Υπόθεση Christine και Léa Papin – 4

•18/02/2017 • 1 σχόλιο

104407911Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Παράρτημα

Έχουν περάσει, σχεδόν, 85 χρόνια από το έγκλημα των αδελφών Papin και η υπόθεση εξακολουθεί να συναρπάζει το κοινό καθώς, κατά βάθος, παραμένει ένα αίνιγμα. Ένα ακραίο και άγριο έγκλημα, με θύτες και θύματα γυναίκες, ασυνήθιστο όχι μόνο ως προς την σφοδρότητά του αλλά και ως προς το κοινωνικό υπόβαθρο των εμπλεκομένων.  Στην Γαλλία του μεσοπολέμου συμβαίνει το αδιανόητο: αφεντικά δολοφονούνται από υπηρέτες. Και σαν αυτό να μην ήταν αρκετά φρικτό από μόνο του, η φρίκη μεγεθύνεται από το φύλο: τόσο οι δράστες όσο και τα θύματα είναι γυναίκες.

Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που ένα έγκλημα αυτού του είδους προκαλεί τεράστια αίσθηση στην κοινωνία της εποχής και κεντρίζει το ενδιαφέρον όχι μόνο του απλού κόσμου, που διαβάζει την υπόθεση σε όλες της τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες στις εφημερίδες και τα έντυπα, αλλά και διανοούμενων, καλλιτεχνών, λογοτεχνών, σκηνοθετών, ψυχιάτρων κλπ, σε σημείο που να έχουμε πληθώρα αναφορών και εκφρασμένων απόψεων για το συγκεκριμένο έγκλημα, σε βαθμό κατά πολύ μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλο παγκοσμίως.

Τι ήταν, τελικά, το έγκλημα των αδελφών Papin; Έγκλημα δύο ψυχασθενών;  Έγκλημα ταξικό, αποτέλεσμα χρόνων εκμετάλλευσης; Έγκλημα σεξουαλικό;  Στο Παράρτημα αυτού του άρθρου θα δούμε τις επικρατούσες απόψεις της εποχής, αλλά και το πώς πέρασε, το συγκεκριμένο έγκλημα, στις τέχνες: την λογοτεχνία, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τα εικαστικά.

1.Οι γραφιάδες

Συγγραφείς και, φυσικά, δημοσιογράφοι προσπαθούν να ανακαλύψουν τα πραγματικά αίτια της δολοφονίας των γυναικών της οικογένειας Lancelin και να ρίξουν φως στα πάθη των αδελφών Papin που τις οδήγησαν να διαπράξουν το έγκλημα με την συγκεκριμένη πρωτοφανή αγριότητα.  Η υπόθεση Papin συναρπάζει τους πάντες: τους υπερρεαλιστές, τους υπαρξιστές, τους κομμουνιστές. Εννοείται πως η κάθε άποψη και γνώμη είναι ντυμένη με τον ιδεολογικό μανδύα του εκφέροντα αυτήν.  Υπάρχουν εκείνοι που στο έγκλημα των Papin βλέπουν την αναπόφευκτη εξέγερση των σκλάβων κατά την πάλη των τάξεων, άλλοι που το αποδίδουν στην τρέλα (βαθειά ριζωμένης ή στιγμιαίας και συγχρονισμένης στο μυαλό των αδελφών), κάποιοι τρίτοι στην καταπιεσμένη σεξουαλικότητα και στην αιμομιξία -ταμπού και τότε και σήμερα- που αποκαλύφθηκε ή κινδύνευε να αποκαλυφθεί.  Καθώς η Christine και η Léa δεν μίλησαν ποτέ, παρά μόνο για να παραδεχθούν το έγκλημα, όλες οι υποθέσεις και οι απόψεις είναι εξίσου πιθανές και απίθανες.  Ας δούμε κάποιες από αυτές. Tα αποσπάσματα που παρατίθενται έχουν μεταφραστεί από το πρωτότυπο από την γράφουσα.

L'Humanité du Dimanche 1er Octobre 1933

Εφημερίδα «L’Humanité»

Σ’ ένα άρθρο (δυστυχώς ανυπόγραφο, καθώς εκείνη την εποχή οι δημοσιογράφοι της l’Humanité δεν υπέγραφαν τα κείμενά τους) που έχει μείνει ιστορικό, στο φύλλο της 30ης Σεπτεμβρίου 1933, η εφημερίδα υποστηρίζει ότι πρόκειται, σαφέστατα, για ένα ταξικό έγκλημα.  Διαβάζουμε:  «Τις πραγματικές αιτίες αυτού του εγκλήματος, μπορούμε να τις αναζητήσουμε στην κόλαση που βίωναν οι δύο «υπηρέτριες» στο σπίτι αυτών των μπουρζουάδων. Ω, όχι, δεν ήταν κακοταϊσμένες και δεν κοιμόνταν σε τρώγλη, αλλά η καταπίεση των αφεντικών –και ιδιαίτερα της αφεντικίνας- η καθημερινή υποτίμηση και οι προσβολές ήταν η αιτία του εγκλήματος. …Ήδη είχαν ζήσει επτά χρόνια αυτή τη ζωή του σκλάβου στο συγκεκριμένο σπίτι.  Σας φαίνεται περίεργο που μια τελευταία απειλή πυροδότησε την έχθρα και το μίσος που, η ηλίθια αστή, είχε καταφέρει να συσσωρευτούν στην καρδιά και στο μυαλό των υπηρετριών της και τις έκανε να εκραγούν ξαφνικά και με τέτοια τρελή λύσσα;  Φυσικά, δεν προτιθέμεθα να εγκρίνουμε την πράξη των δύο αδελφών, αλλά να την εξηγήσουμε, να καταδείξουμε πώς αυτές οι δύο υποδειγματικές υπηρέτριες –αναφορικά με την δουλειά τους- κατέληξαν σ’ αυτήν την παράλογη ακρότητα.  Και εννοείται πως αυτή η διαδικασία δεν έχει να κάνει μόνο με τις αδελφές Papin, αλλά πρωτίστως αναπτύσσεται και ανθίζει στους κόλπους της αγίας αστικής οικογένειας, μαζί με το μίσος, την απαξίωση και την υποτίμηση όλων των πλασμάτων που έχει στη δούλεψή της».  Το άρθρο αναφέρεται επίσης στην «μόρφωση» που έλαβαν οι αδελφές στο σκληρό, θρησκευτικού προσανατολισμού, οργανοτροφείο, εκπαιδευόμενες εξ απαλών ονύχων στην υποταγή: «Ελλιπής μόρφωση, έγκλειστες ζωές, υπόγειο αλλά βαθύ μίσος, εκτροχιασμός του μυαλού.  Ένας εκρηκτικός συνδυασμός που, ξαφνικά –αλλά όχι αναπάντεχα- οδηγεί στο κτηνώδες και σαδιστικό δράμα, στο διπλό έγκλημα που έκανε όλους τους μπουρζουάδες του Mans να τρέμουν». Και το άρθρο της εφημερίδας καταλήγει με την ευχή «οι δεκάδες χιλιάδες των νεαρών υπηρετριών, που αποτελούν μέρος της εκμεταλλευόμενης νεολαίας, να σταθούν στο πλευρό των αδελφών τους που δουλεύουν στα εργοστάσια και στα γραφεία, για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους και την διεκδίκηση της ολοκληρωτικής χειραφέτησής τους»ΕΔΩ μπορείτε να δείτε πώς αντιμετωπίστηκε η υπόθεση Papin από τον τύπο της εποχής.

Jean-Paul Sartre

Jean-Paul Sartre

Jean-Paul Sartre

To 1939 εκδίδεται το «Le Mur» του Sartre, μια συλλογή πέντε διηγημάτων.  Στο τρίτο από αυτά, που φέρει τον τίτλο «Érostrate», γίνεται σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση μια σύνδεση του παρελθόντος και του παρόντος προκειμένου να εξεταστούν θέματα μίσους και βιαιότητας των ανθρώπων, δολοφονιών, ηρώων αγχωμένων από την σεξουαλικότητα.  Λέει ο ήρωας του συγγραφέα: «Είδα τις φωτογραφίες αυτών των δύο όμορφων κοριτσιών, αυτών των υπηρετριών που χτύπησαν και σκότωσαν τις κυράδες τους.  Είδα τις φωτογραφίες τους, πριν και μετά. «Πριν», τα πρόσωπά τους αιωρούνταν σαν δυο πειθήνια λουλούδια πάνω από τους δαντελένιους τους γιακάδες, ακτινοβολώντας καθαρή, ζωντανή και ορεκτική τιμιότητα.  Ένα διακριτικό κατσάρωμα από σίδερο είχε αφήσει πανομοιότυπες μπούκλες στα μαλλιά τους. Και ακόμη πιο καθησυχαστικό από τα κυματιστά τους μαλλιά, από τους γιακάδες τους και τη χαρά της επίσκεψης στο φωτογραφείο, ήταν η ομοιότητά τους σαν αδελφές, αυτή η αυτάρεσκη ομοιότητα που έκανε άμεσα ορατούς τους δεσμούς αίματος και τις ρίζες στην ίδια οικογένεια.  «Μετά», τα πρόσωπά τους έλαμπαν σαν την φωτιά. Είχαν τους γυμνούς λαιμούς των έτοιμων να ανέβουν στη γκιλοτίνα.  Ρυτίδες παντού, φριχτές ρυτίδες φόβου και μίσους, δίπλες, τρύπες στη σάρκα σαν να την είχαν οργώσει –ξανά και ξανά- τα νύχια κάποιου κτήνους.  Κι αυτά τα μάτια, αυτά τα ίδια μεγάλα, σκοτεινά και απύθμενα μάτια… Κι επιπλέον, δεν έμοιαζαν πια.  Η κάθε μία, με τον δικό της τρόπο, κουβαλούσε την ανάμνηση του κοινού τους εγκλήματος».

Simone de Beauvoir

Simone de Beauvoir

Simone de Beauvoir

To 1960 εκδόθηκε ο δεύτερος τόμος της αυτοβιογραφικής τετραλογίας της Beauvoir, με τίτλο La Force de l’âge.  Είχε προηγηθεί το Μémoires d’une jeune fille rangée (1958) και ακολούθησαν τα La Force des choses (1963) και Tout compte fait (1972).  Aναφερόμενη στην υπόθεση Papin, γράφει: «Η τραγωδία των αδελφών Papin, στο ευρύ της περίγραμμα, ήταν άμεσα ξεκάθαρη για εμάς.  Στη Rouen, όπως και στο Le Mans, και ίσως ακόμη ανάμεσα στις μητέρες των μαθητών μου υπήρχαν, χωρίς αμφιβολία, γυναίκες που αφαιρούσαν από τον μισθό της υπηρέτριάς τους την αξία ενός σπασμένου πιάτου, που φορούσαν άσπρα γάντια για να περάσουν το δάχτυλο πάνω από «δύσκολα» σημεία και να ανακαλύψουν την αξεσκόνιστη βρομιά.  Στα δικά μας μάτια τους άξιζε ο θάνατος εκατό φορές.  Με τα κυματιστά τους μαλλιά και τους λευκούς γιακάδες, πόσο λογικές έμοιαζαν η Christine και η a Papin στην παλιά τους φωτογραφία που δημοσίευσαν ορισμένες εφημερίδες! Πώς μεταμορφώθηκαν σ’ αυτές τις ελεεινές μαινάδες, τις παραδομένες στη δημόσια καταδίκη, στις μετά το έγκλημα φωτογραφίες τους;  Αυτά που πραγματικά πρέπει να κατηγορήσουμε είναι το ορφανοτροφείο της παιδικής τους ηλικίας, τη σκλαβιά της ενήλικης ζωής τους, ολόκληρο το φριχτό σύστημα που στήνεται και συντηρείται από έντιμους ανθρώπους και παράγει τρελούς, δολοφόνους και τέρατα.  Η φρίκη αυτή δεν θα μπορούσε να απαντηθεί δίκαια παρά με ισάξια φρίκη: οι δύο αδελφές μετέτρεψαν τους εαυτούς τους σε όργανα και μάρτυρες μιας σκοτεινής μορφής δικαιοσύνης.  Για δυο αστές που πετσοκόφτηκαν, έπρεπε να υπάρξει μια αιματηρή εξιλέωση.  Ο φονιάς δεν δικάστηκε, χρησιμοποιήθηκε ως αποδιοπομπαίος τράγος».

Jean Genet

Jean Genet

Jean Genet

Γραμμένο το 1947 το θεατρικό έργο του Genet Les Bonnes, είναι εμπνευσμένο από την υπόθεση των αδελφών Papin και ανέβηκε για πρώτη φορά στις 19 Απριλίου του 1947 στο Théâtre de l’Athénée, στο Παρίσι.  Σε σημείωμά του για μεταγενέστερο ανέβασμα του έργου, ο Genet γράφει: «Πρέπει να ξεκαθαρίσω ένα πράγμα: αυτό το έργο δεν είναι ένα μανιφέστο για την υπεράσπιση της υπόθεσης των υπηρετών.  Υποθέτω ότι γι αυτό θα υπάρχουν τα σωματεία τους – κάτι που δεν μας αφορά.  Κατά το πρώτο ανέβασμα αυτού του έργου, ένας θεατρικός κριτικός παρατήρησε πως οι αληθινές υπηρέτριες δεν μιλούν όπως αυτές στο έργο μου.  Τι ξέρει αυτός;  Εγώ υποστηρίζω το αντίθετο, καθώς αν ήμουν υπηρέτρια έτσι θα μιλούσα, ακριβώς όπως αυτές. Μερικά βράδυα. Επειδή οι υπηρέτριες μιλούν έτσι μόνο μερικά βράδυα: όταν τις πιάσεις ανυποψίαστες, είτε βυθισμένες στη μοναξιά τους, είτε κάνοντας αυτό που κάνει ο καθένας πάνω στη γη…».

Paul Éluard

Paul Éluard

Paul Éluard

Το Le Surréalisme au service de la revolution ήταν ένα περιοδικό που κυκλοφόρησε σε έξι, μόνο, τεύχη, από τον Ιούλιο του 1930 μέχρι τον Μάϊο του 1933, αλλά που ήταν αρκετά για να το καταστήσουν σημείο αναφοράς.  Για να γίνει αυτό κατανοητό, αρκεί να αναφέρουμε κάποια ονόματα-υπογραφές στα κείμενά του: André Breton, Paul Éluard, Louis Aragon, Marcel Duchamp, Salvador Dali, Man Ray, Max Ernst, Man Ray, Alberto Giacometti, Luis Bunuel, Joan Miró και πολλά ακόμη, ίδιου βεληνεκούς. Στο 5ο τεύχος, που κυκλοφόρησε στις 15 Μαΐου του 1933, τρεις μόλις μήνες μετά την δολοφονία των Lancelin, ο Éluard έγραφε: «Οι αδελφές Papin μεγάλωσαν σ’ ένα ορφανοτροφείο/μοναστήρι στο Le Mans. Κατόπιν η μητέρα τους τις τοποθέτησε σ’ ένα μπουρζουάδικο σπίτι.  Για έξι χρόνια, σε απόλυτη υποταγή, ήταν αναγκασμένες να ανέχονται παρατηρήσεις, απαιτήσεις και προσβολές. Σιγά-σιγά ο φόβος, η εξάντληση και η ταπείνωση, έθρεψαν το μίσος μέσα τους, έγιναν το γλυκό πιοτό που τις παρηγορούσε στα κρυφά με την υπόσχεση ενός λουτρού αίματος για τις υπεύθυνες αργά ή γρήγορα.  Όταν έφθασε εκείνη η ημέρα, η Christine και η a Papin, ξεπλήρωσαν το κακό με το ίδιο νόμισμα, ένα νόμισμα από αίμα.  Kατέσφαξαν στην κυριολεξία τα θηλυκά αφεντικά τους, τους έβγαλαν τα μάτια, τους θρυμμάτισαν τα κρανία.  Ύστερα πήγαν στο κρεβάτι τους.  Ο κεραυνός είχε χτυπήσει, το ξύλο είχε καεί και ο ήλιος είχε σβηστεί για πάντα…».

Συνεχίζεται

crime_and_punishment

Υπόθεση Christine και Léa Papin – 3

•11/02/2017 • 2 σχόλια

abf8642292bb7514f6274fd45c9219ceΠροηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Σύλληψη, δίκη και καταδίκη

Μετά την ανακάλυψη του εγκλήματος, οι αστυνομικοί οδήγησαν τις αδελφές Papin στο αστυνομικό τμήμα, όπου και τους απαγγέλθηκε κατηγορία για την δολοφονία της Léonie και της Geneviève Lancelin.  Πέντε πρόσωπα ήταν παρόντα κατά την προκαταρκτική ανάκριση των αδελφών: ο δικαστής M. Herbert, ο εισαγγελέας M. Riegert, ο ιατροδικαστής Dr Chartier, ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος και ο γραφέας του δικαστηρίου M. Bouttier.  Η Christine αφηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια τα συμβάντα εκείνης της ημέρας: την απουσία των αφεντικών, το σιδέρωμα των ασπρόρουχων, την βλάβη του ηλεκτρικού σίδερου, την ξαφνική επιστροφή, τον φόβο για ενδεχόμενη τιμωρία.  Περιέγραψε ψύχραιμα πώς εκείνη επιτέθηκε στην Geneviève και της έβγαλε τα μάτια, ενώ το ίδιο έκανε η Léa στην Léonie. Συνέχισε λέγοντας ότι πήγε στην κουζίνα και πήρε ένα μαχαίρι κι ένα σφυρί και, οπλισμένες με αυτά, οι δύο αδελφές συνέχισαν την επίθεση εναντίον μητέρας και κόρης.

Tα όπλα του εγκλήματος: το μαχαίρι, το σφυρί και το μεταλλικό κανάτι

Tα όπλα του εγκλήματος: το μαχαίρι, το σφυρί και το μεταλλικό κανάτι

Διηγήθηκε πως χρησιμοποίησαν και μια μεταλλική κανάτα, που βρισκόταν πάνω σ’ ένα τραπεζάκι στο κεφαλόσκαλο.  Περιέγραψε τα χτυπήματα στο πρόσωπο, στα γεννητικά όργανα και τους γλουτούς των γυναικών.  Είπε ότι η Léa κι αυτή αντάλλασαν μεταξύ τους τα όπλα.  Τα θύματα μόλις που πρόλαβαν να βάλουν τις φωνές. Συνέχισε ψύχραιμη λέγοντας πως, όταν τα θύματά τους είχαν ξεψυχήσει, κατέβηκε η ίδια και κλείδωσε και αμπάρωσε τις πόρτες.  Υποστήριξε ότι το έπραξε αυτό επειδή προτιμούσε να τις βρει η αστυνομία μετά το έγκλημα και όχι το αφεντικό τους. Στην συνέχεια αφηγήθηκε πώς εκείνη και η Léa καθαρίστηκαν από τα αίματα και αποσύρθηκαν στο δωμάτιό τους, όπου και τις βρήκαν οι αστυνομικοί.  Η Christine ολοκλήρωσε την κατάθεσή της λέγοντας: «Δεν μετανοιώνω για τίποτα ή –για να το πω καλύτερα- χαίρομαι που τις σκότωσα, θα ήταν ή αυτές ή εγώ ή η αδελφή μου.  Δεν ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα, δεν είχα μίσος εναντίον τους, αλλά δεν θα άντεχα μια ακόμη προσβολή ή τιμωρία εκ μέρους της κ. Lancelin».

Oι αδελφές μεταφέρονται στο ψυχιατρείο, για εκτίμηση από τους γιατρούς

Oι αδελφές μεταφέρονται στο ψυχιατρείο, για εκτίμηση από τους γιατρούς

Σε αντίθεση με την Christine, η Léa αρνήθηκε να δώσει εξηγήσεις. Ο δικαστής της διάβασε την κατάθεση της Christine κι εκείνη επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς της αδελφής της. Μίλησε για τον δικό της ρόλο στην δολοφονία των Lancelin και πρόσθεσε: «Όλα όσα σας είπε η αδελφή μου είναι ακριβή, το έγκλημα διαπράχθηκε έτσι όπως σας το αφηγήθηκε.  Ο δικός μου ο ρόλος στην υπόθεση ήταν απολύτως αυτός που σας υπέδειξε. Έδωσα τόσα χτυπήματα όσα κι εκείνη.  Επιβεβαιώνω πως το έγκλημά μας δεν ήταν προμελετημένο, η ιδέα μας ήρθε αυθόρμητα, όταν ακούσαμε την κ. Lancelin να φωνάζει και να μας βρίζει.  Κι εγώ, όπως η αδελφή μου, δεν μετανοιώνω για την εγκληματική μας πράξη.  Καλύτερα αυτές, παρά εμείς!»

hjkj

big_artfichier_287239_5100254_2015090647279-horz-vertΉδη από την επομένη το έγκλημα των αδελφών Papin ήταν πρωτοσέλιδο στις τοπικές εφημερίδες, για να ακολουθήσει η εθνική και διεθνής κάλυψη, η οποία συνεχίστηκε μέχρι την ολοκλήρωση της δίκης και της καταδίκης τους.  Μέχρι την έναρξη της δίκης, οι δύο αδελφές στάλθηκαν στο ψυχιατρείο, προκειμένου να γίνει εκτίμηση της διανοητικής τους κατάστασης και της ψυχικής τους υγείας.

Η εκτίμηση των γιατρών ήταν ότι η Christine ήταν ένα άτομο μέσης ευφυΐας και σίγουρα το κυρίαρχο πρόσωπο στην σχέση των δύο αδελφών.  Η Léa κρίθηκε μειωμένης ευφυΐας και πειθήνιο όργανο της Christine, χωρίς την επιρροή της οποίας η ίδια δεν θα είχε ποτέ τολμήσει τις δολοφονίες. Σε τρεις διαδοχικές ψυχιατρικές εξετάσεις, οι αδελφές είχαν απολύτως την ίδια συμπεριφορά.  Δεν παρουσίασαν κανένα σοβαρό κίνητρο για τις δολοφονίες, δεν έδειξαν να μετανοούν ή να λυπούνται γι αυτές και το μόνο τους ενδιαφέρον ήταν στο να θεωρηθούν αμφότερες και εξίσου υπεύθυνες. Εν κατακλείδι, η ψυχιατρική εξέταση «δεν ανέδειξε πνευματικές ή φυσικές ανωμαλίες, τουλάχιστον σε επίπεδα που θα μπορούσαν να μειώσουν τον βαθμό της ευθύνης των Papin για το έγκλημα».

Η έκθεση του ιατροδικαστή

Η έκθεση του ιατροδικαστή

Εν αναμονή της διεξαγωγής της δίκης τους, η οποία είχε οριστεί για τον Σεπτέμβριο του 1933, οι αδελφές Papin κλείστηκαν στην φυλακή, σε διαφορετικά κελιά.  Για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια χωρίστηκαν.  Κι ενώ η Léa έδειχνε ν’ αντιμετωπίζει στωϊκά τον αποχωρισμό, η Christine δεν μπορούσε να τον αντέξει. Μετά από μόλις πέντε μήνες χώρια από την Léa, άρχισε να παρουσιάζει υπερκινητικότητα και να έχει παραισθήσεις.  Κατά την διάρκεια μιας κρίσης προσπάθησε να βγάλει τα μάτια της, χωρίς να το καταφέρει, εντούτοις δεν απέφυγε τον τραυματισμό τους.  Μετά από αυτό το γεγονός την περιόρισαν με ζουρλομαδύα.  Όταν ήταν ήρεμη έγραφε γράμματα στις αρχές, ζητώντας να την βάλουν στο ίδιο κελί με την Léa.  Όταν βρισκόταν σε κρίση παρουσίαζε έντονη σεξουαλική συμπεριφορά που κατέληγε σε μελαγχολία, εκδηλώσεις κατάθλιψης, παραληρήματος.

H φυλακή στο Le Mans, όπου ήταν έγκλειστες οι αδελφές κατά την διάρκεια της δίκης τους

H φυλακή στο Le Mans, όπου ήταν έγκλειστες οι αδελφές κατά την διάρκεια της δίκης τους

Γράμματα της Christine

Γράμματα της Christine

Kατά την διάρκεια της δίκης τους αμφότερες οι Papin δεν είχαν πολλά να πουν.  Παρέμεναν κυρίως σιωπηλές, απαντώντας με καταφατικά ή αρνητικά νεύματα στις ερωτήσεις του δικαστηρίου.  Η ομάδα των δικηγόρων υπεράσπισης, με επικεφαλής την Germaine Brière, είχε ως στόχο να αποδείξει ότι οι αδελφές Papin δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθούν υπεύθυνες για το έγκλημα, καθώς δεν είχαν σώας τας φρένας και για να το καταφέρουν επικαλέστηκαν την μαρτυρία ψυχιάτρων, τα ευρήματα των οποίων ήρθαν σε αντίθεση με τα αντίστοιχα των ψυχιάτρων των διορισμένων από την πολιτική αγωγή.  Μετά από αυτό, ακριβώς λόγω της διχογνωμίας των ειδικών, η Brière ζήτησε να οριστεί νέα ομάδα ψυχιάτρων για να εξετάσει τις κατηγορούμενες, κάτι που δεν έγινε δεκτό από το δικαστήριο επειδή θα έθετε σε αμφισβήτηση τις επιστημονικές ικανότητες των προηγουμένων.

 Germaine Brière

Germaine Brière

8513336720_a438e41fc8_bΗ διαδικασία, η έρευνα των αρχών, οι μάρτυρες, οι αγορεύσεις των δικηγόρων υπεράσπισης και της πολιτικής αγωγής συνετέλεσαν ώστε, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1933, η απόφαση των ενόρκων να είναι καταδικαστική για τις αδελφές Papin: κρίθηκαν ένοχες χωρίς ελαφρυντικά, αλλά διαφοροποιήθηκαν ως προς την ποινή που τους επέβαλε το δικαστήριο.  Η Christine Papin κρίθηκε ένοχη και για τις δύο δολοφονίες και καταδικάστηκε σε θάνατο, ενώ η  Léa θεωρήθηκε συνεργός μόνο στον φόνο της κ. Lancelin, καθοδηγούμενη από την αδελφή της, και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια καταναγκαστικά έργα και είκοσι χρόνια απαγόρευσης διαμονής στο Mans.

104407914Η ποινή της Christine μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη, κάτι που ήταν συνηθισμένο στη Γαλλία για τις γυναίκες την εποχή εκείνη.  Η τελευταία εκτέλεση γυναίκας είχε γίνει στις 24 Ιανουαρίου του 1877 και επρόκειτο για εκείνη της Georgette Thomas. Η θανατική ποινή για τις γυναίκες εκτελέστηκε εκ νέου στην Γαλλία από το 1941 (Elizabeth Ducourneau) μέχρι το 1949 (Germaine Leloy-Godefroy).

5078438770_b1a814f4dd_bKαι μετά την καταδίκη τους, οι αδελφές Papin τοποθετήθηκαν σε διαφορετικά κελιά κι ενώ η Léa προσαρμόστηκε και επεδείκνυε καλή και φυσιολογική συμπεριφορά, η Christine βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο στην τρέλα, καθώς δεν μπορούσε ν’ αντέξει τον αποχωρισμό από την αδελφή της.  Βυθίστηκε σε βαρειά κατάθλιψη κι αρνιόταν την τροφή ώστε, πολύ σύντομα, κρίθηκε αναγκαία η μεταφορά της στο ψυχιατρείο της Rennes, όπου και πέθανε από καχεξία στις 18 Μαΐου του 1937, σε ηλικία 32 ετών.  Η ταφή της έγινε στο Ανατολικό Κοιμητήριο της Rennes, σε έναν τάφο που παραχωρήθηκε δωρεάν από τον Δήμο (τμήμα 9, σειρά 48, τάφος 3 ή 8).  Ο τάφος της δεν υπάρχει σήμερα καθώς έγινε εκταφή και τα οστά της βρίσκονται στο οστεοφυλάκιο του κοιμητηρίου.

Η Léa Papin αποφυλακίστηκε το 1941, λόγω καλής συμπεριφοράς, έχοντας εκτίσει τα οκτώ από τα δέκα χρόνια κάθειρξής της.  Εγκαταστάθηκε στην Nantes, όπου και ξανάσμιξε με την μητέρα της, και εργαζόταν ως καμαριέρα σε ένα ξενοδοχείο, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο.  Πιστεύεται ότι πέθανε στην Nantes το 1982 και τάφηκε στον ίδιο τάφο με την μητέρα της, στο νεκροταφείο της Bouteillerie, έναν τάφο που είχε αγοράσει η ίδια το 1957 (τμήμα Χ, σειρά 6, τάφος 11).  Στην πλάκα, προς αποφυγή βανδαλισμών, υπάρχει μόνο το όνομα της μητέρας της.  Η ημερομηνία θανάτου της αργότερα αμφισβητήθηκε, όπως θα δούμε στο Παράρτημα αυτού του άρθρου.

Ο τάφος της μητέρας των Papin στην Nantes, όπου πιστεύεται πως είναι θαμμένη και η Léa

Ο τάφος της μητέρας των Papin στην Nantes, όπου πιστεύεται πως είναι θαμμένη και η Léa

Συνεχίζεται

crime_and_punishment

Υπόθεση Christine και Léa Papin – 2

•04/02/2017 • 2 σχόλια
Οι αδελφές Papin΄, μετά τη σύλληψή τους, κι ενώ βρίσκονται ακόμη στον τόπο του εγκλήματος, φορώντας τις ρόμπες τους

Οι αδελφές Papin, μετά τη σύλληψή τους, κι ενώ βρίσκονται ακόμη στον τόπο του εγκλήματος, φορώντας τις ρόμπες τους

Προηγούμενο

Της Νίνας Κουλετάκη

Το έγκλημα

Το βράδυ της 2ης Φεβρουαρίου 1933 ο Lancelin, μαζί με τον φίλο του Audoire, εμφανίζονται στο αστυνομικό τμήμα του Mans.  To ίδιο βράδυ ήταν καλεσμένος να δειπνήσει με την σύζυγο και την κόρη του στο σπίτι των Chabron, φίλων της οικογένειας.  Το ραντεβού είχε οριστεί κατά τις 6 το απόγευμα και οι γυναίκες θα τον συναντούσαν εκεί, αφού προηγουμένως είχαν πάει για ψώνια.  Όταν η ώρα πήγε 6.30 και δεν είχαν εμφανιστεί, τους τηλεφώνησε στο σπίτι, χωρίς όμως να απαντήσει κάποιος.  Πιστεύοντας ότι θα ήταν μια απλή καθυστέρηση, πηγαίνει σπίτι του για να τις πάρει, αλλά φθάνοντας διαπιστώνει πως δεν μπορεί να μπει στο σπίτι, καθώς η πόρτα είναι κλειδωμένη και αμπαρωμένη από μέσα.  Υποθέτει πως, την ώρα που εκείνος κατευθυνόταν στο σπίτι του, οι γυναίκες πήγαιναν στο σπίτι των Chabron και οι υπηρέτριες είχαν κλειδώσει για λόγους ασφαλείας και δεν άκουσαν τα χτυπήματά του, καθώς η κουζίνα βρισκόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού.  Παρ’ όλα αυτά, φθάνοντας εκ νέου στην οικία των Chabron, διαπιστώνει πως η γυναίκα και η κόρη του δεν είχαν φτάσει ακόμη.  Τηλεφωνεί ξανά χωρίς απάντηση και, ανησυχώντας πια σοβαρά, επιστρέφει στο σπίτι του, αλλά και πάλι δεν καταφέρνει να ανοίξει την πόρτα ούτε κάποιος απαντά στα κτυπήματά του.  Το σπίτι είναι βυθισμένο στο σκοτάδι, εκτός από ένα κερί που καίει στο δωμάτιο των υπηρετριών, στη σοφίτα.  Καθώς φοβάται ότι το σκοτάδι οφείλεται σε κάποια βλάβη στο γκάζι του σπιτιού, κατευθύνεται, μαζί με τον γείτονά του Audoire, τρέχοντας στο αστυνομικό τμήμα, για να ζητήσει βοήθεια.

Δυο αστυνομικοί τον συνοδεύουν στο σπίτι της οδού Bruyère, το οποίο εξακολουθεί να είναι σκοτεινό κι αμπαρωμένο.  Οι αστυνομικοί, περνώντας από το διπλανό σπίτι, σκαρφαλώνουν στον τοίχο και μπαίνουν στο σπίτι των Lancelin σπάζοντας ένα παράθυρο.  Δοκιμάζουν τους διακόπτες αλλά το φως δεν ανάβει, αναγκάζοντάς τους να χρησιμοποιήσουν τους φακούς τους.  Στο ισόγειο του σπιτιού, όπου βρίσκονται οι χώροι υποδοχής και η κουζίνα, όλα μοιάζουν να είναι στη θέση τους εκτός από το συρτάρι με τα μαχαίρια του κρέατος στην κουζίνα, που χάσκει ανοιχτό.

Αρχίζουν ν’ ανεβαίνουν την εσωτερική σκάλα που οδηγεί στον πρώτο όροφο, όπου βρίσκονται τα υπνοδωμάτια της οικογένειας, αλλά σταματούν αποσβολωμένοι όταν ανακαλύπτουν ένα ανθρώπινο μάτι σ’ ένα από τα σκαλιά.  Φτάνουν στο κεφαλόσκαλο για να βρεθούν μπροστά στα κατακρεουργημένα πτώματα των γυναικών Lancelin.  Εκείνη τη στιγμή οι δύο αστυνομικοί είναι σίγουροι πως θα βρουν στην ίδια φρικτή κατάσταση και τα πτώματα των δύο υπηρετριών, καθώς υποθέτουν ότι και οι τέσσερις γυναίκες είχαν δολοφονηθεί άγρια από άγνωστους εισβολείς.  Ανεβαίνουν, λοιπόν, με προσοχή την στενή σκάλα που οδηγεί στη σοφίτα, για να φτάσουν μπροστά στην κλειδωμένη πόρτα της.  Την σπάνε για να μπουν και βρίσκονται μπροστά στις αδελφές Papin, που είναι ολοζώντανες, γυμνές και αγκαλιασμένες στο κρεβάτι.  Στο πάτωμα υπάρχει ένα βουτηγμένο στο αίμα σφυρί. Οι δύο κοπέλες πετάγονται από το κρεβάτι, φορούν τις λουλουδάτες ρόμπες τους και ομολογούν την δολοφονία των γυναικών Lancelin.  H Christine σπεύδει να δηλώσει πως βρισκόταν σε αυτοάμυνα.  Ας δούμε, όμως, πώς οδηγήθηκαν τα πράγματα μέχρι εκεί.

Το σχεδιάγραμμα της σκηνής του εγκλήματος

Το σχεδιάγραμμα της σκηνής του εγκλήματος

Η αιτία και η αφορμή

Εκείνον τον χειμώνα του 1933, η  οικογένεια των Lancelin αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα. Ο René Lancelin, ο οποίος ως συνταξιούχος νομικός είχε τοποθετηθεί πρόεδρος σε μια ασφαλιστική εταιρεία, είχε εμπλακεί σε ένα οικονομικό σκάνδαλο που είχε οδηγήσει στην καταστροφή των μικρομετόχων της εταιρείας.  Λόγω του γεγονότος, αλλά και του κλίματος που είχε δημιουργηθεί εναντίον του, η κατάσταση ήταν έκρυθμη στο σπιτικό των Lancelin, με αποτέλεσμα η κυρία του σπιτιού συχνά να ξεσπά τα νεύρα της πάνω στις αδελφές Papin. Η συμπεριφορά της είχε ξεφύγει από τα συνηθισμένα κι όταν, κάποια φορά, τσίμπησε δυνατά την Christine για μια απροσεξία της εκείνη ορκίστηκε πως «την επόμενη φορά που θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ανταπέδιδε».

Μια ημέρα του Ιανουαρίου του ιδίου έτους, η Léa Papin θα κατηγορηθεί από την κυρία της ότι χάλασε το ηλεκτρικό σίδερο και θα υποχρεωθεί να το φτιάξει.  Η Léa θα το πάει για επισκευή και θα φέρει τον λογαριασμό του τεχνίτη στην κ. Lancelin.  Εκείνη, εκνευρισμένη, βρίζει την  Léa και κρατά τα πέντε φράγκα της αμοιβής του τεχνίτη από τον μισθό της.  Οι δύο αδελφές συζητούν θυμωμένες για την αυστηρότητα και σκληρότητα της κυρίας τους και καταριούνται τη μοίρα τους –και την μητέρα τους- που τις υποχρέωσαν να είναι «δούλες σε σκληρούς ανθρώπους».

Το απόγευμα της 2ας Φεβρουαρίου, οι αδελφές Papin σιδερώνουν τα ασπρόρουχα σ’ ένα δωμάτιο του πρώτου ορόφου της οικίας Lancelin.  Είναι μόνες τους, καθώς η κ. Lancelin και η κόρη της έχουν πάει για ψώνια, ενώ ο κ. Lancelin βρίσκεται σε σπίτι φίλων.  Στις 5 το απόγευμα συμβαίνει κάτι –ασήμαντο από μόνο του- που θα πυροδοτήσει την τραγική εξέλιξη: το σίδερο –το ίδιο σίδερο για το οποίο είχε τιμωρηθεί η Léa μερικές ημέρες πριν- θα βραχυκυκλώσει και θα ρίξει τις ασφάλειες, βυθίζοντας το σπίτι στο σκοτάδι.  Οι αδελφές πανικοβάλλονται για την επερχόμενη τιμωρία.  Τρέχουν στο δωμάτιό τους και ξαπλώνουν στο κρεβάτι, προσποιούμενες ότι κοιμούνται, για να αποφύγουν τον θυμό της κυράς τους, χωρίς να σηκώσουν τις ασφάλειες.  Όταν, λίγα λεπτά αργότερα, οι γυναίκες Lancelin θα επιστρέψουν και θα προσπαθήσουν να ανάψουν, χωρίς τύχη, τα φώτα και η κ. Lancelin θα βάλει τις φωνές, το αδιανόητο θα συμβεί.  Οι αδελφές ορμούν έξω από τη σοφίτα και δολοφονούν την Léonie και την Geneviève.

Tα κατακρεουργημένα πτώματα της Léonie και της Geneviève Lancelin, στο πλατύσκαλο του πρώτου ορόφου

Tα κατακρεουργημένα πτώματα της Léonie και της Geneviève Lancelin, στο πλατύσκαλο του πρώτου ορόφου

H αγριότητα

Η αγριότητα του εγκλήματος ήταν πρωτοφανής, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη του το φύλο του δράστη.  Προξενεί φρίκη το γεγονός ότι ανθρώπινα όντα μπόρεσαν να δολοφονήσουν άλλα ανθρώπινα όντα με τέτοιο τρόπο.

Και οι δύο γυναίκες είχαν χτυπηθεί τόσο άγρια στο πρόσωπο, ώστε δεν ήταν πλέον αναγνωρίσημες.  Το μάτι που βρέθηκε στο σκαλοπάτι ανήκε στην Geneviève, το δεύτερο βρέθηκε στο πάτωμα δίπλα της.  Και τα δύο μάτια της  Léonie είχαν επίσης ξεριζωθεί από τις κόχες τους και βρέθηκαν στις δίπλες του φουλαριού της, που ήταν τυλιγμένο στον λαιμό της. Η εξόρυξη των ματιών ήταν το πρώτο που έκαναν.  Στη συνέχεια, με αντικείμενα που βρήκαν εύκολα μέσα στο σπίτι -όπως ένα κουζινομάχαιρο, ένα σφυρί, ένα μεταλλικό κανάτι κ.λ.π.- επιτέθηκαν με λύσσα στα κορμιά των δύο γυναικών.  Πολτοποίησαν τα πρόσωπα, κατακρεούργησαν τα γεννητικά όργανα, πετσόκοψαν τους γλουτούς, πασάλειψαν το ένα πτώμα με το αίμα του άλλου.  Όταν θεώρησαν ότι ολοκλήρωσαν το έργο τους, γθύθηκαν, έκαναν μπάνιο και ξάπλωσαν ήρεμες κι αγκαλιασμένες στο κρεβάτι τους, όπου τις βρήκε η αστυνομία.

Η κηδεία  της Léonie και της Geneviève Lancelin έγινε λίγες μέρες αργότερα.  Τις άμαξες, που μετέφεραν τα φέρετρα στο Δυτικό Νεκροταφείο του Mans, ακολούθησε πλήθος κόσμου.

Η κηδεία  της Léonie και της Geneviève Lancelin

Η κηδεία της Léonie και της Geneviève Lancelin

Ο οικογενειακός τάφος των lancelin, στο κοιμητήριο του Mans

Ο οικογενειακός τάφος των lancelin, στο κοιμητήριο του Mans

Συνεχίζεται

crime_and_punishment

Υπόθεση Christine και Léa Papin – 1

•28/01/2017 • 3 σχόλια

16250298944_9592a78b60_cΤης Νίνας Κουλετάκη

Εισαγωγή

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, δύο εγκλήματα συγκλονίζουν την παγκόσμια κοινή γνώμη.  Το πρώτο ήταν η απαγωγή και η δολοφονία του Charles Augustus Lindbergh Jr. στο New Jersey των Η.Π.Α. τον Μάρτιο του 1932 (μπορείτε να διαβάσετε την υπόθεση στο «Έγκλημα και Τιμωρία», σε πέντε μέρη: 1, 2, 3, 4, 5) και το δεύτερο η δολοφονία των γυναικών της οικογένειας Lancelin στο Le Mans της Γαλλίας –σχεδόν έναν χρόνο αργότερα- τον Φεβρουάριο του 1933.

Η υπόθεση των Αδελφών Papin αποτελεί την «χαρά» του ερευνητή.  Υπάρχει διαθέσιμη πληθώρα πηγών, τόσο πρωτογενούς υλικού (αστυνομικοί και δικαστικοί φάκελοι, δημοσιεύματα σύγχρονου τύπου) όσο και μεταγενέστερων πηγών, όπως βιβλία δημοσιογραφικού, λογοτεχνικού και επιστημονικού περιεχομένου αλλά και ταινίες και ντοκυμαντέρ.  Και ενώ στην ιστορία του εγκλήματος έχουν καταγραφεί πολύ αγριότερες δολοφονίες, η υπόθεση Papin επηρέασε όσο λίγες την κοινωνία κι εξακολουθεί να είναι σημείο αναφοράς μέχρι σήμερα.  Θεωρείται το γαλλικό «έγκλημα του αιώνα» -όπως η απαγωγή του μικρού Lindberg για την Αμερική-  και παραμένει το πιο βίαιο, εν καιρώ ειρήνης, έγκλημα από γυναίκες εναντίον γυναικών.

Η Christine και η Léa Papin, στην Πρώτη Κοινωνία τους

Η Christine και η Léa Papin, στην Πρώτη Κοινωνία τους

Παιδική ηλικία – Η αρχή των πάντων

Η Clémence Derée, εξωτερική οικιακή βοηθός σε πλούσια αστικά σπίτια στο Le Mans στη Γαλλία, γνώρισε κι ερωτεύτηκε τον Gustave Papin, τον οποίο παντρεύτηκε, το 1901, με την ελπίδα ότι μαζί θα έφτιαχναν μιαν ευτυχισμένη οικογένεια κι ένα χαρούμενο σπιτικό, όπου θα αφιέρωνε όλη της την φροντίδα, χωρίς να χρειάζεται, πια, να δουλεύει στα ξένα νοικοκυριά.  Ως προς την οικογένεια, απέκτησαν τρεις κόρες: την πρωτότοκη Emilia που γεννήθηκε το 1902, την Christine το 1905 και την Léa, το στερνοπούλι της οικογένειας, γεννημένη το 1911. Σχεδόν αμέσως μετά την γέννησή της και χωρίς κανέναν προφανή λόγο, η ανατροφή της Léa γίνεται υπόθεση της θείας της, αδελφής του πατέρα της, η οποία αναλαμβάνει το μωρό, ενώ τα δύο μεγαλύτερα κορίτσια της οικογένειας παραμένουν με τους γονείς.

Η συμβίωση με τον Gustave απείχε πολύ από αυτό που είχε ονειρευτεί η Clémence: φτώχεια, εξαθλίωση, εκείνη να εξακολουθεί να δουλεύει στα σπίτια για πεντεροδεκάρες και επιπλέον να πρέπει να αντιμετωπίζει καθημερινά έναν σύζυγο βίαιο και μέθυσο που κάθε άλλο παρά φροντίζει την οικογένειά τους.  Το ζευγάρι θα χωρίσει το 1913, όταν ο Gustave μεθυσμένος θα βιάσει την πρωτότοκη κόρη τους Emilia, ηλικίας τότε μόλις 11 ετών.  Τόσο η Emilia όσο και η Christine θα σταλούν εσώκλειστες σ’ ένα αυστηρό θρησκευτικό ίδρυμα της περιοχής, το «Le Bon Pasteur», το οποίο είναι περισσότερο αναμορφωτήριο απ’ ότι ορφανοτροφείο, ενώ η Léa θα επιστρέψει σπίτι και θα μεγαλώσει με την μητέρα της.

8675337534_f46585ca82Τα δύο κορίτσια θα περάσουν αρκετά χρόνια εκεί, μέχρι την στιγμή που η Emilia θα πάρει τους όρκους της μοναχής.  Η Christine εκδηλώνει την επιθυμία της να ακολουθήσει κι αυτή τον μοναχισμό, αλλά η  Clémence είναι ανένδοτη.  Η ζωή της μοναχής ήταν σχεδόν επιβεβλημένη για την Emilia, καθώς είχε τόσο βάναυσα κακοποιηθεί από τον πατέρα της, αλλά η Christine και η Léa  θα έμπαιναν σε κάποιο σπίτι, ως υπηρέτριες, όπως εξάλλου έκανε και η ίδια.

Ο κόσμος της Christine καταρρέει.  Δεν είναι μόνο η απώλεια της αγαπημένης της αδελφής Emilia, αλλά και η σκληρότητα της μητέρας της που δεν αναγνωρίζει για εκείνη κανένα άλλο μέλλον από αυτό της υπηρέτριας.  Η Christine στρέφει όλη της την αγάπη και το ενδιαφέρον στην μικρότερη και άβουλη Léa, προσπαθώντας να την αποτραβήξει από την επιρροή της μητέρας τους και να την κάνει σύμμαχό της εναντίον της.  Η Léa καταλήγει να γίνει ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίο συνδέεται η Christine, η οποία αναπτύσσει μια διαρκώς αυξανόμενη κτητικότητα απέναντι στην αδελφή της, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διαρρήξει τον όποιο δεσμό της τελευταίας με την μητέρα τους, η οποία καταλήγει να εκπροσωπεί για την Christine ό,τι πιο μισητό πάνω στη γη.

Η οικία Lancelin to 1933 (επάνω) και όπως είναι σήμερα

Η οικία Lancelin to 1933 (επάνω) και όπως είναι σήμερα

Στο σπίτι των Lancelin

Οι δυο αδελφές αρχίζουν να εργάζονται ως υπηρέτριες σε διάφορα σπίτια.  Καθώς, όμως, δεν ήταν πάντα εφικτό να δουλεύουν μαζί –κάτι που επιθυμούσε διακαώς και επεδίωκε η Christine- αποφασίζουν να μπουν εσωτερικές στο σπίτι του κ. René Lancelin, συνταξιούχου δικηγόρου, στη οδό Bruyère στο Le Mans, ο οποίος ζει με την οικογένειά του: την σύζυγό του Léonie και την ενήλικη κόρη τους Geneviève. Ήταν το 1926: η Christine ήταν 21 ετών και η Léa μόλις 15.

Πρώτη έπιασε δουλειά η Christine, ως μαγείρισσα.  Δυο μήνες αργότερα κατάφερε να προσληφθεί και η αδελφή της, ως καμαριέρα της οικογένειας, στην θέση της προηγούμενης που είχε αποχωρήσει. Οι δύο αδελφές περιγράφονται ως ήσυχες, εσωστρεφείς κοπέλες, προσεκτικές και αποτελεσματικές στην δουλειά τους, χωρίς φίλους και επαφές εκτός σπιτιού.  Τα πρώτα χρόνια τις επισκέπτεται η μητέρα τους, μέχρι που η Christine αποφασίζει να διακόψει κάθε επαφή «με αυτήν την γυναίκα», όπως την αποκαλεί.  Η Léa, ως συνήθως, συμφωνεί με την μεγαλύτερη αδελφή της και υποτάσσεται στην θέλησή της.  Την φιγούρα της μητέρας φαίνεται ότι έρχεται να αντικαταστήσει αυτή της κ. Lancelin, την οποία τα κορίτσια αποκαλούν «μαμά», όταν μιλούν για εκείνη μεταξύ τους.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Στην κοινωνία της δεκαετίας του ’30, οι εργοδότες αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση το υπηρετικό τους προσωπικό.  Το κατηγοριοποιούν, ανάλογα με τις συνήθειες ή τα ελαττώματά του: υπηρέτες που καπνίζουν, πίνουν, κλέβουν κ.λ.π.  Οι περισσότεροι δεν εμπιστεύονται τους υπηρέτες τους, κυρίως τις καμαριέρες, με τις οποίες η επαφή ήταν πιο άμεση και προσωπική.  Η Christine, κατά την διάρκεια της θητείας της στα διάφορα σπίτια, είχε συναντήσει αφεντικίνες που μετρούσαν τα φρούτα, μην τυχόν φάει κάποιο, ή την παρακολουθούσαν την ώρα που βουτύρωνε το ψωμί τους, για να μην κλέψει καμιά φέτα για τον εαυτό της.

Οι αδελφές βιώνουν την πραγματικότητα κάθε υπηρέτη και υπηρέτριας της εποχής: σκληρές συνθήκες εργασίας με δυσανάλογα μικρές αμοιβές –τις περισσότερες φορές ένα κρεββάτι κι ένα πιάτο φαγητό-, σχεδόν ολοήμερη απασχόληση με ελάχιστο ελεύθερο, προσωπικό χρόνο, βαρειές τιμωρίες για οπουδήποτε είδους παράπτωμα –αρκεί το αφεντικό να το θεωρήσει τέτοιο.  Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε την δυσαρέσκεια της Christine γι αυτήν της την τύχη και σε αντίθεση με όσα εκείνη επιθυμούσε για τη ζωή της, ένας προσεκτικός και υποψιασμένος παρατηρητής θα περίμενε την έκρηξη, σίγουρα όμως όχι με τόση σφοδρότητα.

Βρισκόμαστε στο 1933.  Οι αδελφές Papin εργάζονται ήδη έξι χρόνια στο σπίτι των Lancelin, χωρίς τίποτα να προϊδεάζει για όσα φρικτά θα ακολουθήσουν, εκτός ίσως από την δυσαρέσκεια της Christine σε οποιαδήποτε παρατήρηση ή υπόδειξη της κυρίας ή της δεσποινίδος Lancelin.  Κατά γενική ομολογία η κ. Lancelin ήταν απόλυτα ευχαριστημένη από τις αδελφές Papin, τόσο ως προς την εργατικότητά τους όσο και ως προς τον χαρακτήρα τους, αλλά κι εκείνες δεν είχαν εκφράσει ούτε μεταξύ τους κάποιο παράπονο για την συμπεριφορά των Lancelin απέναντί τους.  Αφήνουν το σπίτι μόνο για την κυριακάτικη λειτουργία και για να πάνε στην αγορά για τα αναγκαία ψώνια ή για να διεκπεραιώσουν κάποιο θέλημα της οικογένειας.    Δεν κάνουν και δεν δέχονται επισκέψεις. Δεν υπάρχει κανένας άντρας στη ζωή τους και η μία είναι το κέντρο του κόσμου για την άλλη. Τις ώρες που δεν δουλεύουν, ζουν αποτραβηγμένες στο δωμάτιό τους, στον τελευταίο όροφο του σπιτιού, και ασχολούνται η μία με την άλλη.  Με τα χρόνια, η στενή και αποκλειστική επαφή των δύο αδελφών μεταξύ τους οδήγησε σε μια αιμομικτική σχέση.

Συνεχίζεται

crime_and_punishment

Η τριάδα Macdonald ως τρόπος πρόβλεψης μετέπειτα βίαιων συμπεριφορών: Μύθος ή Πραγματικότητα;

•21/01/2017 • 3 σχόλια

aaeaaqaaaaaaaafoaaaajgnhy2qxyzzlltc3nzmtngu0zs05ogy1ltqymjm1mzdlnzy4mqΤης Ειρήνης – Έλλης Μπούτσικα

Τι είναι η «Τριάδα Macdonald»

Η Τριάδα Macdonald (γνωστή και ως «triad of sociopathy»)  είναι μια σειρά τριών συμπεριφορικών χαρακτηριστικών που θεωρήθηκε πως σχετίζονται άμεσα με την μετέπειτα εκδήλωση  βίαιης συμπεριφοράς από το άτομο που θα παρουσιάσει και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας.

Αυτά είναι:

– Κακομεταχείριση/ βασανισμός ζώων

– Πυρομανία

–Ακράτεια κατά την διάρκεια του ύπνου, πέραν της ηλικίας των πέντε ετών.

Όλα ξεκίνησαν όταν το 1963, ο John Marshall Macdonald (7 Νοεμβρίου 1920 – 16 Δεκεμβρίου 2007), εγκληματολόγος – ψυχίατρος, σε μία εργασία του με τίτλο «The Threat to Kill», δημοσιευμένη στο American Journal of Psychiatry, παρατήρησε πως οι παραπάνω συμπεριφορές εμφανίζονταν συχνά σε ασθενείς του με έντονα επιθετική και σαδιστική συμπεριφορά. Συγκεκριμένα σε δείγμα 100 ατόμων, ο Macdonald συνέκρινε 48 ψυχωτικούς ασθενείς του με 52 μη ψυχωτικούς, όλοι έχοντες ήδη απειλήσει κάποιον πως θα τον σκοτώσουν, χωρίς απαραίτητα να έχουν προβεί σε κάποια ανάλογη πράξη.

John Marshall Macdonald

John Marshall Macdonald

Αν και το δείγμα του ήταν μικρό και μη αντιπροσωπευτικό και ο Macdonald δεν στόχευε στην διεξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τρόπους πρόβλεψης της βίαιης συμπεριφοράς, εν τούτοις η τριάδα αυτών των συμπεριφορών, απασχόλησε στην πορεία πολλούς ερευνητές οι οποίοι θέλησαν να τη διερευνήσουν περεταίρω. Έτσι το 1966, δύο ψυχίατροι, οι Hellman και Blackman, σε δείγμα 84 φυλακισμένων, μετά από το διαχωρισμό τους σε δύο ομάδες, μη επιθετικοί (53) και επιθετικοί – βίαιοι (31), κατέληξαν στο συμπέρασμα πως υφίσταται συσχετισμός ανάμεσα στις συμπεριφορές της τριάδας Macdonald (η οποία από τότε ονομάστηκε και τριάδα Hellman and Blackman) και στην εμφάνιση μετέπειτα βίαιης συμπεριφοράς. Συγκεκριμένα κατά την έρευνά τους βρήκαν πως τα ¾ των επιθετικών – βίαιων ατόμων είχαν παρουσιάσει μία ή δύο από τις συμπεριφορές της τριάδας ενώ το 45% αυτών, είχε παρουσιάσει και τα τρία συμπεριφορικά χαρακτηριστικά. Και πάλι όμως η έρευνά τους αυτή έπασχε σωστού σχεδιασμού και εύρους δείγματος, με αποτέλεσμα τα συμπεράσματά της να μην είναι ασφαλή. Όταν δε σε έρευνες που ακολούθησαν έγινε προσπάθεια να εφαρμοστούν οι θεωρίες αυτές σε μεγαλύτερο αριθμό ατόμων, δεν υπήρξε επαλήθευση των στοιχείων τους. Ακόμα και ο ίδιος ο Macdonald το 1968 παραδέχτηκε στο βιβλίο του με τίτλο «Homicidal Threats» πως δεν μπόρεσε σε επόμενες μελέτες του, να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα συσχετισμού της τριάδας με παραβάτες οι οποίοι είχαν διαπράξει βίαιες ανθρωποκτονίες.

sexual-homicide-patterns-and-motives-paperback-9780028740638_hrΠαρόλα αυτά όμως η τριάδα Mcdonald συνέχισε να είναι δημοφιλής και να συζητείται συχνά στους εγκληματολογικούς κύκλους. Ρόλο σε αυτό ίσως να έπαιξε και η έκδοση του βιβλίου «Sexual Homicide: Patterns and Motives»  των τότε νεόκοπων profilers του FBI, R. Ressler, A. Burgess, και J. Douglas οι οποίοι έπειτα από μία ακόμα γεμάτη ελλείψεις και σχετικά αναξιόπιστη έρευνα, εξετάζοντας 36 μόνο δολοφόνους – σεξουαλικούς παραβάτες κατέληξαν πως η πλειονότητα αυτών εμφάνιζε την εν λόγω συμπεριφορική τριάδα.  Και η φήμη της συνέχισε να τροφοδοτείται. Αναφορές πλέον στην τριάδα Macdonald γίνονταν όχι μόνο στις επίσημες ψυχολογικές αναλύσεις των profilers του FBI και της Behavioral Analysis Unit του Quantico αλλά και στην αστυνομική λογοτεχνία, σε τηλεοπτικές σειρές και ταινίες, καθιερώνοντας την πλέον στη συνείδηση των ασχολούμενων με την εγκληματολογία, σαν ένα βασικό εργαλείο πρόβλεψης βίαιων συμπεριφορών (ακόμα και σαν βασικό εργαλείο εντοπισμού εκκολαπτόμενων κατά συρροή δολοφόνων!!). Χρόνια μετά όμως, θα εμφανιστούν μελετητές οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό θα αμφισβητήσουν τη χρησιμότητα της τριάδας Macdonald και θα υποστηρίξουν πως στο μεγαλύτερο κομμάτι της αποτέλεσε έναν ακόμα «αστικό μύθο» που απλά πήρε διαστάσεις λόγω των συγκυριών.

Το 2009 η Kori Ryan, πρώην φοιτήτρια Εγκληματολογίας του California State University, Fresno, στην εμπεριστατωμένη Master thesis της, κατέληξε αιτιολογημένα πως καμία από τις προηγούμενες έρευνες πάνω στην τριάδα Macdonald ούτε μπορεί να δώσει ασφαλή συμπεράσματα για το αν μπορεί αυτή να αποτελέσει τρόπο πρόβλεψης των βίαιων εγκληματιών, αλλά ούτε για το ότι τελικά η τριάδα Macdonald  υφίσταται ως ένα «καλή τη πίστη» φαινόμενο.

Kori Ryan

Kori Ryan

Αντί αυτών, ένα πιο ασφαλές συμπέρασμα τελικά θα ήταν πως η βίαιη συμπεριφορά κατά των ζώων, η πυρομανία και η νυχτερινή ακράτεια είναι δείκτες σοβαρής παιδικής κακοποίησης, ενδοοικογενειακής βίας και ισχυρών ψυχικών τραυμάτων της παιδικής ηλικίας. Τα παιδιά συνήθως δε, εκδηλώνουν τέτοιες συμπεριφορές στα πλαίσια δυσλειτουργικών αμυντικών μηχανισμών που αναπτύσσουν προκειμένου να ανταπεξέλθουν της κακομεταχείρισης που έχουν υποστεί καθώς και στα πλαίσια διαφόρων διαταραχών συμπεριφοράς, προσωπικότητας κ.τ.λ.. Η βίαιη συμπεριφορά κατά των ζώων μπορεί για παράδειγμα να λειτουργεί σαν αντιστάθμισμα των αισθημάτων κατωτερότητας που έχει βιώσει ένα κακοποιημένο παιδί και μια προσπάθεια ανάκτησης κυριαρχίας – ελέγχου πάνω σε ένα αδύναμο – ανυπεράσπιστο θύμα, αναπαράγοντας ουσιαστικά τα δικά του τραυματικά βιώματα. Η πυρομανία από την άλλη, ως μία πράξη βανδαλισμού, μπορεί παραδείγματος χάριν να ερμηνευθεί κατά περίσταση ως μία πράξη εκτόνωσης, εκδίκησης, ακόμα και ως κραυγή βοήθειας και ανάγκης για προσοχή. Τέλος δε, η νυχτερινή ακράτεια, μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί δείγμα έντονου στρες που μπορεί να βιώνει για διάφορους λόγους ένα παιδί.

90543-86756Πέρα από όλα αυτά όμως, χρήσιμο θα ήταν να σημειωθεί το εξής. Η Εγκληματολογία και εν γένει οι κλάδοι των επιστημών που ασχολούνται με την μελέτη των εγκληματικών φαινομένων, είναι σχετικά νέες σε ηλικία. Το έγκλημα δε, ως κάτι που σχετίζεται με τις πιο σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης, είναι πάντα κάτι που κουβαλάει στις πλάτες του τεράστιες προκαταλήψεις που έχουν παγιωθεί μέσα μας ανά τους αιώνες, είναι κάτι που οι απαγορεύσεις που το οριοθετούν συχνά καταδικάζουν σημαντικές πτυχές του στο να μην βγαίνουν ποτέ στο φως και που το σχετίζουν με φόβους τόσο θεμελιακούς, που φθάνουν μέχρι τα βάθη της ίδιας μας της ύπαρξης. Παρά την προσπάθεια λοιπόν που γίνεται από τους εκάστοτε ερευνητές για συστηματοποίηση των επιστημονικών ευρημάτων, για τη διατύπωση γενικά αποδεκτών ορισμών και κανόνων που θα επαληθεύονται σε μεγάλο ποσοστό στην πράξη, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως είναι τέτοια η φύση του αντικειμένου μελέτης που οι επιστήμονες σε μεγάλο βαθμό θα είναι πιθανότατα αναγκασμένοι για πολλά χρόνια ακόμα να κινούνται σε γκρίζες ζώνες, μακριά από απολυτότητες και πάντοτε προετοιμασμένοι για εξαιρέσεις που καμιά φορά μπορεί να μην τους επαληθεύσουν τον κανόνα αλλά ακόμα και να τους τον ανατρέψουν ολοσχερώς.

Πηγές

http://www.psychologytoday.com

http://classictriads.com

http://en.wikipedia.org/wiki/Macdonald_triad

http://www.medicaldaily.com

crime_and_punishment22

 

Υπόθεση Αρβανίτη. Ο αποκεφαλισμός γυναίκας στην Σαντορίνη και η κατάσταση ΑΜΟΚ.

•14/01/2017 • Σχολιάστε

1232413Της Ειρήνης – Έλλης Μπούτσικα

Στις 3 Αυγούστου του 2008, λίγο μετά τις 7 το απόγευμα, ο 31χρονος Θανάσης Αρβανίτης, έπειτα από έντονο καυγά με την 25χρονη σύζυγο του, Αδαμαντία Καρκάλη της επιτίθεται αιφνιδιαστικά με κουζινομάχαιρο και την αποκεφαλίζει ενώ ακόμα είναι ζωντανή και της καταφέρνει συνολικά 10 μαχαιριές πίσω στο θώρακα και στο λαιμό. Λίγο νωρίτερα είχε κάνει το ίδιο και με το σκύλο της, πετώντας το κεφάλι του άτυχου ζώου στο δρόμο έξω από το σπίτι τους.

Στη συνέχεια, διανύοντας πάνω από 800 μέτρα μέσα στους δρόμους του χωριού Βουρβούλο της Σαντορίνης, κρατώντας από τη μία το ματωμένο μαχαίρι 30 εκατοστών και από την άλλη το κομμένο κεφάλι της συζύγου του σκορπώντας τον πανικό σε τουρίστες και ντόπιους, ο Αρβανίτης συναντάει 2 περιπολικά της αστυνομίας που είχαν κληθεί από κάποιον περίοικο και εκεί αρχίζει ένα δεύτερο μακελειό. Προσποιούμενος ότι θέλει να παραδοθεί, ο δράστης τραυματίζει με το μαχαίρι τον αστυνομικό που επιχειρεί να του περάσει χειροπέδες με αποτέλεσμα να δεχτεί τέσσερις πυροβολισμούς από τον δεύτερο αστυνομικό που προσπάθησε να τον σταματήσει. Τραυματίζεται στο στήθος και στην κοιλιά αλλά παρ’ όλα αυτά οι σφαίρες δεν καταφέρνουν να τον ακινητοποιήσουν. Πετάει το κομμένο κεφάλι στους αποσβολωμένους δόκιμους αστυνομικούς του δεύτερου περιπολικού και διαφεύγει μπαίνοντας στο πρώτο περιπολικό με κατεύθυνση τα Φυρά Σαντορίνης. Στην καταδίωξη που ακολούθησε, ο 31χρονος, παρασύρει μπαίνοντας στο αντίθετο ρεύμα διερχόμενο μηχανάκι τραυματίζοντας σοβαρά στα πόδια τις δύο νεαρές κοπέλες που επέβαιναν σε αυτό και έπειτα καταλήγει να καρφώσει το περιπολικό στο πλαϊνό στηθαίο του δρόμου. Για μια ακόμη φορά ο δράστης όταν τον πλησίασαν οι αστυνομικοί, παριστάνοντας αρχικά τον λιπόθυμο, προσπαθεί να αφαιρέσει το όπλο ενός με αποτέλεσμα αυτός να πυροβολήσει εντίον του άλλες 5 φορές, τραυματίζοντας τον σοβαρά . Μία από τις σφαίρες εξοστρακίζεται και τραυματίζει μια παρευρισκόμενη 21χρονη τουρίστρια.  Ο Αρβανίτης τελικά έπειτα από 9 σφαίρες ακινητοποιείται και οδηγείται στο νοσοκομείο αφήνοντας πίσω του έναν τραγικό απολογισμό: Έναν αποκεφαλισμένο σκύλο, μια αποκεφαλισμένη γυναίκα, έναν τραυματισμένο από μαχαίρι αστυνομικό και 3 τραυματισμένες νεαρές κοπέλες ως παράπλευρες απώλειες.

Αδαμαντία Καρκάλη

Αδαμαντία Καρκάλη

Όπως αποκαλύφθηκε στη συνέχεια, ο Θανάσης Αρβανίτης είχε χρόνια προβλήματα ψυχωτικής φύσεως, είχε πολλές φορές ακολουθήσει φαρμακευτική αγωγή, είχε νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, είχε κριθεί ως ακατάλληλος για στράτευση με απολυτήριο Ι-5 και τα έντονα βίαια ξεσπάσματα και η αστάθεια του χαρακτήρα του ήταν γνωστά στον περίγυρό του. Κανείς όμως όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις δεν περίμενε πως τα πράγματα θα μπορούσαν να πάρουν μια τέτοια φρικτή τροπή.

Οι ψυχίατροι και οι ειδικοί εκείνες τις μέρες, μίλησαν για έναν δράστη ευρισκόμενο σε κατάσταση Αμόκ. Όπως γράφτηκε σε πολλά άρθρα τότε, ως Αμόκ ορίζεται μια ψυχική και σωματική κατάσταση στην οποία το άτομο δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του, οι αντιδράσεις του είναι ιδιαίτερα βίαιες και η αντιμετώπισή τους αδύνατη, φτάνοντας  πολλές φορές ακόμα και στο φόνο. «Πρόκειται για κρίση καταστροφικής υπερδιέγερσης, στην οποία το άτομο θέτει το περιβάλλον σε ρόλο κατηγορουμένου και εκφράζει μια ανεξέλεγκτη επιθετικότητα απέναντι σε τυχαία θύματα. Μετατρέπεται σε έναν συμπαγή δυναμικό όγκο, που μπροστά του δεν αντιστέκεται τίποτα. Ακόμα και η χρήση ηρεμιστικών μπορεί να λειτουργήσει αντίθετα και να ενδυναμώσει την έκρηξη της αδρεναλίνης του», είχε δηλώσει τότε στα «ΝΕΑ» ο ψυχολόγος κ. Δημοσθένης Παναγιώτου.

Θανάσης Αρβανίτης

Θανάσης Αρβανίτης

Αλλά ας εξετάσουμε λίγο παραπάνω την έννοια του Αμόκ.

Το Αμόκ (Amok) που γράφεται και «Amuk» και στα μαλαισιανά σημαίνει κατά προσέγγιση «τρελός από ανεξέλεγκτη οργή», έχει τις ρίζες του στην λέξη mengamuk, που περίπου αποδίδεται ως  «το να κάνεις μια εξοργισμένη και απελπισμένη επίθεση». Σύμφωνα με την παράδοση της Μαλαισίας το Αμόκ έχει θρησκευτικές καταβολές και υπήρχε η πίστη πως προκαλείται από την κατάληψη του ανθρώπινου σώματος από το πνεύμα μιας δαιμονικής τίγρης.

Συχνά το Αμόκ έχει χαρακτηρισθεί ως ένα ψυχοπαθητικό σύνδρομο που είναι σε άμεση συσχέτιση με τις τοπικές πολιτισμικές παραδόσεις της Μαλαισίας. Σε μία κλασσική περίπτωση ένας άνδρας που έχει καταληφθεί από Αμόκ, χωρίς πριν να έχει παρουσιάσει κάποια βίαιη συμπεριφορά, σε ένα απότομο ξέσπασμα συνήθως ενώ βρίσκεται ανάμεσα σε κόσμο, επιτίθεται με μανία σε όποιον βρεθεί στο δρόμο του και στο τέλος καταλήγει είτε να τον σκοτώσει κάποιος από τους γύρω του, ευρισκόμενος σε άμυνα, είτε να αυτοκτονήσει.

Παρ’ όλα αυτά όμως το Αμόκ, έχει χαρακτηριστεί και ως ψυχική πάθηση από το 1849, λαμβάνοντας υπ’ όψη διάφορα περιστατικά και έρευνες που έχουν δείξει πως τα άτομα που έχουν καταληφθεί από αυτό, κατά μία έννοια νοσούσαν ψυχικά. Με βάση το κοινά αποδεκτό Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (DSM) δημοσιευμένο από την American Psychiatric Association, στην τέταρτη θεωρημένη έκδοση του  (DSM-IV-TR), δεν γίνεται διαχωρισμός του Αμόκ σε δύο επίσημες κατηγορίες. Αναγνωρίζονται όμως δύο μορφές του, το «beramok» και το «amok».

assets_large_t_420_1448976_type13145Το beramok θεωρείται η πιο συνήθης σε εμφάνιση από τις δύο μορφές. Συνδέεται με τα βαρείας μορφής καταθλιπτικά επεισόδια και εν γένει με τις Διαταραχές της Διάθεσης (ή Συναισθηματικές Διαταραχές) και σχετίζεται με τη λύπη και την κατάθλιψη που προκαλείται στο άτομο έπειτα από μία σημαντική απώλεια και τη μετέπειτα αυτής θρηνητική διαδικασία. Μια απώλεια που μπορεί να αφορά το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, την απόλυση από μία σταθερή δουλειά, το χάσιμο χρηματικού ποσού, που έχει δηλαδή μια ευρύτερη έννοια.

Το amok από την άλλη, ως πιο σπάνια μορφή, λέγεται πως έχει ως αφορμή εμφάνισης του την οργή του πάσχοντος προς ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή γενικότερα την κοινωνία, το αίσθημα πως γίνεται κάποιος αντικείμενο προσβολών, την βεντέτα κατά ορισμένων ατόμων για πληθώρα λόγων κ.τ.λ. Συνδέεται δε στενά με την ψύχωση, τις διαταραχές προσωπικότητας, τη διπολική διαταραχή και τις ψευδαισθήσεις.

assets_large_t_420_1448979_type13145Στην προκείμενη περίπτωση λοιπόν, λαμβάνοντας υπ’ όψη το ιατρικό ιστορικό του μπορούμε να υποθέσουμε πως ο Θανάσης Αρβανίτης τέλεσε όλες αυτές τις πρωτοφανείς βίαιες πράξεις ευρισκόμενος πράγματι σε κατάσταση της δεύτερης μορφής, δηλαδή του Αμόκ (amok), ενδεχομένως έχοντας καταληφθεί από ανεξέλεγκτη οργή κατά της γυναίκας του και του περίγυρού του. Ασφαλή συμπεράσματα φυσικά δεν μπορούν να εξαχθούν και διάγνωση δεν μπορεί να γίνει εξ’ αποστάσεως και μόνο με ενημέρωση για τα πραγματικά περιστατικά μέσα από τα ΜΜΕ. Καλύτερη απάντηση για την ψυχική κατάσταση του 31χρονου δράστη θα μπορούσε να δώσει ένας ψυχίατρος- ψυχαναλυτής, έπειτα από ενδελεχή εξέταση του πάσχοντος ατόμου.

Για την ιστορία, να αναφερθεί πως σύμφωνα με το www.crimestories.gr,  «Ο Αθανάσιος Αρβανίτης καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για την δολοφονία της συζύγου του, σε κάθειρξη 25 ετών κατά συγχώνευση για απόπειρα ανθρωποκτονίας ενός αστυνομικού και δύο γιατρών και σε φυλάκιση δέκα ετών για τις υπόλοιπες κατηγορίες μεταξύ των οποίων οπλοφορία, οπλοχρησία, περιύβριση νεκρού, διατάραξη των συγκοινωνιών κλπ. Ο δράστης δέχτηκε την απόφαση απαθής, ενώ δεν δήλωσε μετανιωμένος για τις πράξεις του.».

To σπίτι του φριχτού εγκλήματος

To σπίτι του φριχτού εγκλήματος

Πηγές

Τα Νέα Online (06-08-2008)

www.crimestories.gr,

Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (DSM) – American Psychiatric Association

Wikipedia (http://en.wikipedia.org/wiki/Running_amok)

crime_and_punishment22

Stewart και Cyril Marcus: η πραγματική ιστορία πίσω από την ταινία «Dead Ringers»

•07/01/2017 • Σχολιάστε

 

Stewart και Cyril Marcus

Stewart και Cyril Marcus

Της Νίνας Κουλετάκη

Το 1988, η ταινία του David Cronenberg «Dead Ringers» (ελληνικός τίτλος «Οι Διχασμένοι») βγαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες.  Πρόκειται για μια ακόμη τρομακτική ιστορία του σκηνοθέτη, κατά την οποία δύο δίδυμα αδέλφια, διάσημοι γυναικολόγοι, με αξιοζήλευτη ζωή, μοιράζονται τα πάντα: το σπίτι, τις γυναίκες, την επιστήμη τους, για να καταλήξουν να μοιραστούν και κάτι ακόμη, την τρέλα.  Θα κατασκευάσουν περίεργα, εξωπραγματικά, μεταλλαγμένα χειρουργικά γυναικολογικά εργαλεία, τα οποία θα χρησιμοποιήσουν στις ασθενείς τους, με ολέθρια αποτελέσματα.

Αν και η ταινία δεν είναι από τις καλύτερες του Cronenberg, κατά την γνώμη μου, έχει δύο βασικά ατού.  Το πρώτο είναι ότι πρωταγωνιστεί ο Jeremy Irons στον διπλό ρόλο των διδύμων Beverly και Elliot Mantle.  Το δεύτερο ότι είναι εμπνευσμένη από μια αληθινή ιστορία.  Παρόλο που η διαστροφή που επιδεικνύουν στην ταινία οι δίδυμοι Mantle δεν υπήρχε στην ζωή των πραγματικών διδύμων, εντούτοις πολλά χαρακτηριστικά είναι κοινά και στα δύο ζευγάρια, το αληθινό και το φανταστικό.

Ο Stewart και ο Cyril Marcus γεννήθηκαν στις 2 Ιουνίου του 1930, στο Binghamton της Νέας Υόρκης και ήταν μονοζυγωτικά δίδυμα.  Από την αρχή ήταν αχώριστοι, γεγονός που εξακολούθησε τόσο στην εφηβεία όσο και στην ενήλικη ζωή.  Προτιμούσαν ο ένας την παρέα του άλλου και δεν είχαν φίλους.  Στο σχολείο κάθονταν στο ίδιο θρανίο και φοίτησαν στο ίδιο Πανεπιστήμιο –το Syracuse University από όπου αποφοίτησαν το 1951 – σπουδάζοντας Ιατρική.  Ήταν μέλη στην ίδια φοιτητική αδελφότητα, την ΦΒΚ, και στο μάθημα ανατομίας μοιράζονταν το ίδιο πτώμα για την μελέτη τους.  Έκαναν αμφότεροι την πρακτική τους στο Νοσοκομείο Mount Sinai, όπου ο υπεύθυνος για τους ειδικευόμενους ιατρούς, Dr. Joseph Rovinsky τους περιγράφει ως υπερόπτες που αντιδρούσαν στην κριτική και στις υποδείξεις και δεν υπάκουαν σε κανενός είδους κανόνες.

Επέλεξαν και οι δύο την ειδικότητα του γυναικολόγου, την απέκτησαν μετ’ επαίνων το 1954 και έπιασαν δουλειά στο Νοσοκομείο της Νέας Υόρκης Cornell Medical Center, ασχολούμενοι κυρίως με περιπτώσεις υπογονιμότητας θεωρούμενοι, μάλιστα, αυθεντίες στο είδος.  Αρθρογραφούσαν σε κορυφαία επιστημονικά περιοδικά, είχαν γράψει από κοινού ένα βιβλίο και, εκτός από την εξαιρετική τους δουλειά στο νοσοκομείο, διατηρούσαν κι ένα επιτυχημένο και δημοφιλές –όσο και επικερδές- ιδιωτικό ιατρείο.

img_0940Στην προσωπική τους ζωή κατοικούσαν σε γειτονικά διαμερίσματα στο ίδιο κτήριο πολυτελών κατοικιών στο Manhattan, στο διάσημο Sutton Place, ο Stewart με την, επί σειρά ετών, φιλενάδα του και ο Cyril με την σύζυγό του και τις δύο τους κόρες.  Φαίνεται ότι τα προβλήματα στην ζωή των αδελφών αρχίζουν από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60, οπότε ο Cyril παίρνει διαζύγιο και μετακομίζει στο διαμέρισμα του αδελφού του, ο οποίος επίσης χωρίζει από την φίλη του και την διώχνει από το σπίτι.  Οι δίδυμοι Marcus είναι και πάλι μαζί.

Από το σημείο αυτό και μετά αρχίζει η ολισθηρή κάθοδος των αδελφών, για λόγους αδιευκρίνιστους μέχρι σήμερα.  Πρώτος φαίνεται να καταρρέει ο Cyril ο οποίος, μετά το διαζύγιό του, αρχίζει να κάνει χρήση βαρβιτουρικών και αμφεταμινών.  Η συμπεριφορά του γίνεται επιθετική: πετάει έναν δίσκο με εργαλεία σε μια νοσοκόμα, σκίζει την μάσκα αναισθησίας ενός ασθενούς κατά την διάρκεια του χειρουργείου, αμελεί τα ραντεβού του και τα επιστημονικά συμβούλια.  Ο Stewart, στην αρχή, τον καλύπτει σε όλα, μόνο και μόνο για να ακολουθήσει και η δική του κάθοδος, λίγο αργότερα.

dead-ringers-english-movie-poster-27x40-1989-david-cronenberg-jeremy-ironsΤέλη Μαΐου του 1975, τα δύο αδέλφια θα κατηγορηθούν για αντιεπαγγελματική και αντιδεοντολογική συμπεριφορά.  Είναι ήδη πολύς καιρός που η διοίκηση του νοσοκομείου κάνει τα στραβά μάτια στην αψυχολόγητη συμπεριφορά των δύο αδελφών, τις εξετάσεις που διενεργούν σε ασθενείς με εμφανή την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών, τις χειρουργικές επεμβάσεις με τρεμάμενα χέρια.  Κι αν μπορεί να παραβλέψει την καθυστέρηση ή την μη εμφάνιση στις βάρδιες τους, σίγουρα δεν μπορεί να αγνοήσει τις καταγγελίες του νοσηλευτικού προσωπικού και των ασθενών για παραβλέψεις και αμέλειες που γίνονταν επικίνδυνες για την ζωή ανθρώπων.

Όμως τα πράγματα δεν πηγαίνουν άσχημα μόνο στο νοσοκομείο.  Το άλλοτε ανθηρό ιδιωτικό τους ιατρείο έχει κι αυτό καταρρεύσει, καθώς είναι ασυνεπείς προς τους ασθενείς τους και η συμπεριφορά τους προβληματίζει και δημιουργεί ανησυχίες.  Το κάποτε πολυτελές και καλόγουστο διαμέρισμα όπου συγκατοικούν έχει μετατραπεί, κυριολεκτικά, σε σκουπιδότοπο, όπου συσσωρεύονται κουτιά από έτοιμα φαγητά, εφημερίδες, άδεια μπουκαλάκια χαπιών και παντός είδους απορρίμματα.

f_pel_insep05Τον Ιούνιο του 1975 η διεύθυνση του νοσοκομείου θα ανακοινώσει στους αδελφούς Marcus ότι δεν προτίθεται να ανανεώσει την σύμβασή τους και ότι η συνεργασία τους με το συγκεκριμένο νοσοκομείο θα εκπνεύσει τον Ιούλιο του ιδίου έτους.  Μετά από 15 χρόνια λαμπρής καριέρας –και εξαιτίας αυτής- τους δίνεται η δυνατότητα να εφεσιβάλουν την απόφαση της διεύθυνσης του νοσοκομείου, ενώπιων του Διοικητικού του Συμβουλίου.  Την ημερομηνία της εξέτασης της έφεσης, οι αδελφοί Marcus δεν θα εμφανιστούν.  Είναι ήδη νεκροί, μόνο που δεν το γνωρίζει κανείς ακόμη.

Γύρω στις 10 Ιουλίου του 1975, οι κάτοικοι της πολυκατοικίας τους αρχίζουν να διαμαρτύρονται για την βαρειά και άσχημη μυρωδιά που φαίνεται να προέρχεται από το διαμέρισμα των Marcus.  Χτυπούν και ξαναχτυπούν την πόρτα, χωρίς κανείς να τους ανοίγει.  Τελικά, στις 17 Ιουλίου, ο επιστάτης της πολυκατοικίας θα μπει με αντικλείδι, για να ανακαλύψει τα υπό αποσύνθεση πτώματα των 45χρονων αδελφών στο πάτωμα του υπνοδωματίου. To ποιο πτώμα ανήκει σε ποιον Marcus θα ελεγχθεί και θα εξακριβωθεί από τα οδοντιατρικά αρχεία.  Ο Stewart βρέθηκε γυμνός και είχε πεθάνει πρώτος, ο Cyril φορούσε μόνο το εσώρουχό του και ο θάνατός του είχε συμβεί μια ημέρα αργότερα από εκείνον του αδελφού του.

To Sutton Place, όπου έμεναν οι αδελφοί Marcus. Στην ίδια πολυτελή περιοχή είχαν μείνει, κατά καιρούς, οι Lillian Gish, Αριστοτέλης Ωνάσης, Freddie Mercury, Michael Jackson, Joan Crawford, Marilyn Monroe με τον τότε σύζυγό της Arthur Miller και πολλοί άλλοι πλούσιοι και διάσημοι.

To Sutton Place, όπου έμεναν οι αδελφοί Marcus. Στην ίδια πολυτελή περιοχή είχαν μείνει, κατά καιρούς, οι Lillian Gish, Αριστοτέλης Ωνάσης, Freddie Mercury, Michael Jackson, Joan Crawford, Marilyn Monroe με τον τότε σύζυγό της Arthur Miller και πολλοί άλλοι πλούσιοι και διάσημοι.

Ο θάνατός τους παραμένει μυστήριο μέχρι σήμερα.  Καθώς δεν βρέθηκαν ναρκωτικές ουσίες στον οργανισμό τους, αλλά στο σπίτι υπήρχε Dilantin, ένα φάρμακο για την αντιμετώπιση των οδυνηρών συσπάσεων που προκαλούνται από το στερητικό σύνδρομο, ο ιατροδικαστής που εξέτασε τα πτώματα των δύο Marcus υπέθεσε ότι τα αδέλφια έκαναν χρήση ναρκωτικών, για να πεθάνουν από τις επιπλοκές του στερητικού συνδρόμου.  Οι λόγοι που τους οδήγησαν στην κατάθλιψη, την τρέλα ενδεχομένως και την αυτοκτονία δεν έχουν ξεκαθαριστεί μέχρι σήμερα.

Το σίγουρο είναι ότι τον Stewart και τον Cyril Marcus ένωνε ένας δεσμός, κατά πολύ ισχυρότερος από αυτόν που δένει αδέλφια, ακόμη και δίδυμα.  Ο ένας συμπλήρωμα του άλλου, ο ένας να θεωρεί αδιανόητη την ζωή του χωρίς τον άλλον, δυο άτομα που λειτουργούσαν σαν ένα και μοιράστηκαν τα πάντα: την ίδια επιστήμη, τις ίδιες γυναίκες, τα ίδια πάθη, την ίδια θεαματική άνοδο, την ίδια κατακόρυφη πτώση και, αναπόφευκτα, τον ίδιο θάνατο.  Λατρεύτηκαν σαν θαυματοποιοί, κατέληξαν να εμπνεύσουν την δημιουργία μιας ταινίας τρόμου. Και καθώς δεν ένοιωθαν την ανάγκη να μοιραστούν τίποτα με κανέναν, παρά μόνο μεταξύ τους, πήραν τα μυστικά τους, τους φόβους και τις αγωνίες τους στον τάφο.

img_89191Η περίπτωση των αδελφών Marcus έριξε φως σε ένα θέμα ταμπού: την ανικανότητα ιατρών να εξασκήσουν με ασφάλεια και επάρκεια τα καθήκοντά τους, λόγω ψυχιατρικών διαταρραχών, αλκοολισμού και εξάρτησης από ναρκωτικά.  Ήδη από το 1973 η Ιατρική Ομοσπονδία είχε εκδώσει μια σχετική μελέτη, δεν ήταν όμως παρά με την δημοσιοποίηση της υπόθεσης Marcus που το πρόβλημα αναγνωρίστηκε σε όλη του την έκταση και δόθηκε ο ορισμός του «βλαπτικού ιατρού».  Βλαπτικός θεωρείται ο ιατρός που «δεν είναι σε θέση να εξασκεί την ιατρική με εύλογη ικανότητα και ασφάλεια για τους ασθενείς του, λόγω πνευματικής του ασθένειας ή υπερβολικής χρήσης ή κατάχρησης ουσιών, συμπεριλαμβανομένου και του αλκοόλ».  Η παραδοχή της ύπαρξης τέτοιων ιατρών οδήγησε στην δημιουργία ειδικών προγραμμάτων με σκοπό την παροχή βοήθειας προς τους συγκεκριμένους ιατρούς αλλά και την προστασία του κοινού από αυτούς.

Η υπόθεση Marcus, επιπλέον, ήταν η αφορμή για την ψήφιση νόμου σύμφωνα με τον οποίο οι ιατροί είναι υποχρεωμένοι να καταγγέλουν οποιονδήποτε συνάδελφό τους θεωρούν ύποπτο για πλημμελή άσκηση καθηκόντων, λόγω ψυχικής ασθένειας ή εξάρτησης, με τους ίδιους να αντιμετωπίζουν εξίσου κατηγορίες εάν δεν το πράξουν.

surveypageartΠηγές

-David Ian McKendry, The Real Life Story Behind the Movie DEAD RINGERS

-John F. Burns, Post Mortem of Twin Doctors

-American Medical Association’s (AMA) Council on Mental Health, The Sick Physician: Impairment by Psychiatric Disorders, Including Alcoholism and Drug Dependence

crime_and_punishment22

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: