’ αφού προηγουμένως καταγγείλει ψευδώς στον Θησέα ότι τάχα ο γιος του Ιππόλυτος επεδίωξε σχέσεις μαζί της, πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα τον θάνατο και του ίδιου του Ιππόλυτου. Επίσης, παρόμοιας υφής είναι και η τραγωδία του Shakespeare “Οθέλλος”, όπου ο πρωταγωνιστής της, σφοδρά ερωτευμένος με τη σύζυγό του Δυσδαιμόνα, δίνει πίστη στις ψευδολογίες του Ιάγου ότι η Δυσδαιμόνα τάχα τον απατά και, τυφλωμένος από τη ζηλοτυπία του, τη στραγγαλίζει, ενώ στη συνέχεια, όταν διαπιστώνει ότι η σύζυγός του ήταν αθώα, αυτοκτονεί.7 Όμως και στη νεότερη εποχή έχουμε εξαίρετα δείγματα έργων τέχνης που στηρίζονται στο ερωτικό πάθος, όπως ιδίως η “Κάρμεν” του Prosper Merimée (νουβέλα που στη συνέχεια έγινε όπερα από τον Georges Bizet το 1875) και  “Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια” του Ιάκωβου Καμπανέλη (θεατρικό έργο που μετεξελίχθηκε στην ταινία “Στέλλα” του Μιχ. Κακογιάννη το 1955).

Οθέλλος και Δυσδαιμόνα
Οθέλλος και Δυσδαιμόνα

III. Οι ανωτέρω περιπτώσεις αφορούν την αμιγή μορφή εγκλημάτων από ερωτικό πάθος, δηλ. εκείνες όπου ο δράστης ενεργεί υπό το κράτος μιας πρωτόγονης ή βραχυκυκλωτικής αντίδρασης εκρηκτικού χαρακτήρα, της λεγόμενης αψιθυμίας. Βέβαια, υπάρχει συχνά εν προκειμένω ένας προσχεδιασμός της πράξης από τον επίδοξο δράστη και μια επώαση της απόφασης, στο πλαίσιο μιας διεργασίας που ενδέχεται να διαρκέσει επί μακρό χρονικό διάστημα, καταντώντας στο τέλος αναγκαστό βίωμα. Ωστόσο, εδώ δεν πρόκειται κατ’ ακρίβεια για “προμελέτη” του εγκλήματος, με τη νομική έννοια του όρου, αλλά για επεξεργασία ενός σχεδίου του οποίου την πραγμάτωση ο επίδοξος δράστης στην πραγματικότητα απεύχεται, αφού έτσι θα στερηθεί ένα πρόσωπο χωρίς το οποίο και ο ίδιος δεν μπορεί να ζήσει. Ελπίζει επομένως ο δράστης ότι έστω και την τελευταία στιγμή το αγαπημένο του πρόσωπο θα επιστρέψει σ’ αυτόν ή, εάν δεν έχουν ακόμη δεσμό, ότι θα θελήσει να συνάψει τέτοιον δεσμό μαζί του. Όταν, λοιπόν, ο δράστης διαπιστώσει ότι αυτό καθίσταται ανέφικτο, χάνει πλέον τον έλεγχο των πράξεών του και προχωρεί ακάθεκτα στην εγκληματική πράξη. Όπως άλλωστε σημειώνει εύστοχα ο Ευριπίδης στη “Μήδεια” (στ. 520-521), “είναι βαριά κι αγιάτρευτη κάποτε η οργή, όταν αγαπημένοι μ’ αγαπημένους πιαστούν σε μάλωμα”. Σύμφωνα, μάλιστα, με την παραστατική περιγραφή του Ιωάννη Δασκαλόπουλου στα “Στοιχεία Εγκληματολογίας” του8, η τέτοια αψιθυμική αντίδραση, που στον ποινικό νόμο αποκαλείται “βρασμός ψυχικής ορμής”,9 όταν “διεγειρομένη αιφνιδίως και αποτόμως εξαρθή εις υψίστην έντασιν, ανατρέπουσα κατά την ανέλιξην αυτής πάντα φραγμόν και παν εμπόδιον, (…) εκτονούται μετά μεγίστης σφοδρότητος εις άμετρον και βιαιότατην εκδήλωσιν”.10

Κάτια Γιαννακοπούλου - Κάτια Κολιτσοπούλου
Κάτια Γιαννακοπούλου – Κάτια Κολιτσοπούλου

IV. Βέβαια αυτή είναι, όπως ειπώθηκε, η αμιγής μορφή εγκλημάτων από ερωτικό πάθος. Υπάρχουν όμως και ορισμένες άλλες μορφές, όπου ο δράστης ελαύνεται από ωφελιμιστικά κίνητρα -κυρίως όταν έπειτα από μακροχρόνιο δεσμό και συνεχείς προστριβές επιθυμεί να απαλλαγεί από τον/την σύντροφό του ή/ και όταν ο δράστης αποτελεί μέρος ενός ερωτικού τριγώνου (π.χ. υποθέσεις Κάτιας Γιαννακοπούλου και Κάτιας Κολιτσοπούλου11). Στην τελευταία περίπτωση, όπου συνήθως γίνεται λόγος για «φόνους αφανισμού» (elimination murders), ο δράστης επιδιώκει να εξοντώσει έναν τρίτο άνθρωπο που στέκεται εμπόδιο στη συνέχιση ή ολοκλήρωση της σχέσης με το αγαπημένο του πρόσωπο. Είναι, δε, προφανές, ότι ο τρίτος αυτός άνθρωπος ενδέχεται να είναι είτε ο αρχικός σύντροφος του δράστη, που πρέπει να φύγει από τη μέση όταν ο δράστης δημιουργεί μια καινούργια ερωτική σχέση, είτε και ένα νέο πρόσωπο που παρασύρει σε ερωτική σχέση τον αγαπημένο σύντροφο του δράστη και που λειτουργεί έτσι ως αντίζηλος. Εν προκειμένω, η εξόντωση από τον δράστη τού ή τής αντιζήλου αποτελεί κατ’ ουσίαν μια ενέργεια που στοχεύει να πλήξει κατ’ ευθείαν τον ίδιο τον αγαπημένο σύντροφό του. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και όταν ο δράστης σκοτώνει τα παιδιά που έχει με τον σύντροφό του, όπως στην περίπτωση της “Μήδειας” του Ευριπίδη, οπότε η εκδίκηση του δράστη προς τον σύντροφό του προσλαμβάνει έτσι την αγριότερη μορφή της.

V. Για μια κάπως ολοκληρωμένη εισαγωγική παρουσίαση του αχανούς αυτού θέματος που κινείται στο διώνυμο “Έγκλημα και Έρωτας”, θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει επιγραμματικά και τα ακόλουθα τέσσερα ζητήματα, που αφορούν τις αμιγείς μορφές εγκλημάτων ερωτικού πάθους:

Α) Ποιες είναι οι γενικές προϋποθέσεις που ευνοούν ή διευκολύνουν τη διάπραξη αμιγών μορφών εγκλήματος από ερωτικό πάθος;

Αναμφίβολα, πέρα από το ερωτικό πάθος με τον έντονα συναισθηματικό αλλά και γενετήσιο χαρακτήρα του (ερωτική ορμή), συνυφασμένο όμως και με πληγωμένο εγωισμό, αίσθημα αδικίας και τάση κτητικότητας, απαραίτητα είναι εδώ και δύο ακόμη στοιχεία: Πρώτον, η ψυχοσύνθεση του ίδιου του δράστη, ο οποίος συνήθως είναι υπερσυναισθηματικός, ευσυγκίνητος και ευέξαπτος, ενίοτε στα όρια ή σε βαθμό ψυχοπαθολογίας, χωρίς βέβαια να αποκλείονται και προσωρινές καταστάσεις που επηρεάζουν δυσμενώς τον ψυχισμό, όπως η πείνα και η κόπωση. Και δεύτερον, η γενικότερη περιρρέουσα ατμόσφαιρα της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, κατά πόσον δηλ. η περίοδος αυτή χρωματίζεται ή όχι από πνεύμα ρομαντισμού και κατανόησης απέναντι σε εγκλήματα άδολου έρωτα, όπως π.χ. αυτό που περιγράφεται στο μυθιστόρημα “Το Κόκκινο και το Μαύρο” του Γάλλου λογοτέχνη Stendhal. Ας σημειωθεί μάλιστα ότι ο ίδιος αυτός ο συγγραφέας εξέδωσε το 1822 (τελική έκδοση 1857) και πραγματεία με τον τίτλο “Περί Έρωτος (De l’ amour), όπου έως ένα βαθμό δικαιώνει τα εγκλήματα από ερωτικό πάθος.12

250px-Stendhal_L_AmourΒ) Ποια είναι η πορεία του δράστη προς τη διάπραξη του εγκλήματος;

Συνήθως εν προκειμένω εντοπίζονται κατά τον De Greeff τρία στάδια13, τα οποία πάντως δεν διακρίνονται ευχερώς όταν η εγκληματική πράξη ανελίσσεται με ταχύτητα:

Σε ένα πρώτο στάδιο, αυτό της ατελέσφορης συναίνεσης, επέρχεται στον επίδοξο δράστη η ιδέα της διάπραξης του εγκλήματος, αλλά η ιδέα αυτή υπό ομαλές συνθήκες απωθείται χωρίς περαιτέρω επεξεργασία. Σε ένα δεύτερο στάδιο, η ατελέσφορη συναίνεση συνδυάζεται με επανεκτίμηση της αξίας του ερωτικού συντρόφου και γίνεται έκδηλη, διατυπωμένη, καθίσταται δηλ. έμμονη ιδέα (αναγκαστό βίωμα), ενώ ταυτόχρονα αξιοποιούνται και ισοδύναμα της εγκληματικής πράξης, όπως το να μη δοθεί βοήθεια στο αγαπημένο πρόσωπο, όταν αυτό κινδυνεύει. Επίσης κατά το ίδιο αυτό στάδιο οι σχέσεις με το θύμα εκτραχύνονται και σημειώνονται απειλές ή αποτυχημένες απόπειρες. Τέλος σε ένα τρίτο στάδιο, αυτό της λεγόμενης κρίσης, επισυμβαίνει η πραγμάτωση της εγκληματικής πράξης και μάλιστα σε κατάσταση παροξυσμού και αψιθυμίας, σύμφωνα με αυτά που αναφέρθηκαν προηγουμένως14, η οποία επιτείνεται όταν το θύμα παρέχει έστω και μιαν ασήμαντη αφορμή για επίθεση. Πολύ συχνά η εξόντωση αυτή του θύματος κλιμακώνεται, λόγω του σφοδρού πάθους, έως την πλήρη κατακρεούργησή του,15 γι’ αυτό και σε επίπεδο ανακριτικής η εξιχνίαση εγκλημάτων από ερωτικό πάθος συνυφαίνεται κατά κανόνα με ένα ευχερώς διαγνώσιμο modus operandi.

Γ) Ποια είναι η συμπεριφορά του δράστη μετά το έγκλημα;

Στην αμιγή μορφή εγκλήματος από ερωτικό πάθος, ο δράστης έχοντας χάσει το αγαπημένο του πρόσωπο, ή «το άλλο του μισό» (τό ἣμισυ τό αὑτοῦ), σύμφωνα με τη γνωστή άποψη της Διοτίμας στο πλατωνικό «Συμπόσιον» (191a 17 επ.), δεν βρίσκει πλέον νόημα στη ζωή του, γι’ αυτό και δεν ενδιαφέρεται για το τι θα πει ο κόσμος, ούτε και λαμβάνει προφυλάξεις ώστε να ξεφύγει από τις συνέπειες της πράξης του. Αντίστροφα τον ενδιαφέρει πρωτίστως να βγει από το αδιέξοδό του και να λυτρωθεί από την αβάσταχτη ψυχική πίεση την οποία νοιώθει επάνω του σαν θηλιά. Συνακόλουθα, περίπου στο 1/3 των περιπτώσεων ο δράστης επιχειρεί να θέσει τέρμα και στη δική του ζωή,16 μετατρέποντας έτσι τον απελπισμένο του έρωτα σε επιθυμία για κοινό θάνατο, ώστε και με αυτόν τον έσχατο τρόπο να εξασφαλίσει την απόλυτη “κατοχή” του άλλου.17 Εάν τώρα ο δράστης αποτύχει στην απόπειρά του να αυτοκτονήσει, συνήθως παραδίδεται οικειοθελώς στις αρχές ή/και δηλώνει απερίφραστα “μεταμέλεια”.

Δ) Ποια είναι η αντιμετώπιση του δράστη από την πολιτεία σε νομοθετικό και δικαστικό επίπεδο;

Στις τυπικές μορφές αψιθυμίας, δηλ. “βρασμού ψυχικής ορμής”, ο Ποινικός Κώδικας κατ’ ά. 299 παρ. 2 προβλέπει για την περίπτωση της ανθρωποκτονίας την ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης, δηλ. στέρηση της ελευθερίας για 5-20 έτη. Όμως και ανεξάρτητα από την περίπτωση της αψιθυμίας, εάν αναγνωρισθούν ελαφρυντικές περιστάσεις, η επιβαλλόμενη ποινή είναι κατ’ ά. 83 ΠΚ πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών. Στη δικαστηριακή πρακτική όπου οι υποθέσεις εκδικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια (με πλειοψηφία ενόρκων) αποτελεί συχνό φαινόμενο η ήπια ποινική μεταχείριση των εγκληματιών από ερωτικό πάθος. Βέβαια στη νομολογία του Αρείου Πάγου φαίνεται να επιβάλλεται  στους εγκληματίες αυτούς περισσότερο η ποινή της ισόβιας κάθειρξης, παρά αυτή της πρόσκαιρης κάθειρξης, αλλ’ αυτό προφανώς οφείλεται στο ότι οι υποθέσεις με ηπιότερη ποινή είναι συνήθως περιττό να υποστούν τη διαδικασία μιας αναίρεσης. Σε κάθε περίπτωση τα εν λόγω εγκλήματα, στην αμιγή τους μορφή, έχουν περιστασιακό χαρακτήρα, χωρίς δηλ. να υπάρχει για τον δράστη, κατά κανόνα τουλάχιστον, ο κίνδυνος της υποτροπής. Συνεπώς επιβάλλεται, κατά τη γνώμη μου, να αντιμετωπίζονται από τη νομολογία μας τα εγκλήματα αυτά με επιείκεια και κατανόηση, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν η αψιθυμία οδηγεί σε πλήρη σύγχυση της συνείδησης18 ή όταν οι δράστες εμφανίζουν ψυχοπαθολογικές διαταραχές της προσωπικότητας τους19, έτσι ώστε να τίθεται γι’ αυτούς θέμα εφαρμογής των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα για έλλειψη καταλογισμού (ά. 34 ΠΚ) ή για ελαττωμένο καταλογισμό (ά. 36 επ. ΠΚ).20 Έστω, όμως, και όταν υπάρχει πλήρης ο καταλογισμός στο πρόσωπο του δράστη, το έγκλημά του, ακόμη και προσχεδιασμένο, δεν μπορεί να εξισωθεί με ένα σύνηθες έγκλημα ανθρωποκτονίας αλλά μάλλον η υποκειμενική του υπόσταση τοποθετείται κατά τον Κωνστ. Γαρδίκα21 “μεταξύ δέ που τοῦ τε ἑκουσίου καί ἀκουσίου”. Άλλωστε, ήδη στην αρχαία ελληνική σκέψη τα εγκλήματα “εκ θυμού” αποχωρίζονταν από τα εγκλήματα “εκ προμελέτης” και ετύγχαναν ηπιότερης ποινής από εκείνα, με το σκεπτικό, κατά τον Αριστοτέλη στα “Ηθικά Νικομάχεια”(1135b, 30-34), ότι η αρχή της πράξης “ἐκ θυμοῦ” δεν βρίσκεται κατ’ ανάγκη σε αυτόν που δρα υπό το κράτος της οργής, αλλά σε αυτόν που προκάλεσε την οργή του, καθώς ενδέχεται η οργή να προέρχεται από αδικία του άλλου22. Όπως, δε, γίνεται φανερό, στα εγκλήματα ερωτικού πάθους η συμβολή του θύματος ως προς το εάν ο δράστης θα φθάσει τελικά ή όχι στη διάπραξη του εγκλήματος είναι καθοριστική, δεδομένου ότι σε πολλές περιπτώσεις, όπως έχει επισημάνει ο Γιάννης Πανούσης στον Πρόλογο του προαναφερθέντος έργου τού Παν. Παπαϊωάννου, “η σειρά των αλληλεπιδράσεων   –έλξεων και απωθήσεων– [σε ένα έγκλημα αίματος] είναι συνήθως τόσο περίπλοκη ώστε το μόνο (νομικό και πραγματικό) κριτήριο διάκρισης δράστη-θύματος είναι η ανάληψη πρωτοβουλίας δράσης”…  23

Οι ανωτέρω επισημάνσεις αφορούν, όπως τονίσθηκε ήδη, τις αμιγείς μορφές εγκλημάτων από ερωτικό πάθος. Αντίθετα, στις υπόλοιπες περιπτώσεις τέτοιων εγκλημάτων, π.χ. με ύπαρξη ερωτικού τριγώνου, οι εγκληματικές ενέργειες έχουν κατά κανόνα τον χαρακτήρα ψυχρού σχεδιασμού και εκτέλεσης, κατά τη διάπραξής του λαμβάνονται όλες οι προφυλάξεις που είναι αναγκαίες για τη μη αποκάλυψη της πράξης και, βεβαίως, δεν τίθεται εν προκειμένω θέμα αυτοκτονίας ή μεταμέλειας των ενοχών, γι’ αυτό άλλωστε και οι ποινές εδώ δικαίως μπορούν να φθάσουν έως την ισόβια κάθειρξη.

crime-of-passionΥποσημειώσεις:

* Eισήγηση που παρουσιάσθηκε στην Αθήνα την 18.2.2014, σε εκδήλωση με θέμα «Εγκλημα και Ερωτας», η οποία συνδιοργανώθηκε από το Εργαστήριο Ποινικών και Εγκληματολογικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Αθηνών και από την Ευρωπαϊκή Ενωση Νέων Νομικών ELSA Athens.

1. Κατά τη γνωστή αγγλοσαξονική παροιμία “all is fair in love and war”, με την έννοια ότι όλα είναι θεμιτά και δεν υπάρχει «εὖ ἀγωνίζεσθαι» (fair play) στον έρωτα και τον πόλεμο.
2. Αντίστοιχα, στις δύο αυτές περιπτώσεις, ο Ευ. Παπανούτσος (Πρακτική Φιλοσοφία, Αθήνα: Δωδώνη, 19842, ενότητα “Έρωτας”, σελ. 79-96: 91) κάνει λόγο αφενός για ανολοκλήρωτο έρωτα και αφετέρου για ψευδολοκλήρωτο ή κακολοκλήρωτο έρωτα, θεωρώντας μάλιστα ότι ο δεύτερος είναι χειρότερος από τον πρώτο.
3. Πρβλ. την εισαγωγή της πτυχιακής εργασίας της Μαρίας Μανάκου “Εγκλήματα από Έρωτα”, Αθήνα: Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, ακαδ. έτος 2004-2005, σελ. 6 επ. : “Ο μυστηριώδης χαρακτήρας που περιβάλλει τις δυνάμεις του έρωτα και του θανάτου, υπήρξε πάντα στοιχείο ιδιαίτερου γοήτρου για τους ανθρώπους, που αγωνίζονταν μάταια να κατανοήσουν αυτές τις ακατάληπτες δυνάμεις”.
4. Βλ. τη μετάφραση του έργου αυτού από την Ηρώ Σαγκουνίδη – Δασκαλάκη, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 1983, εδώ σελ. 37.
5. Χαρακτηριστική είναι εδώ η φράση από τον Οθέλλο του Shakespeare (Πράξη Ε΄, Σκηνή 2) σε μτφρ.  Βασίλη Ρώτα: “Αν ήταν όλες των μαλλιών οι τρίχες ζωές, ο γδικιωμός μου είχε στομάχι για όλες”.
6. Στην πραγματικότητα, ο ήρωας αυτής της τραγωδίας δεν είναι ο Ιππόλυτος, αλλά η μητριά του Φαίδρα, η οποία, κατά τον Βασίλειο Μαρκεζίνη (στο έργο του «Η κληρονομιά της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας στον ευρωπαϊκό πολιτισμό», Αθήνα: Σιδέρης, 2013, σελ. 509), «θα μπορούσε να θεωρηθεί το πιο περίπλοκο από τα ευριπίδεια τραγικά πρόσωπα, το οποίο, με δεξιοτεχνικό τρόπο, παρουσιάζεται διχασμένο εναγωνίως ανάμεσα στο καλό και στο κακό, και –περιέργως- προσεγγίζει την τελειότητα». Υπενθυμίζεται ότι η Φαίδρα αποτέλεσε πηγή περαιτέρω έμπνευσης για μεγάλους δραματουργούς, όπως ο Σενέκας και ο Ρακίνας, αλλά και για κορυφαίους σκηνοθέτες, όπως ο Jules Dassin.
7. Τις προαναφερθείσες τραγωδίες “Ιππόλυτος” και “Οθέλλος” θεωρεί ως χαρακτηριστικές περιπτώσεις εγκλημάτων ερωτικού πάθους και ο Enrico Ferri  στο έργο του “Les criminels dans l’ art et la littérature”, Paris: Alcan, 19084, σελ. 37 επ.
8. τ. Α΄, τχ. 1, 1972, σελ. 91, επ., 118.
9. Ως βρασμός ψυχικής ορμής ορίζεται από την ελληνική νομολογία (π.χ. ΑΠ 1549/2012, ΠοινΧρ ΞΓ’ 2013, 258, όπου μάλιστα γίνεται διάκριση του δόλου κατ’ ά. 299 ΠΚ σε προμελετημένο και απρομελέτητο), σύμφωνα και με αντίστοιχη διατύπωση του Νικ. Χωραφά (ΠοινΔ, 19789, με επιμ. Κ. Σταμάτη, § 67, σελ. 260-261), “η κατάσταση αποκλεισμού της σκέψης του δράστη αναφορικά με τη στάθμιση των κινήτρων υπέρ της τέλεσης της ανθρωποκτονίας και εκείνων που τείνουν να τον συγκρατήσουν και τον αποτρέψουν από την τέλεση αυτή, εφόσον αυτός ο αποκλεισμός της σκέψης οφείλεται σε ψυχική υπερδιέγερση που προκλήθηκε από αιφνίδια υπερένταση συναισθήματος ή πάθους” – βλ. Γιάννη Μπέκα, Η προστασία της ζωής και της υγείας στον Ποινικό Κώδικα, Αθήνα: Δίκαιο και Οικονομία, 2004, σελ. 136.
10. Επίσης και ο De Greeff (ένθ. ανωτ, σελ. 296,299), επισημαίνει ότι “η πράξη, άπαξ και τεθεί σε κίνηση, εκτυλίσσεται αυτόματα, με όλη την ακρίβεια και την ενεργητικότητα που απαιτούνται για να φθάσει σε αίσιο τέλος. Η σμίκρυνση του πεδίου της συνείδησης, η κινητήρια θύελλα που αποδεσμεύει η πράξη δημιουργούν τις ιδανικές προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση της πράξης για την οποία [ο δράστης] δεν θα ήταν ικανός εν ψυχρώ (…). Κατά τη σκηνή αυτού τούτου του φόνου, φαίνεται ότι ο δολοφόνος δεν αισθάνεται τίποτε άλλο από το ότι καταβάλλει μια έντονα συγκινησιακή και φυσική προσπάθεια, ότι ενεργεί σαν να είναι σε ημι-συνειδητή κατάσταση αφού προηγουμένως είχε αλωθεί απότομα από ένα είδος εσωτερικού κατακλυσμού”. Αναλυτικότερα για την πρακτική σημασία της αψιθυμίας και τη διάκρισή της σε «σθενική» και «ασθενική» βλ. ιδίως Λεωνίδα Γ. Κοτσαλή, Δικαστική Ψυχιατρική, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 20135, 4.1.1.1.Γ, σελ. 91 και σημ. 43.
11. Πρβλ. για την υπόθεση Κολιτσοπούλου τη διπλωματική εργασία (Mémoire de DEA) της Helène Rethimiotaki “L’ affaire Kolitsopoulos”, Paris: Université de Paris II, 1989.
12. Σελ. 94 επ. [de la jalousie]. Βεβαίως οι συλλογικές αυτές τάσεις απέναντι στα εγκλήματα από ερωτικό πάθος συσχετίζονται άμεσα και με τις αντιλήψεις μιας κοινωνίας ως προς τις αντιδράσεις της σε πρόσωπα που διαπράττουν μοιχεία. Έτσι, στην αρχαία Ελλάδα εντύπωση προξενεί ο ανάλαφρος τρόπος με τον οποίο ο Όμηρος, στην Οδύσσειά του (Θ’ 266-369), περιγράφει τη διαπόμπευση των παράτολμων εραστών-Θεών Άρη και Αφροδίτης από τον απατημένο σύζυγο-Θεό Ήφαιστο. Επίσης στην αρχαία Ρώμη ο Οβίδιος,  στις Μεταμορφώσεις του (Βιβλίο II, 596-632) εμφανίζει τον θεό Απόλλωνα σφόδρα μετανιωμένο όταν σε μια στιγμή οργής σκοτώνει την αγαπημένη του Κορωνίδα, που ακούστηκε ότι ερωτοτροπούσε μ’ ένα νεαρό Θεσσαλό. Ακόμη και ο Κικέρων, σε λόγο που εκφώνησε περί τον Απρίλιο του 56 π.Χ. υπέρ του Μάρκου Καίλιου Ρούφου (pro Caelio), αποκρούει τις κατηγορίες της ρωμαίας Clodia ότι τάχα ο Καίλιος, ως εραστής της, προσπάθησε να τη δηλητηριάσει, και αποδίδει τις κατηγορίες αυτές σε λόγους εκδίκησης και προπετούς ερωτικού πάθους (temeritas ac libido) (XIV), οι δε ισχυρισμοί του φαίνεται ότι οδήγησαν σε αθώωση του πελάτη του –βλ. Cicero, The Speeches: pro Caelio, de provinciis consularibus, pro Balbo, μτφρ. R. Gardner, Cambridge/ London: Harvard Univ. Press/ Heinemann (Loeb Classical Library), 1958, σελ. 449 και 405. Υπήρχε, λοιπόν, ενδεχομένως ένα πνεύμα κατανόησης των κοινωνιών αυτών προς τους μοιχούς και τους άλλους ερωτικούς συντρόφους, αλλά και μια αποστασιοποίηση απέναντι σε όσους θα προχωρούσαν σε αυστηρή τιμώρηση αυτών των εραστών. Αντίθετα, κατά την εποχή της Αναγέννησης εντύπωση προκαλούν οι περιγραφές στο “Δεκαήμερο του Βοκάκιου (IV,1 και IV,9), όπου ο τιμωρός πατέρας ή ο απατημένος σύζυγος σκοτώνουν τον εραστή της παντρεμένης κόρης και στη συνέχεια της «προσφέρουν» την καρδιά του εραστή, με τραγική συνέπεια αυτή να αυτοκτονήσει. Επίσης και ο Δάντης στη Θεία Κωμωδία (Τραγούδι Ε’, 70 επ.) περιγράφει με μελανά χρώματα το μαρτύριο της Francesca da Rimini και του παράνομου εραστή της Paolo Malatesta.
13. Ανωτ., σελ. 188 επ., 323 επ., 383.
14. Ο Ευριπίδης στον «Ιππόλυτο» (530 επ.) σημειώνει πως όταν ο έρωτας υπερβαίνει το μέτρο, το χτύπημά του είναι πιο δυνατό και από φωτιά ή κεραυνό.
15. Ο Παν. Παπαϊωάννου στο εμπεριστατωμένο έργο του «Εγκλήματα Ζηλοτυπίας. Εγκληματολογική Θεώρηση και Νομολογία», Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2001, σελ. 220, κάνει εδώ λόγο για “υπερφονικότητα”, παραπέμποντας και σε συναφείς δικαστικές αποφάσεις κατά τις οποίες ο δράστης υπερβαίνει εξωτερικώς το αναγκαίο μέτρο θανάτωσης του θύματος.
16. Jacqueline C. Campbell, “If I can’t Have You, No One Can”, Power and Control in Homicide of Female Partners, εις: Jill Radford/Diana E.H. Russel (eds.), Femicide, The Politics of Woman Killing, Prentice Hall: Twayne, 1992, 99-113: 111, κατά παραπομπή Παν. Παπαϊωάννου, ενθ. αν., σελ. 223, όπου το ποσοστό των αυτοκτονιών σε περιπτώσεις εγκλημάτων ερωτικού πάθους, σύμφωνα με στοιχεία του περ. “Time” για το έτος 1989, υπολογίζεται σε 26,1%. Αντίστοιχα, κατά τη συζήτηση εισήγησης που παρουσίασε ο Léon Rabinowicz στη Société générale des prisons το 1931 σε σχέση με το έγκλημα πάθους (Le crime passionel), ο George Heuyer ανέφερε ότι το ποσοστό των αυτοκτονιών που έπονται εγκλημάτων πάθους ανέρχεται σε 30% -βλ. Revue pénitentiaire et de Droit pénal, 1931, σελ. 224-225:238.
17. Για την κατανόηση αυτής της διεργασίας, χρήσιμη είναι η προσφυγή σε βασικές έννοιες της ψυχαναλυτικής θεωρίας και ιδίως στη libido. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Freud στη μελέτη του “Εισαγωγή στον Ναρκισσισμό” (1914), «το υψηλότερο σημείο στο οποίο μπορεί να φθάσει η “libido του αντικειμένου” παρατηρείται στο ερωτικό πάθος, όταν δηλ. το άτομο φαίνεται να παρακινείται από την ίδια την προσωπικότητά του υπέρ της κάθεξης [κατοχής] του αντικειμένου –βλ. Sigmund Freud, Complete Psychological Works, vol. XIV, London: Vintage Books, 2001, μελέτη: On Narcissism: An Introduction, 73-81:76 και ελλ. μτφρ. από τον Λευτ. Αναγνώστου στο έργο: Σ. Φρόυντ, Ναρκισσισμός, Μαζοχισμός, Φετιχισμός, Αθήνα: Επίκουρος, 1991,7-17:10. Είναι προφανές, ότι η λογική αυτή της «κατοχής» του άλλου μπορεί να οδηγήσει τον ερωτευμένο σε αυτοκτονία χωρίς παράλληλο φόνο του αγαπημένου του προσώπου, με την έννοια ότι η συνεύρεση των δύο  θα υπάρξει σε ένα απώτερο μεταφυσικό στάδιο στο μέλλον. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ήρωας του Goethe, Βέρθερος, στην αγαπημένη του Λόττε πριν αυτοκτονήσει, «Από αυτή τη στιγμή είσαι δική μου! Δική μου, ω Λόττε. Πηγαίνω πρώτος! Πηγαίνω στον Πατέρα μου (=Θεό), στον Πατέρα σου. Σ’ αυτόν θα παραπονεθώ, κι εκείνος θα με παρηγορήσει μέχρι να έρθεις και τότε θα τρέξω να σε προϋπαντήσω και θα σ’ αρπάξω και θα μείνουμε μαζί, μπροστά στον υπερούσιο, ενωμένοι σε ένα ατέλειωτο αγκάλιασμα» -βλ. Γκαίτε, Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, μτφρ. Στέλλα Νικολούδη, Αθήνα: Αγρα, 1994, 253.
18. Κατά τον Κωνστ. Γαρδίκα στη μελέτη του “Τα παρορμητικά εγκλήματα” (ΠoινXρ IE’, 1965, 65-85 και 129-144: 136), η αψιθυμία μπορεί να άρη και τον ίδιο τον καταλογισμό, εφόσον όμως προκαλέσει εντελή σύγχυση της συνείδησης.
19. Ηδη στην αρχαία ελληνική σκέψη ο έρωτας εθεωρείτο ότι υπό ακραίες συνθήκες οδηγεί σε κατάσταση «μανίας» (Αριστοτ., Ηθικά Νικομάχεια, 1149b 35), δηλ. «τρέλας» (Σοφοκλ., Αντιγόνη, 790).
20. Πάντως από την έρευνα δικογραφιών που πραγματοποίησε ο Άγγελος Τσίγκρης για υποθέσεις του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών κατά την περίοδο 1986-1995, επί συνόλου 23 υποθέσεων ανθρωποκτονίας με κίνητρο το ερωτικό πάθος, μόλις 3 υποθέσεις αφορούσαν δράστες με διαταραγμένη προσωπικότητα, κυρίως δηλ. νευρώσεις, χρόνιο αλκοολισμό και εξάρτηση από ναρκωτικά –βλ. Άγγ. Τσιγκρή, Εγκλήματα από  Έρωτα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη: Εκδ. Σάκκουλα, 2004, σελ. 39. Επίσης, ως προς την προγενέστερη εγκληματική δραστηριότητα δραστών από ερωτικό πάθος, μόλις 4 τέτοιες περιπτώσεις προηγούμενης καταδίκης καταγράφηκαν, γεγονός το οποίο συσχετιζόμενο και με αντίστοιχα γενικά στοιχεία περί ανθρωποκτονιών, επιτρέπει κατά τον Άγγ. Τσιγκρή (όπ. π., σελ. 29) το συμπέρασμα ότι “οι δράστες του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με κίνητρο το ερωτικό πάθος έχουν μικρότερη ροπή προς το έγκλημα, λειτουργούν περισσότερο παρορμητικά και λιγότερο προσχεδιασμένα και ίσως να είναι το πρώτο και τελευταίο έγκλημα που τελούν”. Και ο De Greff (ανωτ., σελ. 316) θεωρεί ότι το ποσοστό υποτροπής ποικίλλει μεταξύ 2% και 5%.
21. Εγκληματολογία, τ. Α΄, 19686, σελ. 861.
22. Πρβλ. Πλάτωνος Νόμοι, 866d 6 επ. και Κ.Γ. Γαρδίκα, Το παρά τοις αρχαίοις Έλλησι και μάλιστα τοις Αττικοις ποινικόν και ιδία φονικόν δίκαιον, Αθήναι: εκδ. Σακελλαρίου, 1918, σελ. 171 επ., καθώς και C. Gardikas, L’homicide chez les anciens Hellènes et notamment les Attiques, Genève 1918, σελ. 12 και σημ. 1.
23. Για τον ρόλο του θύματος σε τέτοια περίπλοκα εγκλήματα, βλ. και Εμμ. Π. Ανδριανάκη, Θυματολογικά, Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2001, σελ. 15, 47, 74-75.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό The Art of Crime.

crime_and_punishment22

Σπύρος Μπέσκος, ο δράκος με τα μαγικά χέρια

•07/02/2015 • 10 σχόλια

Της Νίνας Κουλετάκη

Εισαγωγή

Από τον Σεπτέμβριο του 1981, ένας «δράκος» δρούσε στα νότια προάστια της Αθήνας. Χτυπούσε πάντα Σαββατοκύριακο, στόχευε γυναίκες τις οποίες βίαζε, έχοντας στραγγαλίσει και δύο από αυτές. Συνελήφθη σχεδόν δυο χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1983. Η κοινή γνώμη έμεινε εμβρόντητη από το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα άτομο υπεράνω πάσης υποψίας, πλήρως ενταγμένου στην κοινωνία, φυσιοθεραπευτού, παντρεμένου και πατέρα ενός παιδιού. Ήταν ο 37χρονος Σπύρος Μπέσκος.

beskos1Τα εγκλήματα

Ο Μπέσκος γεννήθηκε το 1946 στην Κυπαρισσία και την εποχή των εγκλημάτων του έμενε στον Νέο Κόσμο, όπου διατηρούσε και το φυσιοθεραπευτήριό του. Ήταν αυτό που λέμε «υπόδειγμα», σε όλους τους τομείς: καλός οικογενειάρχης, άριστος σύζυγος και πατέρας, χαρισματικός θεραπευτής, αγαπητός μεταξύ συγγενών και φίλων. Αυτά Δευτέρα με Παρασκευή. Τα Σαββατοκύριακα μεταλλασσόταν στον βιαστή και δολοφόνο που καραδοκούσε για γυναίκες, είτε πόρνες τις οποίες «ψάρευε» ως πελάτης, είτε άλλες που με βία έβαζε στο αυτοκίνητό του, ένα μπλε Ωτομπιάνκι. Όπως και νάχει η τύχη τους ήταν κοινή: τις οδηγούσε σε ερημική τοποθεσία, περνούσε ένα σχοινί στο λαιμό τους και το έσφιγγε μέχρι να χάσουν τις αισθήσεις τους και, στην συνέχεια, τις βίαζε. Η χρήση βίας δεν ήταν, πάντα, αναγκαία: ο Μπέσκος ήταν βίαιος γιατί το απολάμβανε.

O Μπέσκος άρχισε την εγκληματική του δραστηριότητα πιθανότατα το 1981 καθώς, όπως προέκυψε κατά την ανάκρισή του, ομολόγησε ένα περιστατικό το οποίο οι αρχές είχαν καταχωρίσει στις άλυτες υποθέσεις από εκείνη την εποχή. Η δράση του ξεκίνησε από την παραλιακή (Φάληρο, Γλυφάδα, Καλαμάκι κ.λ.π.), ενώ στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα Βόρεια Προάστια (Κηφισιά, Μαρούσι και αλλού).

Την 20ή ή 21η Σεπτεμβρίου του 1981, ο Μπέσκος βίασε και δολοφόνησε την δεκαεννιάχρονη ιερόδουλη Χρυσάνθη Μπατζίκα, την οποία συνάτησε στην παραλιακή, κοντά στο κέντρο «ΔΕΙΛΙΝΑ». Συμφώνησαν την τιμή και με το αυτοκίνητό του την οδήγησε σε ερημικό σημείο, προκειμένου να γίνει η «συναλλαγή». Εκεί, όμως, ο Μπέσκος έβγαλε από την τσέπη του ένα σχοινί και της το πέρασε στον λαιμό ενώ την φίμωσε με λευκοπλαστ. Η κοπέλα αντέδρασε κι άρχισε να μάχεται για τη ζωή της. Σε κάποια στιγμή κατόρθωσε ν’ απαλλαγεί από το λευκοπλάστ κι άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Τότε ο Μπέσκος άρπαξε ένα κουκουνάρι και της το σφήνωσε στο στόμα. Η Μπατζίκα πέθανε από ασφυξία. Το πτώμα της ανακαλύφθηκε από έναν κηπουρό, ο οποίος ειδοποίησε και την αστυνομία.

Η δεύτερη γνωστή δολοφονία που διέπραξε ο Μπέσκος, τοποθετείται δυο χρόνια αργότερα και, συγκεκριμένα, στις 27 Ιουνίου του 1983. Η εικοσάχρονη Χαρίκλεια Κολιοπούλου δολοφονήθηκε στην οδό Υψηλάντου, στην περιοχή Καλαμακίου. Ο Μπέσκος ακολούθησε την ίδια διαδικασία, όπως και με την Μπατζίκα, αλλά αντί για κουκουνάρι έχωσε στο στόμα της Κολιοπούλου το σουτιέν της.

Εκτός από τις δύο, αυτές, δολοφονίες ο Μπέσκος διέπραξε και δεκατέσσερις απόπειρες ανθρωποκτονίας και βιασμούς. Ενδεικτικά αναφέρω:

-13 Αυγούστου 1982: στην παραλιακή, στο ύψος του αγγλικού νεκροταφείου, βιάζει και προσπαθεί να δολοφονήσει μια τριαντάχρονη γυναίκα.

-21 Μαΐου 1983: επιτίθεται στην εικοσάχρονη Αγγελική Δ., στην περιοχή της Βουλιαγμένης, η οποία διασώζεται χάρη στην παρέμβαση των γειτόνων της.

-4 Ιουνίου 1983: επίθεση, ξυλοδαρμός και βιασμός της τριανταδυάχρονης Μαρίας Δ. στην περιοχή της Βάρκιζας.

-10 Ιουνίου 1983: επιτίθεται και βιάζει την ιερόδουλο Μαρία Π., 31 ετών, στο Καλαμάκι.

-Ιούνιος 1983: βιάζει και αποπειράται να δολοφονήσει μιαν 22χρονη ιερόδουλο, στην Λεωφόρο Ποσειδώνος.

-24 Σεπτεμβρίου 1983: βιάζει και αποπειράται να στραγγαλίσει μια ανήλικη μαθήτρια.

Σε όλα τα περιστατικά το modus operandi ήταν το ίδιο: σχοινί στο λαιμό, δέσιμο των χεριών πίσω, πρόκληση αναισθησίας και βιασμός.

beskos3Η σύλληψη

Η αστυνομία βρισκόταν σε πλήρη κινητοποίηση για την αποκάλυψη και σύλληψη του «δράκου με το σχοινί». Πέρα από τα μπλόκα στις περιοχές όπου δρούσε ο δράκος, πολλές αστυνομικίνες υποδύονταν τις ιερόδουλες, περιμένοντας να τις πλησιάσει ο Μπέσκος, χωρίς αποτέλεσμα. Μέχρι το βράδυ της Παρασκευής 7 Οκτωβρίου του 1983. Εκείνο το βράδυ είχαν στηθεί μπλόκα τόσο στην περιοχή της παραλίας, μεταξύ Βάρκιζας και Βουλιαγμένης, όσο και στα βόρεια προάστια, από το Καστρί μέχρι την διαστάυρωση του Διονύσου. Εκεί ακριβώς ήταν που αποφάσισε να «χτυπήσει» ο Μπέσκος εκείνο το βράδυ.

Πλησίασε την αστυνομικό Πολυξένη Ταμπάκη, η οποία ήταν το «δόλωμα». Η Ταμπάκη είχε σαφείς εντολές: να είναι φιλική, χαμογελαστή και ενδοτική, αλλά σε καμία περίπτωση να μην δεχτεί να μπει στο αυτοκίνητο του Μπέσκου. Έτσι και έγινε. Ο Μπέσκος την πλησίασε κι εκείνη του χαμογέλασε. Εκείνος απομακρύνθηκε για να επιστρέψει λίγο αργότερα, προκειμένου να την πείσει να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητό του. Αντιλαμβάνεται τους αστυνομικούς που καραδοκούσαν και τρέπεται σε φυγή. Αρχίζει η καταδίωξη κι ο Μπέσκος μπλοκάρεται και συλλαμβάνεται κοντά στον «Τροχονόμο» της Κηφισσιάς. Κατά την σύλληψη αντιστέκεται αλλά, τελικά οδηγείται δέσμιος στην Ασφάλεια Περισσού.

Στην ανάκριση ο Μπέσκος αρνείται τα πάντα και αποποιείται οποιαδήποτε σχέση με τον «δράκο της παραλίας». Έχρι την στιγμή που οι αστυμομικοί φέρνουν ενώπιόν του ένα από τα τελευταία θύματά του: μιαν εικοσάχρονη μπέιμπυ σίττερ, την οποία ο Μπέσκος είχε βιάσει στην Εκάλη. Από τον βιασμό η άτυχη κοπέλα είχε μείνει έγγυος κι είχε αναγκαστεί να προχωρήσει σε διακοπή της κύησης. Το σοκ ήταν μεγάλο και για τους δύο: για το κορίτσι, που αναγνώρισε στο πρόσωπο του Μπέσκου τον βιαστή της, αλλά και για τον ίδιο τον Μπέσκο που είδε μπροστά του ένα από τα θύματά του. Κατάλαβε ότι είχε, πλέον, χάσει το παιχνίδι και ομολόγησε.

beskos11Ο αντίκτυπος, η δίκη και η καταδίκη

Η αποκάλυψη της ταυτότητας του δράκου, έπεσε σαν «κεραυνός εν αιθρία» στα κεφάλια των οικείων του. Η σύζυγός του –και σύντροφος του Μπέσκου επί δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια- έπαθε σοκ. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο άνδρας της, και πατέρας του παιδιού της, ήταν ο καταζητούμενος βιαστής και δολοφόνος. Το ίδιο και οι γονείς του Μπέσκου. Ο πατέρας του επέμενε ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση να ήταν ο γιος του δολοφόνος. Το ίδιο κατάπληκτοι έμειναν και οι ασθενείς του, που μόνο καλά λόγια είχαν γι αυτόν.

Κατά την αναπαράσταση των δολοφονιών, παρουσία του ιατροδικαστού Πάνου Γιαμαρέλλου, είχαν συγκεντρωθεί πολλά άτομα τα οποία, εξαγριωμένα με τον Μπέσκο, προσπάθησαν να του επιτεθούν. Ο Μπέσκος ήταν απόλυτα ψύχραιμος κατά την αναπαράσταση κι απαντούσε ήρεμα σε όλες τις ερωτήσεις.

Η δίκη του Σπύρου Μπέσκου έγινε στο Κακουργιοδικείο τον Φεβρουάριο του 1985. Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο Χρήστος Παπούλιας, εισαγγελέας ο Αθανάσιος Κονταξής και μέλη ο Ηλίας Γιαννακάκης κι ο Θεοχάρης Μπίρμπας. Σε όλη την διάρκεια της διαδικασίας ο Μπέσκος παρέμενε ψύχραιμος και σιωπηλός. Όταν ο πρόεδρος τον κάλεσε ν’ απολογηθεί, εκείνος απάντησε λακωνικά: «Δεν έχω να πω τίποτα».

Το δικαστήριο, με ομόφωνη απόφαση, καταδίκασε τον Σπύρο Μπέσκο δύο φορές σε θάνατο για τις δύο δολοφονίες των γυναικών και σε 25 χρόνια κάθειρξη για τις υπόλοιπες εγκληματικές του πράξεις.

Στην φυλακή ο Μπέσκος υπήρξε υπόδειγμα κρατουμένου, όπως ήταν και υπόδειγμα πολίτη στην ζωή του έξω από αυτήν. Δεν υπέπεσε ούτε μία φορά σε πειθαρχικό παράπτωμα. Διάβαζε, ζωγράφιζε (προσέφερε τα έργα του προς πώληση στον σύλλογο συμπαράστασης κρατουμένων «ΟΝΗΣΙΜΟΣ», για ενίσχυση των σκοπών του), βοηθούσε με την επιστήμη του τους κρατουμένους. Ήταν εξαίρετος φυσιοθεραπευτής και, μάλιστα, βοήθησε το παιδί ενός φύλακα να περπατήσει, την στιγμή που οι γιατροί είχαν διαγνώσει πως δεν θα σηκωνόταν ξανά από την αναπηρική καρέκλα. Μετά από αυτό ο διευθυντής των φυλακών του έδωσε την άδεια να λειτουργεί ένα άτυπο φυσιοθεραπευτήριο μέσα στις φυλακές και να ανακουφίζει τους κρατούμενους με σχετικά προβλήματα.

assets_LARGE_t_420_2169210Η αποφυλάκιση και η «ζωή μετά»

Ήδη, μέσα από την φυλακή, ο Μπέσκος είχε μετανοήσει για τα εγκλήματά του και είχε ζητήσει συγγνώμη από τα θύματα και τις οικογένειές του ενώ, παράλληλα, είδε την δική του οικογένεια να διαλύεται. Μετά από τρεις, αποτυχημένες, αιτήσεις αποφυλάκισης, ο Σπύρος Μπέσκος αποφυλακίστηκε τον Αύγουστο του 2008, έχοντας εκτίσει 25 χρόνια από την ποινή του. Είναι ξαναπαντρεμένος, δεν έχει αλλάξει όνομα, ούτε καν γειτονιά. Έχει επιστρέψει στο φυσιοθεραπευτήριό του στην Ηλιούπολη, όπου εξακολουθεί να εργάζεται επιτυχώς μέχρι σήμερα.

Ο Μπέσκος θεωρείται μια, από τις σπάνιες είναι η αλήθεια, περιπτώσεις πραγματικού σωφρονισμού μέσα στις φυλακές. Όχι μόνο υπήρξε αλληλέγγυος προς τους συγκρατουμένους του κατά την διάρκεια του εγκλεισμού του, αλλά κατάφερε να επανενταχθεί πλήρως στην κοινωνία, να ξαναγίνει αποδεκτός και αγαπητός από αυτήν, χωρίς να αντιμετωπίζει τον ρατσισμό που, συνήθως ακολουθεί τους τροφίμους φυλακών κατά την προσπάθεια επανένταξής τους.

Παράρτημα

Η υπόθεση Μπέσκου, σ’ ένα επεισόδιο της «Ανατομίας ενός εγκλήματος», από τον πρώτο κύκλο της σειράς.  Σενάριο Πέτρου Μάρκαρη, σκηνοθεσία Πάνου Κοκκινόπουλου, με τον Άκη Σακελλαρίου να υποδύεται τον Μπέσκο.

Πηγές

-Εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ»

-Εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ»

-Εφημερίδα «ESPRESSO”

-Εφημερίδα «EXPRESS»

-Πάνου Σόμπολου, «Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα»

-Θοδωρή Γεωργακόπουλου, «Αγγελική Νικολούλη, τιμωρός του εγκλήματος»

-Το διαδίκτυο

 crime_and_punishment22

Δήμιοι και θανατικές εκτελέσεις στην Ελλάδα

•17/01/2015 • 1 σχόλιο

Toυ Νέστορα Ε. Κουράκη,

Καθηγητή Νομικής Σχολής Αθηνών

 Το θέμα που πρόκειται να πραγματευθώ είναι ασφαλώς δυσάρεστο και μάλιστα «ιδιαζόντως απεχθές». Προκαλεί, δηλαδή, απέχθεια, αποστροφή, όπως α­κριβώς απαιτούσε παλαιότερα ο νόμος (άρθρο 86 Ποιν. Κώδικα) να είναι, αντίστοιχα, ένα έγκλημα, ώστε να καταδικασθεί ο δράστης του σε θάνατο. Ωστόσο, η προσέγγιση της θεματικής για τις θανατικές εκτελέσεις έχει ίσως και σήμερα τη χρησι­μότητά της.

Χρησιμότητα όχι μόνον από την άπο­ψη ότι προωθείται έτσι η ιστορική έρευνα, αλλά επίσης και από την άποψη ότι ενδυναμώνεται – μέ­σω της απέχθειας – η πεποίθηση του καθενός από εμάς ότι η θανατική ποινή είναι αντίθετη με κάθε έννοια ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και αυτό είναι σημαντικό να εμπεδωθεί ως αντίληψη, διότι έστω και αν η θανατική ποινή καταργήθηκε στη χώρα μας από ετών (de facto το 1972, de jure το 1993), [1] όμως στη συνείδηση ευρύτερων στρωμάτων του πληθυσμού (κυρίως μεταξύ των απαίδευτων και των χαμηλοεισοδηματιών) εξακολουθεί, ίσως, να θεωρείται ακόμη ως ο κυριότερος τρόπος απάντησης της πολιτείας σε ακραίες εγκληματικές ενέργειες. [2]

«Απάνθισμα των Εγκληματικών», η πρώτη ποινική ελληνική κωδικοποίηση (1824)Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους αλλά ήδη και νωρίτερα, το 1824, οπότε έγινε η ψήφιση της πρώτης ελληνικής ποινικής κωδικοποίησης (πρόκειται για το λεγόμενο «Απάνθισμα των Εγκληματικών»), η θανατική ποινή εντάχθηκε – σχεδόν αυτονόητα – στο νομοθετικό οπλοστάσιο αντιμετώπισης του εγκλήματος, αλλά μόνο για ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα (φόνο από προμελέτη, ληστεία με φόνο, προδοσία κ.λπ.).

Ωστόσο έως το 1830, αρχικά λόγω της εμπόλεμης κατάστασης και έπειτα λόγω της ήπιας στάσης του Καποδίστρια στα θέματα των ποινών, δεν φαίνεται να υπήρξαν πολλές επίσημες θανατικές εκτελέσεις. Ειδικότερα, σύμφωνα με έρευνα του δικηγόρου και πολιτικού επιστήμονα Βασίλη Δωροβίνη [3] στην τότε εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος»), όπου δημοσιεύονταν – προς – παραδειγματισμό των πολλών – λεπτομέρειες από τις θανατικές εκτελέσεις, κατά την καποδιστριακή περίοδο 1828 – 1831 εντοπίζονται μόνο τρεις εκθέσεις εκτελέσεων (12.11.1828, 17.11.1830 και 31.12.1830).

Μάλιστα, η μια από τις εκθέσεις αυτές (εκείνη της 17ης 11.1830) αναδημοσιεύθηκε και στο νομικό περιοδικό «Θέμις» του 1891 (σελ. 204 – 206). Από εκεί πληροφορούμαστε αρκετές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες της εκτέλεσης:

Ο μελλοθάνατος είχε καταδικασθεί για «φονοπειρατία» τριών επιβατών σε πλοίο στο οποίο ο ίδιος ήταν «συντροφοναύτης». Μετά την απόρριψη της αίτησής του για χάρη, εγκλείσθηκε φρουρούμενος στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καλαμάτας. Εκεί πέρασε τη νύχτα του «εξομολογούμενος εις τον ιερέα τα αμαρτήματά του και προσευχόμενος αδιακόπως» έως το πρωί. Κατόπιν, και ενώ οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα, ο κατάδικος οδηγήθηκε μέσα από την αγορά – εμφανής και εδώ η σημασία του παραδειγματισμού των πολλών! – στο χώρο της παλαιάς Μητρόπολης και των παλαιών μνημάτων, όπου και εκτελέσθηκε, επάνω στον ήδη έτοιμο τάφο του, από τρεις στρατιώτες που τον πυροβόλησαν στο κεφάλι.

cebdceb1cf85cf80cebbceafcebf-cebccf80cebfcf8dcf81cf84ceb6ceb9Με τουφεκισμό, αλλά από εκτελεστικό απόσπασμα 12 ανδρών και με παρουσία πυκνότατου πλήθους, εκτελέσθηκε τη 10η 10.1831 το μεσημέρι στο φρούριο της Ακροναυπλίας (Ιτς Καλέ) και ο Γιωργάκης Μπεϊζαντές Μαυρομιχάλης, ο ένας δηλαδή από τους φονείς του Κυβερνήτη Καποδίστρια. [4]

Με την έλευση του Όθωνα και την εγκαθίδρυση – αρχικά – της Αντιβασιλείας στην Ελλάδα, το 1833, η θανατική ποινή στην Ελλάδα αποκτά νέο «πρόσωπο», εκτελούμενη πλέον με λαιμητόμο. Σύμφωνα με τον Ποινικό Νό­μο που θεσπίσθηκε το 1834 (άρθρο 5), «ο καταδι­κασθείς εις θάνατον αποκεφαλίζεται δια του λαι­μητόμου», το δε σώμα του «ενταφιάζεται ησύχως και άνευ πομπής δια της Αστυνομίας».

Παράλλη­λα το 1833 έφθασε στο Ναύπλιο με πλοίο από τη Μασσαλία μια λαιμητόμος, η οποία είχε ήδη χρη­σιμοποιηθεί και παλαιότερα στη Γαλλία. Ο κόσμος στην Ελλάδα την ονόμασε «καρμανιόλα», μια ονο­μασία που συνδεόταν στη Γαλλία με το φερώνυμο ρούχο (κάτι σαν αμπέχονο, δηλαδή κοντό πανωφό­ρι) που φορούσαν οι Γάλλοι επαναστάτες («αβράκωτοι»), ιδίως κατά την περίοδο της «τρομοκρα­τίας» (1793-1794), και με το αντίστοιχο τραγούδι («Dansons la Carmagnole!…») που έλεγαν, χο­ρεύοντας, όταν συνόδευαν τους μελλοθανάτους στη λαιμητόμο. [5]

Εκτέλεση στο Παρίσι (Place de la Roquette), 1857.

Εκτέλεση στο Παρίσι (Place de la Roquette), 1857.

Μαζί με τη λαιμητόμο έφθασαν στο Ναύπλιο και δυο Γάλλοι δήμιοι, γνώστες του τρό­που λειτουργίας της. Όμως ύστερα από δυο χρόνια αναγκάστηκαν να φύγουν λόγω του αρνητικού τρό­που με τον οποίο έγιναν δεκτοί, τόσο από το λαό που παρακολουθούσε τις εκτελέσεις (αποδοκιμα­σίες, λιθοβολισμοί) όσο και από τους μελλοθανά­τους, οι οποίοι είχαν τότε την τάση να βιαιοπραγούν εναντίον των δημίων τους επάνω στο ικρίωμα.

Υπενθυμίζεται ότι κύρια μορφή σοβαρής εγκλη­ματικότητας εκείνη την εποχή ήταν η ληστεία. Αυ­τή, ωστόσο, συχνά εμφάνιζε ένα φιλολαϊκό / αντι­καθεστωτικό χαρακτήρα και δημιουργούσε έτσι στον πληθυσμό αισθήματα θαυμασμού και συμπά­θειας προς τους ληστές.[6] Τούτο εξηγεί, έως ένα βαθμό, και τις αντιδράσεις του κόσμου εναντίον των δημίων εκείνη την περίοδο. Εξάλλου, από στοι­χεία ενός δυσεύρετου αγγλόφωνου έργου, δημοσιευμένου από τον Φρέντερικ Στρονγκ (Frederick Strong) το 1842 με τίτλο «Η Ελλάδα ως Βασίλειο», προκύπτει ότι από τις 233 κακουργηματικές υποθέ­σεις που εκδίκασαν το 1838 τα ελληνικά Δικαστή­ρια Ενόρκων, οι 115 (49%) αφορούσαν συμμορίες ληστών (brigandage), οι 36 (15%) ληστείες (robbery) και οι 37 (16%) αντίσταση μετά φόνου (sedition and murder).[7]

Με δεδομένο αυτό το ι­διόρρυθμο έως πολεμοχαρές κλίμα κατά της εξου­σίας και των δημίων είναι προφανές ότι πολύ δύ­σκολα μπορούσαν να βρεθούν αντικαταστάτες στη θέση των απερχόμενων Γάλλων δημίων. Γι’ αυτό και η τότε κυβέρνηση αναγκάσθηκε να προσλάβει επειγόντως ένα θανατοποινίτη Αλβανό ληστή, τον Χασάν Αρναούτ, του οποίου η εκτέλεση, σε αντάλ­λαγμα αυτών των «υπηρεσιών», ανεστάλη, όπως και ενός Αλγερινού βοηθού του.

Ξύλινη λαιμητόμος της εποχής του Όθωνα. Εγκληματολογικό Μουσείο. Ιατρική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ξύλινη λαιμητόμος της εποχής του Όθωνα. Εγκληματολογικό Μουσείο. Ιατρική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Οι δυο δήμιοι, όπως και όσοι τους διαδέχθηκαν αργότερα, διέμεναν υπό κράτηση στο γνωστό ενετι­κό φρούριο Μπούρτζι (στα τουρκικά σημαίνει «ι­σχυρό»), λίγο έξω από την παραλία του Ναυπλί­ου. [8] Επειδή συνηθιζόταν οι εκτελέσεις να γίνονται, για λόγους – και πάλι – παραδειγματισμού, στον τό­πο όπου είχε διαπραχθεί αντίστοιχα το κάθε έ­γκλημα, οι δήμιοι μαζί με τη λαιμητόμο έπρεπε να μεταφέρονται σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και να εκπληρώνουν εκεί το έργο τους.

Έτσι, στην Αθήνα του 1854, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο γνω­στός αρχαιολόγος και περιηγητής Εντμόν Αμπού, [9] η καρμανιόλα υψωνόταν στην είσοδο του σπηλαίου των Νυμφών (Αστεροσκοπείο) [στην Αθήνα, αλλά στο Πεδίον του Άρεως, έγινε την 8η 6.1870 και η ε­κτέλεση των πέντε εναπομεινάντων ληστών που καταδικάσθηκαν για την περιβόητη σφαγή στο Δή­λεσι [10]. Εξάλλου, στον Πειραιά του 1870, κατά τη μαρτυρία του επίσης αρχαιολόγου Γκαστόν Νιεσάν, [11] η λαιμητόμος στηνόταν σ’ ένα πλάτωμα λίγο πριν από την πόλη, κοντά στο νεκροταφείο, ενώ στο Λαύριο του 1882 οι εκτελέσεις γίνονταν συνήθως στην πλατεία Θορικού ή, μάλλον, στη θέση «Κυ­πριανός», όπου εντοπίσθηκε και πέτρινη βάση πά­νω στην οποία πιθανόν να τοποθετούνταν η λαιμη­τόμος. [12]

Όμως σε αρκετές περιπτώσεις, επειδή πολλοί βαρυποινίτες και ιδίως θανατοποινίτες φυλάσ­σονταν στο φρούριο Παλαμήδι του Ναυπλίου και δη στην άθλια «ανθρωπαποθήκη» του Προμαχώνα με το όνομα «Μιλτιάδης», [13] οι ε­κτελέσεις γίνονταν α­ντίστοιχα σε α­πόσταση περίπου200 μ. από την ανατολική πλευρά του φρουρίου, στη θέση «Αλωνάκι», όπου μάλιστα λέ­γεται ότι δεν φύτρωνε τίποτε λόγω του αίματος που χυνόταν.

Παλαμήδι. Προμαχώνας Μιλτιάδη, φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη.

Παλαμήδι. Προμαχώνας Μιλτιάδη, φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη.

Έτσι, εκεί εκτελέστηκαν το Μάιο του 1898 οι δυο επίδοξοι δολοφόνοι του βασιλιά Γεωργίου Α’ μετά την ανεπιτυχή ενέργειά τους στη θέση Άγιος Σώστης της σημερινής λεωφόρου Συγγρού, [14] όπως επίσης εκεί τελείωσαν τη ζωή τους το 1911 και 14 μελλοθάνατοι διαφόρων αδικημάτων, για τους ο­ποίους η κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου θεώρησε ότι δεν έπρεπε να δοθεί χάρη. [15]

Σημειωτέον ότι στις τε­λευταίες αυτές εκτελέσεις πρωτοστάτησαν ως δήμι­οι οι (πρώην μελλοθάνατοι) Ιωάννης Ζήσης και Κυριάκος Σωτηρόπουλος (βοηθός του), ενώ σε προηγούμενες περιόδους, π.χ. κατά την εκτέλεση του Λαυρίου, το 1882, τέτοια καθήκοντα δημίου εί­χαν ασκήσει ο Δημήτρης Μπεκιάρης και ο Θανά­σης Αλεβιζόπουλος, επίσης πρώην μελλοθάνατοι (τους σκιαγραφεί έξοχα ο Ανδρέας Σκανδάμης σε σχετική μελέτη του).

Την 28η 6. 1846 θεσπίσθηκε με νόμο η δυνατότη­τα να εκτελείται η θανατική ποινή διαζευκτικά εί­τε με λαιμητόμο είτε με τυφεκισμό, προφανώς διό­τι η χρήση της λαιμητόμου παρουσίαζε πολλά πρα­κτικά προβλήματα (ο Αμπού αναφέρει μάλιστα, ίσως με κάποια δόση υπερβολής, ότι «η εφαρμογή της θανατικής ποινής στάθηκε στην Ελλάδα αδύ­νατη ως το 1847»). Μετά το 1913 δεν έγιναν πλέον άλλες εκτελέσεις με λαιμητόμο. Τέλος, με το ν. 3861/1929 καθιερώθηκε νομοθετικά ως τρόπος ε­κτέλεσης αποκλειστικά ο τυφεκισμός.

Μια εκτέλεση μελλοθανάτου αποτελούσε ασφα­λώς ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός στις μικροκοινωνίες της Ελλάδας του 19ου αιώνα. Μολονότι οι ε­κτελέσεις γίνονταν κατά κανόνα με το πρώτο φως της αυγής, πλήθος περιέργων συνωστίζονταν αυ­τήν την τόσο πρωινή ώρα για να αποθαυμάσουν το θέαμα, που ασφαλώς ξεπερνούσε σε ωμότητα όλα τα σύγχρονα reality shows… Ακόμη και δωμάτια ενοικιάζονταν σε επίκαιρα σημεία, από τα οποία μπορούσε να παρακολουθήσει κάποιος άνετα την εκτέλεση.

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, είσοδος υποτιθέμενης φυλακής Θ. Κολοκοτρώνη.

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, είσοδος υποτιθέμενης φυλακής Θ. Κολοκοτρώνη.

Στις εφημερίδες και σε άλλα έντυπα της ε­ποχής σώζονται διάφορες περιγραφές για τις τελευταίες στιγμές καταδίκων μελλοθα­νάτων. Περιγραφές που, χωρίς βεβαίως να φθάνουν το ψυχολογικό βάθος του γνωστού έργου του Ουγκό («Τελευταία ημέρα ενός καταδί­κου», 1829 -βλ. την πρόσφατη μετάφραση του έρ­γου από τις εκδ. «Μεταίχμιο», 2004), δίνουν όμως με ιδιαίτερα συγκινησιακό ύφος αλλά και ρεαλι­σμό την εναργή εικόνα αυτού του αποτρόπαιου θέ(ά)ματος.

Η ζωντανή περιγραφή μιας τέτοιας ε­κτέλεσης στον Πειραιά του 1890 περιλαμβάνεται στο προαναφερθέν έργο του αρχαιολόγου Γκ. Ντεσάν:

«Ανάμεσα στους δυο βραχίονες της λαιμητό­μου, ο ουρανός ήταν φωτεινός και η Πάρνηθα χαμογελούσε ροδοκόκκινη. Τέλος, το μαχαίρι έ­πεσε. Όταν ξανανέβηκε, με τη βοήθεια μιας τρο­χαλίας που έτριζε, δυο κόκκινες γραμμές έδει­χναν πάνω στο μέταλλο τη θέση των δυο αρτη­ριών… Πήγαν να πάρουν τον δεύτερο καταδικασμένο από το αμάξι του. Ήταν ο Μιχελέτος, ο άγγελος. Ήταν ξανθός και πολύ νέος. Από μακριά τον έ­κανες δεκαπέντε χρόνων. Του έβγαλαν το παλιό κασκέτο που φορούσε στο κεφάλι. Ήθελε να μι­λήσει. Οι δυο βοηθοί τσακώθηκαν. Ο ένας ήθελε να τελειώνουν γρήγορα, ενώ ο άλλος ήταν πιο ε­πιεικής. Ακούστηκε πολύ καθαρά τι έλεγε ο άγ­γελος:

 — Άφησέ με, μάτια μου, να πω δυο λόγια. Στράφηκε προς το πλήθος και αναφώνησε:

— Δεν είχα κακές προθέσεις, αλλά παρασύρθη­κα. Δίκαια με κόβουν. Βλέπετε που με οδήγησε αυτό. Μην κάνετε ό,τι κι εγώ.

 Όταν τον έδεσαν στη σανίδα, ζήτησε να πιει. Του έδωσαν το ποτιστήρι που μάλλον χρησίμευε για να πλένουν τη λαιμητόμο. Ήπιε αργά. Ημέρα είχε προχωρήσει ο ήλιος έβγαινε πίσω από την Πεντέλη, θαμπώνοντας τα μάτια του κατάδι­κου. Όταν η σανίδα κουνήθηκε, ο άγγελος έκανε μια κίνηση τρόμου. Μπροστά στα μάτια του, μέσα στο καλάθι, έβλεπε το ματωμένο κεφάλι του Βλαχοπαναγιώτη. Το μαχαίρι έπεσε το σώμα τραβή­χτηκε απότομα κάνοντας πίσω σπασμωδικά. Ήταν η σειρά του τρίτου, ενός γέρου με γκρίζο μουστάκι, φάτσα θαλασσόλυκου, όπως τόσοι άλ­λοι που είχα γνωρίσει στο Αρχιπέλαγος. Ήταν τόσο κοντός, που έπρεπε να ανασηκώσει το σα­γόνι για να τον δέσουν στη σανίδα. Του έφεραν ένα σκαμνάκι.

Επαναλάμβανε μηχανικά:

— Δεν σκότωσα εγώ τον καπετάνιο! Δεν σκότωσα εγώ τον καπετάνιο! Δεν τον…

Το μαχαίρι διέκοψε τα λόγια του.

Όταν έπλυναν και τη λαιμητόμο, ένα από τα α­μάξια ξεμάκρυνε καλπάζοντας γρήγορα, μέσα σε μια δίνη αλόγων, λοφίων και σπαθιών. Ήταν ο δήμιος που έφευγε. Ο αξιωματικός προσπαθούσε να διατηρήσει την τάξη, αλλά, όπως συνήθως, το πλήθος έριχνε πέτρες στον καταραμένο, φωνάζο­ντας: Ρακά [16]!…».

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, κατεβαίνοντας στην υποτιθέμενη φυλακή Θ. Κολοκοτρώνη.

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, κατεβαίνοντας στην υποτιθέμενη φυλακή Θ. Κολοκοτρώνη.

Παράρτημα

Δήμιοι του Ναυπλίου (Σταμάτης Σταματίου (Σταμ–Σταμ), « Δημίων Ιστορίες », Ελλέβορος, 1992.)

Όταν για πρώτη φορά ήρθε  στο Ναύπλιο η λαιμητόμος από την Μασσαλία, όπου κατασκευάστηκε, την συνόδευε κι ένας δήμιος*. Ίσως γιατί έπρεπε να μάθει τον τρόπο λειτουργίας της σε Έλληνες που θα ανελάμβαναν αυτή την άχαρη και δύσκολη αποστολή. Έφυγε όμως γρήγορα από την πόλη μη αντέχοντας το μίσος με το οποίο τον αντιμετώπιζαν οι Ναυπλιώτες. Το θλιβερό καθήκον του εκτελεστή ανέλαβαν ντόπιοι. Οι Δήμιοι, κατά κανόνα ήταν βαρυποινίτες καταδικασμένοι σε θάνατο που τα Δικαστήρια είχαν μετατρέψει την ποινή σε ισόβια κάθειρξη. Αυτοί, ως κατάδικοι αλλά και επειδή ο κόσμος του Ναυπλίου δεν τους ήθελε ανάμεσά του, είχαν ως κατοικία τους το Μπούρτζι. Εκεί έγκλειστοι, έβγαιναν με την συνοδεία χωροφυλάκων μόνον όταν επρόκειτο να καρατομηθεί κάποιος κατάδικος. Η λαιμητόμος ή carmagnole ή guillotine στηνόταν κάθε φορά που χρειαζόταν, στο περίφημο αλωνάκι του Παλαμηδιού, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, όπου και οι μελλοθάνατοι παρακολουθούσαν για τελευταία φορά την θεία λειτουργία.

Γνωστοί δήμιοι στο Μπούρτζι ήταν ο Ποριώτης Σοφράς, ο Κρητικός Αμοιραδάκης και ο Αργίτης Μπεκιάρης. Η αμοιβή τους ήταν 300 δραχμές το μήνα και 100 δραχμές για κάθε καρατόμηση. Τα λεφτά των δημίων θεωρούνταν ματωμένα, γι̉ αυτό και η μάννα του Μπεκιάρη, μολονότι πάμπτωχη ξενοδούλευε για να ζήσει και ποτέ δεν δέχτηκε βοήθεια από τον γιό της. Τα περισσότερα χρήματα διέθεταν οι δήμιοι για το φαγητό τους και τις μικροανάγκες τους, γιατί έπρεπε ότι χρειαζόντουσαν να τους το προμηθεύσει ο βαρκάρης της φρουράς, ο οποίος ήταν έμπιστος και μόνον αυτός είχε το δικαίωμα να μεταφέρει τα χρειώδη, χρεώνοντας τα κάθε φορά κατά την βούλησή του. Με γκιλοτίνα εκτελέστηκε και ο δολοφόνος του Πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη, ο Κώστας Γερακάρης, το 1906.

Οι τελευταίοι δήμιοι στο Ναύπλιο, ήταν ο Ιωάννης Ζήσης από την Εύβοια και ο Κυριάκος Σωτηρόπουλος από την Μαντινεία.  Τέλος, ο Αθανάσιος Αλεβιζόπουλος από την Μεσσηνία ήταν ίσως ο μοναδικός δήμιος που ήταν λιγότερο μισητός από τους Ναυπλιώτες και μάλιστα τον ανάγκασαν να βγάλει την φουστανέλα του και να ντυθεί φράγκικα.

Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, σε ένα αφήγημα του, το 1892 περιγράφει το Μπούρτζι σαν τη «χιλιόκαλλη σπηλιά», που έκρυβε τους τρεις δράκους,  τους τρεις δήμιους. Τον Σοφρά, τον Αμοιραδάκη και τον Μπεκιάρη. Ο Καρκαβίτσας υπηρέτησε ως στρατιωτικός γιατρός στο Ναύπλιο, και είχε την δυνατότητα να επικοινωνήσει με τους δήμιους, τους οποίους είχε επισκεφτεί στον χώρο τους.

cebccf80cebfcf85cf81ceb6ceb9Υποσημειώσεις

[1] Ν. Ε. Κουράκη, Ποινική Καταστολή, Αθήνα: A. N. Σάκκουλας, 1997 (με συνεργασία – επιμέλεια Ν. Κ. Κουλούρη), § 287, σελ. 276 και του ιδίου, σχόλια στο ά. 50 Ποιν. Κώδικα άρ. 1 επ., στο συλλογικό έργο «Συστηματική Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα», έκδ. «Δίκαιο και Οικονομία», 2000.

[2] Πρβλ. Ν.Ε. Κουράκη, Προς κατάργηση της θανατικής ποινής, εις: του ιδίου, Εγκληματολογικοί Ορίζοντες, τ. Α’, Αθήνα: A. N. Σάκκουλας, 1991, 188-198: 194 επ.

[3] Βασ. Κ. Δωροβίνη, θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα, «Νομικό Βήμα» 29: 1981, 1459-1462.

[4] Διεξοδική περιγραφή αυτής της εκτέλεσης βλ. π.χ. στα έργα Δημ. Γατόπουλου, Ιωάννης Καποδίστρτας. Πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος, Αθήναι: Δημητράκος, 1933, σελ. 136 επ., και Τάσου Βουρνά, Η δολοφονία του Καποδίστρια. Το τίμημα της ανεξαρτησίας, σειρά: «Τα φοβερά ντοκουμέντα», Αθήνα: Φυτράκης, 1976, 20 επ.

[5] Για το θέμα αυτό, πέρα από τις πληροφορίες σε εγκυκλοπαίδειες και λεξικά, βλ. επίσης τα όσα αναφέρονται από τον Α. Σ. Σκανδάμη στη μελέτη του «Οι τελευταίοι Έλληνες δήμιοι στο Μπούρτζι», περ. «Εκλογή», τ. Θ’, Ιούνιος 1953, 104-108:104.

[6] Βλ. ιδίως Ιωάννη Σ. Κολιόπουλου, Περί λύχνων αξίας. Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αιώνας), Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, 1996, ιδίως σελ. 259-260 και Ν.Ε. Κουράκη, λήμμα «ληστεία» στην εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος – Λαρούς – Μπρπάνικα», τ. 38 (1989), 272 επ.

[7] Fr. Strong,Greece as a Kingdom or, a Statistical Description of that Country,London: Longman, 1842, σελ. 335 επ. Ενδιαφέρον είναι εδώ να σημειωθεί ότι κατά τnv περίοδο 1866-1874, δηλ. σε διάστημα 9 ετών, είχαν εκτελεσθεί 131 άτομα, άρα περίπου 15 κατ’ έτος: βλ. «Εφημερίς των Φυλακών», Μάιος 1877, σελ. 152.

[8] Για το βίο, την πολιτεία και το τραγικό τέλος αυτών των δημίων (βρέθηκαν δολοφονημένοι) βλ. ιδίως Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδη, Οι πρώτοι δήμιοι εν Ελλάδι, εις: Κ. Φ. Σκόκου, Εθνικόν Ημερολόγιον, έτος 31: 1916, 144-147.

[9] Ενιμ. Αμπού (Edm. About), Η Ελλάδα του Όθωνος ή «Η σύγχρονη Ελλάδα» 1854 (La Grèce contemporaine, 1855), μτφρ. Α. Σπήλιου, επιμ. Τάσου Βουρνά, Αθήνα: Αφοί Τολίδη, (1975;), 166.

[10] Η εκτέλεση των ληστών περιγράφεται στο από 8.6.1870 φύλλο της εφημ. «Αιών», σελ. 1 -πρβλ. αναδημοσίευση αυτής της περιγραφής στο έργο «Η σφαγή στο Δήλεσι. Αγγλοκρατία και Ληστοκρατία» του Τάσου Βουρνά, σειρά:«Τα φοβερά ντοκουμέντα», Αθήνα: Φυτράκης (1976;), σελ. 84-85 και εν μέρει στο δημοσίευμα του Γ. Α. Λεονταρίτη «Η σφαγή στο Δήλεσι», εφημ. «Η Καθημερινή» της 20ής 10.1996, σελ. 27 (άλλες συνέχειες αυτής της εργασίας δημοσιεύθηκαν στα φύλλα των 8ης, 15ης, 22ας 9.1996 και της 3ης 10.1996).

[11] G. Deschamps, Η Ελλάδα σήμερα, Οδοιπορικό 1880. Ο κόσμος του Χαρίλαου Τρικούπη (La Grèce d’  aujourd’ hui, 1892), μτφρ. Α. Δαούτη, πρόλογος – σχόλια: Α. Νικολοπούλου, Αθήνα: Τροχαλία, 1992, 188 επ..

[12] Βλ. Άρη Κανατούρη, θανατικές εκτελέσεις στο νεότερο Λαύριο, Λαύριον: Βιβλιοθήκη της Εταιρείας Μελετών Λαυρεωτικής, αριθ. 2, 1986, 171-182, ιδίως σελ. 173 και 180. Για το δήμιο Δ. Μπεκιάρη υπάρχουν αναφορές και στη μελέτη του Β. Δωροβίνη, ανωτ. σημ. 3, σελ. 1462, σημ. 17.

[13] Για την άθλια κατάσταση που επικρατούσε στις φυλακές «Μιλτιάδη» βλ. π.χ. Ν.Ε. Κουράκη, Ποινική Καταστολή, ό.π. (σημ. 1), σελ. 183.

[14] Ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες γι’ αυτήν την εκτέλεση παρέχονται από την εφημ. «Σύνταγμα» της 3ης 5.1898, σελ. 1, σε δημοσίευμά της με το χαρακτηριστικό τίτλο «Η καρατόμησις των Βασιλοκτόνων» (το έθεσε στη διάθεσή μου – και τον ευχαριστώ – ο φίλος ιστοριοδίφης κ. Όθων Τσουνάκος).

[15] Αποκαλυπτικές πληροφορίες και σχόλια γι’ αυτές τις εκτελέσεις, αλλά και για τους δήμιους που τις πραγματοποίησαν, υπάρχουν στο γλαφυρό έργο του τότε προέδρου Εφετών Ι. Π. Πειρουνάκου, Αι Φυλακαί μας και η Δικαιοσύνη μας, Αθήναι: τύποις Αγγ. Κλεισιούνη, 1936, ιδίως σελ. 129 επ.

[16] Λέξη άκλιτη, υβριστική. Σημαίνει τον άμυαλο, τον ανόητο. Βλ. και το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφ. 5 στ. 22: «ος δ’ αν είπη) τω αδελφώ αυτού ρακά, ένοχος έσται τω συνεδρίω» (ΣτΜ).

 Πρώτη δημοσίευση: Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Τόποι εκτελέσεων», τεύχος 231, 8 Απριλίου 2004.

crime_and_punishment22

Εφιάλτης θερινής νυκτός: η περίπτωση του Παναγιώτη Φραντζή

•10/01/2015 • 7 σχόλια

φραντζης

του Διονύση Χιόνη,
Δικηγόρου – εγκληματολόγου,
υπ. διδ. Νομικής Σχολής Αθηνών

Ο Παναγιώτης Φραντζής, προερχόμενος από εύπορη οικογένεια, με μητέρα δασκάλα πιάνου και πατέρα εμπορικό αντιπρόσωπο, το 1986 είναι φοιτητής της ΑΣΟΕΕ. Παράλληλα εργάζεται σε ένα γραφείο και συνηθίζει σχολώντας να πηγαίνει σε μια καφετέρια κοντά στη δουλειά. Εκεί συναντά τη Ζωή Γαρμάνη, μαθήτρια λυκείου. Έρωτας με την πρώτη ματιά. Σύντομα γίνονται ζευγάρι και ξεκινά μια σχέση πραγματικά θυελλώδης: χωρίζουν και ξανασμίγουν πολλές φορές, οι αντιπαραθέσεις τους είναι τέτοιας έντασης και συχνότητας που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «ερωτικά καυγαδάκια». Οι χαρακτήρες τους μοιάζουν αταίριαστοι και το μίγμα που δημιουργούν είναι εκρηκτικό. Παρόλα αυτά, παντρεύονται το Νοέμβρη του 1986, μα ούτε κι ο έγγαμος βίος συμβάλλει στην εξομάλυνση των διαφορών τους. Το αντίθετο μάλιστα.

Εκείνη είναι όμορφη και της αρέσει να βγαίνει και να διασκεδάζει, ενίοτε και να φλερτάρει, ενώ εκείνος είναι πιο κλειστός τύπος, που θέλει, όμως, να την εξουσιάζει κι οι τσακωμοί τους αρχίζουν να γίνονται εντονότεροι και να ξεπερνούν τα όρια. Μάρτυρες τον είδαν να την κακομεταχειρίζεται στην πλατεία του Αγίου Νικολάου και γνωστοί τους κατέθεσαν ότι ο Φραντζής νοσηλεύτηκε στο ΚΑΤ μετά από «συζυγική συμπλοκή», όπου χτύπησε το πόδι του και κυκλοφορούσε για ένα διάστημα με πατερίτσες.

Το βράδυ της 24ης Ιουνίου 1987 επιστρέφουν μετά από διασκέδαση προς στο σπίτι τους, στην οδό Νεμέσεως 21, στα Κάτω Πατήσια. Η Ζωή θέλει να συνεχίσουν την έξοδό τους, ο Παναγιώτης διαφωνεί και μόλις περνάνε την πόρτα, ξεσπάει ο τελευταίος – και μεγαλύτερος – καυγάς. Η σύζυγός του με αφορμή τη διαφωνία τους, ξέσπασε σε βρισιές, του επιτέθηκε και προσπάθησε να τον χτυπήσει, εκείνος βγήκε εκτός εαυτού όταν άκουσε τη Ζωή να τον αποκαλεί «ανίκανο», της όρμησε, την απώθησε βίαια και σύμφωνα με τον ίδιο: «Κάποια στιγμή την έσπρωξα καθώς παλεύαμε και έπεσε με το πίσω μέρος του κεφαλιού της στην κάτω γωνιά του κρεβατιού. Έμεινε ακίνητη. Όταν άρχισα να συνέρχομαι από την έξαλλη κατάσταση που βρισκόμουν, τα έχασα, δεν ήξερα τι να κάνω. Για μισή ώρα την έβλεπα και την ξανάβλεπα έχοντας τα λογικά μου τελείως χαμένα. Κανένας δεν θα πίστευε ότι πέθανε επάνω στον καβγά». Σύμφωνα με την άλλη –κι επικρατέστερη- εκδοχή που κατέθεσε ο αρμόδιος ιατροδικαστής η Ζωή είχε στραγγαλιστεί!

assets_LARGE_t_420_1466947Στα αμέσως επόμενα λεπτά της εσωτερικής συναισθηματικής σύγκρουσης το ένστικτο της αυτοσυντήρησης τελικά επικράτησε των τύψεων που τον κατέκλυζαν κι έτσι, αντί να παραδοθεί, αποφάσισε να συγκαλύψει το έγκλημα. Αν και βρισκόταν σε κατάσταση πανικού, η ευφυία του συνέβαλε στην κατάστρωση ενός πλάνου εξαφάνισης των ιχνών της πράξης του, το οποίο εκ των προτέρων έμοιαζε να διαθέτει αρκετές πιθανότητες να αποβεί θετικό για το σκοπό του. Με τα όσα ακολούθησαν ο Φραντζής έμελλε να γράψει το όνομά του σε περίοπτη θέση στα ελληνικά αστυνομικά χρονικά.

Μετέφερε το πτώμα της γυναίκας του στη μπανιέρα και με σύνεργα ένα κρητικό μαχαιράκι – σουβενίρ και ένα σφυρί το τεμάχιζε από τις 03.30 μέχρι τις 07.00 σε 16 κομμάτια… Πολλές φορές κατά τη διάρκεια της αιματηρής διαδικασίας σταμάτησε κι έκανε εμετό, ενώ έκλαιγε συνέχεια. Το κεφάλι το έκοψε από το λαιμό, για να εξαφανιστούν τα ίχνη του στραγγαλισμού σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, το χαράκωσε σε πολλά σημεία και αφαίρεσε τα μάτια, ώστε η γυναίκα που λάτρεψε παθολογικά να καταστεί μη αναγνωρίσιμη και σχεδόν άμορφη μάζα κρέατος. Τοποθέτησε τα κομμάτια σε πλαστικές σακκούλες, τα φόρτωσε στο αυτοκίνητό του και τα πέταξε σε διάφορους γειτονικούς κάδους απορριμμάτων.

Το σχέδιο, όσο περνούσε η ώρα, του φαινόταν πραγματοποιήσιμο. Τα απορριματοφόρα του Δήμου θα πολτοποιούσαν άμεσα τα μέλη και θα τα μετέφεραν σύντομα στη χωματερή. Κατόπιν ο ίδιος θα δήλωνε στην αστυνομία την εξαφάνιση της συζύγου του και πιθανότατα άλλη μια μυστηριώδης ανεξιχνίαστη υπόθεση θα είχε προστεθεί στο αρχείο της Αστυνομίας, όπως συνέβη και σε τόσες άλλες περιπτώσεις. Από την άλλη, ακόμα κι αν με κάποιο τρόπο ανακαλύπτονταν τα ανθρώπινα μέλη πριν την περισυλλογή από τα απορριματοφόρα, η πιθανότητα αναγνώρισης του πτώματος ήταν εξαιρετικά μικρή. Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στο έτος 1987, όπου πολύ λίγοι άνθρωποι καταλάβαιναν τί σημαίνει D.N.A.!

frantz3Το πρωινό της 25ης Ιουνίου ο συλλέκτης Κώστας Βουζίκης ψάχνοντας στους κάδους της ίδιας περιοχής για γραμματόσημα σε φακέλους αλληλογραφίας ανακάλυψε τη μια από τις σακκούλες, ειδοποίησε έντρομος την αστυνομία και σύντομα είχε, πλέον, συμπληρωθεί ολόκληρο το φρικιαστικό παζλ του κορμιού της Ζωής, το όνομα της οποίας παρέμενε ακόμα άγνωστο στις αρχές. Πράγματι το κεφάλι της, που βρέθηκε στον κάδο που βρισκόταν στη γωνία των οδών Πιπίνου και Αχαρνών, ήταν τόσο κακοποιημένο, που τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά δεν ξεχώριζαν ούτε κατ’ ελάχιστο.

Το ελάχιστο, όμως, εκείνο στοιχείο που θα οδηγούσε την αστυνομία στη διαλεύκανση του εγκλήματος και στον Παναγιώτη Φραντζή εν τέλει βρέθηκε κι δεν ήταν άλλο, παρά ένα κομματάκι χαρτί. Μια ματωμένη απόδειξη αγοράς από το κρεοπωλείο του Αναστασίου Δριμούση. Αν δεν είχε βρεθεί αυτό το στοιχείο σε μια από τις πλαστικές σακκούλες, ίσως σε αυτό το τεύχος η στήλη να αναφερόταν σε κάποια άλλη υπόθεση και το όνομα «Φραντζής» να μην είχε καμιά εγκληματ(ολογ)ική προέκταση σήμερα. Η ημερομηνία και η ώρα της αγοράς αναγράφονταν καθαρά και ο κρεοπώλης θυμήθηκε έναν έναν τους πελάτες που πέρασαν από το κατάστημά του τη συγκεκριμένη ημέρα, αφού είχε παρέλθει διάστημα μόνο μιας εβδομάδας. Μεταξύ αυτών κι ο δράστης, ο οποίος πρόλαβε και παραδόθηκε στις αρχές το ίδιο απόγευμα.

frantzΟι εφημερίδες τα επόμενα πρωινά βρίθουν από αιμοσταγείς πρωτοσέλιδους τίτλους:
«Θάνατος στο φονιά» (Απογευματινή, 27/6/1987),
«Θάνατος στο κτήνος» (Ακρόπολις, 28/6/1987).
Η κοινή γνώμη είναι συγκλονισμένη και όλη η χώρα συζητάει για το έγκλημα για πολλές ημέρες. Η φωτογραφία που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Έθνος» και δείχνει τα μέλη της Ζωής (ας μου επιτραπεί η έκφραση)συναρμολογημένα από τον ιατροδικαστή, που προσπαθεί να αναπαραστήσει το σώμα της προκαλεί ανατριχίλα και ξεσηκώνει θύελλα διαφωνιών σχετικά με τα όρια του δικαιώματος πληροφόρησης.

Στο δικαστήριο ο κατηγορουμένος αρνείται πεισματικά την εκδοχή του ιατροδικαστή περί στραγγαλισμού κι επιμένει ότι η Ζωή χτύπησε στο κεφάλι πέφτοντας από το σπρώξιμό του και πέθανε ακαριαία από εγκεφαλική κάκωση. Δικαιολογείται για τα όσα ακολούθησαν λέγοντας ότι μόλις κατάλαβε τι είχε γίνει κυριεύθηκε από πανικό και δεν ήξερε τί έκανε: «Δεν την σκότωσα εγώ. Xτύπησε πάνω στον καβγά. Ό,τι έγινε μετά, το έκανα για να εξαφανίσω το πτώμα, γιατί πανικοβλήθηκα και φοβήθηκα»! Ο ιατροδικαστής είναι κάθετος και η έκθεσή του αναφέρει ρητά και με σαφήνεια ότι στους πνεύμονες του θύματος διαπιστώθηκαν ασφυκτικά φαινόμενα. Ο Εισαγγελέας στην αγόρευσή του εξαντλεί κάθε σκληρότητα και υποστηρίζει ότι κανένα ζώο του ζωικού βασιλείου δεν θα έκανε τέτοιο έγκλημα!

assets_LARGE_t_1401_349883Σύμφωνα με τον ψυχίατρο Μανώλη Μυλωνάκη, τα εγκλήματα πάθους εκτελούνται από άτομα με συνείδηση «πυρπολημένη» και συμπεριφορά «χειραγωγημένη» από επιθετικό μονοϊδεασμό. Δεν συμπεριλαμβάνονται στους αυτουργούς εγκλημάτων πάθους οι επαγγελματίες φονιάδες και οι κάθε λογής ψυχανώμαλοι. Δεν θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται ακόμη οι παρανοϊκοί που ενήργησαν σύμφωνα με τις ανάγκες του παραληρήματος της αρρώστιας τους. Επομένως τα εγκλήματα πάθους πραγματοποιούνται από άτομα που ως και το προηγούμενο δευτερόλεπτο ήταν ανώτερα πάσης υποψίας. Οι πιθανότητες εμπλοκής σε έγκλημα πάθους μικραίνουν όσο ανεβαίνουμε τη μορφωτική και την πολιτιστική κλίμακα, αλλά κανένα επίπεδο, ακόμη και το υψηλότερο, δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα διάπραξης ενός τέτοιου εγκλήματος.

Ο Φραντζής την 1η Οκτωβρίου 1988 καταδικάζεται για ανθρωποκτονία από πρόθεση ιδιαζόντως απεχθή από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο, καθώς και για περιύβριση νεκρού σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και φυλάκισης 2 ετών (μειοψήφησαν δύο δικαστές, οι οποίοι συντάχθηκαν με την άποψη του Εισαγγελέα, που ζήτησε την ποινή του θανάτου) και οδηγείται στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού. Άσκησε έφεση, η οποία εκδικάστηκε το 1991 και απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, αφού ο Φραντζής δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, καθώς νοσηλευόταν στο νοσοκομείο της φυλακής με γαστρορραγία. Οι δικηγόροι του ζητούν αναβολή, όμως η ιατροδικαστική έκθεση που προσκομίζεται στο δικαστήριο αναφέρει ότι ο Φραντζής αρνήθηκε να εξεταστεί στο νοσοκομείο κι έτσι η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη.

Εκτίει την πολυετή ποινή του σε διάφορα σωφρονιστικά καταστήματα, προϊόντος του χρόνου μεταφέρεται από τον Κορυδαλλό στην Κέρκυρα, στην Αλικαρνασσό και καταλήγει ξανά στον Κορυδαλλό, όπου εργάζεται στο φούρνο και το φαρμακείο της φυλακής και δεν δημιουργεί προβλήματα, ούτε υποπίπτει σε πειθαρχικά παραπτώματα. Οι τύψεις για ό,τι διαδραματίστηκε εκείνη τη νύχτα στην οδό Νεμέσεως (σκεφτείτε πόσο ειρωνικά ακούγεται με την αρχαιοελληνική της έννοια η ονομασία της οδού…) τον κατατρέχουν καθημερινά. «Αυτό που δεν σκέφτηκε κανείς ως τώρα είναι ο δικός μου πόνος. Δολοφονήθηκε η γυναίκα μου και δεν είχα κανέναν να κυνηγήσω. Ποιον να κυνηγήσω; Εγώ τη σκότωσα», λέει δημοσίως ο ίδιος περίπου τρία χρόνια αργότερα.

20-21-6-thumb-largeΜετά το 1997 εκμεταλλευόμενος τη νομοθετική ρύθμιση περί εκπαιδευτικών αδειών των κρατουμένων, συνεχίζει τις σπουδές του και παρακολουθεί μαθήματα στην ΑΣΟΕΕ για να ολοκληρώσει τις σπουδές του στα οικονομικά και να πάρει πτυχίο. Η συναναστροφή του αφήνει μάλιστα θετικές εντυπώσεις σε αρκετούς συμφοιτητές του, οι περισσότεροι από τους οποίους, κατά πάσα πιθανότητα, δεν ήξεραν την ιστορία του.

Το Σεπτέμβριο του 2003 αιτείται την υφ’ όρον απόλυσή του, όμως το αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών έχει διαφορετική γνώμη και εκδίδει απορριπτική απόφαση. Το ίδιο συμβαίνει άλλες δύο φορές το 2004 και το 2005.
Όμως, η επανένταξή του στην κοινωνία έχει ήδη αρχίσει…

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Άγγελος Τσιγκρής, «Πολύκροτες δίκες», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2001, σελ. 33επ.
Χρήστος Τσουραμάνης, «Ο φόνος στην Ελλάδα – Εγκληματολογική θεώρηση», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, σελ. 137 επ.
ΠΗΓΕΣ:
Εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ»
Εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ»
Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ»
Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ»

Σημείωση Νίνας Κουλετάκη

Το άρθρο αυτό του Διονύση Χιόνη δημοσιεύτηκε στο 6ο Τεύχος του Περιοδικού «The Art of Crime», τον Νοέμβριο του 2007.  Ο Παναγιώτης Φραντζής είχε ήδη αποφυλακιστεί, από τις 20 Οκτωβρίου του 2005.  Σήμερα έχει κάνει νέα οικογένεια, ασχολείται με την μουσική και διατηρεί ένα mini market.

crime_and_punishment22

Η Vera Stanhope μιλά για την Ann Cleeves

•03/01/2015 • Σχολιάστε
H Brenda Blethyn ως Vera Stanhope

H Brenda Blethyn ως Vera Stanhope

Της Νίνας Κουλετάκη

Γεια σας, αγάπες μου.

Χαίρομαι που τα καταφέρατε να έρθετε στο ραντεβού μας. Είμαι η Επιθεωρητής Βέρα Στάνχοουπ, της Αστυνομίας του Νορθάμπελαντ. Αλλά, τι σας λέω, προφανώς με γνωρίζετε για ν’ ανταποκριθείτε στην πρόσκλησή μου.

Πριν σας πω όλα όσα θέλετε να μάθετε για μένα, θα σας μιλήσω για την άλλη, την –ας πούμε- δημιουργό μου. Ναι, εντάξει, ξέρω τι σκέφτεστε: ότι χωρίς εκείνη εγώ δεν θα βρισκόμουν μπροστά σας απόψε. Ναι, αλλά χωρίς εμένα κι εκείνη θα είχε μείνει μια ασήμαντη!

Η κυρία που με έφτιαξε, λοιπόν, λέγεται Aν Κληβς. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο από δαύτη, μη φανταστείτε.

Ann Cleeves

Ann Cleeves

Επαρχιοκόριτσο, μεγάλωσε στο Χέρφορντσάιρ και μετά στο Βόρειο Ντέβον, κόρη του δάσκαλου του χωριού. Οι γονείς της, όπως όλοι οι γονείς, είχαν μεγαλεπίβολα σχέδια για εκείνη: να σπουδάσει, να καλοπαντρευτεί κ.λ.π., ξέρετε… Τις σπουδές της τις παράτησε στη μέση, προσφέροντας στον μπαμπά-δάσκαλο ένα –σχεδόν- εγκεφαλικό, κι έγινε πολυτεχνίτισσα κι ερημοσπίτισσα. Απασχολήθηκε σ’ ένα σωρό δουλειές, όλες προσωρινές, όλες για λίγο: υπάλληλος στην παιδική πρόνοια, δικαστική επιμελήτρια, προϊσταμένη σε καταφύγια κακοποιημένων γυναικών, μαγείρισσα σε παρατηρητήριο πουλιών (αυτό μάλλον την σημάδεψε, ως άνθρωπο, όπως θα δούμε στη συνέχεια…), έκτακτη υπάλληλος της ακτοφυλακής, μέχρι που βαρέθηκε, συνειδητοποίησε ότι ένα πτυχίο είναι απαραίτητη τη σήμερον ημέρα, ξαναγύρισε στο Πανεπιστήμιο και το πήρε, για να γίνει, τελικά επιμελήτρια επιτήρησης αποφυλακισμένων.

Ας μείνουμε, όμως, για λίγο σ’ εκείνη τη δουλειά της στο παρατηρητήριο πουλιών. Πρόκειται για το παρατηρητήριο στο Νησί Φαιρ. Είχε την ευθύνη του παρατηρητηρίου, συντηρούσε τα λίγα δωμάτιά του και μαγείρευε για τους επισκέπτες, συνήθως επιστήμονες ορνιθολόγους, που έφταναν μέχρι εκεί για να παρατηρήσουν και να καταγράψουν τις συνήθειες και τις μεταναστευτικές πρακτικές των πουλιών. Εκεί, λοιπόν, γνώρισε και τον άντρα της τον Τιμ, έναν ορνιθολόγο. Λέει πως τον ερωτεύτηκε, αλλά εγώ ξέρω πως, κυρίως, ερωτεύτηκε εκείνο το μπουκάλι μαλτ ουίσκι που ξεχώρισε στο σακκίδιο πλάτης του, καθώς τον οδηγούσε στο δωμάτιό του.

Ann Cleeves

Ann Cleeves

Παντρεύτηκαν, λοιπόν, γεγονός που μας διδάσκει ότι το αλκοόλ μπορεί να αποβεί καταστροφικό στα χέρια –και στο στομάχι- αδύναμων ανθρώπων! Λίγο μετά το γάμο τους ο Τιμ διορίστηκε στο Χιλμπρ, ένα μικρό νησί/καταφύγιο πουλιών στις εκβολές του ποταμού Nτι. Ο Τιμ και η Αν ήταν οι μόνοι κάτοικοι του μικρού νησιού. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό ή νερό στο νησάκι και η επικοινωνία με την ενδοχώρα γινόταν μόνο όταν αποτραβιόνταν τα νερά της παλίρροιας. Αντιλαμβάνεσθε, λοιπόν, πως αν δεν είσαι τρελλαμένος με τα πουλιά –και σας διαβεβαιώ η Αν δεν ήταν- δεν έχεις και πολλά πράγματα να κάνεις. Τότε άρχισε να γράφει. Ο πρώτος της ήρωας, σε μια σειρά μέτριων –κατά τη γνώμη μου – αστυνομικών βιβλίων ήταν ένας ηλικιωμένος νατουραλιστής, ο Τζωρτζ Πάλμερ-Τζόουνς.

Το 1987 ο Τιμ, η Αν και οι δυο κόρες που είχαν, στο μεταξύ, αποκτήσει, μετακόμισαν στην περιοχή του Νορθάμπελαντ, όπου και θα παραμείνουν για τα επόμενα 19 χρόνια. Εκεί η Αν θα γράψει τα περισσότερα από τα βιβλία της. Εκεί θα γεννηθούν ο Επιθεωρητής Ράμσυ και τα έξι βιβλία της σειράς του. Εκεί θα δημιουργήσει κι εμένα και τα δύο πρώτα βιβλία από τα έξι της δικής μου σειράς. Τα υπόλοιπα τέσσερα (με το έκτο να έχει κυκλοφορήσει τον Γενάρη του 14), καθώς και τα έξι με τις υποθέσεις του Επιθεωρητή Τζίμυ Πέρεζ, γνωστά με τον γενικό τίτλο Σέτλαντ, θα τα γράψει στα νοτιοανατολικά, όπου θα εγκατασταθεί, με την οικογένειά της, το 2006.

ann-cleeves-montage-4-ws666Σήμερα η Αν είναι μια διάσημη και βραβευμένη συγγραφέας. Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες, είναι μπεστσέλλερς σε Γερμανία και Σκανδιναβία (παρά την υπερπαραγωγή της τελευταίας σε αστυνομική λογοτεχνία), έχουν γίνει τηλεοπτικές σειρές και ήταν πλειστάκις υποψήφια για βραβεία, κερδίζοντας και κάποια από αυτά.
Τα βιβλία της Αν που έχουν εμένα ως ηρωίδα είναι, με τη σειρά, τα εξής:
-Παγίδα για κοράκια (The Crow Trap,1999)
-Ένοχο παρελθόν (Telling Tales, 2005)
-Υγρός Θάνατος (Hidden Depths, 2007)
-Βουβές κραυγές (Silent Voices, 2011)
-Γυάλινο δωμάτιο (The Glass Room, 2012)
-Harbour Street (2014)
Για όποιον ενδιαφέρεται κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ, εκτός από το τελευταίο, βέβαια, που δεν έχει ακόμη μεταφραστεί.

Αρκετά, όμως, με την Αν, αγάπες μου. Ξέρω πως είστε εδώ πρωτίστως για μένα.

Οι γνώμες των αναγνωστών για μένα, διίστανται. Άλλοι με βρίσκουν συμπαθητική κι άλλοι με αντιπαθούν. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Η αλήθεια είναι πως δεν είμαι, αυτό που λένε, τυπικό δείγμα γυναίκας ντετέκτιβ. Δεν είμαι λεπτή κι αθλητική σαν τις ντετέκτιβς των τμημάτων ανθρωποκτονιών, τουλάχιστον όπως παρουσιάζονται στα βιβλία και στις τηλεοπτικές σειρές. Δεν τριγυρίζω στα γραφεία φορώντας ψηλοτάκουνα, εφαρμοστά παντελόνια και στενές φούστες. Στην περίπτωσή μου, αν η φούστα μου σας φανεί στενή, θα είναι γιατί έβαλα κάμποσα κιλά ακόμη. Όσο για τα 12ποντα, όσο και να τα αναζητήσετε δεν θα τα βρείτε στην ντουλάπα μου. Προτιμώ τις μπότες μου με τις κρεπ σόλες, που τις φορώ από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ήδη λαχανιάζω και ιδρώνω και δυσκολεύομαι ν’ ανεβοκατεβαίνω στους λόφους της Νορθάμπρια, πόσο μάλλον να φορούσα και γόβες!

H Brenda Blethyn ως Vera Stanhope

H Brenda Blethyn ως Vera Stanhope

Ξέρω πολύ καλά πώς μοιάζω, πώς με βλέπουν οι άλλοι: μια υπέρβαρη –o Tζο λέει πως το «χοντρή» δεν είναι πολιτικά ορθή έκφραση και μου καταλογίζει ότι συνηθίζω να χρησιμοποιώ πολλές τέτοιες εκφράσεις όταν μιλώ με μάρτυρες ή ανακρίνω υπόπτους. Ο Τζο με προτρέπει να μην τρώω αυτά που μου αρέσουν, να ακολουθώ μια υγιεινή διατροφή, να είμαι πιο ευγενική με τους ανθρώπους. Κάνω ότι τον ακούω αλλά δεν αλλάζω. Έχω κάνει πολύ δρόμο για να πάρω μαθήματα από ένα νιάνιαρο.

Έλεγα, λοιπόν, πως όταν οι άλλοι με κοιτάζουν βλέπουν μιαν υπέρβαρη, απεριποίητη (λένε πως μοιάζω περισσότερο με άστεγη παρά με υψηλόβαθμο στέλεχος) και οξύθυμη επιθεωρητή της αστυνομίας, μεσήλικη και μόνη. Κι εγώ τα ίδια βλέπω σ’ εμένα, συν την ιδιοφυΐα μου, που δεν είναι ορατή με την πρώτη ματιά. Σας υπόσχομαι, πάντως, πως είναι εκεί και ενεργοποιείται όποτε υπάρχει ανάγκη.

Το πρωί φοράω ότι πιάσουν τα χέρια μου, βάζω και το καπέλο μου, την καπαρντίνα μου κι είμαι έτοιμη για τη δουλειά. Δεν μακιγιάρομαι, τα μαλλιά μου κρέμονται σαν κλωστές απ’ το κεφάλι μου, δεν κοιτάζομαι ποτέ σε καθρέφτη. Κι όταν, κατά λάθος, το βλέμμα μου πιάσει την αντανάκλασή μου σε κάποια τζαμαρία, το αποστρέφω με βιάση.

H Brenda Blethyn ως Vera Stanhope

H Brenda Blethyn ως Vera Stanhope

Στο τμήμα κρατάω μαστίγιο, γιατί έτσι πρέπει. Οι άνθρωποι, αν σε βρουν μαλακό και υποχωρητικό, σε εκμεταλλεύονται, συνειδητά ή ασυνείδητα. Καταλαβαίνετε, δεν μπορώ να το επιτρέψω αυτό. Δεν μπορώ να το επιτρέπω ΠΙΑ αυτό.

Γεννήθηκα εδώ, στην περιοχή της Νορθάμπρια, πριν πενηντατόσα χρόνια κι εδώ πέρασα όλη μου τη ζωή. Από πολύ μικρή ανέλαβα ευθύνες που δεν μου αναλογούσαν. Μένοντας μόνη με τον πατέρα μου, όχι μόνο έπρεπε να τον φροντίζω και να τον υπηρετώ, αλλά και να τον συνοδεύω στα νυχτερινά του κυνήγια. Ο πατέρας μου ήταν μια ιδιόμορφη περίπτωση λαθροθήρα: σκότωνε πουλιά, όχι για το κέρδος, αλλά για να πλουτίζει την συλλογή που, εμμονικά, διατηρούσε. Νύχτες ολόκληρες και μέρες απ’ το χάραμα, παραφυλούσα κι εγώ στο πλάι του και τον έβλεπα να σκοτώνει αυτά τα υπέροχα πλάσματα, να αποσπά τις φωλιές με τα αυγά τους μέσα από τα δέντρα για να τα φέρει εδώ, στο σπίτι μας και να τα βαλσαμώσει. Όταν πέθανε, κληρονόμησα ένα σπίτι γεμάτο πεθαμένα, βαλσαμωμένα πουλιά. Τα έκανα ένα σωρό, έξω στην αυλή, τα περιέλουσα με πετρέλαιο και τους έβαλα φωτιά. Δεν μπορούσα να τα βλέπω. Δεν ήθελα να θυμάμαι πώς πέρασε η παιδική μου ηλικία.

Το σπίτι, όμως, μ’ αρέσει, αγάπες μου. Είναι το καταφύγιό μου, εδώ δεν απολογούμαι σε κανέναν για τίποτα. Μπορώ ν’ αφήνω παντού τις συσκευασίες από τα έτοιμα φαγητά, να απολαμβάνω την σκόνη που σκεπάζει τα έπιπλα, να αράζω στην κουζίνα, να καλή ώρα όπως τώρα, να βγάζω μπότες και κάλτσες ν’ ανασάνει αυτό το έκζεμα που μου ταλαιπωρεί τα πόδια. Και να πιω το ουίσκι μου όπως θέλω, όσο θέλω, κάθε βράδυ. Και μετά να πάω για ύπνο.

H Brenda Blethyn ως Vera Stanhope

H Brenda Blethyn ως Vera Stanhope

Ναι, μόνη μου κοιμάμαι. Πάντα μόνη μου κοιμόμουν. Δεν ξέρω πώς είναι να ξυπνάς δίπλα σ’ έναν άντρα, δεν γνωρίζω την αίσθηση της ανάσας του άλλου στο μαξιλάρι σου. Αν μου λείπει κάτι τέτοιο; Προφανώς, αλλά δεν το δείχνω. Ο Τζο τα έχει όλα αυτά, έχει γυναίκα, έχει και παιδιά. Τους αγαπάει πολύ και νοιώθει ένοχος όταν χάνει τα γενέθλια των παιδιών ή όταν δεν προλαβαίνει να κάνει κάποια αγγαρία που του έχει αναθέσει η οικογένεια, λόγω της δουλειάς μας. Η αλήθεια είναι ότι τον απασχολώ πολλές ώρες, όλους τους απασχολώ, μια υπόθεση λύνεται γρηγορότερα και αποτελεσματικότερα όταν είσαι ολόψυχα δοσμένος σ’ αυτήν. Στη δουλειά είμαι ακούραστη, πολλές φορές ξενυχτάω πάνω σε μιαν υπόθεση, απαιτώντας το ίδιο κι από τους υπόλοιπους του τμήματος, τον Τζο, τον Κέννυ και τους άλλους. Ο Τζο μου λέει ότι ξεχνάω πως εκείνοι έχουν οικογένειες και προσωπική ζωή. Τι μας λες! Ε, λοιπόν ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΧΩ! Εγώ ζωντανεύω και παραμένω σ’ εγρήγορση μόνο όταν βρεθώ μπροστά σ’ ένα πτώμα, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι σχεδόν χαίρομαι σαν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Φυσικά και δεν είναι αλήθεια, αγάπες μου, μην τρομάζετε, μ’ ενδιαφέρει μόνο να βρεθεί ο ένοχος και ν’ αποδωθεί δικαιοσύνη. Και δεν επιτρέπω στην προσωπική μου ζωή να γίνει τροχοπέδη στην γρήγορη και αποτελεσματική διελεύκανση ενός εγκλήματος!

Δεν οπλοφορώ, δεν το βρίσκω απαραίτητο, έχω τον Τζο, τον Κέννυ και τους άλλους να κουβαλάνε τα σιδερικά, εμένα δεν μου χρειάζονται. Κι εδώ που τα λέμε δεν έχει κινδυνέψει ποτέ η ζωή μου, πραγματικά. Στο κάτω-κάτω στους λόφους της Νορθάμπρια είμαστε, αγάπες μου, όχι στη Νέα Υόρκη!

Που λέτε, η συγγραφέας αρχικά καθόλου δεν είχε στο μυαλό της να δημιουργήσει μιαν ηρωίδα σαν εμένα και να την βάλει να πρωταγωνιστήσει σε έξι βιβλία. Έκανα την εμφάνισή μου το 1999 στο βιβλίο της «Παγίδα για κοράκια». Εκεί ηρωίδες ήταν τρεις γυναίκες, σ’ ένα καταφύγιο πουλιών. Εγώ εμφανίστηκα σε μια σκηνή κηδείας, η τοπική επιθεωρητής της αστυνομίας, άχαρη και εκνευριστική, που άνοιξε διάπλατα την πόρτα της μικρής εκκλησίας κι όρμησε σαν σίφουνας μέσα διακόπτοντας την τελετή. Προφανώς υπήρξα πολύ επίμονη κι η Ανν Κληβς δεν μπόρεσε να με βγάλει απ’ το μυαλό της. Μα σίγουρα με βρήκε κι ενδιαφέρουσα: με έκανε πρωταγωνίστρια και μ’ έβαλε στα επόμενα πέντε βιβλία της σειράς.

VERA - Ein ganz spezieller FallΦίλους δεν έχω. Ο Κέννυ, με τον οποίο είμαστε συνομήλικοι και θα μπορούσαμε να είμαστε φίλοι, με εκνευρίζει γιατί είναι νωθρός και φυγόπονος. Ο Τζο είναι πολύ όμορφος, ο άτιμος. Μ’ αρέσει η παρέα του, μ’ αρέσει να έρχεται εδώ τα βράδυα και να πίνουμε μαζί, αλλά δεν μένει ποτέ πολύ, τον περιμένουν στο σπίτι. Η γυναίκα του μου κάνει μούτρα όποτε με συναντά, γιατί τον κρατώ απασχολημένο με τις υποθέσεις μας. Ναι, ο Τζο μ’ αρέσει, θέλω να βρίσκομαι μαζί του. Δεν είμαι σίγουρη για το τι ακριβώς ένστικτα μου ξυπνάει, το ερωτικό ή το μητρικό. Είναι πολύ όμορφος για να δικαολογεί το πρώτο και πολύ νέος για να ενεργοποιεί το δεύτερο. Δεν ξέρω, αλήθεια. Αλλά και δεν μ’ ενδιαφέρει να το ψάξω.

Η μόνη μου άλλη παρέα είναι αυτό το ζευγάρι των όψιμων χίπιδων που μένει στο διπλανό σπίτι. Έχουν μια ψευτοφάρμα και καμώνονται πως ασχολούνται με τ΄αγροτικά. Βασικά καπνίζουν χασίς και τεμπελιάζουν. Κάνω τα στραβά μάτια για το χασίς, υποκρίνομαι πως δεν το μυρίζω ολούθε, επειδή είναι η μόνη ανθρώπινη παρουσία κοντά μου. Κι ακόμη κι εγώ τόχω ανάγκη κάπου-κάπου.

H Brenda Blethyn ως Vera Stanhope

H Brenda Blethyn ως Vera Stanhope

Σίγουρα δεν είμαι μοναδική, αγάπες μου, μην πείτε ότι δεν έχετε γνωρίσει άλλη σαν εμένα. Είμαι μια μεσόκοπη γυναίκα και είμαι μόνη. Έχω ένα παρελθόν που, ακόμα κι αν δεν είμαι περήφανη γι αυτό, είναι δικό μου. Είχα και εξακολουθώ να έχω διάφορα προβλήματα υγείας καθώς και κακές συνήθειες που τα επιδεινώνουν, αλλά είμαι πολύ πεισματάρα για να τις απαρνηθώ και να διορθωθώ. Ναι, σίγουρα δεν είμαι η μόνη, σίγουρα έχετε συναντήσει αρκετές σαν εμένα. Αλλά και σίγουρα δεν έχετε βρει πολλές τέτοιες στις σελίδες των βιβλίων που διαβάζετε ή στις τηλεοπτικές σειρές που παρακολουθείτε. Τουλάχιστον, όχι στο δικό μου το επάγγελμα.

Σας ευχαριστώ, αγάπες μου, που βρεθήκατε απόψε εδώ και που με ακούσατε με τόση προσοχή.

*Πληροφορίες για την Ann Cleeves και την ηρωίδα της Vera Stanhope, σαν ένα είδος θεατρικού μονολόγου, που ετοίμασα για σχετική εκδήλωση στο Revolt, τον Δεκέμβρη του 2014.

crime_and_punishment22

whodoneit1942dvd.jpg
 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 415 other followers

Αρέσει σε %d bloggers: