Bruno Lüdke: δολοφόνος κατά συρροή ή κατά φαντασία; – I

Της Νίνας Κουλετάκη

Εισαγωγή

Fritz Haarmann

Η «χρυσή δεκαετία» του 1920 στη Γερμανία έχει ένα χαρακτηριστικό, εντελώς διαφορετικό από αυτά των άλλων χωρών της Ευρώπης. Εκτός από την πολιτική αφύπνιση της κοινωνίας μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την προσπάθεια ανάπλασης των κατεστραμμένων από αυτόν χωρών, την ανάπτυξη της βιομηχανίας, των επιστημών και του πολιτισμού, η Γερμανία έχει να επιδείξει και

Peter Kürten

κάτι ακόμα: μια μακριά λίστα από τους πιο σκληρούς και «παραγωγικούς» σειριακούς δολοφόνους. Αυτό το γεγονός δεν ήταν, βέβαια, τυχαίο.  Οι γρήγοροι ρυθμοί ανάπτυξης, στους οποίους είχε επιδοθεί μεταπολεμικά η Γερμανία, καθώς και η βιομηχανική «έκρηξη», φέρνουν εκατοντάδες χιλιάδες γερμανούς από τα χωριά τους στις μεγάλες πόλεις, όπου η αναζήτηση δουλειάς είναι ευκολότερη υπόθεση.  Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το πολιτικό χάος που επικρατεί στη χώρα, καθιστούν την εξαφάνιση κάποιου εύκολη και την επιτυχημένη αναζήτησή του σχεδόν αδύνατη.  Ό,τι, δηλαδή, διευκολύνει έναν σειριακό δολοφόνο. Οι Fritz Haarman, Peter Kürten, Karl

Karl Denke

Denke, Karl Großman, Friedrich Schuman έδρασαν όλοι στη Γερμανία τη δεκαετία του ’20.  Κι ακόμα ήταν και ο Bruno Lüdke.

Ο Bruno Lüdke, που υποτίθεται ότι άρχισε την αιματηρή δράση του στα τέλη της δεκαετίας του ’20, τη συνέχισε και την περίοδο της κυριαρχίας των Ναζί, σε μια Γερμανία πιο αστυνομοκρατούμενη από ποτέ.  Η παντοδύναμη ναζιστική αστυνομία δεν κατάφερε να τον συλλάβει παρά το 1943. Ο Lüdke αποτελεί μια περίπτωση που έχει, επί μακρόν, απασχολήσει εγκληματολόγους, ψυχιάτρους και την κοινή γνώμη.  Θεωρήθηκε δολοφόνος πάνω από 80 ανθρώπων, κυρίως γυναικών, γεγονός που αργότερα αμφισβητήθηκε σφόδρα από αρκετούς

Karl Großman

εγκληματολόγους, που απέδωσαν την καταδίκη του σε σκευωρία της αστυνομίας, η οποία με τις βίαιες μεθόδους της απέσπασε την «ομολογία» του.  Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Παιδική και νεανική ηλικία

Ο Bruno Lüdke γεννήθηκε στις 3 Απριλίου του 1908, στο χωριό του Köpenick, κοντά στο Βερολίνο και ήταν το τέταρτο, από έξι, παιδί των Otto και Emma Lüdke.  Οι γονείς του είχαν μια σχετικά ανθηρή επιχείρηση, ένα πλυντήριο/σιδερωτήριο στο χωριό, στο οποίο δούλευαν και οι δύο.  Όλα τα παιδιά βοηθούσαν, όταν δεν ήταν απασχολημένα με τα μαθήματά τους.

Το 1914 ο Bruno γράφτηκε στο δημοτικό σχολείο του χωριού, όπου πολύ γρήγορα διαπιστώθηκε η μειωμένη διανοητική του αντίληψη.  Είχε σοβαρές μαθησιακές δυσκολίες, που δεν του επέτρεπαν να συμβαδίζει με τους συμμαθητές του. Το 1919, και πριν ολοκληρώσει την έκτη τάξη και αποφοιτήσει, ο Bruno

Bruno Lüdke

αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτησή του στο δημοτικό σχολείο του Köpenick για να παρακολουθήσει μαθήματα σε ένα ειδικό σχολείο για παιδιά με μαθησιακά προβλήματα.  Ολοκλήρωσε εκεί τις σπουδές του και το 1922, απόφοιτος δημοτικού σε ηλικία 14 ετών, άρχισε να δουλεύει κανονικά στην οικογενειακή επιχείρηση, για τα επόμενα δεκαεπτά χρόνια.

Το 1937 ο Otto Lüdke πεθαίνει από καρκίνο του λάρυγγα και ο Bruno παίρνει τη θέση του στην παράδοση των πλυμμένων και σιδερωμένων ρούχων στα νοικοκυριά του Köpenick, οδηγώντας το κάρο της επιχείρησης που το έσερνε ένα άλογο.  Για τις παραδόσεις αυτές η μητέρα του τον πλήρωνε με 50 πφένιχ την ημέρα ενώ, αν εργαζόταν Κυριακές, το ποσό διπλασιαζόταν.

Μικροπροβλήματα

Ο Bruno, σε καθημερινή βάση, κρατούσε λίγα από τα χρήματα, που πλήρωναν οι πελάτες για τις υπηρεσίες του πλυντηρίου, για τον εαυτό του, γεγονός που θύμωνε την πολύ αυστηρή μητέρα του και οι προστριβές ήταν συχνές.  Καθώς κάπνιζε αρειμανίως, τα περισσότερα από τα χρήματά του ξοδεύονταν σε καπνό για την πίπα του και σε κανένα ποτήρι μπύρα.  Αν και δεν είχε φίλους, οι κάτοικοι του χωριού τον συμπαθούσαν, τον θεωρούσαν καλόβολο και ήσυχο και καθόλου επικίνδυνο.  Αναφέρονταν σ’ αυτόν ως «Χαζο-Μπρούνο» και ήταν μια από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες του Köpenick.  Τα κορίτσια δεν έδειχνε να τον απασχολούν καθόλου, ούτε ποτέ είχε συζητήσει το ενδεχόμενο να παντρευτεί.

Ο Bruno με την αγαπημένη του πίπα.

Στις αρχές του 1938 γίνεται και η πρώτη «γνωριμία» του Bruno με την αστυνομία.  Μετά από καταγγελία σε βάρος του για αδικαιολόγητη χρήση βίας στο άλογό του (χρησιμοποιούσε το μαστίγιο περισσότερο απ’ ότι θεωρούσαν επιτρεπτό), ο Bruno οδηγείται στο αστυνομικό τμήμα του χωριού, προκειμένου να εξακριβωθεί η ικανότητά του να εργάζεται ως οδηγός άμαξας.  Είναι χαρακτηριστικές, για τη διανοητική του κατάσταση, οι απαντήσεις που έδωσε σε κάποιες από τις ερωτήσεις της δοκιμασίας.

Όταν του ζήτησαν να πει την αλφάβητο, ο Bruno κατάφερε να φτάσει μόνο μέχρι το ζ.  Ήξερε ότι η ημέρα έχει 24 ώρες, δεν ήξερε όμως πόσα λεπτά έχει κάθε ώρα, ούτε πόσες ημέρες έχει ο χρόνος.  Η διάγνωση; Ο Bruno Lüdke ήταν σωματικά υγιής αλλά με νοητική υστέρηση εκ γενετής.  Αντιλαμβάνεται τον χρόνο, τον χώρο και τα πρόσωπα, αλλά αδυνατεί να γράψει, να κάνει αριθμητικούς υπολογισμούς ή να ανταποκριθεί σε απλές πνευματικές προκλήσεις.  Εντούτοις, μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται ως οδηγός άμαξας.

Μέχρι εδώ όλα καλά.  Όμως μην ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ’30, με τον εθνικοσοσιαλισμό (για όλους τους υπόλοιπους, πλην των Γερμανών, ναζισμό) να βρίσκεται στο απόγειό του.  Η γνωστή δυσανεξία των ναζί απέναντι στους ανθρώπους με νοητική υστέρηση, έχει ως αποτέλεσμα, τον Ιανουάριο του 1939, να εκδοθεί δικαστική απόφαση, σύμφωνα με την οποία ο Bruno θα έπρεπε να στειρωθεί, προκειμένου να διαφυλαχθεί η πνευματική υγεία της Αρίας Φυλής.  Έτσι, στις 22 Μαΐου του 1940, υποβάλλεται σε στείρωση, σε ένα νοσοκομείο του Βερολίνου, για χάρη της ευγονικής.

Bruno Lüdke

Από το 1938  μέχρι το 1943, ο Bruno  μπαινοβγαίνει στο αστυνομικό τμήμα και στα κρατητήρια για διάφορα μικροαδικήματα, κυρίως κλοπές.  Το ποινικό του μητρώο δεν περιλαμβάνει απολύτως καμία πράξη βίας ή κάποιο σεξουαλικό έγκλημα.  Αυτό που κυρίως κάνει ο Bruno, είναι να κλέβει ξύλα από τις αυλές των σπιτιών και να τα πουλά για να εξοικονομίσει λίγα χρήματα.  Το γεγονός ότι τα μεταφέρει με την άμαξα του πλυντηρίου, όπου η επιγραφή «Πλυντήριο Lüdke» φιγουράρει με έντονα γράμματα στις πλευρές της άμαξας, καθώς και το γεγονός ότι πουλάει ξυλεία αξίας σχεδόν 200 μάρκων για μόλις 13, δείχνει την εγκληματική του διάνοια!  Εντούτοις, αυτό δεν τον εμπόδισε να καταδικαστεί σε φυλάκιση τριών μηνών.

Ένα άλλο «ιδιοφυές» εγκληματικό έργο του Bruno, ήταν η «υπόθεση της πάπιας».  Ο Bruno, το βραδάκι της 16ης Φεβρουαρίου του 1940, μπήκε στο Καφέ Φουκς του  Köpenick έχοντας μια ψόφια πάπια κάτω από τη μασχάλη του, μέσα σε ένα σακκούλι, την οποία προσπάθησε να πουλήσει σε έναν από τους θαμώνες για 15 μάρκα.  Για κακή του τύχη όμως, ανάμεσα στους πελάτες του Καφέ Φουκς, βρισκόταν και ένας αξιωματικός της αστυνομίας, ο οποίος κατέσχεσε την πάπια και οδήγησε τον Bruno στο αστυνομικό τμήμα.  Εκεί αποδείχτηκε ότι η πάπια είχε κλαπεί από το αγρόκτημα κάποιου ονόματι Skole, ο οποίος είχε ήδη καταγγείλει την κλοπή.  Ο Bruno παρέμεινε στο κρατητήριο για πέντε εβδομάδες και μετά αφέθηκε ελεύθερος.  Ένα μήνα αργότερα τον συνέλαβαν ξανά, ενώ προσπαθούσε να πουλήσει έναν ψόφιο κόκκορα σε ένα άλλο Καφέ!

Εδώ να κάνουμε μια παρένθεση και να πούμε ότι όλες τις φορές που ο Bruno οδηγήθηκε σε κρατητήριο ή φυλακή, αυτό έγινε χωρίς προηγουμένως να έχει παραπεμφθεί σε δίκη, για τον απλούστατο λόγο ότι το άρθρο 51 του γερμανικού ποινικού κώδικα απαγόρευε την προσαγωγή σε δίκη ατόμων με νοητική υστέρηση.

Συνεχίζεται 

Advertisements

~ από Nina C στο 28/05/2011.

2 Σχόλια to “Bruno Lüdke: δολοφόνος κατά συρροή ή κατά φαντασία; – I”

  1. Ενδιαφέρουσα ιστορία φαίνεται..Αναμένω τη συνέχεια! 😉

  2. !!!!!!!!!!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

whodoneit1942dvd.jpg
 
Αρέσει σε %d bloggers: